Οι εκλογές, η fake αποχή, και η τελευταία ευκαιρία

922

Στον παρακάτω πίνακα βλέπουμε, με έτος βάσης το 2004, την εξέλιξη του εκλογικού σώματος στη βάση των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους ψηφοφόρων και της συμπεριφοράς τους σχετικά με τη συμμετοχή ή την αποχή στις εθνικές εκλογές (οκτώ αναμετρήσεις συνολικά), προκειμένου να εξαχθούν τα κατάλληλα συμπεράσματα. Δηλαδή, πως διαμορφώνεται σταδιακά η νοοτροπία των πολιτών σε σχέση με τη στάση τους απέναντι στη δημοκρατική διαδικασία και την αξία που δίνουν, ή την απαξία, της προσωπικής τους συμμετοχής σε αυτήν τη διαδικασία με την ψήφο τους. Βλέπουμε όμως και μερικά περίεργα, όπως πχ. πως είναι δυνατό σε ένα πληθυσμό 10,7 εκατομμυρίων ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των αλλοδαπών χωρίς δικαίωμα ψήφου, το εκλογικό σώμα να ανέρχεται σε 9,961 εκατομμύρια.

 

Στον πίνακα παρατηρούμε ότι ο αριθμός των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους τα τελευταία 15 χρόνια ουσιαστικά έχει μείνει αμετάβλητος και από 9.899.472 εχόντων δικαίωμα ψήφου το 2004, με εσωτερικές αυξομειώσεις μεταξύ των εκλογικών ετών, φέτος στις εκλογές έφτασε τα 9.961.718, αυξημένος μόνον κατά 62.246 άτομα. Φυσικά δεν πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους σε ένα μεγάλο ποσοστό, αφού στο μεσοδιάστημα περίπου 1,5 εκατομμύριο από τους εγγεγραμμένους απεβίωσαν, ενώ στο ίδιο διάστημα προστεθήκαν σταδιακά επίσης περίπου 1,5 εκατομμύριο νέοι που ενηλικιώνονταν, συν τους 17ρηδες που συμμετείχαν για πρώτη φορά φέτος το 2019 στις εθνικές εκλογές.

Συνεπώς μιλάμε για ένα πολύ διαφοροποιημένο εκλογικό σώμα σε σχέση με το 2004 κατά τουλάχιστον το 1/3, που επίσης πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη στην εκλογική συμπεριφορά του κοινωνικού σώματος σε σχέση με τη συμμετοχή, ή την αποχή από τις εκλογές, το λευκό και το άκυρο. Με το λευκό και το άκυρο ποσοστιαία να μην έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά και να κυμαίνονται περίπου στα ίδια, από αναμέτρηση σε αναμέτρηση με αυξομειώσεις, που δεν δείχνουν όμως τάσεις ιδιαίτερης ενίσχυσης. Τα ποσοστά της συμμετοχής και της αποχής υπολογίστηκαν εδώ στη βάση των εγκύρων σε σχέση με τους εγγεγραμμένους, δηλαδή τα άκυρα και τα λευκά έχουν προστεθεί στην αποχή και αποτελούν μαζί της ενιαίο υπολογιστικό σύνολο, ενώ τα του ΥΠ.ΕΣ. υπολογίζονται ξεχωριστά και έτσι διαφοροποιούνται τα επισήμως εμφανιζόμενα ποσοστά της αποχής επί τα βελτίω. Φυσικά η σημασία της λευκής ψήφου είναι εντελώς διαφορετικά από την άκυρη, καθώς και την αποχή. Είναι συμμετοχική ψήφος που δηλώνει όμως αδυναμία, ή άρνηση, επιλογής μεταξύ των συναγωνιζομένων δυνάμεων. Είναι ενδεχομένως συνειδητή πολιτική ψήφος, αλλά επ’ ουδενί θα μπορούσε να συμμετέχει στην κατανομή των εδρών μεταξύ των κομμάτων. Για πρακτικούς λόγους λοιπόν δεν μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στα έγκυρα, με βάση τα οποία κατατάσσονται τα κόμματα και κατανέμονται οι βουλευτικές έδρες.

Σημειωτέον, ότι φέτος για πρώτη φορά είχαν δικαίωμα ψήφου 536.920 νέοι ψηφοφόροι, από τους οποίους 106.760 ήσαν οι 17ρηδες, που απέκτησαν δικαίωμα με τον νέο ισχύοντα εκλογικό νόμο.

Η προφανής έλλειψη ακρίβειας στον αριθμό των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους

Παρ’ όλα αυτά και με δεδομένα τα αποτελέσματα της γενικής απογραφής του 2011 η ύπαρξη ενός τόσου μεγάλου αριθμού εγγεγραμμένων ψηφοφόρων σε έναν γενικό πληθυσμό 10.816.286ανθρώπων προκαλεί απορία. Η οποία αυξάνεται, όταν υπολογίσουμε ότι σε αυτόν τον γενικό πληθυσμό συνυπάρχει και ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό αλλοδαπών 8,43% που διέμεναν προσωρινά, ή μόνιμα, στη χώρα και οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα ψήφου, διαμορφώνοντας των αριθμό εκείνων με ελληνική ιθαγένεια με πολιτικά δικαιώματα σε 9.904.286 άτομα (βλέπε τον πλαϊνό πίνακα από τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ).

Με βάση επίσης την απογραφή του 2011 διαπιστώνουμε ότι ο πληθυσμός ηλικίας κάτω των 17 ετών, που δεν είχε, επίσης, δικαίωμα ψήφου ανέρχεται σε περίπου 1.800.000 άτομα, που οπωσδήποτε πρέπει να αφαιρούνται από τον γενικό πληθυσμό για να έχουμε ασφαλή εικόνα των εχόντων δικαίωμα ψήφου, αφού φυσικά αφαιρέσουμε από αυτούς επίσης ένα αντίστοιχο ποσοστό αλλοδαπών (1.800.000 Χ 8,43% = 151.740). Δηλαδή το 2011 το εκλογικό σώμα θα έπρεπε να ήταν περίπου 9.904.286-1.648.260 = 8.256.026 άτομα.

Οι αμέσως επόμενες εκλογές, που ακολούθησαν την απογραφή, έγιναν τον Μάιο του 2012. Είναι λογικό να υποθέσει κανείς, ότι οι πληθυσμιακές διαφοροποιήσεις μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο θα ήταν ελάχιστες, και επίσης ελάχιστη θα ήταν η διαφορά στον υπολογιζόμενο αριθμό του εκλογικού σώματος. Παρ’ όλα αυτά στον πρώτο πίνακα βλέπουμε, ότι ο αριθμός των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους ήταν 9.949.401, υπερβαίνοντας κατά 1.693.375 το με βάση τη λογική και τα πραγματικά πληθυσμιακά στοιχεία διαμορφούμενο εκλογικό σώμα.

Έκτοτε με δεδομένη μάλιστα τη σταδιακή μείωση του πληθυσμού λόγω της ανατροπής της σχέσης γεννήσεων – θανάτων τα τελευταία εννιά χρόνια. Δηλαδή, με τους θανάτους να υπερτερούν των γεννήσεων, όπως καταγράφεται στα ληξιαρχεία. Με τη πληθυσμιακή αυτή μείωση να υπερβαίνει τις 150.000. Καθώς και με σχετική ισοφάριση αυτού του αριθμού με αντίστοιχη «ελληνοποίηση» αλλοδαπών (περίπου επίσης στις 120 χιλιάδες ανέρχονται στην περίοδο). Τότε, με ασφάλεια μπορούμε να υπολογίσουμε, ότι οι έχοντες δικαίωμα ψήφου ενήλικες Έλληνες πολίτες δεν υπερβαίνουν στην πραγματικότητα σήμερα τα 8.200.000 άτομα, περίπου.

Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια απόκλιση μεταξύ εγγεγραμμένων και πραγματικού αριθμού του εκλογικού σώματος, πάνω από 1.750.000 ατόμων. Ο αριθμός αυτός επίσης πρέπει να αφαιρεθεί από την επίσημα καταγραφόμενη αποχή. Αναφορικά με τις τελευταίες εκλογές αυτός ο αριθμός αντιστοιχεί σε ποσοστό περίπου 17,5% στο σύνολο των επίσημα εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους.

Η διαφορά αυτή που παρουσιάζεται από τον -κατά προσέγγιση αναγκαστικά στην παρούσα ανάλυση, αλλά πολύ κοντά στην πραγματικότητα- πραγματικό αριθμό ψηφοφόρων, με αυτόν που αναφέρεται στους επίσημους καταλόγους είναι σημαντικήΑλλοιώνει την εικόνα των αποτελεσμάτων της εκλογικής διαδικασίας και δεν περιποιεί τιμή για το Υπουργείο Εσωτερικών και τις λειτουργίες του.

Fake ποσοστά

Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει επίσημη αιτιολόγηση του φαινομένου αυτού. Μάλλον όχι.

Μια πρώτη πιθανή αιτιολόγηση θα ήταν η αργή εκκαθάριση των καταλόγων από τους θανόντες και ταυτόχρονα η ύπαρξη πολλών διπλοεγγραφών, λόγω μεταδημοτεύσεων, παρά τους ισχυρισμούς περί εκκαθάρισης των καταλόγων. Δηλαδή, η μη έγκαιρη ενημέρωση από πλευράς τοπικής αυτοδιοίκησης των μεταβολών στα κατά τόπους δημοτολόγια. Το τελευταίο δημιουργεί επίσης συνθήκες παραβίασης της εκλογικής νομοθεσίας και του αποτελέσματος, αφού δυνητικά επιτρέπει σε κάποιον διπλοεγγεγραμμένο, εάν το γνωρίζει, να ψηφίσει δύο φορές, μολονότι η πραγματική πιθανότητα για διπλοψηφία είναι αμελητέα.

Ας ελπίσουμε, ότι το Υπουργείο Εσωτερικών θα προβεί στις αναγκαίες αιτιολογήσεις του φαινομένου και κυρίως σε μέτρα σημαντικού περιορισμού του, αν όχι πλήρους εξάλειψής του, που η σύγχρονη τεχνολογία το επιτρέπει.

Ωστόσο με το δεδομένο της μη αξιοπιστίας των καταλόγων, τα ποσοστά συμμετοχής, ή της αποχής, που καταγράφονται επίσημα είναι ασφαλώς fake, δηλαδή πλαστά και δεν πρέπει να τα λαμβάνουμε σοβαρά υπ’ όψιν. Δημιουργείται όμως έτσι συνολικότερος χώρος αμφισβήτησης της εγκυρότητας των εκλογικών αποτελεσμάτων και γι’ αυτό απαιτείται προσοχή και γρήγορη ουσιαστική εκκαθάριση των εκλογικών καταλόγων.

Ο υπολογισμός βάσει των εγκύρων

Είναι πολύ περισσότερο έγκυρο και πιο κοντά στην αλήθεια, εάν αντί αυτών των ποσοστών συμμετοχής, ή αποχής, σε σχέση με τους εγγεγραμμένους, δούμε τη διακύμανση των εγκύρων μεταξύ των διαφορετικών εκλογικών αναμετρήσεων και να εξάγουμε έτσι ασφαλέστερα συμπεράσματα.

Παρατηρούμε λοιπόν, ότι πράγματι μεταξύ των αναμετρήσεων του 2004 και του 2019 υπάρχει μια σημαντική μείωση των εγκύρων ψηφοδελτίων κατά 1.757.287, που αποδεικνύει μια σταδιακή απαξίωση του πολιτικού συστήματος και των εκλογικών διαδικασιών. Δηλαδή, η έγκυρη ψήφος μειώθηκε κατά 23,73%. Αυτό σημαίνει ότι ο ένας στους τέσσερις (1/4) παλαιούς, ή νέους, ψηφοφόρους απείχαν, ή δεν είχαν δυνατότητα συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία, και εκφράστηκαν είτε με μη προσέλευση στις κάλπες, είτε σε πολύ μικρότερο βαθμό, με λευκή, ή άκυρη ψήφο.

Όπως είναι φυσιολογικό, η μεγαλύτερη μείωση σημειώθηκε στις εκλογικές αναμετρήσεις που έλαβαν χώρα την περίοδο των μνημονίων και κυρίως μεταξύ των εκλογών του Ιανουαρίου 2015 και του Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, με τη διάψευση των ελπίδων για μια άλλη πολιτική που είχαν δημιουργηθεί, όπου χάθηκαν 749.374 ψήφοι εκτινάσσοντας την αποχή.

Το πραγματικό ποσοστό της αποχής από τις εκλογές

Παρ’ όλα αυτά, ο πραγματικός αριθμός των εχόντων δικαίωμα ψήφου, που είναι όμως σε θέση να ψηφίσουν, είναι ακόμη μικρότερος των 8.200.000 που υπολογίσαμε προηγουμένως και οι ψήφοι που χάθηκαν δεν αφορούν εξ ολοκλήρου σε πραγματική αποχή. Επειδή, τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια μεγάλη απώλεια της τάξης των 500.000 Ελλήνων παραγωγικής ηλικίας που μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Με πολύ λίγους από αυτούς να έχουν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην Ελλάδα για να ψηφίσουν. Έτσι είναι λογικό και η συμμετοχή στις εκλογές να μειώνεται αναγκαστικά, καθώς και ο αριθμός των εγκύρων ψηφοδελτίων όπως καταγράφεται στα αποτελέσματα των τελευταίων αναμετρήσεων. Σημειωτέον, ότι αυτό το πρόβλημα δεν υπήρχε στις εκλογές μέχρι και το 2009. Ενώ είναι γνωστό, ότι την εποχή εκείνη τα μεγάλα κόμματα παρείχαν ακόμη και δωρεάν εξυπηρέτηση μεταφοράς με κάθε μέσο στους ψηφοφόρους, τόσο για τη μετακίνηση των ετεροδημοτών εντός της χώρας, όσο και Ελλήνων του εξωτερικού. Συνεπώς το πραγματικό εκλογικό σώμα που δύναται αντικειμενικά να ψηφίζει, ανεξάρτητα της τελικής πρόθεσής του -και οφείλουμε να λαμβάνουμε υπ’ όψη για να είμαστε ακριβείς κι αντικειμενικοί-, έχει επίσης συρρικνωθεί σημαντικά και εξ αιτίας αυτού του γεγονότος. Έτσι δεν μπορεί να κινείται παρά γύρω από έναν αριθμό της τάξης των 7.700.000 ψηφοφόρων σήμερα, προσεγγιστικά υπολογιζόμενο, διότι απόλυτα στοιχεία δεν μπορούν να υπάρχουν.

Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική αποχή μαζί με τα λευκά και τα άκυρα δεν υπερβαίνει στην πραγματικότητα 7.700.000 – 5.649.332 (έγκυροι ψήφοι το 2019) = 2.050.668 άτομα, ή σε ποσοστό το 26,63% επί του συνόλου!

Αλλά κι αν ακόμη δεν αφαιρέσουμε τον αριθμό των μεταναστευσάντων Ελλήνων στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια, θεωρώντας την αφαίρεση αυτή αυθαίρετη, επειδή παραμένουν (και σωστά) εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, τότε και πάλι το ποσοστό της αποχής δεν ξεπερνά το 31,11% (8.200.000 – 5.649.332 έγκυρα = 2.550.668 απέχοντες, ή 31,11%). Το ποσοστό αυτό μπορεί να φτάσει μέχρι το πολύ 32%, επειδή το 8,2 εκ. ψηφοφόροι που υπολογίστηκε, είναι αναγκαστικά κατά προσέγγιση και μπορεί να διαφοροποιείται στην πράξη κατά αρκετές δεκάδες χιλιάδες, χωρίς να αλλάζει όμως το συμπέρασμα. Το ποσοστό αυτό απέχει σημαντικά από το πολύ υψηλότερο (περίπου 43%) που καταγράφηκε στα επίσημα αποτελέσματα και έδωσε αφορμή για συζητήσεις περί εκτεταμένης απαξίωσης του πολιτικού συστήματος. Η οποία απαξίωση υπάρχει, ανιχνεύεται εύκολα στο ποσοστό αυτό, που αφορά στο 1/3 περίπου του πληθυσμού, αλλά δεν μπορεί να υπολογιστεί ακριβώς, αφού κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, πόσοι αντικειμενικά δεν είχαν τη δυνατότητα να προσέλθουν, πόσοι αδιαφορούν γενικώς, και πόσοι πράγματι αποστρέφονται το πολιτικό σύστημα λόγω συνειδητής διαφωνίας, απογοήτευσης, ή για άλλον λόγο.

Η αυθαιρεσία στα συμπεράσματα

Για τους λόγους αυτούς οποιαδήποτε ερμηνεία της αποχής που καταγράφηκε και αναφορά στο υποτιθέμενο πολιτικό μήνυμά της είναι αυθαίρετη. Πολύ περισσότερο, αυθαίρετη είναι η άποψη ότι ο ελληνικός λαός «τιμώρησε» δια της αποχής το πολιτικό σύστημα. Πέραν του γεγονότος, φυσικά, ότι από την εποχή της δημοκρατίας του Εφιάλτη στην αρχαία Αθήνα μέχρι και σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο, οι αποφάσεις λαμβάνονται από την πλειοψηφία των συμμετεχόντων, με τους απέχοντες να μη λαμβάνονται καθόλου υπ’ όψιν, ενώ βεβαίως οι όποιες αποφάσεις είναι δεσμευτικές για όλους. Το να ισχυρίζονται ακόμη ορισμένοι ότι το πολιτικό σύστημα είναι απονομιμοποιημένο, πλανώνται, και το εκλογικό αποτέλεσμα, συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού της αποχής, τους διαψεύδει με τον πιο ηχηρό τρόπο.

Τι δείχνει

Αυτό δείχνει, ότι οι Έλληνες πολίτες, στην μεγάλη τους πλειοψηφία σε ποσοστό που προσεγγίζει σχεδόν το 70%, αντιλαμβάνονται τη συμμετοχή τόσο ως δικαίωμα, όσο και ως καθήκον. Παρά τις ταλαιπωρίες των τελευταίων ετών, και παρά το γεγονός ότι η ψήφος έχει πάψει να είναι υποχρεωτική στην πράξη, οι πολίτες εξακολουθούν να εμπιστεύονται την δημοκρατική διαδικασία και να διεκδικούν τη συμμετοχή τους δια της ψήφου, παρά τη σταδιακά ανερχόμενη τάση αμφισβήτησής της ήδη μετά το 2004, αλλά κυρίως εξ αιτίας των ειδικών συνθηκών που επικράτησαν την μνημονιακή εποχή.

Δείχνει να απορρίπτεται η συνειδητή αποχή ως εντελώς αναποτελεσματικό πολιτικό μέσο πίεσης για καθεστωτική αλλαγή, παρά τις αφελείς εκκλήσεις από διάφορες πλευρές, και την προώθησή της από άλλες, με -ίσως- ύποπτους σκοπούς.

Δείχνει επίσης, σε συνδυασμό με την αποκατάσταση ενός νέου δικομματισμού, μια μικρή αλλά αξιοπρόσεκτη τάση αποκατάστασης της εμπιστοσύνης του εκλογικού σώματος προς το πολιτικό σύστημα, που είχε κλονιστεί τα προηγούμενα χρόνια.

Δείχνει ότι η πολιτική σταθερότητα εξακολουθεί να είναι βασικό κριτήριο στην ψήφο των πολιτών, ενώ στέλνει μήνυμα στις μικρότερες δυνάμεις – φορείς μιας εναλλακτικής πρότασης να σοβαρευτούν, να γίνουν λιγότερο επικριτικοί για τους άλλους και περισσότερο πειστικοί στις προτάσεις τους -και να αναμένουν.

Βεβαίως η τάση αυτή και η επιλογή της «σταθερότητας» είναι εξαιρετικά επισφαλής και κινδυνεύει να ανατραπεί δραματικά και οριστικά, εάν το κεντρικό πολιτικό σύστημα σταθεί ανίκανο να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν στους πολίτες από την πρόσφατη πολιτική αλλαγή. Καθώς και σε συνδυασμό, εάν οι ελπίδες ξεπεράσματος της κρίσης εντός του πλαισίου που προσώρας θεωρείται αναντικατάστατο, αποδειχθούν φρούδες, όπως πολύ φοβόμαστε, και τα πραγματικά δεδομένα καταδείχνουν.

Κατά μια έννοια, ίσως αποδειχθεί, ότι το αποτέλεσμα των εκλογών της 7ης Ιουλίου 2019, ελλείψει αξιόπιστης εναλλακτικής -που το ίδιο το καθεστώς φρόντισε και μπόρεσε να εξαλείψει δια του ΣΥΡΙΖΑ-, υπήρξε -παρά τη φαινόμενη αποκατάσταση της «κανονικότητας»- η τελευταία ευκαιρία που εδόθη στο πολιτικό σύστημα να επιλύσει με -έστω οριακά- δημοκρατικό τρόπο εντός πλαισίου τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα και η κοινωνία. Εάν αυτό δεν συμβεί, που είναι εξαιρετικά πιθανό, αν όχι βέβαιο, το χάος θα καταστεί αναπόδραστο.

*Ο Όθωνας Κουμαρέλλας είναι αρχιτέκτονας μηχ/κος και συγγραφέας

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας