Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και η προνομιακή μεταχείρισή τους: «Φτιάξε και εσύ μια ιδιωτική νομική σχολή»:

45

Η κυβέρνηση υποκλίνεται στην «ιδιωτική πρωτοβουλία» και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια μπορούν να ιδρύσουν όποια σχολή θέλουν

 

Τον Ιούλιο του 2019, λίγες μέρες μετά την ανάληψη καθηκόντων από τη νέα κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, η τότε υπουργός Παιδείας κ. Νίκη Κεραμέως ανακοίνωνε ότι δεν θα προχωρούσε η διαδικασία ίδρυσης της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών, που είχε ήδη ψηφιστεί σε νόμο από την προηγούμενη κυβέρνηση. «Η χώρα μας έχει χιλιάδες άνεργους δικηγόρους, δεν χρειάζεται 4η Νομική», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή της. Επτά σχεδόν αργότερα και ενώ η κυβέρνηση έχει επιτρέψει ουσιαστικά τα ιδιωτικά πανεπιστήμια στη χώρα, ανακοινώνεται η ίδρυση και δεύτερου τμήματος νομικών σπουδών από ιδιωτικό πανεπιστήμιο στη χώρα μας, στη βάση του νέου θεσμικού πλαισίου που ισχύει.

Το να υποθέσει κανείς ότι μέσα στα χρόνια που πέρασαν αυξήθηκαν τόσο πολύ οι ανάγκες της χώρας σε δικηγόρους, ώστε πλέον ο φόβος της ανεργίας να μην αποτελεί πρόβλημα, θα ήταν μια μάλλον απλουστευτική ερμηνεία της στροφής της κυβέρνησης στην αποδοχή της ανάγκης για επιπλέον νομικές σχολές. Ιδίως μάλιστα, όταν το αρμόδιο υπουργείο Δικαιοσύνης, παρότι έχει μεταφέρει επιπλέον έργο στους δικηγόρους στο πλαίσιο των μέτρων αποσυμφόρησης των δικαστηρίων, εντούτοις εξακολουθεί να υπογραμμίζει ότι η χώρα μας διαθέτει μια υπερπροσφορά δικηγόρων, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τον πολύ μεγαλύτερο αριθμό τους ανά 100.000 κατοίκους σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Εύλογα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ούτε το 2019 ούτε το 2026 το πραγματικό επίδικο ήταν ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός και η προσπάθεια να αντιστοιχούνται οι ροές αποφοίτων των πανεπιστημίων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Το επίδικο, εάν κρίνουμε και από τις μετέπειτα θεσμικές πρωτοβουλίες αυτής της κυβέρνησης, ήταν να εξασφαλιστεί ότι όταν θα ιδρύονταν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τα οποία εξαρχής υποστήριξε, αυτά να έχουν εξασφαλισμένη πελατεία. Ουσιαστικά, μια συνειδητή επιλογή περιορισμού του έργου που θα μπορούσε να προσφέρει το δημόσιο πανεπιστήμιο με σκοπό να διαμορφωθεί μια επαρκής αγορά για τα νέα ιδρύματα και να διασφαλιστεί ότι οικονομικά θα είναι βιώσιμα και τελικά κερδοφόρα

Σε αυτό το φόντο, αρχές του εκπαιδευτικού σχεδιασμού που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητες, όπως ήταν η αποφυγή πληθωρισμού πτυχιούχων σε κάποιους τομείς με βάση ένα συνολικότερο σχεδιασμό όχι απλώς για την εκπαίδευση αλλά και για την οικονομία, την ανάπτυξη και τη λειτουργία του κράτους ξεχνιούνται και υποκαθίστανται από την πιο αγοραία αντίληψη που καταλήγει στο «η αγορά θα είναι ο τελικός κριτής των όποιων επιλογών». Μόνο θα είναι λάθος να πιστέψουμε ότι αυτό αφορά πρωτίστως τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και ότι η λογική είναι ότι εάν δεν καταφέρουν να προσελκύσουν πελατεία, θα κλείσουν. Όταν δίνεται η δυνατότητα σε ιδιωτικά ιδρύματα να προσφέρουν σπουδές, χωρίς την απαίτηση των εξαιρετικών υψηλών βαθμολογιών των πανελλαδικών σε ένα από τα πιο περιζήτητα αντικείμενα, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, με δίδακτρα όχι υπερβολικά πολύ πάνω από το πραγματικό κόστος φοίτησης σε ένα αντικείμενο των κοινωνικών επιστημών σε ένα περιφερειακό πανεπιστήμιο, είναι σαφές ότι σε κλείσιμο οδηγούνται τα δημόσια πανεπιστήμια αυτά που – για να χρησιμοποιήσουμε το παλιό κλισέ – πλήρωσε ο φορολογούμενος και όχι ο «ιδιώτης επενδυτής».

ΠΗΓΗ in.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας