
ΤΟΜΕΑΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Ο Τομέας Αθλητισμού του ΔΗ.Κ.Ε.Α. χαιρετίζει την επαναχορήγηση της
ειδικής αθλητικής αναγνώρισης στην Ελληνική Ομοσπονδία Πυγμαχίας.
Η επαναχορήγηση της αθλητικής αναγνώρισης στην Ελληνική Ομοσπονδία
Πυγμαχίας δεν κλείνει την υπόθεση.
Αποκαλύπτει το αδιέξοδο ενός θεσμικού μοντέλου που έχει χρεοκοπήσει.
Η πρόσφατη απόφαση της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού να επαναχορηγήσει
την ειδική αθλητική αναγνώριση στην Ελληνική Ομοσπονδία Πυγμαχίας
παρουσιάστηκε ως ένδειξη επιστροφής στην κανονικότητα.
Για το ΔΗΚΕΑ, όμως, η πραγματικότητα είναι ακριβώς αντίθετη.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν αποκαθιστά την εμπιστοσύνη στον τρόπο με τον
οποίο διοικείται ο ελληνικός αθλητισμός.
Αντίθετα, αναδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο τα αδιέξοδα ενός θεσμικού
πλαισίου που έχει πάψει προ πολλού να υπηρετεί τον ερασιτεχνικό αθλητισμό
και λειτουργεί πλέον ως μηχανισμός διοικητικού ελέγχου, γραφειοκρατικής
εξάρτησης και αναπαραγωγής των ίδιων παθογενειών.
Η υπόθεση της Πυγμαχίας δεν αποτελεί μια μεμονωμένη διοικητική
δυσλειτουργία.
Δεν είναι ένα περιστατικό που μπορεί να αντιμετωπιστεί με την αντικατάσταση
μιας διοίκησης ή με την έκδοση μιας ακόμη διοικητικής πράξης.
Είναι η πιο χαρακτηριστική απόδειξη ότι ο Ν. 2725/1999 έχει εξαντλήσει οριστικά
τα ιστορικά και πολιτικά του όρια.
Ένας νόμος που θεσπίστηκε με το επιχείρημα της εξυγίανσης κατέληξε, μέσα
από διαδοχικές τροποποιήσεις και παρεμβάσεις, να συγκροτήσει ένα
υπερσυγκεντρωτικό μοντέλο διοίκησης, στο οποίο η κρατική γραφειοκρατία
αποκτά ολοένα μεγαλύτερη επιρροή στη λειτουργία των αθλητικών σωματείων
και των ομοσπονδιών.
Για το ΔΗΚΕΑ, η σημερινή κρίση δεν είναι κρίση προσώπων.
Είναι κρίση θεσμών.
Είναι το αποτέλεσμα ενός μοντέλου που συγκεντρώνει υπερβολικές εξουσίες στη
διοίκηση, περιορίζει την αυτονομία των σωματείων, μετατρέπει την αθλητική
αναγνώριση από διαπιστωτική διοικητική πράξη σε μηχανισμό εξάρτησης και
δημιουργεί ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η διαφάνεια, η λογοδοσία και ο
ουσιαστικός έλεγχος υποχωρούν απέναντι στη γραφειοκρατία και στις
πελατειακές λογικές.
Η Ελληνική Ομοσπονδία Πυγμαχίας είναι, σήμερα, το πιο χαρακτηριστικό
παράδειγμα αυτής της θεσμικής αποτυχίας.
Όταν μια ομοσπονδία οδηγείται σε ανάκληση της ειδικής αθλητικής αναγνώρισης
και, στη συνέχεια, επανέρχεται στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο χωρίς να έχει προηγηθεί
μια συνολική δημόσια αποτίμηση των γεγονότων που οδήγησαν στην κρίση,
γεννιούνται εύλογα ερωτήματα.
Η κοινωνία του αθλητισμού δεν ζητά επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις.
Ζητά πλήρη ενημέρωση, διαφάνεια και λογοδοσία.
Το ΔΗΚΕΑ θεωρεί ότι η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο εάν
αποκαταστάθηκε ή όχι η αθλητική αναγνώριση μιας ομοσπονδίας.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό.
Πώς φτάσαμε έως εδώ;
Ποιες θεσμικές αδυναμίες επέτρεψαν να δημιουργηθεί αυτή η κατάσταση; Ποιοι
μηχανισμοί απέτυχαν να λειτουργήσουν έγκαιρα;
Και, κυρίως, ποιο πολιτικό πλαίσιο εξακολουθεί να αναπαράγει τις ίδιες συνθήκες
που οδήγησαν στην κρίση;
Ακριβώς γι' αυτό το ΔΗΚΕΑ αρνείται να αντιμετωπίσει την υπόθεση της
Πυγμαχίας ως ένα μεμονωμένο επεισόδιο.
Τη θεωρεί μέρος μιας ευρύτερης θεσμικής πραγματικότητας, στην οποία η
υπερσυγκέντρωση εξουσιών, η γραφειοκρατική αυθαιρεσία, οι διαρκείς
νομοθετικές παρεμβάσεις και η έλλειψη ουσιαστικού δημοκρατικού ελέγχου
συνθέτουν ένα σύστημα που αδυνατεί να εγγυηθεί ισονομία, διαφάνεια και ίση
μεταχείριση για όλα τα αθλητικά σωματεία.
Αυτό ακριβώς είναι που το ΔΗΚΕΑ χαρακτηρίζει ως «Παράγκα».
Όχι έναν προσωπικό χαρακτηρισμό, ούτε μια επικοινωνιακή υπερβολή, αλλά την
πολιτική περιγραφή ενός θεσμικού μηχανισμού που, επί δεκαετίες, αναπαράγει
αδιαφάνεια, πελατειακές εξαρτήσεις και διοικητικές στρεβλώσεις εις βάρος του
ερασιτεχνικού αθλητισμού.
Η Παράγκα δεν είναι ένα πρόσωπο.
Είναι ένας τρόπος άσκησης εξουσίας.
Και όσο αυτός ο τρόπος παραμένει ανέπαφος, καμία επιμέρους διοικητική
αλλαγή δεν μπορεί να δώσει ουσιαστική λύση.
Γι' αυτό το ΔΗΚΕΑ υποστηρίζει ότι ο ελληνικός αθλητισμός δεν χρειάζεται άλλη
μία τροπολογία, άλλη μία εγκύκλιο ή μία ακόμη προσωρινή διοικητική
διευθέτηση.
Χρειάζεται μια συνολική πολιτική τομή.
Χρειάζεται την κατάργηση του σημερινού θεσμικού πλαισίου και τη θεμελίωση
ενός νέου δημοκρατικού αθλητικού δικαίου, που θα υπηρετεί τα σωματεία, τους
αθλητές και την κοινωνία και όχι τους μηχανισμούς διοικητικού ελέγχου.
Η Πυγμαχία δεν είναι η εξαίρεση.
Είναι το αποτέλεσμα ενός θεσμικού μοντέλου που αναπαράγει τις ίδιες
παθογένειες.
Η υπόθεση της Ελληνικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας δεν πρέπει να εξεταστεί
αποκομμένη από το συνολικό θεσμικό πλαίσιο.
Αν περιοριστούμε στην καταγραφή των επιμέρους γεγονότων, θα χάσουμε τη
μεγάλη εικόνα.
Και η μεγάλη εικόνα είναι ότι ο ελληνικός αθλητισμός διοικείται σήμερα μέσα από
ένα μοντέλο που έχει οικοδομηθεί πάνω στη διαρκή συγκέντρωση εξουσιών,
στην υπερβολική γραφειοκρατική παρέμβαση και στην υποκατάσταση της
αυτονομίας των αθλητικών φορέων από τον διοικητικό έλεγχο του κράτους.
Το ΔΗΚΕΑ υποστηρίζει ότι ο Ν. 2725/1999 δεν αποτελεί πλέον εργαλείο
ανάπτυξης του αθλητισμού.
Αποτελεί τον βασικό μηχανισμό μέσω του οποίου αναπαράγεται μια στρεβλή
σχέση εξάρτησης ανάμεσα στα αθλητικά σωματεία και στη διοίκηση.
Ένας νόμος που, μέσα από εκατοντάδες τροποποιήσεις, έχει μετατραπεί σε ένα
πολυδαίδαλο και αντιφατικό θεσμικό κατασκεύασμα, δυσνόητο ακόμη και για
όσους καλούνται να τον εφαρμόσουν.
Η συνεχής παραγωγή νέων διατάξεων, υπουργικών αποφάσεων και
ερμηνευτικών εγκυκλίων δεν βελτίωσε τη λειτουργία του αθλητισμού. Αντίθετα,
δημιούργησε ένα περιβάλλον μόνιμης διοικητικής αβεβαιότητας, στο οποίο τα
σωματεία καλούνται να προσαρμόζονται διαρκώς σε νέες απαιτήσεις, νέες
διαδικασίες και νέα εμπόδια, αφιερώνοντας πολύτιμο χρόνο στη γραφειοκρατία
αντί στην ανάπτυξη του αθλητισμού.
Η ειδική αθλητική αναγνώριση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της
στρέβλωσης.
Η αναγνώριση ενός αθλητικού σωματείου οφείλει να αποτελεί μια καθαρά
διαπιστωτική διοικητική πράξη, η οποία πιστοποιεί ότι πληρούνται οι νόμιμες
προϋποθέσεις λειτουργίας.
Στην πράξη, όμως, εξελίχθηκε σε εργαλείο διοικητικής εξάρτησης, μέσα από το
οποίο η Πολιτεία αποκτά τη δυνατότητα να επηρεάζει καθοριστικά τη λειτουργία
των σωματείων και των ομοσπονδιών.
Την ίδια λογική υπηρετεί και το σύστημα του ηλεκτρονικού μητρώου e-Kouros.
Παρουσιάστηκε ως εργαλείο εκσυγχρονισμού και διαφάνειας.
Στην πράξη, όμως, επέκτεινε ακόμη περισσότερο τη γραφειοκρατική επιβάρυνση
των ερασιτεχνικών σωματείων, τα οποία καλούνται κάθε χρόνο να
συγκεντρώνουν, να υποβάλλουν και να επικαιροποιούν έναν τεράστιο όγκο
δικαιολογητικών, διοικητικών πράξεων και οικονομικών στοιχείων.
Για τα μεγάλα σωματεία, με μόνιμο διοικητικό προσωπικό και οικονομικές
δυνατότητες, αυτή η διαδικασία μπορεί να αποτελεί μια ακόμη υπηρεσιακή
υποχρέωση.
Για τα εκατοντάδες μικρά σωματεία της περιφέρειας, που στηρίζονται
αποκλειστικά στην εθελοντική εργασία προπονητών, γονέων και παραγόντων,
μετατρέπεται σε έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης.
Αντί η Πολιτεία να στηρίζει τον ερασιτεχνικό αθλητισμό, του επιβάλλει διαρκώς
νέες διοικητικές υποχρεώσεις, απομακρύνοντας πολύτιμους ανθρώπους από την
ουσιαστική αθλητική δραστηριότητα.
Το ΔΗΚΕΑ απορρίπτει αυτή τη φιλοσοφία διοίκησης.
Ο αθλητισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πεδίο διαρκούς επιτήρησης ούτε
τα σωματεία ως διοικητικοί φάκελοι που οφείλουν συνεχώς να αποδεικνύουν την
ύπαρξή τους.
Ο ρόλος της Πολιτείας είναι να διασφαλίζει τη νομιμότητα, να στηρίζει τον
ερασιτεχνικό αθλητισμό και να εγγυάται τη διαφάνεια, όχι να οικοδομεί ένα
σύστημα συνεχούς εξάρτησης από τον κρατικό μηχανισμό.
Ακριβώς γι' αυτό η υπόθεση της Πυγμαχίας δεν αφορά αποκλειστικά ένα άθλημα.
Αφορά ολόκληρη την κοινωνία του αθλητισμού.
Αφορά κάθε ερασιτεχνικό σωματείο που παλεύει να επιβιώσει, κάθε προπονητή
που προσφέρει εθελοντικά, κάθε αθλητή που αγωνίζεται χωρίς προνόμια και
κάθε πολίτη που απαιτεί οι δημόσιοι θεσμοί να λειτουργούν με διαφάνεια,
δημοκρατικό έλεγχο και λογοδοσία.
Η πραγματική αντιπαράθεση, επομένως, δεν είναι ανάμεσα σε διαφορετικές
διοικήσεις ή σε διαφορετικά πρόσωπα.
Είναι ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις για τον αθλητισμό.
Από τη μία, ένα συγκεντρωτικό και γραφειοκρατικό μοντέλο που συντηρεί την
Παράγκα ως μηχανισμό εξουσίας από την άλλη, η αντίληψη του ΔΗΚΕΑ για έναν
δημόσιο, δημοκρατικό και κοινωνικά προσανατολισμένο αθλητισμό, στον οποίο
πρωταγωνιστές είναι τα σωματεία, οι αθλητές και οι τοπικές κοινωνίες και όχι οι
διοικητικοί μηχανισμοί.
Η υπόθεση της Πυγμαχίας απαιτεί πλήρη διαφάνεια και ουσιαστική λογοδοσία
,όχι πολιτική διαχείριση
Η απόφαση επαναχορήγησης της ειδικής αθλητικής αναγνώρισης δεν μπορεί να
θεωρηθεί ότι κλείνει την υπόθεση της Ελληνικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας.
Η διοικητική αποκατάσταση μιας ομοσπονδίας δεν ταυτίζεται με τη θεσμική
αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με μία υπογραφή.
Αποκαθίσταται μόνο όταν η κοινωνία γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη, ποιοι είχαν την
ευθύνη των αποφάσεων, ποια ήταν τα ευρήματα των ελέγχων και ποιες
συνέπειες προέκυψαν από αυτά.
Το ΔΗΚΕΑ θεωρεί ότι η κοινωνία του αθλητισμού και ο ελληνικός λαός
δικαιούνται σαφείς και τεκμηριωμένες απαντήσεις.
Δεν αρκούν γενικές αναφορές περί «εξυγίανσης» ούτε η επίκληση μιας «νέας
αρχής».
Εκείνο που απαιτείται είναι πλήρης ενημέρωση για όλα τα στάδια της υπόθεσης,
για τη διαχείριση των οικονομικών πόρων, για τα αποτελέσματα των ελέγχων
που πραγματοποιήθηκαν και για τις ευθύνες που αποδόθηκαν, όπου αυτές
διαπιστώθηκαν από τα αρμόδια όργανα.
Μια πραγματική νέα αρχή δεν οικοδομείται πάνω στη λήθη.
Οικοδομείται πάνω στη διαφάνεια.
Δεν μπορεί να υπάρξει αποκατάσταση της αξιοπιστίας ενός θεσμού όταν
παραμένουν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν τη λειτουργία του.
Η δημοκρατική λογοδοσία δεν είναι διοικητική τυπικότητα· αποτελεί θεμελιώδη
προϋπόθεση για την ίδια τη νομιμοποίηση της δημόσιας διοίκησης.
Για το ΔΗΚΕΑ, η πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσης της Ελληνικής
Ομοσπονδίας Πυγμαχίας δεν αποτελεί πράξη πολιτικής αντιπαράθεσης.
Αποτελεί στοιχειώδη υποχρέωση ενός κράτους δικαίου.
Η κοινωνία δεν μπορεί να καλείται να εμπιστευθεί θεσμούς που δεν λογοδοτούν
με πληρότητα, ούτε να αποδεχθεί ότι οι σοβαρές κρίσεις αντιμετωπίζονται
αποκλειστικά με διοικητικές μεταβολές, χωρίς δημόσια αποτίμηση των αιτίων που
τις προκάλεσαν.
Το ΔΗΚΕΑ ζητά να δημοσιοποιηθεί, στον βαθμό που επιτρέπεται από το ισχύον
νομικό πλαίσιο, κάθε στοιχείο που αφορά τα αποτελέσματα των ελέγχων, τις
διαπιστώσεις των αρμόδιων αρχών και τις ενέργειες που ακολούθησαν.
Όπου έχουν διαπιστωθεί παραβάσεις, πρέπει να υπάρξει πλήρης εφαρμογή της
νομιμότητας.
Όπου δεν έχουν διαπιστωθεί, η κοινωνία οφείλει επίσης να ενημερωθεί.
Η διαφάνεια δεν είναι επιλεκτική. Είναι αδιαίρετη.
Η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο την Πυγμαχία.
Αφορά τη συνολική αξιοπιστία του συστήματος αθλητικής διοίκησης.
Γιατί κάθε φορά που μια τόσο σοβαρή κρίση αντιμετωπίζεται χωρίς πλήρη
δημόσια λογοδοσία, ενισχύεται η αίσθηση ότι οι θεσμοί λειτουργούν με
διαφορετικά μέτρα και διαφορετικές ταχύτητες.
Και όταν αυτή η αίσθηση παγιώνεται, η εμπιστοσύνη των αθλητών, των
σωματείων και της κοινωνίας προς τους θεσμούς αποδυναμώνεται ακόμη
περισσότερο.
Το ΔΗΚΕΑ δεν αποδέχεται αυτή την πραγματικότητα ως κανονικότητα.
Δεν θεωρεί ότι οι κρίσεις του ελληνικού αθλητισμού είναι αναπόφευκτες ούτε ότι
αποτελούν συγκυριακά φαινόμενα.
Αντίθετα, πιστεύει ότι αποτελούν το φυσικό αποτέλεσμα ενός διοικητικού
μοντέλου που έχει πάψει να υπηρετεί τον αθλητισμό και έχει μετατραπεί σε
μηχανισμό αναπαραγωγής της γραφειοκρατίας και της συγκεντρωτικής εξουσίας.
Γι' αυτό και επιμένουμε.
Η δημόσια συζήτηση δεν πρέπει να εξαντληθεί στην επαναχορήγηση της ειδικής
αθλητικής αναγνώρισης.
Το πραγματικό πολιτικό ζήτημα είναι αν η Πολιτεία διαθέτει τη βούληση να
αναμετρηθεί με τις αιτίες που γεννούν διαρκώς παρόμοιες κρίσεις ή αν θα
συνεχίσει να διαχειρίζεται τα αποτελέσματά τους, αφήνοντας ανέπαφο το ίδιο
θεσμικό οικοδόμημα που τις παράγει.
Η κρίση δεν αφορά μία ομοσπονδία.
Αφορά το ίδιο το μοντέλο διοίκησης του ελληνικού αθλητισμού.
Για το ΔΗΚΕΑ, η υπόθεση της Πυγμαχίας δεν είναι μια «ατυχής εξαίρεση». Είναι
η πιο ορατή εκδήλωση μιας βαθύτερης θεσμικής κρίσης που διαπερνά το σύνολο
της αθλητικής διοίκησης.
Όταν οι ίδιες δυσλειτουργίες, οι ίδιες αδυναμίες εποπτείας και τα ίδια ερωτήματα
για τη λειτουργία των θεσμών επανεμφανίζονται σε διαφορετικά αθλήματα και σε
διαφορετικές χρονικές περιόδους, το πρόβλημα δεν μπορεί πλέον να αποδίδεται
σε μεμονωμένα πρόσωπα ή περιστασιακές αστοχίες.
Το ΔΗΚΕΑ υποστηρίζει ότι το σημερινό μοντέλο έχει εξαντλήσει τα όριά του. Ένα
μοντέλο που συγκεντρώνει υπερβολικές εξουσίες στη διοίκηση, πολλαπλασιάζει
τις γραφειοκρατικές εξαρτήσεις και αποδυναμώνει τον ουσιαστικό δημοκρατικό
έλεγχο δεν μπορεί να εγγυηθεί τη διαφάνεια που απαιτεί η κοινωνία του
αθλητισμού.
Η πραγματική πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στη διαχείριση μιας μεμονωμένης
κρίσης.
Αφορά τη διατήρηση ενός θεσμικού πλαισίου που επιτρέπει στις ίδιες
παθογένειες να επανεμφανίζονται.
Όσο το πλαίσιο αυτό παραμένει ανέπαφο, κάθε νέα υπόθεση θα αντιμετωπίζεται
ως «εξαίρεση», μέχρι να εμφανιστεί η επόμενη.
Γι' αυτό το ΔΗΚΕΑ επιμένει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην
αποτίμηση της υπόθεσης της Πυγμαχίας.
Οφείλει να επεκταθεί στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί συνολικά η κρατική
εποπτεία του αθλητισμού και στις θεσμικές επιλογές που έχουν μετατρέψει τον
ερασιτεχνικό αθλητισμό σε πεδίο υπερβολικής διοικητικής εξάρτησης.
Η υπόθεση του Muay Thai αναδεικνύει, επίσης, σοβαρά ερωτήματα για τον
τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι καταγγελίες που υποβάλλονται προς τη
διοίκηση.
Σύμφωνα με όσα έχουν καταγγελθεί δημόσια, αντί να ενεργοποιηθούν άμεσα οι
προβλεπόμενες διαδικασίες διερεύνησης, ακολουθήθηκε διαδικασία που
προκάλεσε έντονο προβληματισμό ως προς την αποτελεσματικότητα των
μηχανισμών ελέγχου και την προστασία του καταγγέλλοντος.
Εφόσον τα καταγγελλόμενα περιστατικά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα,
πρόκειται για μια πρακτική που δεν συνάδει με τις αρχές της χρηστής διοίκησης
και της θεσμικής αμεροληψίας.
Η εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς προϋποθέτει ότι κάθε σοβαρή
καταγγελία εξετάζεται με αντικειμενικότητα, ανεξαρτησία και σεβασμό προς τα
δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων.
Η κοινωνία του αθλητισμού δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση για κανέναν. Ζητά
ίσους κανόνες, διαφανείς διαδικασίες και θεσμούς που λειτουργούν με τρόπο
ώστε να εμπνέουν εμπιστοσύνη.
Αυτό είναι το ελάχιστο που οφείλει ένα δημοκρατικό κράτος στους αθλητές, στα
σωματεία και στους πολίτες που στηρίζουν καθημερινά τον ερασιτεχνικό
αθλητισμό.
Η απάντηση δεν είναι άλλη μία τροποποίηση του Ν. 2725/1999. Είναι η
πλήρης αντικατάστασή του.
Για το ΔΗΚΕΑ, οι αλλεπάλληλες κρίσεις που ταλανίζουν τον ελληνικό αθλητισμό
δεν αποτελούν συγκυριακά γεγονότα ούτε μπορούν να αντιμετωπιστούν με
αποσπασματικές διορθώσεις.
Ένας νόμος που έχει τροποποιηθεί δεκάδες φορές, που έχει επιβαρυνθεί με
αλλεπάλληλες εξαιρέσεις, μεταβατικές διατάξεις και ειδικά καθεστώτα, δεν μπορεί
πλέον να αποτελέσει τη βάση για τη δημοκρατική ανασυγκρότηση του
αθλητισμού.
Γι' αυτό το ΔΗΚΕΑ ζητά την πλήρη κατάργηση του Ν. 2725/1999 και τη σύνταξη
ενός νέου Κώδικα Αθλητικού Δικαίου, από μηδενική βάση, μέσα από ουσιαστικό
δημόσιο διάλογο με τα ερασιτεχνικά σωματεία, τους αθλητές, τους προπονητές,
τους επιστήμονες του αθλητικού δικαίου και τις τοπικές κοινωνίες.
Ο ελληνικός αθλητισμός δεν μπορεί να συνεχίσει να κυβερνάται με διαδοχικές
τροπολογίες που επιχειρούν να θεραπεύσουν τις συνέπειες ενός προβληματικού
θεσμικού οικοδομήματος.
Το νέο θεσμικό πλαίσιο οφείλει να αποκαταστήσει την αυτονομία του
ερασιτεχνικού αθλητισμού απέναντι στον υπερβολικό διοικητικό παρεμβατισμό.
Η ειδική αθλητική αναγνώριση πρέπει να επανέλθει στον αυτονόητο διαπιστωτικό
της χαρακτήρα, ως πιστοποίηση της νόμιμης λειτουργίας ενός σωματείου και όχι
ως μηχανισμός διαρκούς κρατικής εξάρτησης και διοικητικής ομηρίας.
Παράλληλα, απαιτείται ριζική απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών.
Τα αθλητικά σωματεία δεν δημιουργήθηκαν για να λειτουργούν ως λογιστικά και
γραφειοκρατικά παραρτήματα της διοίκησης. Δημιουργήθηκαν για να παράγουν
αθλητισμό, κοινωνική συνοχή, πολιτισμό και συμμετοχή.
Κάθε θεσμική ρύθμιση οφείλει να υπηρετεί αυτόν τον σκοπό και όχι να μεταφέρει
συνεχώς νέα διοικητικά βάρη στους ανθρώπους που στηρίζουν εθελοντικά τον
ερασιτεχνικό αθλητισμό.
Το ΔΗΚΕΑ θεωρεί επίσης αναγκαία τη συνολική αναδιοργάνωση της δημόσιας
διοίκησης του αθλητισμού.
Η λειτουργία της πρέπει να διέπεται από διαφάνεια, θεσμική λογοδοσία,
ανεξαρτησία των ελεγκτικών διαδικασιών και δημοκρατικό έλεγχο.
Η κοινωνία του αθλητισμού έχει ανάγκη από θεσμούς που εμπνέουν
εμπιστοσύνη, όχι από μηχανισμούς που δημιουργούν διαρκώς αμφιβολίες για
την αμεροληψία και την αποτελεσματικότητά τους.
Η Παράγκα γκρεμίζεται. Ο αθλητισμός ανήκει στον λαό.
Και ο λαός απαιτεί λογοδοσία.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ : ΟΙ ΕΙΚΟΝΙΟΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΙΝΑΙ AΡΙΣΤΕΡΑ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ -ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΜΟΥΑΙ ΤΑΙ(ΠΟΜ) ΔΕΞΙΑ ΧΑΡΗΣ ΜΑΡΙΟΛΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΠΥΓΜΑΧΙΑΣ(Ε.Ο.Π.)
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ
ΤΟΜΕΑΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΔΗ.Κ.Ε.Α.
|
|
|||
|
|
|||
Αθήνα, Αύγουστος 2026
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΟΜΕΑ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΔΗ.Κ.Ε.Α
Για τον Τομέα Αθλητισμού ΔΗ.Κ.Ε.Α







































