«Χαστούκι» στο success story από την πτώση του τζίρου!

70

Οι δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ καταδεικνύουν την αποτυχία των κυβερνητικών μέτρων.

Οποιον οικονομικό δείκτη και αν αναλύσεις οδηγήσε στο ίδιο συμπέρασμα: η φορομπηχτική πολιτική που φουσκώνει το ΑΕΠ έφτασε στα όριά της. Πλέον αρχίζει η κατηφόρα. Μπορεί, «εμπνευσμένοι» από την αύρα του Κυριάκου Μητσοτάκη, διάφοροι οικονομολόγοι να δηλώνουν εκστασιασμένοι από την πορεία της ελληνικής οικονομίας που φουσκώνει από τους φόρους, τα στοιχεία όμως βοούν. Το τελευταίο «χαστούκι» έρχεται από την ΕΛΣΤΑΤ. Ο τζίρος των επιχειρήσεων καταγράφει μείωση. Από το 2021, όταν ο τζίρος φούσκωνε λόγω των πληθωριστικών πιέσεων, οι κάθε λογής πανηγυρτζήδες μιλούσαν για επιτυχία. Τώρα;

Η σκληρή αλήθεια των αριθμών

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ, για το σύνολο των επιχειρήσεων της οικονομίας με υποχρέωση τήρησης διπλογραφικών βιβλίων ο κύκλος εργασιών τον Φεβρουάριο του 2026 ανήλθε σε 29,072 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό σηματοδοτεί μια καθαρή μείωση της τάξης του 1% σε σχέση με τον Φεβρουάριο του 2025, όταν είχε ανέλθει στα 29,36 δισ. Η πτώση αυτή δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, καθώς και τον Ιανουάριο του 2026 καταγράφηκε αρνητικό πρόσημο (-0,03%). Η σταθερή αυτή υστέρηση στο πρώτο δίμηνο του έτους καταδεικνύει ότι η αγορά παγώνει και η ρευστότητα στερεύει.

Αναλύοντας τα στοιχεία ανά τομέα δραστηριότητας, η αποτυχία των κυβερνητικών παρεμβάσεων γίνεται ακόμη πιο εμφανής. Τη μεγαλύτερη καθίζηση υπέστησαν οι επιχειρήσεις του τομέα άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, με τον τζίρο τους να κατακρημνίζεται κατά 16,3% μέσα σε έναν χρόνο. Παράλληλα, κομβικοί τομείς για την επιβίωση και την παραγωγικότητα της χώρας δέχονται ισχυρότατα πλήγματα. Η μεταποίηση, ένας κλάδος που υποτίθεται ότι θα αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά του νέου παραγωγικού μοντέλου, σημείωσε πτώση 5,9%, ενώ ο τομέας παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και ενέργειας συρρικνώθηκε εντυπωσιακά κατά 11,4%.

Οι αιτίες της κατηφόρας

Δεν πρόκειται για συγκυριακή διακύμανση, αλλά για δομική κόπωση. Και αυτή η κόπωση έχει συγκεκριμένες αιτίες. Πρώτον, η διαχείριση της ακρίβειας υπήρξε αποσπασματική και ανεπαρκής. Οι παρεμβάσεις περιορίστηκαν σε επιδοματικού χαρακτήρα μέτρα, χωρίς ουσιαστική παρέμβαση στη λειτουργία της αγοράς. Το αποτέλεσμα ήταν να παγιωθούν υψηλά περιθώρια κέρδους σε βασικούς κλάδους, με τους καταναλωτές να επωμίζονται το κόστος. Η λεγόμενη «ελεύθερη αγορά» λειτούργησε χωρίς επαρκείς ελέγχους, δημιουργώντας συνθήκες συστηματικής αισχροκέρδειας.

Δεύτερον, το ενεργειακό κόστος αντιμετωπίστηκε κυρίως με επιδοτήσεις αντί για διαρθρωτικές λύσεις. Αυτό μπορεί να συγκράτησε προσωρινά τις αντιδράσεις, αλλά δεν μείωσε την πραγματική επιβάρυνση, με τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να λειτουργούν σε περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας.

Τρίτον, η πολιτική της φορολογίας παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη. Οι υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ σε βασικά αγαθά διατήρησαν τις τιμές σε επίπεδα που πιέζουν τη ζήτηση. Σε μια περίοδο κατά την οποία η αγοραστική δύναμη συρρικνώνεται, η επιλογή να μην υπάρξει ουσιαστική ελάφρυνση ενίσχυσε την καθοδική δυναμική της κατανάλωσης.

Οι επιπτώσεις αυτών των επιλογών είναι πλέον ορατές. Το λιανεμπόριο υποχωρεί, η μεταποίηση πιέζεται και οι υπηρεσίες που εξαρτώνται από το διαθέσιμο εισόδημα καταγράφουν απότομες πτώσεις. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της κρίσης, καθώς δεν διαθέτουν τα περιθώρια να απορροφήσουν τη μείωση της ζήτησης.

Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση προβάλλει την ανθεκτικότητα της οικονομίας μέσα από επιμέρους θετικούς δείκτες, όπως οι κατασκευές ή ο τουρισμός. Αυτή η εικόνα ωστόσο είναι μερική. Δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: «Τι συμβαίνει στην καθημερινή οικονομία των πολιτών;». Εκεί όπου κρίνεται η βιωσιμότητα της ανάπτυξης. Ενώ η κυβέρνηση Μητσοτάκη επαίρεται για επενδυτικές βαθμίδες και εισαγόμενες επενδύσεις, η καθημερινή πραγματικότητα για τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι η μείωση του τζίρου, η ανασφάλεια και η στασιμότητα. Οταν βασικοί δείκτες της πραγματικής οικονομίας υποχωρούν, το success story αποδεικνύεται μια επικοινωνιακή φούσκα. Η μείωση του κύκλου εργασιών κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον της εγχώριας μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, το πραγματικό θύμα μαζί με τα νοικοκυριά των πολιτικών Μητσοτάκη.

ΠΗΓΗ Documento

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας