Πίσω από τα κυβερνητικά πανηγύρια της πρόωρης εξόφληση κρύβεται το βαρύ τίμημα που πληρώνουν τα ελληνικά νοικοκυριά.
Η πρόσφατη δήλωση του Κυριάκου Πιερρακάκη «Η Ελλάδα δεν θα είναι η πιο υπερχρεωμένη χώρα στην Ευρώπη από το 2027» προκάλεσε πλημμυρίδα ενθουσιασμού στα συστημικά ΜΜΕ. Ο υπουργός Οικονομικών προχώρησε στη δήλωση αυτή με αφορμή την πρόωρη εξόφληση δόσεων από το δάνειο του πρώτου μνημονίου που αφορά 6,94 δισ. ευρώ. Συνολικά απομένουν προς αποπληρωμή 26,3 δισ. ευρώ τα οποία σχεδιάζεται να έχουν αποπληρωθεί μέχρι το 2031. Δημοσιογράφοι που λειτουργούν ως κυβερνητικοί εκπρόσωποι πανηγύριζαν μέσω πανομοιότυπων ρεπορτάζ στα συστημικά ΜΜΕ για τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, επιδιώκοντας να επιβεβαιώσουν τον τσάρο της ελληνικής οικονομίας που φωτογράφισε την Ιταλία ως την πιο υπερχρεωμένη χώρα στην Ευρώπη από το 2027. Σύμφωνα με όλους όσοι υπογράφουν την κυβερνητική προπαγάνδα, αρνούμενοι να εντρυφήσουν στις κοινωνικές επιπτώσεις και παραπληροφορώντας συνειδητά με την επιλογή τους να μετατρέψουν σε ρεπορτάζ το ολέθριο για την κοινωνία κυβερνητικό αφήγημα με την πρόωρη εξόφληση, η Ελλάδα πετυχαίνει εξοικονόμηση τόκων 100 εκατ. ευρώ το 2026.
Η χρεοκοπία της επικοινωνίας
Πίσω από τέτοιου είδους πανηγυρισμούς κρύβεται μια εγκληματική για την κοινωνία πολιτική επιλογή: δεσμεύονται σχεδόν 7 δισ. ευρώ για να εξοικονομηθούν τόκοι 100 εκατ. ευρώ ετησίως. Με άλλα λόγια η κυβέρνηση πανηγυρίζει γιατί πέτυχε απόδοση μόλις 1,44% επί των κεφαλαίων που χρησιμοποιούνται με το δημόσιο να δεσμεύει σχεδόν 7 δισ. ευρώ για να επιτύχει ένα όφελος που είναι 72% χαμηλότερο από το 5% του πληθωρισμού του περασμένου Μαΐου.
Με 6,94 δισ. ευρώ θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν δεκάδες χιλιάδες κοινωνικές κατοικίες, εκτεταμένες επενδύσεις στο ΕΣΥ, έργα ύδρευσης σε περιοχές με λειψυδρία, ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων και παραγωγικές υποδομές με πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα σημαντικά υψηλότερο από 1,4%.
Ας δούμε όμως το ζήτημα της αποκλιμάκωσης όχι του δημόσιου χρέους αλλά του λόγου χρέους προς ΑΕΠ (ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρέλαβε τον Ιούλιο 2019 χρέος 356 δισ. ευρώ και πλέον σύμφωνα με τον ΟΔΔΗΧ ανέρχεται σήμερα σε πάνω από 400 δισ. ευρώ). Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εν χορώ με τα συστημικά ΜΜΕ πανηγυρίζουν για τη ραγδαία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, παρουσιάζοντάς την ως αδιάψευστη απόδειξη της επιτυχίας της οικονομικής πολιτικής.
Το γεγονός ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώνεται δεν σημαίνει ότι οι πολίτες ζουν καλύτερα ούτε ότι η ελληνική οικονομία έχει αποκτήσει ισχυρότερες κοινωνικές και αναπτυξιακές βάσεις. Συντριπτικό μέρος της μείωσης του χρέους προήλθε από τον υψηλό πληθωρισμό της περιόδου 2022-25, ο οποίος αύξησε ονομαστικά και φορομπηχτικά το ΑΕΠ. Η ανέλεγκτη από την κυβέρνηση αισχροκέρδεια και η καρτελοποίηση της ελληνικής οικονομίας εκτόξευσαν τα φορολογικά έσοδα του κράτους. Το αποτέλεσμα ήταν διαδοχικές υπερβάσεις φορολογικών εσόδων δισεκατομμυρίων ευρώ από έμμεσους φόρους, φόρους εισοδήματος και ειδικούς φόρους κατανάλωσης.
Κεντρικός πυλώνας της κυβερνητικής στρατηγικής είναι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Η κυβέρνηση τα παρουσιάζει ως απόδειξη υπευθυνότητας και αξιοπιστίας απέναντι στις αγορές. Ωστόσο κάθε πρωτογενές πλεόνασμα σημαίνει ότι το κράτος εισπράττει περισσότερα από όσα δαπανά προτού καν πληρώσει τόκους. Στην πράξη αυτό επιτυγχάνεται μέσω υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης, περιορισμού κοινωνικών δαπανών, συγκράτησης μισθολογικών αυξήσεων και αυστηρού ελέγχου των δημόσιων επενδύσεων.
Πρόκειται για μια μορφή διαρκούς δημοσιονομικής πειθαρχίας που θυμίζει τις λογικές των μνημονίων. Μιλάμε για την περιλάλητη «εσωτερική υποτίμηση». Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στην τελευταία θέση της ΕΕ των 27 ως προς την αγοραστική δύναμη των πολιτών, ενώ παραμένει ουραγός σε κρίσιμους τομείς κοινωνικής πολιτικής.
Οι αγορές κερδίζουν, αλλά κερδίζει και η κοινωνία;
Το ερώτημα είναι ποιος πληρώνει το κόστος αυτής της μείωσης και ποιος απολαμβάνει τα οφέλη. Η κυβέρνηση επιλέγει να μετρά την επιτυχία μέσα από τις αξιολογήσεις των διεθνών οίκων. Ομως η κοινωνία πλήττεται πολυεπίπεδα: το κόστος ζωής, το διαθέσιμο εισόδημα, η πρόσβαση στη στέγη και η εν γένει ποιότητα της καθημερινότητας έχουν καταβαραθρωθεί.
Η μείωση του χρέους αποτελεί ασφαλώς θετικό δημοσιονομικό γεγονός. Οταν όμως συνοδεύεται από επίμονη ακρίβεια που έχει οδηγήσει σε κρίση κόστους ζωής το 68% των νοικοκυριών και σε τερατώδη φορολογική επιβάρυνση, τότε η κυβερνητική αφήγηση είναι μια απλή επικοινωνιακή κατασκευή που θολώνει την πραγματικότητα.
H «πολιτική απατεωνιά» Μητσοτάκη
Από τη μία έχουμε τη δήλωση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας Κυρ. Πιερρακάκη ότι «Η Ελλάδα δεν θα είναι η πιο υπερχρεωμένη χώρα στην Ευρώπη από το 2027». Από την άλλη έχουμε τον «άξιο» συμπαραστάτη αυτής της προσπάθειας παραπληροφόρησης, τον πρωθυπουργό Κυρ. Μητσοτάκη, που έχει δηλώσει ότι η Ελλάδα πέτυχε «την ταχύτερη μείωση του χρέους». Πρώτα απ’ όλα δεν μειώθηκε το δημόσιο χρέος. Η χώρα εξακολουθεί να κουβαλά ένα από τα μεγαλύτερα χρέη στην Ευρώπη, κοντά στα 400 δισ. ευρώ. Αυτό που μειώθηκε είναι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ και όχι το χρέος ως απόλυτο μέγεθος.
Η κυβέρνηση επιλέγει επίσης να προβάλλει τη θεαματική αποκλιμάκωση από το υψηλό του 2020-2021, όταν το χρέος εκτινάχτηκε πάνω από το 200% του ΑΕΠ λόγω της πανδημίας. Ετσι δημιουργείται η εικόνα μιας εντυπωσιακής επιτυχίας. Ομως η αφετηρία του 2019 ήταν σημαντικά χαμηλότερη. Με άλλα λόγια η σύγκριση γίνεται από το σημείο της μεγαλύτερης διόγκωσης και όχι από το σημείο παραλαβής της οικονομίας.
Ας το δούμε με τα επίσημα στοιχεία. Σύμφωνα με τη Eurostat, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας στο τέλος του 2019 βρισκόταν στο 176,6% του ΑΕΠ. Λόγω της πανδημίας και των lockdowns το ΑΕΠ συρρικνώθηκε και το χρέος εκτινάχτηκε (στο 207-209% το 2020). Το χρέος ως προς το ΑΕΠ στο τέλος του 2025 είχε υποχωρήσει στο 146,1%. Αν συγκρίνουμε το 146,1% με την «κορυφή» του 2020 (209%), η μείωση είναι πράγματι εντυπωσιακή (πάνω από 60 ποσοστιαίες μονάδες). Αν όμως τη συγκρίνουμε με το 176,6% του 2019, η πραγματική καθαρή μείωση από την προ κρίσης και προ πανδημίας περίοδο είναι περίπου 30 ποσοστιαίες μονάδες. Συνεπώς με fake news η κυβέρνηση υπερηφανεύεται για ένα «αδυνάτισμα» που ξεκίνησε αφού πρώτα η ίδια η οικονομία «πάχυνε» απότομα λόγω των εγκληματικών επιλογών της κυβέρνησης Μητσοτάκη τον καιρό της πανδημίας.
Η σοβαρή έναντι της επιφανειακής ανάγνωσης
Υπάρχει και μια δεύτερη, λιγότερο προβεβλημένη παράμετρος. Ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ επηρεάζεται άμεσα από τον πληθωρισμό. Οταν οι τιμές αυξάνονται γρήγορα, αυξάνεται και το ονομαστικό ΑΕΠ, με αποτέλεσμα ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ να υποχωρεί ευκολότερα. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από το 3% το 2026. Το ερώτημα είναι πολιτικό και κοινωνικό: Οταν η αποκλιμάκωση του χρέους συνοδεύεται από ακριβότερα τρόφιμα, στέγαση και υπηρεσίες, ποιος ωφελείται περισσότερο; Οι δείκτες ή τα νοικοκυριά;
Ταυτόχρονα η μείωση του χρέους στηρίζεται σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή σε μια πολιτική που το κράτος εισπράττει περισσότερα από όσα δαπανά. Αυτό βελτιώνει μεν τους δημοσιονομικούς δείκτες, αλλά αφαιρεί πόρους από την πραγματική οικονομία και περιορίζει τα περιθώρια στήριξης των εισοδημάτων.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η Ελλάδα καταγράφει μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις του λόγου χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρώπη. Το ερώτημα είναι αν η στατιστική επιτυχία μεταφράζεται και σε κοινωνική ευημερία. Διότι μια οικονομία δεν κρίνεται μόνο από το πόσο γρήγορα μειώνει έναν δείκτη χρέους, αλλά και από το αν οι πολίτες της μπορούν να αγοράσουν σπίτι, να αποταμιεύσουν, να δημιουργήσουν οικογένεια και να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Ολοι γνωρίζουμε τις απαντήσεις στις παραπάνω υποθέσεις. Τα ματωμένα λοιπόν υπερπλεονάσματα για τη γοργή μείωση του χρέους σκοτώνουν την κοινωνία.
Το «θαύμα» με ξένα κόλλυβα και η απάτη της σύγκρισης με την Ιταλία
Είναι εύκολο να κυβερνάς με «σημαδεμένη τράπουλα» και ακόμη πιο εύκολο να πουλάς success stories σε ένα ακροατήριο που πλήττεται από την παραπληροφόρηση των συστημικών ΜΜΕ. Η κυβέρνηση επιδίδεται σε μια πρωτοφανή πολιτική απατεωνιά: πανηγυρίζει για την ταχεία μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ελλάδα «παραδίδει τα σκήπτρα» της πιο υπερδανεισμένης οικονομίας της Ευρώπης στην Ιταλία, αποκλειστικά χάρη στο δικό της «οικονομικό θαύμα». Πρόκειται για βολικό μύθο που καταρρέει με την απλή ανάγνωση των αριθμών και της οικονομικής πραγματικότητας. Η σύγκριση με την Ιταλία δεν είναι απλώς άστοχη· είναι σκόπιμα παραπλανητική.
Η πτώση του ελληνικού χρέους είναι το άμεσο αποτέλεσμα των εξαιρετικά ευνοϊκών ρυθμίσεων της περιόδου 2012-18 (ειδικά της συμφωνίας του Ιουλίου 2018 από την κυβέρνηση Τσίπρα που πάγωσε το «θεσμικό» χρέος μέχρι το 2031). Η Ελλάδα προστατεύεται από ένα «θερμοκήπιο» που χτίστηκε στα χρόνια των μνημονίων και της αναδιάρθρωσης, το οποίο η σημερινή κυβέρνηση παρουσιάζει τώρα ως δικό της επίτευγμα. Αντίθετα με την Ιταλία, η οποία είναι εκτεθειμένη στις άγριες διαθέσεις των διεθνών αγορών, το ελληνικό χρέος έχει μια εντελώς ιδιόμορφη και «προστατευμένη» δομή:
Θεσμικοί πιστωτές: Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μας (74%) δεν βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών, αλλά ανήκει στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
«Κλειδωμένα» χαμηλά επιτόκια: Την ώρα που η Ιταλία αιμορραγεί πληρώνοντας ακριβά το δανεισμό της, η Ελλάδα απολαμβάνει εξαιρετικά χαμηλά και σταθερά επιτόκια.
Βάθος χρόνου: Οι διάρκειες αποπληρωμής του ελληνικού χρέους είναι τεράστιες, με τον ορίζοντα να φτάνει έως και τη δεκαετία του 2060.
ΠΗΓΗ Documento











































