Ἡ Βόρειος Ἑλλάδα ἔχει «βουλιάξει» καί αὐτό τό καλοκαίρι ἀπό Βαλκανίους ἐπισκέπτες.
Στά κυβερνητικά γραφεῖα, οἱ τεχνοκράτες μᾶλλον θά τρίβουν τά χέρια τους. Βλέπουν τούς ἀριθμούς νά εὐημεροῦν, τόν δημοσιονομικό χῶρο γιά «παροχές» νά μεγαλώνει ‒ ὅ,τι πρέπει δηλαδή γιά τό προεκλογικό ἀφήγημα.
Μόνο πού πίσω ἀπό τούς πανηγυρισμούς κρύβεται μιά ἄλλη πραγματικότης: ἡ ἐκτοξευμένη ζήτησις ἔχει συμπαρασύρει τίς τιμές στά ὕψη, μετατρέποντας τίς θερινές διακοπές σέ ἀπαγορευτικό ὄνειρο γιά τήν μέση ἑλληνική οἰκογένεια.
Τό πρόβλημα ὅμως δέν σταματᾶ στήν ἀκρίβεια. Τά τελευταῖα χρόνια, ἕνα σημαντικό κομμάτι τῶν τουριστικῶν ἐπιχειρήσεων στούς δημοφιλεῖς προορισμούς ἔχει περάσει στά χέρια ἐπιχειρηματιῶν ἀπό τίς γειτονικές βαλκανικές χῶρες. Κι αὐτό ἀλλάζει ἄρδην τούς ὅρους τοῦ παιχνιδιοῦ. Ὅταν ἡ ὑπεραξία τοῦ ἑλληνικοῦ τουρισμοῦ δέν παραμένει στήν τοπική ἤ τήν ἐθνική οἰκονομία, ἀλλά διοχετεύεται στό ἐξωτερικό, τί ἀκριβῶς κερδίζει ἡ χώρα;
Ἄς εἴμαστε ξεκάθαροι: Τό ζήτημα δέν εἶναι οὔτε οἱ ξένοι τουρίστες οὔτε οἱ ἀλλοδαποί ἐπιχειρηματίες. Τό ζήτημα εἶναι τό οἰκονομικό μοντέλο πού ἐπελέξαμε. Ἀπεφασίσαμε νά «πωλοῦμε» τίς ὀμορφιές τοῦ τόπου μας, χωρίς νά νοιαζόμαστε ἄν οἱ ἴδιοι οἱ πολῖτες του μποροῦν νά τίς χαροῦν. Μιά χώρα ὅμως δέν εὐημερεῖ ἐπειδή εὐημεροῦν οἱ δεῖκτες της, ὅταν τήν ἰδία στιγμή ἡ ποιότης ζωῆς τῶν κατοίκων της διολισθαίνει σταθερῶς.
Ὅταν ἀφήνεις τά χρήματά σου σέ μιά ἐπιχείρηση ἑλληνικῶν συμφερόντων, αὐτά ἀνακυκλώνονται στήν τοπική κοινωνία. Ὁ ἰδιοκτήτης θά ψωνίσει ἀπό τό τοπικό κατάστημα, θά πληρώσει Ἕλληνες προμηθευτές καί θά ἐπενδύσει τά κέρδη του ἐκ νέου στόν τόπο του. Στήν περίπτωση τῶν ξένων ἰδιοκτητῶν, ἡ διαδρομή τοῦ χρήματος εἶναι τελείως διαφορετική. Τά καθαρά κέρδη ‒ὅσα μένουν, ἀφοῦ πληρωθοῦν φόροι καί ἔξοδα‒ φεύγουν κατ’ εὐθεῖαν γιά τίς χῶρες προελεύσεως τῶν ἰδιοκτητῶν. Παραλλήλως, πολλοί ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπιχειρηματιῶν προσπερνοῦν ἐντελῶς τήν ἐγχώριο παραγωγή. Εἰσάγουν τά πάντα, ἀπό τρόφιμα καί ἀναψυκτικά μέχρι ἀναλώσιμα, ἀπ’ εὐθείας ἀπό τίς δικές τους ἀγορές, ἐπειδή τούς κοστίζουν φθηνότερα.
Ἡ πραγματική προστιθεμένη ἀξία εἶναι τό οὐσιαστικό ὄφελος πού ἀφήνει μιά δραστηριότης στόν τόπο. Ἄν ἕνας τουρίστας ἀφήσει 1.000 εὐρώ στήν Ἑλλάδα, τό ζητούμενο εἶναι νά παραμείνει στήν ἑλληνική οἰκονομία τό μεγαλύτερο μέρος αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ. Ὅταν ὅμως ἡ ἰδιοκτησία περνάει σέ ξένα χέρια, ἡ Ἑλλάς εἰσπράττει μόνον τά ψίχουλα: τούς τοπικούς φόρους (ΦΠΑ, φόρο εἰσοδήματος) καί τούς μισθούς τῶν ὑπαλλήλων ‒ ἄν καί πολύ συχνά μετακαλοῦνται ἐργαζόμενοι ἀπό τό ἐξωτερικό. Τό μεγάλο κομμάτι τῆς «πίττας», πού εἶναι τό καθαρό ἐπιχειρηματικό κέρδος καί ἡ τροφοδοσία τῆς ἐφοδιαστικῆς ἁλυσίδος, ἁπλῶς ἐξαφανίζεται ἀπό τήν χώρα.
Τό φαινόμενο τοῦ «κλειστοῦ κυκλώματος»
Σέ ἀρκετές περιοχές τοῦ Βορρᾶ ἔχει πλέον στηθεῖ ἕνα τουριστικό οἰκοσύστημα πού λειτουργεῖ ἐντελῶς ἀπομονωμένο ἀπό τήν τοπική κοινωνία. Ὁ ἐπισκέπτης κλείνει τίς διακοπές του μέσῳ πρακτορείου στήν χώρα του, ταξιδεύει ὁδικῶς μέ δικό του μέσο, μένει σέ ξενοδοχεῖο ὁμοεθνοῦς του καί τρώει σέ ἑστιατόριο πού ἀνήκει ἐπίσης σέ ὁμοεθνῆ του, τό ὁποῖο σερβίρει εἰσαγόμενα προϊόντα. Τό 80% τῶν χρημάτων πού ἐδαπάνησε ἐπιστρέφει ἀπ’ εὐθείας στήν χώρα του.
Αὐτό τό μοντέλο δέν συναντᾶται μόνο στόν Βορρᾶ. Στό κέντρο τῆς Ἀθήνας δυσκολεύεσαι πλέον νά ἀκούσεις ἑλληνικά, ἐνῷ οἱ τιμές στήν ἑστίαση εἶναι ἀπαγορευτικές γιά τόν μέσο μισθωτό. Ὅσο γιά τά δημοφιλῆ νησιά τῶν Κυκλάδων, ὅπου πληθώρα καταλυμάτων ἔχει ἤδη πωληθεῖ σέ ξένους, οἱ διακοπές τόν Αὔγουστο ἀποτελοῦν πλέον σενάριο ἐπιστημονικῆς φαντασίας γιά μιά οἰκογένεια μέ δύο παιδιά. Τό ἐλάχιστο κόστος γιά ἕξι ἡμέρες ἐγγίζει τά 2.300 εὐρώ, ἐνῷ στήν Σαντορίνη ἡ ταρίφα φθάνει εὐκόλως ἀπό 3.100 ἕως καί 6.000 εὐρώ. Ἀκόμη καί οἱ πιό «οἰκονομικές» λύσεις τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος ἀπαιτοῦν τοὐλάχιστον 1.500 εὐρώ.
Στήν πραγματικότητα, ὁλόκληρες περιοχές ἔχουν διαμορφώσει τό τουριστικό τους προϊόν ἔτσι ὥστε τό 85% μέ 90% τῶν ἐπισκεπτῶν τους τό καλοκαίρι νά εἶναι ξένοι. Τιμές, ὑπηρεσίες, νυκτερινή ζωή, ὅλα εἶναι κομμένα καί ραμμένα στά εἰσοδήματα τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τό συμπέρασμα εἶναι ἀμείλικτο: στά χαρτιά ὁ ἑλληνικός τουρισμός καταρρίπτει τό ἕνα ρεκόρ μετά τό ἄλλο. Στήν πράξη ὅμως τά κέρδη δέν φθάνουν ποτέ στήν τσέπη τοῦ Ἕλληνος πολίτου ἤ τῆς τοπικῆς μικρομεσαίας ἐπιχειρήσεως. Ἡ χώρα κινδυνεύει νά καταντήσει ἕνα ἁπλό «θεατρικό σκηνικό», ὅπου ἡ οἰκονομική ὑπεραξία παράγεται στήν δική μας γῆ, ἀλλά εἰσπράττεται ἀπό ἄλλους.
πηγη ΕΣΤΙΑ









































