Όπως αποκαλύπτεται η Τουρκία σχεδιάζει να μεταφέρει ένα ιδιαίτερα σημαντικό πακέτο αμερικανικής προέλευσης πυραυλικών συστημάτων και πυρομαχικών προς την Ουκρανία.
Αναμφίβολα είναι μία εξέλιξη, που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί απλώς ακόμη μία πράξη στρατιωτικής υποστήριξης προς το Κίεβο.
Αντιθέτως, εφόσον ολοκληρωθεί, θα πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες μεταβιβάσεις όπλων μεγάλου βεληνεκούς αμερικανικής κατασκευής προς την Ουκρανία από τρίτη χώρα, με άμεσες συνέπειες τόσο στο πεδίο των επιχειρήσεων όσο και στις ήδη εύθραυστες ισορροπίες μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας, η οποία μάλιστα προσπαθεί να αναλάβει ρόλο…ειρηνοποιού με διπλωματικές πρωτοβουλίες.
Το πακέτο με τους 70 πυραύλους ATACMS
Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε έγγραφα τα οποία έχουν υποβληθεί στο Κογκρέσο των ΗΠΑ, το πακέτο περιλαμβάνει 70 τακτικούς βαλλιστικούς πυραύλους M39 ATACMS, 12 εκτοξευτές M270 MLRS, 2.524 ρουκέτες M26 των 227 χιλιοστών και περίπου 47.000 βλήματα πυροβολικού M509A1 των 203 χιλιοστών με υποπυρομαχικά διασποράς.
Οι αριθμοί από μόνοι τους δείχνουν ότι δεν πρόκειται για συμβολική κίνηση.
Πρόκειται για οπλικά συστήματα που μπορούν να ενισχύσουν αισθητά την ουκρανική ικανότητα πραγματοποίησης πληγμάτων σε μεγάλο βάθος πίσω από τη γραμμή του μετώπου, με ιδιαίτερη έμφαση σε στρατιωτικές υποδομές, θέσεις διοίκησης, αποθήκες και συστήματα αεράμυνας.
Για τη Ρωσία, επομένως, το ζήτημα δεν αφορά μόνο την ποσότητα των όπλων αλλά πρωτίστως τη φύση τους.

Οι ATACMS και το πραγματικό διακύβευμα
Οι ουκρανικές δυνάμεις έχουν χρησιμοποιήσει τους ATACMS με στόχο ρωσικές εγκαταστάσεις υψηλής αξίας.
Ο πύραυλος, με εμβέλεια που σε ορισμένες εκδόσεις πλησιάζει τα 300 χιλιόμετρα, δίνει τη δυνατότητα προσβολής στόχων πολύ μακρύτερα από τις συμβατικές γραμμές πυροβολικού.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στον σημερινό πόλεμο, όπου η Ρωσία έχει προσαρμόσει σταδιακά τη διάταξη των δυνάμεών της, μετακινώντας κρίσιμα κέντρα διοίκησης και αποθήκες πιο μακριά από την πρώτη γραμμή και επενδύοντας σημαντικά μέσα στην ανίχνευση και καταστροφή ουκρανικών εκτοξευτών.
Οι ATACMS έχουν συνδεθεί με επιθέσεις κατά ρωσικών συστημάτων αεράμυνας, ραντάρ και άλλων κρίσιμων στρατιωτικών μέσων.
Οι ουκρανικές αρχές έχουν επίσης ανακοινώσει κατά καιρούς επιθέσεις σε εγκαταστάσεις διοίκησης, όπως εκείνη κοντά στη Novopetrivka, στην περιοχή του Donetsk.
Η στρατιωτική αξία τέτοιων πληγμάτων είναι προφανής.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι οι πύραυλοι αυτοί δεν λειτουργούν απομονωμένα.
Για να αξιοποιηθεί πλήρως η εμβέλειά τους απαιτείται προηγμένη στοχοποίηση, δορυφορική επιτήρηση, ηλεκτρονική αναγνώριση και πληροφορίες σχεδόν πραγματικού χρόνου.
Η Μόσχα έχει κατ’ επανάληψη υποστηρίξει ότι η ακρίβεια των ουκρανικών επιθέσεων μεγάλου βεληνεκούς θα ήταν αδύνατη χωρίς βαθιά εμπλοκή δυτικών συστημάτων πληροφοριών, εξηγεί σε ανάλυσή του το Military Watch Magazine.
Από ρωσικής πλευράς, συνεπώς, κάθε νέα παράδοση ATACMS δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ενίσχυση της Ουκρανίας, αλλά ως περαιτέρω διεύρυνση της στρατιωτικής συμμετοχής του ΝΑΤΟ στη σύγκρουση.

Τα M270 πολλαπλασιάζουν το πρόβλημα
Εξίσου σημαντική είναι η πιθανή παράδοση 12 εκτοξευτών M270.
Το M270 είναι ένα ερπυστριοφόρο σύστημα πολλαπλών εκτοξευτών που μεταφέρει δύο πακέτα πυραύλων.
Στη συμβατική διαμόρφωση μπορεί να φέρει συνολικά 12 ρουκέτες MLRS, ενώ στην περίπτωση των ATACMS κάθε πύραυλος καταλαμβάνει ολόκληρο πακέτο εκτόξευσης, με αποτέλεσμα ένα όχημα να μπορεί να μεταφέρει δύο ATACMS.
Σε σύγκριση με τα HIMARS, τα οποία χρησιμοποιούνται ευρύτερα από την Ουκρανία και φέρουν ένα μόνο πακέτο, το M270 προσφέρει μεγαλύτερη ισχύ πυρός ανά εκτοξευτή.
Η σημασία όμως των 12 νέων συστημάτων βρίσκεται και αλλού.
Επιτρέπουν στις ουκρανικές δυνάμεις να διασπείρουν τα όπλα μεγάλου βεληνεκούς σε περισσότερες θέσεις, περιορίζοντας θεωρητικά την αποτελεσματικότητα των ρωσικών προσπαθειών εντοπισμού και καταστροφής τους.
Η Ρωσία έχει αφιερώσει τεράστιους πόρους στην αντιμετώπιση των HIMARS και άλλων δυτικών πυραυλικών συστημάτων, χρησιμοποιώντας drones αναγνώρισης, πυραύλους Iskander-M, περιφερόμενα πυρομαχικά και μέσα ηλεκτρονικού πολέμου.
Η ενίσχυση του ουκρανικού στόλου εκτοξευτών αυξάνει αναπόφευκτα την πίεση στις ρωσικές δυνάμεις.
Ταυτόχρονα, ωστόσο, η πραγματικότητα του μετώπου έχει δείξει ότι ούτε οι ATACMS ούτε τα MLRS συνιστούν κάποιο «θαυματουργό όπλο» ικανό να αλλάξει μόνο του την πορεία του πολέμου.
Η Ρωσία έχει ήδη αναπτύξει ένα εξαιρετικά πυκνό πλέγμα ηλεκτρονικού πολέμου και αεράμυνας, ενώ έχει προσαρμόσει σε σημαντικό βαθμό τη δομή και τη διασπορά των δυνάμεών της απέναντι στις δυνατότητες των δυτικών πυραυλικών συστημάτων.

Η σκοτεινότερη πλευρά του πακέτου: Πυρομαχικά διασποράς
Ακόμη πιο αμφιλεγόμενο στοιχείο της τουρκικής μεταφοράς είναι τα 47.000 βλήματα M509A1 των 203 χιλιοστών.
Τα πυρομαχικά διασποράς παραμένουν μία από τις πλέον αμφισβητούμενες κατηγορίες όπλων, καθώς διασκορπίζουν μεγάλο αριθμό υποπυρομαχικών σε ευρεία περιοχή.
Όσα δεν εκρήγνυνται κατά την πρόσκρουση μπορούν να παραμείνουν ενεργά για μεγάλο χρονικό διάστημα, δημιουργώντας σοβαρό κίνδυνο για αμάχους ακόμη και μετά το τέλος των συγκρούσεων.
Οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Ουκρανία δεν συμμετέχουν στη Σύμβαση για τα Πυρομαχικά Διασποράς, σε αντίθεση με μεγάλο αριθμό ευρωπαϊκών χωρών που έχουν απαγορεύσει την κατοχή, χρήση ή μεταβίβασή τους.
Η προοπτική να διοχετευθούν δεκάδες χιλιάδες τέτοια βλήματα στο ουκρανικό μέτωπο αποκαλύπτει και μία από τις βασικές αντιφάσεις της δυτικής πολιτικής: όσο ο πόλεμος παρατείνεται και τα αποθέματα συμβατικών πυρομαχικών περιορίζονται, τόσο περισσότερο χαλαρώνουν οι πολιτικές και ηθικές «κόκκινες γραμμές» που παλαιότερα παρουσιάζονταν ως απαραβίαστες.
Η Τουρκία, διαθέτοντας σημαντικά αποθέματα παλαιότερων πυρομαχικών, εμφανίζεται πλέον ως ένας από τους λίγους πιθανούς προμηθευτές που μπορούν να καλύψουν μέρος των ουκρανικών αναγκών.

Άγκυρα και Μόσχα: Συνεργασία και σύγκρουση ταυτόχρονα
Η υπόθεση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τον βαθιά αντιφατικό χαρακτήρα της τουρκικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία.
Η Τουρκία εμφανίζεται συχνά ως χώρα που διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τη Μόσχα.
Δεν έχει υιοθετήσει πλήρως το δυτικό καθεστώς οικονομικών κυρώσεων, διατηρεί σημαντικές εμπορικές και ενεργειακές σχέσεις με τη Ρωσία και κατά περιόδους επιχειρεί να εμφανιστεί ως μεσολαβητής.
Αυτή, όμως, είναι μόνο η μία πλευρά της εικόνας.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, η Άγκυρα έχει επί χρόνια ακολουθήσει πολιτική που συγκρούεται με κρίσιμα ρωσικά συμφέροντα.
Στη Συρία, η Τουρκία υποστήριξε μεγάλο αριθμό ένοπλων αντικυβερνητικών οργανώσεων, αρκετές από τις οποίες η Ρωσία θεωρούσε ακραίες ή άμεσα συνδεδεμένες με τζιχαντιστικά δίκτυα.
Ρωσικές και τουρκικές δυνάμεις βρέθηκαν επανειλημμένα σε αντίπαλες πλευρές του μετώπου, ενώ οι σχέσεις των δύο χωρών πέρασαν ακόμη και από περίοδο οξείας κρίσης.
Το ίδιο μοτίβο επανεμφανίζεται στην Ουκρανία.
Η Τουρκία αποτέλεσε ήδη από τα πρώτα στάδια σημαντικό προμηθευτή στρατιωτικού εξοπλισμού προς το Κίεβο.
Τα UAV Bayraktar TB2 απέκτησαν σχεδόν συμβολικό χαρακτήρα στους πρώτους μήνες του πολέμου, ενώ η τουρκική αμυντική βιομηχανία έχει αναπτύξει στενή συνεργασία με ουκρανικές εταιρείες και έχει επιδιώξει ακόμη και παραγωγή οπλικών συστημάτων σε ουκρανικό έδαφος.
Η αποστολή ATACMS και M270 θα ανεβάσει αυτή τη σχέση σε ποιοτικά διαφορετικό επίπεδο.

Ο ρόλος της Τουρκίας μέσα στο ΝΑΤΟ γίνεται σαφέστερος
Η τουρκική εξωτερική πολιτική συχνά παρουσιάζεται ως «ανεξάρτητη» από τη Δύση.
Η εικόνα αυτή είναι εν μέρει ακριβής στον οικονομικό ή διπλωματικό τομέα, αλλά γίνεται πολύ πιο αμφίβολη όταν εξετάζεται η στρατιωτική πολιτική της Άγκυρας.
Η Τουρκία παραμένει βασικό μέλος του ΝΑΤΟ, ελέγχει στρατηγικό γεωγραφικό χώρο μεταξύ Μαύρης Θάλασσας, Καυκάσου, Μέσης Ανατολής και ανατολικής Μεσογείου και έχει επανειλημμένα αξιοποιήσει την επιρροή της σε περιοχές ζωτικής σημασίας για τη ρωσική ασφάλεια.
Από τη ρωσική οπτική, η υποστήριξη προς την Ουκρανία, η τουρκική δραστηριότητα στον Καύκασο και η πολυετής εμπλοκή της στη Συρία δεν αποτελούν απομονωμένα περιστατικά.
Συνθέτουν μία ευρύτερη προσπάθεια της Άγκυρας να περιορίσει τη ρωσική επιρροή και να ενισχύσει τη δική της γεωπολιτική παρουσία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι Τουρκία και Ρωσία βρίσκονται σε πορεία άμεσης σύγκρουσης.
Και οι δύο πλευρές έχουν αποδείξει ότι μπορούν να διαχωρίζουν τους τομείς αντιπαράθεσης από τους τομείς συνεργασίας.
Η ενεργειακή σχέση, το εμπόριο και τα κοινά οικονομικά συμφέροντα λειτουργούν ως ισχυροί μηχανισμοί αυτοσυγκράτησης.
Ωστόσο, η αποστολή ενός τόσο μεγάλου πακέτου προηγμένων αμερικανικών όπλων στο Κίεβο αναπόφευκτα θα επιβαρύνει αυτή τη λεπτή ισορροπία.

Ένας πόλεμος που κλιμακώνεται
Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι η υπόθεση των τουρκικών όπλων αποτυπώνει το βασικό πρόβλημα ολόκληρης της ουκρανικής σύγκρουσης.
Κάθε φορά που η μία πλευρά αποκτά νέα δυνατότητα, η άλλη αναζητά τρόπο να την εξουδετερώσει.
Περισσότεροι ATACMS οδηγούν σε περισσότερη ρωσική αεράμυνα, βαθύτερη διασπορά και εντονότερα αντίποινα.
Περισσότεροι M270 οδηγούν σε ακόμη πιο εντατικό κυνήγι των εκτοξευτών.
Η χρήση πυρομαχικών διασποράς αυξάνει με τη σειρά της την καταστροφή και το μεταπολεμικό ανθρώπινο κόστος.
Η ιδέα ότι μια νέα παρτίδα δυτικών όπλων θα μπορούσε να επιφέρει αποφασιστική ουκρανική ανατροπή έχει επανειλημμένα διαψευστεί από τη δυναμική του πολέμου.
Αντίθετα, κάθε νέα κλιμάκωση βαθαίνει τη σύγκρουση και αυξάνει τους κινδύνους άμεσης αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και στα κράτη του ΝΑΤΟ.
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο πρέπει να ιδωθεί η στάση της Τουρκίας.
Η Άγκυρα μπορεί να εξακολουθεί να μιλά με τη Μόσχα, να εμπορεύεται μαζί της και να παρουσιάζεται ως δύναμη ισορροπίας.
Όταν όμως ταυτόχρονα ενισχύει το Κίεβο με δεκάδες βαλλιστικούς πυραύλους, βαρείς εκτοξευτές και δεκάδες χιλιάδες πυρομαχικά διασποράς, η πραγματική στρατηγική της τοποθέτηση γίνεται πολύ δυσκολότερο να κρυφτεί πίσω από τη ρητορική της «ουδετερότητας».
Για τη Ρωσία, το μήνυμα είναι σαφές: ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να τροφοδοτείται από ένα πολύ ευρύτερο δίκτυο κρατών και στρατιωτικών βιομηχανιών.
Και όσο αυτό το δίκτυο συνεχίζει να διοχετεύει μέσα βαθύτερου πλήγματος προς το Κίεβο, τόσο περισσότερο απομακρύνεται η προοπτική αποκλιμάκωσης και τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η ουκρανική σύγκρουση να εξελιχθεί σε ακόμη σοβαρότερη αντιπαράθεση ανάμεσα στη Ρωσία και το ίδιο το δυτικό στρατιωτικό σύστημα.








































