Το «θαύμα» των €27,6 δισ. του 2026 προέκυψε από το ξεζούμισμα των εργαζομένων με τις περισσότερες ώρες εργασίας και τους χαμηλότερους μισθούς στην Ευρώπη.
Στα πανηγύρια κυβέρνησης και συστημικών ΜΜΕ, η αύξηση των ελληνικών εξαγωγών στα 27,634 δισ. ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 προβάλλεται ως η απόλυτη πιστοποίηση μιας δήθεν ακμάζουσας οικονομίας. Πίσω από τους πανηγυρικούς τίτλους για το ονομαστικό 14,6% κρύβεται η επιμελής αποσιώπηση της κοινωνικά ανάλγητης κυβερνητικής επιλογής ενάντια στον κόσμο της εργασίας. Πρόκειται για την επιδίωξη διεθνούς ανταγωνιστικότητας μέσω της συμπίεσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας.
Η αριθμητική της παραπλάνησης
Προτού εξεταστεί η εργασιακή παράμετρος αξίζει να αποδομηθεί ο ίδιος ο όγκος των εξαγωγών. Η αύξηση των 3,516 δισ. ευρώ είναι κατά 63% (δηλαδή τα 2,22 δισ. ευρώ) γέννημα-θρέμμα των ορυκτών καυσίμων και των διεθνών διακυμάνσεων στα πετρελαιοειδή. Χωρίς το πετρέλαιο και τα πλοία, η πραγματική αύξηση των εξαγωγών περιορίζεται στο 6,7%. Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές εκτινάχθηκαν στα 43,674 δισ. ευρώ, διατηρώντας το εμπορικό έλλειμμα στο δυσθεώρητο ύψος των 16,041 δισ. ευρώ.
Τελευταίοι στην παραγωγικότητα
Η ουσία του οικονομικού υποδείγματος Μητσοτάκη βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο παράγεται αυτή η ονομαστική αξία. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για το 2025, ο εργαζόμενος στην Ελλάδα καταγράφει 39,6 πραγματικές ώρες εργασίας την εβδομάδα στην κύρια απασχόλησή του –το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την ΕΕ των 35,9 ωρών μέσο όρο– με την παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα να έχει καθηλωθεί μόλις στο 54,6% του μέσου όρου της ΕΕ.
Με τη νομοθετική διεύρυνση της δυνατότητας απασχόλησης έως και 13 ώρες την ημέρα στον ίδιο εργοδότη (κατ’ εξαίρεση έως 37 ημέρες ετησίως), το εργασιακό τοπίο μετατρέπεται σε αρένα. Η κυβερνητική ρητορική περί «ελεύθερης συναίνεσης» του εργαζομένου αποτελεί πρόκληση για την κοινή λογική. Σε μια αγορά εργασίας χωρίς ισχυρές συλλογικές συμβάσεις και με τεράστια ασυμμετρία ισχύος μεταξύ εργοδότη και μισθωτού η «συναίνεση» μετατρέπεται σε εκβιαστικό δίλημμα επιβίωσης. Αντί οι επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στην έλλειψη εργατικού δυναμικού αυξάνοντας τους μισθούς και βελτιώνοντας τις συνθήκες, η πολιτική Μητσοτάκη παρέχει το θεσμικό «κανάλι» για να ξεζουμίζεται το ήδη υπάρχον προσωπικό.
Ακόμη και τα εργαλεία που η κυβέρνηση διαφημίζει ως μεταρρυθμιστικά επιτεύγματα, όπως η ψηφιακή κάρτα εργασίας, αποκαλύπτουν το μέγεθος της εργασιακής αυθαιρεσίας. Η ανακοίνωση του υπουργείου Εργασίας ότι το 2025 δηλώθηκαν 2,7 εκατομμύρια περισσότερες υπερωρίες σε σχέση με το 2024 (με εκρήξεις της τάξης του 681% στον τουρισμό και 180% στην εστίαση) δεν είναι απλώς τεκμήριο «ελέγχου». Είναι η περίτρανη απόδειξη της ωμής, συστηματικής υποκαταγραφής και των εκατομμυρίων «τζάμπα» υπερωριών που επιβάλλονταν σιωπηρά όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Η φτώχεια ως εργαλείο «ανταγωνιστικότητας»
Η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, για την οποία επαίρεται το οικονομικό επιτελείο, αποτυπώνεται ανάγλυφα στην κατανομή του εθνικού εισοδήματος. Σύμφωνα με τη Eurostat:
Μερίδιο αμοιβών εργασίας: Το 2025 η αμοιβή εξαρτημένης εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχούσε μόλις στο 36,2% του ΑΕΠ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρισκόταν στο 48%. Οι καθαροί μισθοί και τα ημερομίσθια καθηλώθηκαν στο 28,7% του ΑΕΠ.
Επιχειρηματικό πλεόνασμα: Στον αντίποδα, το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα (τα λειτουργικά έσοδα μιας επιχείρησης υπερβαίνουν τις λειτουργικές δαπάνες) και το μεικτό εισόδημα των επιχειρήσεων, συνεπεία ληστρικών κερδών, εκτινάχθηκαν στο 48,7% του ΑΕΠ (έναντι 40,7% στην ΕΕ). Είναι η επιβεβαίωση της βίαιης μεταφοράς πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο.
Μισθολογικό χάσμα: Ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2024 στις 18.000 ευρώ, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 39.800 ευρώ. Η χώρα μας παραμένει καθηλωμένη στη δεύτερη χαμηλότερη θέση της Ευρώπης, οριακά πάνω από τη Βουλγαρία, ενώ το 21,7% των εργαζομένων κατατάσσεται επίσημα στους χαμηλόμισθους (έναντι 14,7% στην ΕΕ).
Το ανθρωπιστικό και οικονομικό κόστος
Η πολιτική της υπερεκμετάλλευσης παραβλέπει επιδεικτικά τα επιστημονικά δεδομένα. Κοινή έρευνα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) αποδεικνύει ότι η εργασία άνω των 55 ωρών εβδομαδιαίως αυξάνει κατά 35% τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου και κατά 17% τον κίνδυνο θανάτου από ισχαιμική καρδιοπάθεια. Η χρόνια κόπωση είναι οικονομική αγκύλωση. Παράγει περισσότερα λάθη, αυξάνει τα ατυχήματα εν ώρα εργασίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιθεώρησης Εργασίας, καταγράφηκαν σχεδόν 20.500 συνολικά εργατικά ατυχήματα που σημαίνει αύξηση άνω του 70% σε σχέση με το 2021, όταν και ίσχυσε από τον Ιούνιο του 2021 το ελαστικό οκτάωρο (νόμος Χατζηδάκη) και κατόπιν το 2023 το 13ωρο σε δύο εργοδότες (νόμος Γεωργιάδη). Πλέον έχουμε το 13ωρο σε έναν εργοδότη (νόμος Κεραμέως). Οσο για τους θανάτους σε εργατικά δυστυχήματα; Το 2019 μετρήσαμε 51 νεκρούς, το 2025 έκλεισε με 201 νεκρούς και μέχρι σήμερα για το 2026 μετράμε ήδη 110 νεκρούς εν ώρα εργασίας, σύμφωνα με την καταμέτρηση της ΟΣΕΤΕΕ. Το «εξαγωγικό θαύμα» της κυβέρνησης Μητσοτάκη αποδεικνύεται ένας πήλινος κολοσσός. Μια οικονομία δεν γίνεται πραγματικά ανταγωνιστική επειδή οι άνθρωποί της εξαναγκάζονται να δουλεύουν 13 ώρες την ημέρα για μισθούς των 18.000 ευρώ τον χρόνο. Γίνεται ανταγωνιστική όταν επενδύει στη γνώση, την τεχνολογία, στις συλλογικές συμβάσεις και στην παραγωγή υψηλής εγχώριας προστιθέμενης αξίας.










































