Με τα χέρια ψηλά ο Μητσοτάκης στη μάχη της Αττάλειας – Το σχέδιο Ερντογάν για εκβιαστική συνδιαχείριση στο Αιγαίο μέσω της «πράσινης» COP31 τον Νοέμβριο

244

Η αντιπαράθεση για τα θαλάσσια πάρκα στο Αιγαίο δεν είναι πλέον ακόμη μία ελληνοτουρκική διπλωματική διαφορά που μπορεί να εξαντληθεί σε ανακοινώσεις περί Διεθνούς Δικαίου.

  • Γράφει Ειδικός συνεργάτης

Η επιλογή της Αγκυρας να θεσπίσει δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα», ένα στο βορειοανατολικό Αιγαίο και ένα στην ανατολική Μεσόγειο, πρέπει να διαβαστεί σε περισσότερα από ένα επίπεδα: νομικό, διπλωματικό, γεωπολιτικό και -κυρίως- επιχειρησιακό.

 

 

Με σημαντική καθυστέρηση, και με τον Κ. Μητσοτάκη και τον Γ. Γεραπετρίτη «εξαφανισμένους» να συνεχίζουν τις διακοπές τους, το υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι τα δύο τουρκικά πάρκα, που θεσπίστηκαν με προεδρικά διατάγματα της 15ης Αυγούστου, εκτείνονται πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα. Χαρακτήρισε μάλιστα παράνομη τη μονομερή δημιουργία προστατευόμενων περιοχών στην ανοικτή θάλασσα και υποστήριξε ότι τμήμα τους εκτείνεται εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι διαφορετικό: Ηταν πράγματι αιφνιδιασμένη η Αθήνα; Τα προειδοποιητικά σημάδια υπήρχαν εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο. Είναι αδύνατον το Μέγαρο Μαξίμου και το υπουργείο Εξωτερικών να μη γνώριζαν τι τεκταίνεται. Επέλεξαν πάντως την τακτική της παθητικής αναμονής. Με βάση ωστόσο τα δεδομένα και τις εξελίξεις, για τη συνεχιζόμενη αδράνεια δεν αρκεί πλέον ούτε η εκδοχή του κατευνασμού ως πειστική εξήγηση.

Η προαναγγελία, και μάλιστα επίσημη, υπήρχε από το 2025. Στις 21 Ιουλίου 2025, όταν η Ελλάδα ανακοίνωσε τα δικά της θαλάσσια πάρκα σε Αιγαίο και Ιόνιο, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε την ανακοίνωση υπ’ αριθμόν 154. Το κείμενο δεν περιοριζόταν στην απόρριψη της ελληνικής πρωτοβουλίας.

Η Αγκυρα επανέφερε ευθέως τη θεωρία περί νησίδων και βραχονησίδων των οποίων, κατά τον τουρκικό ισχυρισμό, η κυριαρχία «δεν έχει παραχωρηθεί στην Ελλάδα με διεθνείς Συνθήκες», ζήτησε αποφυγή «μονομερών ενεργειών» και πρόβαλε την περιβαλλοντική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών ως επιθυμητή οδό. Και, κυρίως, προανήγγειλε ότι σύντομα θα παρουσίαζε τα δικά της σχέδια προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Αρα η κατεύθυνση ήταν γνωστή.

Η Αυστραλία

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα. Διότι η τουρκική επιχειρηματολογία επιχειρεί να μεταφέρει μια συζήτηση που αφορά κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα σε ένα διεθνώς ελκυστικό πεδίο: την προστασία του περιβάλλοντος. Η «πράσινη» γλώσσα μπορεί έτσι να λειτουργήσει ως όχημα για την επαναφορά παλαιών τουρκικών διεκδικήσεων με νέο περιτύλιγμα. Κι εδώ εμφανίζεται η COP31 εν όψει της οποίας εκτυλίσσεται το σχέδιο Ερντογάν για να προωθήσει την εκβιαστική συνδιαχείριση του Αιγαίου.

Η Τουρκία θα φιλοξενήσει στην Αττάλεια, από τις 9 έως τις 20 Νοεμβρίου, τη μεγαλύτερη παγκόσμια διάσκεψη για το κλίμα. Η Αυστραλία θα έχει την προεδρία των διαπραγματεύσεων, ενώ η Τουρκία θα φιλοξενήσει τη σύνοδο και θα ηγηθεί της Action Agenda. Η συνεργασία Τουρκίας – Αυστραλίας για την COP31 έχει ήδη παρουσιαστεί διεθνώς ως κοινή προσπάθεια για την προώθηση της κλιματικής δράσης. Αυτό προσφέρει στην Αγκυρα τη δυνατότητα να επιχειρήσει να εντάξει τις δικές της γεωπολιτικές επιδιώξεις σε ένα αφήγημα περιβαλλοντικής προστασίας και περιφερειακής «συνεργασίας».

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση, πολύ πιο ανησυχητική. Η γεωγραφική τοποθέτηση των δύο τουρκικών πάρκων -στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο- δημιουργεί σκόπιμα και μεθοδευμένα από πλευράς της Αγκυρας δύο διαφορετικά σημεία πίεσης στα άκρα του ελληνικού θαλάσσιου χώρου. Και εδώ αρχίζει η επιχειρησιακή ανάγνωση.

Σε περίπτωση παρατεταμένης έντασης γύρω από τις συγκεκριμένες περιοχές, η Ελλάδα θα ήταν υποχρεωμένη να διαθέτει μέσα επιτήρησης και παρουσίας σε μεγάλη γεωγραφική απόσταση μεταξύ τους. Πολεμικό Ναυτικό, Πολεμική Αεροπορία και Λιμενικό θα έπρεπε να παρακολουθούν ταυτόχρονα εξελίξεις στον Βορρά και τον Νότο. Η διασπορά δυνάμεων αποτελεί πάντοτε κρίσιμο παράγοντα στον στρατιωτικό σχεδιασμό. Οσο μεγαλύτερο χώρο πρέπει να καλύψει μια δύναμη τόσο μεγαλύτερες γίνονται οι απαιτήσεις σε μέσα, προσωπικό, επιτήρηση και χρόνο αντίδρασης.

Ακάλυπτο το κέντρο

Αυτό σημαίνει ότι τα θέμα με τα τουρκικά πάρκα δεν επιτρέπεται να εξετάζεται μόνο από διπλωμάτες και νομικούς. Πρέπει να αξιολογείται και από στρατιωτική σκοπιά. Γιατί εάν μια κρίση εκδηλωθεί ταυτόχρονα στα δύο άκρα, το ερώτημα είναι αυτονόητο: τι συμβαίνει στο κέντρο; Η ουσία της τουρκικής στρατηγικής είναι ότι η Αγκυρα δεν χρειάζεται να κερδίσει αύριο μια νομική μάχη για να αποκομίσει πολιτικό όφελος. Αρκεί να επιτύχει σταδιακά τη διεθνή εξοικείωση με την ιδέα ότι στο Αιγαίο υπάρχουν «αλληλένδετες διαφορές», ότι απαιτείται «συνεργασία των δύο παράκτιων κρατών» ακόμη και σε περιοχές όπου η Ελλάδα θεωρεί ότι ασκεί αποκλειστικά τα δικαιώματά της και ότι οι μονομερείς ελληνικές ενέργειες είναι προβληματικές.

Αυτό ακριβώς έγραφε ήδη η ανακοίνωση 154 του τουρκικού ΥΠΕΞ, και η περιβαλλοντική πολιτική συνεπώς αποκτά εν όψει και της COP31 γεωπολιτικό περιεχόμενο με το «πράσινο» να υπηρετεί το «γαλάζιο». Η διεθνής σκακιέρα της ανατολικής Μεσογείου εισέρχεται κατά συνέπεια σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη φάση. Με την αντίστροφη μέτρηση για την COP31 να έχει ξεκινήσει, η Αγκυρα αποκτά ένα παγκόσμιο βήμα το οποίο μπορεί να αξιοποιήσει όχι μόνο για την κλιματική ατζέντα, αλλά και για την προώθηση των γεωπολιτικών της επιδιώξεων.

Tο αφήγημα

Το μοντέλο συνδιοργάνωσης με την Αυστραλία προσφέρει στην Τουρκία ένα σημαντικό πλεονέκτημα: Η Αγκυρα έχει το κύρος και την ορατότητα του οικοδεσπότη, ενώ η Αυστραλία αναλαμβάνει το βάρος της διαπραγματευτικής διαδικασίας. Ετσι, ο Ερντογάν θα εμφανιστεί ενώπιον δεκάδων ηγετών ως ο ηγέτης μιας χώρας που πρωτοστατεί στην «πράσινη μετάβαση» και στην περιβαλλοντική συνεργασία.

Η Αγκυρα θα παρουσιάσει ενώπιον της διεθνούς κοινότητας τις θαλάσσιες πρωτοβουλίες της ως μέρος ενός μεγάλου σχεδίου προστασίας του περιβάλλοντος κι αν η Αθήνα -που ήδη βρίσκεται σε ύπνωση- δεν καταστήσει σαφές ότι η αντίδρασή της δεν στρέφεται κατά της περιβαλλοντικής συνεργασίας, αλλά κατά της χρησιμοποίησής της για την παραγωγή γεωπολιτικών τετελεσμένων, υπάρχει ο κίνδυνος η Τουρκία να αντιστρέψει το αφήγημα: να εμφανίσει εαυτήν ως δύναμη «συναίνεσης» και την Ελλάδα ως χώρα που απορρίπτει τον διάλογο.

Ο τελικός στόχος της τουρκικής στρατηγικής, επομένως, είναι βαθύτερος από την ανακήρυξη δύο πάρκων. Είναι η σταδιακή εξοικείωση της διεθνούς κοινότητας με την ιδέα ενός Αιγαίου όπου οι ελληνικές πρωτοβουλίες θα πρέπει να περνούν μέσα από το φίλτρο τουρκικής συναίνεσης και το οποίο μετά την οικολογία θα αφορά ενεργειακές υποδομές, έρευνες, καλώδια, θαλάσσιες ζώνες ή ακόμη και στρατιωτικές δραστηριότητες. Και τότε η «πράσινη» ατζέντα θα έχει πετύχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από την προστασία του περιβάλλοντος: θα έχει προσφέρει ένα νέο λεξιλόγιο στη «Γαλάζια Πατρίδα».

Το πιο ανησυχητικό και επικίνδυνο για τα εθνικά μας συμφέροντα είναι ότι ο – διακοπεύων ακόμη πρωθυπουργός- Κ. Μητσοτάκης απέναντι σε αυτή τη στρατηγική δεν είναι απλώς αδρανής, αλλά οδεύει στην κρίσιμη μάχη της Αττάλειας με τα χέρια ψηλά…

Στόχος η «περιβαλλοντική συνεργασία» να γίνει όχημα γεωπολιτικής ισχύος

Ο στόχος της Αγκυρας πίσω από τη φιλοξενία της COP31 συμπυκνώνεται στο ίδιο το σύνθημα της για τη διάσκεψη: «Από τον διάλογο στη συναίνεση, από τη συναίνεση στη δράση». Πίσω από τις φαινομενικά αθώες αυτές λέξεις κρύβεται ένας διπλωματικός εγκλωβισμός, καθώς επικαλείται τον «διάλογο» για το περιβάλλον προκειμένου να επιβάλει τη «συναίνεση» μιας de facto συνδιαχείρισης στην ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο και στη συνέχεια τη «δράση» για να νομιμοποιήσει την παρουσία σκαφών της για περιβαλλοντικούς ελέγχους εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, παρακάμπτοντας πλήρως το Δίκαιο της Θάλασσας.

Με άλλα λόγια, η τουρκική στρατηγική επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο της κυριαρχίας στο πεδίο της διεθνούς συνεργασίας. Ετσι, περιοχές στις οποίες Ελλάδα και Τουρκία έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις μπορούν να παρουσιαστούν όχι ως αντικείμενο αναθεωρητικών διεκδικήσεων, αλλά ως «κοινός θαλάσσιος χώρος» που απαιτεί συνεννόηση για την προστασία του περιβάλλοντος.

Εδώ βρίσκεται η παγίδα. Η Αγκυρα δεν χρειάζεται να αποσπάσει από την Αθήνα μια υπογραφή περί «συνδιαχείρισης». Αρκεί να καλλιεργήσει σταδιακά τη διεθνή αντίληψη ότι το Αιγαίο αποτελεί ένα πεδίο όπου καμία πλευρά δεν πρέπει να ενεργεί χωρίς τη συγκατάθεση της άλλης. Ετσι, η περιβαλλοντική συνεργασία πάει να μετατραπεί σε όχημα γεωπολιτικής ουδετεροποίησης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας