Τι κρύβεται πίσω από τις αποφάσεις στο πεδίο – Εξηγεί ο Δρ. Μιλτιάδης Αθανασίου Εντεταλμένος Ερευνητής του ΙΜΔΟ και ειδικός στις δασικές πυρκαγιές.
Ακόμη μετρούν τις πληγές τους οι πυρόπληκτες περιοχές της χώρας, με τη Δυτική Αττική και Βοιωτία να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό κατεστραμμένων και ακατάλληλων κτιρίων. Κάτοικοι και ιδιοκτήτες είδαν τους κόπους μιας ζωής να χάνονται μέσα σε λίγα λεπτά, αφήνοντας πίσω μόνο θλίψη και απόγνωση. Την ίδια αποκαρδιωτική εικόνα αντικρίζει κανείς και στο παρακείμενο δάσος, το στολίδι της Δυτικής Αττικής και έναν από τους τελευταίους πνεύμονες πρασίνου.
Με ένα «γιατί» στα χείλη και την αγανάκτηση να ξεχειλίζει, οι κάτοικοι ζητούν απαντήσεις. «Πού ήταν η πρόληψη; Που είναι οι αντιπυρικές ζώνες; Γιατί δεν έσβησε η Πυροσβεστική εκείνα τα καντηλάκια; Γιατί υποχωρούσαν;» αναρωτιούνται πολλοί. Καυτά ερωτήματα, που η παντελής απουσία δημόσιας εκπαίδευσης ήδη από τα θρανία γιγαντώνουν τον πόνο των ανθρώπων αυτών αλλά και της κοινωνίας ολόκληρης.
Με τα ερωτήματα αυτά να παραμένουν αναπάντητα, η συζήτηση για την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Στην προσπάθειά του να αναδείξει τα κενά στην εκπαίδευση των πολιτών για τις δασικές πυρκαγιές που όφειλαν να παρέχουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις, το documentonews.gr επικοινώνησε με τον Δρ. Μιλτιάδη Αθανασίου Εντεταλμένο Ερευνητή του Ινστιτούτου Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων και ειδικό στις δασικές πυρκαγιές.
Η συζήτηση μαζί του ανέδειξε μια σειρά από ζητήματα που, για τον μέσο πολίτη, συχνά είναι δύσκολο να γίνουν κατανοητά. Ο ερευνητής επισημαίνει ότι υπάρχουν αρκετά δομικά προβλήματα που χρειάζονται λύση και χωρίς να δικαιολογεί ενδεχόμενα λάθη που γίνονται κατά τη δασοπυρόσβεση δηλώνει επίσης χαρακτηριστικά ότι, «υπάρχουν πράγματα πολλές φορές στον κόσμο της δασοπυρόσβεσης που σε έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει μπορεί να φαίνονται παράλογα ή ότι κάποιοι πυροσβέστες τεμπελιάζουν αλλά να μην είναι καθόλου έτσι».
Τα είδη των αντιπυρικών ζωνών
Για να γίνει, λοιπόν, πιο κατανοητό το ζήτημα της πρόληψης και ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζονται στην πράξη τα μέτρα αντιμετώπισης των πυρκαγιών, αναλύσαμε τις αντιπυρικές ζώνες, μία από τις μεθόδους πρόληψης και περιορισμού της εξάπλωσης μιας πυρκαγιάς. Αρχικά, προς γνώση του αναγνώστη, συναντάμε δύο είδη αντιπυρικών ζωνών:
Ψιλές αντιπυρικές ζώνες: Πρόκειται για εντελώς αποψιλωμένες ζώνες, από τις οποίες έχει αφαιρεθεί όλη η βλάστηση και φαίνεται μόνο το χώμα. Σκοπός τους είναι η αντιμετώπιση κυρίως της έρπουσας πυρκαγιάς.
Στεγασμένες αντιπυρικές ζώνες: Ζώνες στις διατηρείται η δενδρώδης βλάστηση, αλλά απομακρύνονται οι περισσότεροι θάμνοι αλλά και τα χαμηλότερα κλαδιά των δέντρων. Ο στόχος είναι να εμποδιστεί η μετάδοση της φωτιάς από το έδαφος στις κόμες των δέντρων, ένα φαινόμενο που οδηγεί σε πυρκαγιές υψηλής έντασης. Μάλιστα, όπως επεξηγεί ο κ. Αθανασίου δίνοντας κάποιους ενδεικτικούς αριθμούς αυτού του είδους οι ζώνες δημιουργούνται «π.χ. εκατέρωθεν μιας αποψιλωμένης ζώνης πλάτους πενήντα μέτρων, να υπάρχουν στεγασμένες ζώνες εκατό μέτρων πλάτους η κάθε μία , οπότε να υπάρχει μία περιοχή πλάτους διακοσίων πενήντα μέτρα στην οποία μπορεί να δουλέψει με μεγαλύτερη ασφάλεια ο πυροσβέστης. Μπορεί για παράδειγμα να βάλει αντιπύρ από εκεί ( σ.σ. η επιτηδευμένη ελεγχόμενη πυρκαγιά μπροστά από το κύριο μέτωπο) ή να επιλέξει άλλες τακτικές για την οριοθέτηση της δασικής πυρκαγιάς».
Επιπλέον, μπορεί κανείς να συναντήσει και τις μεικτές αλλά και τις ζώνες καταστολής. Αυτές που ανοίγονται όταν πια υπάρχει φωτιά και έχουν ως σκοπό την ανάσχεση του μετώπου. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η αντιπυρική ζώνη που ανοίχτηκε μπροστά από τον οικισμό του Αγίου Νεκταρίου, κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς που ξέσπασε στην Αττικοβοιωτία, η οποία είχε ως στόχο, πέρα από την προστασία του οικισμού, να αποτρέψει τη μεταφορά του πύρινου μετώπου προς τα Βίλια.
Τέλος, η επιλογή του τύπου, του πλάτους και της θέσης μιας αντιπυρικής ζώνης εξαρτάται από παράγοντες όπως η τοπογραφία της περιοχής, το είδος της βλάστησης, οι επικρατούντες άνεμοι και η εγγύτητα σε οικισμούς.
Δεν είναι πανάκεια οι αντιπυρικές ζώνες
Για να επανέλθουμε λίγο στην ουσία της συζήτησης, το διακύβευμα για τις αντιπυρικές όπως μας την μεταφέρει ο Μ.Αθανασίου είναι ότι: « Σε καμία περίπτωση, μια τέτοια πυρκαγιά ( σ.σ. σαν αυτή της ΑττικοΒοιωτίας) δεν μπορεί να οριοθετηθεί από μία τέτοια δομή, από μια στεγασμένη αντιπυρική ζώνη, χωρίς κάποιες ενέργειες. Στην καλύτερη περίπτωση είναι δυνητικά χρήσιμη. Γιατί; Στην καλύτερη περίπτωση είναι δυνητικά χρήσιμη σε κάποιο παράθυρο συνθηκών με όχι τόσο ισχυρό άνεμο και σχετικά υψηλή σχετική υγρασία του αέρα, τότε που τα νεκρά λεπτά κλαδιά είναι λίγο πιο υγρά και μπορούν να γίνουν κάποιες ενέργειες, όπως ένα πετυχημένο αντιπύρ (backfire) ή αποκάψιμο (burnout) σε επιλεγμένες περιοχές».
Επομένως δεν είναι πανάκεια οι ζώνες. Όπως είδαμε και στην Βοιωτία μια τέτοια πυρκαγιά «σε συνθήκες ξηρού αέρα και ισχυρού ανέμου περνάει τις αντιπυρικές ζώνες σαν να μην υπάρχουν» όπως λέει ο ίδιος. Επιπλέον, το είδαμε αυτό και στη φωτιά του 2021 στη Βαρυμπόμπη, όπου η φωτιά πέρασε την Εθνική Οδό που έχει πλάτος άνω των 100 μέτρων. Η φωτιά σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν καίει δένδρα, δάσος ολόκληρο, έχει ύψος άνω των 15-20 μέτρων. Παράλληλα, μεταφέρονται καύτρες (μικρά καιόμενα τεμάχια κλαδιών ή φλοιού συνήθως) με τη βοήθεια του δυνατού ανέμου σε αρκετά μεγάλες αποστάσεις, 200-1.200 μέτρα έχουν μετρηθεί στην Ελλάδα. Επιπλέον, η θερμότητα που εκπέμπουν οι φλόγες μεγάλου μήκους, είναι πολύ υψηλή και πολλές φορές καθιστά αδύνατη την προσέγγισή τους από τις επίγειες πυροσβεστικές δυνάμεις και πολύ πιθανή τη διάδοσή της μέσω επαγωγής. Ιδιαίτερα, όπως συμπληρώνει ο κ.Αθανασίου «λόγω της επαγωγής, που είναι και ο κύριος μηχανισμός διάδοσης της θερμότητας στις καθοδηγούμενες από τον άνεμο δασικές πυρκαγιές (wind driven wildfires), μπορεί να δεις φωτιά ν’ ανάβει στην απέναντι πλευρά του δρόμου χωρίς άμεση επαφή με τις φλόγες που βρίσκονται στην άλλη πλευρά».
Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η δυναμική της πυρκαγιάς καθιστούσε εξαιρετικά δυσχερή την άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπισή της από τις πυροσβεστικές δυνάμεις αποτελεί και η εμπειρία του Documento στο μέτωπο του Πόρτο Γερμενού το μεσημέρι του Σαββάτου 2 Αυγούστου. Η εικόνα ήταν η εξής: οι πυροσβεστικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν κηλιδώσεις – το αποτέλεσμα της μεταφοράς καύτρων- από τη μία πλευρά του δρόμου, λίγο πιο κάτω από τη διασταύρωση για την Ψάθα. Την ίδια ώρα, από την άλλη πλευρά του δρόμου, από όπου ερχόταν το μέτωπο, επιχειρούσαν με αντιπύρ.
Ξαφνικά, ο ουρανός σκοτείνιασε και απέκτησε ένα έντονο, σκούρο πορτοκαλί χρώμα, ενώ η θερμοκρασία στο πεδίο αυξήθηκε σημαντικά, σε σημείο που, σε συνδυασμό με την κόπωση, να δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια των πυροσβεστών. Λίγα λεπτά αργότερα, ακούστηκε από τον ασύρματο η επιτακτική εντολή για εκκένωση του χώρου, καθώς το μέτωπο πλησίαζε επικίνδυνα. Η αντίδραση των πυροσβεστικών δυνάμεων ήταν ακαριαία. Πήραν μαζί τους όσο από τον εξοπλισμό μπορούσαν και κατευθύνθηκαν προς την πλευρά του δρόμου. Μόνο όταν έφτασαν εκεί, οι ομάδες που επιχειρούσαν στην αντίθετη πλευρά αντιλήφθηκαν την πραγματική διάσταση του κινδύνου. Το μέτωπο είχε πλέον φτάσει στο ύψος του δρόμου και απειλούσε άμεσα το σημείο. Με γρήγορες κινήσεις, όλοι απομακρύνθηκαν, ενώ παράλληλα γινόταν καταμέτρηση του προσωπικού, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν είχε μείνει κανείς πίσω. Στο συγκεκριμένο σημείο, η πυρκαγιά δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπιστεί από τις πυροσβεστικές δυνάμεις. Οι ομάδες απομακρύνονταν, παρακολουθώντας την εξέλιξη του μετώπου, μέχρι να δοθεί η εντολή για μετακίνηση και ανάπτυξη σε άλλο σημείο.
Πράγμα που τελικά συνέβη. Με νέα εντολή, μεγάλο μέρος των πυροσβεστικών δυνάμεων μετακινήθηκε προς τον οικισμό του Αγίου Νεκταρίου, με σκοπό την ανάσχεση του μετώπου, αλλά και την προστασία του ίδιου του οικισμού.
Κάθε λογής πυροσβεστικό όχημα -μικρό, μεγάλο, μεταφοράς προσωπικού- παρατάχθηκε το ένα πίσω από το άλλο, με μπροστάρηδες τα ερπυστριοφόρα, που θα άνοιγαν τη ζώνη κατάσβεσης αλλά και την πυροσβεστική διοίκηση της επιχείρησης. Μια σκηνή που κάθε άλλο παρά σε πολεμικό πεδίο μπορεί να συναντήσει κανείς.
Η συγκεκριμένη εικόνα αποτυπώνει, με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, έναν από τους ρόλους που μπορεί να διαδραματίσει μια αντιπυρική ζώνη κατά τη διάρκεια μιας πυρκαγιάς. Βοηθάει τόσο στην προσέγγιση των πυροσβεστικών δυνάμεων όσο και ως δρόμος, αλλά και στην επιβράδυνση του μετώπου σε κάποιες περιπτώσεις, δίνοντας χρόνο στις επίγειες ή εναέριες δυνάμεις να ανακόψουν τη φωτιά σε κάποιο άλλο, ίσως, σημείο.
Ο Μ. Αθανασίου πάντως ανάμεσα στα δύο είδη αντιπυρικών ζωνών προτείνει τις στεγασμένες : «Γιατί μέσα εκεί, παρόλο που φαίνεται ότι υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος, υπάρχει μικρότερος. Η περιοχή δεν διαβρώνεται επί το πλείστον από τις βροχοπτώσεις, στην αραιή βλάστηση, δεν υπάρχει τόσο υψηλός κίνδυνος όσο μπορεί να φαίνεται με την πρώτη ματιά. Οι εντάσεις των δασικών πυρκαγιών είναι σχετικά χαμηλές και επιπλέον οι περιοχές αυτές μπορούν να συνδεθούν και με τα εισοδήματα των ανθρώπων του πρωτογενούς τομέα, των μελισσοκόμων, των ρυτινοπαραγωγών κ.α. Αντίθετα, η πλήρως αποψιλωμένη αντιπυρική ζώνη που δεν έχει καθόλου βλάστηση εκτός του ότι έχει υψηλό κόστος συντήρησης, διαβρώνεται επίσης εύκολα και διασπάει επίσης το οικοσύστημα.

Επιχειρησιακά
Πολλές φορές, επίσης, όσον αφορά όσα βλέπει κανείς να πράττει η Πυροσβεστική, μπορεί να παρατηρήσει πυροσβεστικές δυνάμεις να αφήνουν να σιγοκαίγονται «καντηλάκια», δηλαδή κορμοί δέντρων ή θάμνοι. Εάν αυτά βρίσκονται εντός μιας ήδη καμένης περιοχής, δεν αποτελούν κίνδυνο, καθώς η φωτιά δεν έχει πλέον άλλη διαθέσιμη καύσιμη ύλη. Διαφορετικά είναι τα δεδομένα όταν βρίσκονται κοντά σε άκαυτη περιοχή, καθώς, ανάλογα με την ταχύτητα και τη διεύθυνση του ανέμου, η φωτιά μπορεί να μεταφερθεί σε αυτήν.
Σε άλλες περιπτώσεις, όταν το μέτωπο είναι ιδιαίτερα μεγάλο και οι πυροσβεστικές δυνάμεις έχουν περιορισμένη ποσότητα νερού στη διάθεσή τους, δεν είναι πάντοτε δυνατό να επιχειρήσουν με τον τρόπο που ενδεχομένως φαντάζεται ο πολίτης. Υπάρχουν, δηλαδή, παράγοντες που καθορίζουν τον τρόπο και το σημείο στο οποίο θα επιχειρήσουν οι πυροσβεστικές δυνάμεις, οι οποίοι δεν είναι πάντοτε ορατοί σε κάποιον που παρακολουθεί την πυρκαγιά από απόσταση. Είναι άδικο λοιπό, να λέμε ότι η πυροσβεστική δεν έκανε κάτι.
Τα άλλα προληπτικά μέτρα
Αφήνοντας λίγο πίσω την πρόληψη στα δάση αλλά και το επιχειρησιακό κομμάτι και διευρύνοντας λίγο την συζήτηση με τον κ.Αθανασίου αναφερθήκαμε και στις οριζόντιες απαγορεύσεις σε άλση και δάση αλλά και στις προληπτικές εκκενώσεις οικισμών.
Σύμφωνα με το άρθρο 129 του νόμου 4926/2022, «κατά τις ημέρες και στις περιοχές που ο δείκτης επικινδυνότητας, είναι κατηγορίας 3 (υψηλή), κατηγορίας 4 (πολύ υψηλή) ή κατηγορίας 5 (κατάσταση συναγερμού), δύναται να εκδίδεται απόφαση απαγόρευσης διέλευσης, παραμονής και κυκλοφορίας προσώπων και οχημάτων, σε περιοχές NATURA, καθώς και σε δασικά οικοσυστήματα, πάρκα και άλση, όπως ορίζονται στις διατάξεις του ν. 998/1979 (Α ́ 289).2. Η απόφαση της παρ. 1 εκδίδεται από τον οικείο Περιφερειάρχη, ο οποίος δύναται να μεταβιβάσει την αρμοδιότητα στον οικείο χωρικό Αντιπεριφερειάρχη».
«Πρακτικά δεν είναι εφικτό να εφαρμοστεί» διαπιστώνει ο Αθανασίου και συνεχίζει: «Αυτό που λέει ο νόμος είναι ότι μας απαγορεύουν δυνητικά την κυκλοφορία, διέλευση και παραμονή περίπου στο 30% της ηπειρωτικής Ελλάδας».
Και συνεχίζει : «Δεν είναι διαχείριση δασικών πυρκαγιών το να κλείνεις πάρκα και άλση και να προσπαθείς να απαγορεύσεις την παραμονή στο δάσος, θεωρώντας εκ των προτέρων τους πολίτες, εμπρηστές. Πρέπει να καταργήσουμε τις οριζόντιες απαγορεύσεις γιατί αυτό δεν αποτελεί διαχείριση δασικών πυρκαγιών. Ειδικά για τα πάρκα αυτό είναι αυταπόδεικτο. Είναι πραγματικά ανόητο και πολύπλευρα προβληματικό, ενώ έχει γίνει εξαιρετική δουλειά στην αφαίρεση της ξερής βλάστησης και στην περιποίηση αυτών, να κλείνουμε το Πάρκο Τρίτση, το Πάρκο Βεΐκου στο Γαλάτσι, το Πεδίον του Άρεως και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και τον Εθνικό Κήπο, ακόμη και όταν ο δείκτης πρόβλεψης κινδύνου πυρκαγιάς είναι 5».
Τονίζει, μάλιστα, ότι είναι σαν να λέει η πολιτεία: «Ο κ. Αθανασίου «εκεί που δε μας συμφέρει το ξεχνάμε. Γιατί υπάρχουν πάρα πολλές περιοχές Natura που έχουν μεγάλη τουριστική κίνηση, όχι μόνο από ημεδαπούς αλλά και από τουρίστες. Σε κάποιες, λοιπόν, περιπτώσεις Natura που έχουν αρκετή κίνηση εκεί ο κόσμος επιτρέπεται κανονικά».
Αυτό που θέλει πραγματικά να τονίσει είναι ότι αυτόν τον νόμο «εκεί που δε μας συμφέρει το ξεχνάμε. Γιατί υπάρχουν πάρα πολλές περιοχές Natura που έχουν μεγάλη τουριστική κίνηση, όχι μόνο από ημεδαπούς αλλά και από τουρίστες. Σε κάποιες, λοιπόν, περιπτώσεις Natura που έχουν αρκετή κίνηση εκεί ο κόσμος επιτρέπεται κανονικά».
Το 112
Από την άλλη, για τις οργανωμένες απομακρύνσεις, μας αναφέρει ότι «η σχετική εγκύκλιος είναι με εξαιρετικό τρόπο διατυπωμένη, αναφέροντας ότι όταν ο κίνδυνος μέσα στον οικισμό είναι μεγαλύτερος από τον δυνητικό κίνδυνο έξω από τον οικισμό, τότε φεύγουμε. Εμείς πάρα πολλές φορές κάνουμε ή ανακοινώνουμε ότι κάνουμε το ανάποδο. Και αυτό που μας είχε δείξει και το δυστύχημα του 2018, το οποίο σχεδόν καθόλου δεν έχει αναδειχθεί, είναι ότι σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους είχαν εγκαταλείψει καθυστερημένα τα σπίτια τους, σε κάποιες περιπτώσεις δε, τα σπίτια αυτά ήταν ανθεκτικά στη δασική πυρκαγιά και δεν έπαθαν ζημιές. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Συνέβη και στην Πορτογαλία το 2017 και φέτος στην Ισπανία».
Η συζήτηση με τον Μ. Αθανασίου καταλήγει στην ανάγκη για σωστή ενημέρωση των πολιτών γύρω από το ζήτημα των δασικών πυρκαγιών, όπως, σε έναν βαθμό, συμβαίνει και στην περίπτωση των σεισμών. Χαρακτηριστικά, επί του θέματος αναφέρει:
«Θεωρώ ότι η ουσιαστική ενημέρωση των ανθρώπων θωρακίζει και τη δημοκρατία. Γιατί αυτά τα ζητήματα, επειδή προκαλούν μεγάλες εντάσεις, μπορεί τους ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τίποτα σχετικά με αυτά να τους οδηγήσουν σε παράξενους δρόμους και από πολιτική άποψη. Η μη καλλιέργεια των ανθρώπων δηλαδή, κατά τη γνώμη μου, θίγει ευθέως και τους θεσμούς. Και με αυτή την έννοια είμαι και ενάντια σε αυτές τις οριζόντιες απαγορεύσεις που μεταξύ άλλων δεν αφήνουν κανέναν να καταλάβει τίποτα».
Και δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και ο σεβασμός απέναντι στο ίδιο το φαινόμενο και το πόσο ευέλικτοι είμαστε εμείς οι ίδιοι, δηλαδή το πόσο λαμβάνουμε υπόψη τα χαρακτηριστικά του φαινόμενου που ενίοτε μας απειλεί και το οποίο καλούμαστε να διαχειριστούμε. Γιατί, κακά τα ψέματα, σε αυτό υστερούμε και δεν είμαστε ακόμη όσο ώριμοι απαιτούν οι συνθήκες.
«Για παράδειγμα -όπως ο Μ.Αθανασίου μας μεταφέρει κλείνοντας την συζήτηση – σήμερα ο επικεφαλής αξιωματικός μπορεί να βλέπει ότι είναι προφανές πως ο κόσμος θα είναι πιο ασφαλής μέσα σε έναν ανθεκτικό οικισμό, ο οποίος δεν κινδυνεύει να υποστεί ζημιές. Ωστόσο, σχεδόν ποτέ δεν επιλέγει να τον κρατήσει μέσα, διότι κρέμεται από πάνω του η απειλή της τιμωρίας.
Εισηγείται, λοιπόν, σχεδόν πάντα την απομάκρυνση των πολιτών στον αιρετό. Η ευθύνη απέναντι στη Δικαιοσύνη μεταφέρεται στον τελευταίο. Αν δεν γίνει η εισήγηση και πάθει κάποιος το παραμικρό, ο αξιωματικός θα κληθεί να λογοδοτήσει στον εισαγγελέα, ο οποίος, με βάση τα ισχύοντα νομικά εργαλεία, κατά πάσα πιθανότητα θα τον τιμωρήσει αυστηρά. Πρέπει να συνεργαστούμε για να εξορθολογίσουμε αυτά τα εργαλεία. Έτσι θα είμαστε πιο ευέλικτοι, πιο αποτελεσματικοί και πιο ανθεκτικοί».








































