Ισραηλινή Πρέσβης : Μια διαδρομή γεμάτη σκιές, από την Γκάνα στην Αθήνα

57

Μικαέλα Σάβα

Υπάρχουν διπλωματικές τοποθετήσεις που μοιάζουν τυπικές και άλλες που κουβαλούν έναν σχεδόν προκλητικό συμβολισμό. Η άφιξη της εντυπωσιακής Πνινάτ Γιανάι στην Αθήνα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Σύμφωνα με έρευνα του ισραηλινού Channel 13, η Γιανάι συμμετείχε το 2015 ως μεσάζουσα στη συμφωνία με την οποία η Γκάνα απέκτησε το Pegasus της NSO Group και έλαβε για τον ρόλο της 80.000 δολάρια. Το σύστημα, παρότι εμφανίστηκε ως εργαλείο κρατικής ασφάλειας, εγκαταστάθηκε σε ιδιωτική κατοικία συνδεδεμένη με την τότε κυβέρνηση, ενώ απόρρητο πόρισμα των υπηρεσιών πληροφοριών ανέφερε ότι προοριζόταν για την παρακολούθηση της αντιπολίτευσης.

Εντεκα χρόνια αργότερα η Γιανάι φτάνει ως πρέσβειρα σε μια χώρα σημαδεμένη από ένα άλλο κατασκοπευτικό λογισμικό: το Predator. Pegasus και Predator δεν είναι το ίδιο προϊόν ούτε κατασκευάστηκαν από την ίδια εταιρεία. Προέρχονται, όμως από την ίδια ισραηλινή βιομηχανία ψηφιακής κατασκοπείας, η οποία μετέτρεψε τεχνολογίες των υπηρεσιών πληροφοριών σε εμπορεύματα διαθέσιμα σε κυβερνήσεις και μηχανισμούς εξουσίας. Το Pegasus δημιουργήθηκε από την NSO Group, ενώ το Predator συνδέεται με την Intellexa του Ταλ Ντίλιαν, πρώην στελέχους των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων και υπηρεσιών πληροφοριών.

Στην Γκάνα φέρεται να βρέθηκε η αντιπολίτευση στο στόχαστρο. Στην Ελλάδα, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και κρατικοί αξιωματούχοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με το Predator, ενώ ορισμένοι παρακολουθούνταν ταυτόχρονα και από την ΕΥΠ.  Η Γιανάι δεν διώχθηκε ποινικά για την εμπλοκή της σε αυτή την υπόθεση, όμως τρεις αξιωματούχοι της Γκάνας καταδικάστηκαν για τη συμφωνία.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που το όνομά της συνδεόταν με την πολιτική εξουσία και τις υπηρεσίες ασφαλείας. Από την υπόθεση Μάνμπαρ, τη συμφωνία του Pegasus στην Γκάνα έως την υπόθεση 4000, η νέα πρέσβειρα φτάνει στην Αθήνα με βαρύ παρελθόν.

Δικαστικό θρίλερ

Το 1998 η δίκη του Ναχούμ Μάν-μπαρ θύμιζε μυθιστόρημα. Ο Ισραηλινός επιχειρηματίας είχε μόλις κριθεί ένοχος για την πώληση στο Ιράν υλικών και τεχνογνωσίας που συνδέονταν με την παραγωγή χημικών όπλων. Λίγο προτού του επιβληθεί ποινή κάθειρξης 16 ετών όμως, η υπόθεση πήρε μια απροσδόκητη τροπή: στο επίκεντρο δεν βρέθηκε πλέον μόνο ο κατηγορούμενος, αλλά και μια νεαρή δικηγόρος της υπεράσπισής του, η Πνινάτ Γιανάι.

Η παρουσία της στην ομάδα έκρυβε εξαρχής μια επικίνδυνη σύμπτωση. Προτού εργαστεί για την υπεράσπιση του Μάνμπαρ η Γιανάι είχε ασκηθεί δίπλα στον Αμνόν Στράσνοβ, τον δικαστή που προήδρευε στη συγκεκριμένη δίκη. Ο επικεφαλής συνήγορος Αμνόν Ζιχρόνι υποστήριξε ότι της είχε ζητηθεί ρητά να διακόψει κάθε επαφή μαζί του. Εκείνη, σύμφωνα με την καταγγελία, όχι μόνο διατήρησε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Στράσνοβ, αλλά τον συνάντησε στο γραφείο του και, λίγες ημέρες πριν από την απόφαση, σε ξενοδοχείο της Ιερουσαλήμ.

Η Γιανάι αρνήθηκε ότι υπήρξε ερωτική σχέση ή ότι συζήτησε μαζί του στοιχεία της δίκης. Η υπόθεση όμως δεν σταματούσε στην έδρα. Ο Ζιχρόνι κατήγγειλε ακόμη ότι η Γιανάι διατηρούσε στενή σχέση με πράκτορα της ισραηλινής υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας, της Shin Bet, γνωστό με το ψευδώνυμο «Νιρ», ο οποίος ήταν επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας στην υπόθεση Μάνμπαρ. Διατύπωσε μάλιστα την υποψία ότι απόρρητες πληροφορίες της υπεράσπισης διοχετεύονταν προς τον άνθρωπο που καθοδηγούσε την έρευνα. Και ύστερα εμφανίστηκε το πρωθυπουργικό γραφείο.

Η Γιανάι συνδεόταν με τον Σάι Μπαζάκ, εκπρόσωπο του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος, σύμφωνα με όσα αποδίδονταν στην ίδια, γνώριζε μήνες νωρίτερα ότι ο Μάνμπαρ θα καταδικαζόταν. Διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι ο Νετανιάχου είχε επικοινωνήσει με τον δικαστή. Οι εμπλεκόμενοι το διέψευσαν. Οι καταγγελίες προκάλεσαν έρευνα και αίτημα ακύρωσης της διαδικασίας. Η Γιανάι κατέθεσε χωρίς να θεωρείται ύποπτη. Η έρευνα δέχτηκε τελικά τη θέση της ότι δεν είχε μεταφέρει πληροφορίες, ενώ ο Στράσνοβ απαλλάχθηκε από κάθε ποινική υποψία.

Η σκιά ωστόσο είχε ήδη πέσει: τα όρια ανάμεσα στην υπεράσπιση, την έδρα, τις μυστικές υπηρεσίες και την πολιτική εξουσία είχαν γίνει επικίνδυνα δυσδιάκριτα.

Το Pegasus στην Γκάνα

Δεκέμβριος του 2015. Η Γκάνα πλησιάζει σε εκλογές και πίσω από δύο συμβάσεις που υπογράφονται την ίδια ημέρα στήνεται μια συμφωνία εκατομμυρίων για την απόκτηση ενός από τα ισχυρότερα εργαλεία παρακολούθησης στον κόσμο. Επισήμως, το Pegasus της ισραηλινής NSO Group προορίζεται για την Εθνική Αρχή Επικοινωνιών της χώρας. Στην πράξη όμως η διαδρομή του θα οδηγήσει αλλού: σε μια μυστική κατοικία, σε ανθρώπους του κυβερνώντος κόμματος και τελικά στα τηλέφωνα της αντιπολίτευσης.

Το Pegasus δεν είναι ένα απλό πρόγραμμα υποκλοπών. Μπορεί να εισχωρήσει σε κινητά διαφορετικών λειτουργικών συστημάτων, να αντιγράψει μηνύματα, φωτογραφίες και στοιχεία τοποθεσίας αλλά και να ενεργοποιήσει το μικρόφωνο και την κάμερα χωρίς προειδοποίηση. Ο άνθρωπος που κρατά τη συσκευή δεν βλέπει τίποτα. Το τηλέφωνό του όμως έχει ήδη μετατραπεί σε μηχανισμό παρακολούθησης που κουβαλά ο ίδιος παντού μαζί του. Σύμφωνα με έρευνα της εκπομπής του ισραηλινού Channel 13, η NSO συμφώνησε να προμηθεύσει το σύστημα αντί 5,5 εκατ. δολαρίων μέσω του τοπικού μεσάζοντα Τζορτζ Οπόνγκ. Την ίδια ημέρα ο Οπόνγκ υπέγραψε δεύτερη σύμβαση με την αρμόδια αρχή της Γκάνας, αυτήν τη φορά για 8 εκατ. δολάρια. Η διαφορά των 2,5 εκατ. δολαρίων αποτελούσε την αμοιβή του μεσάζοντος και των συνεργατών του.

Ανάμεσά τους βρισκόταν και η Γιανάι. Οπως αποκάλυψε το Channel 13, η σημερινή πρέσβειρα του Ισραήλ στην Ελλάδα έλαβε 80.000 δολάρια για τη συμμετοχή της στη μεσολάβηση. Η Γιανάι δεν κατηγορήθηκε για ποινικό αδίκημα. Το όνομά της ωστόσο καταγράφεται στα έγγραφα μιας συμφωνίας που εξελίχθηκε σε σκάνδαλο πολιτικής κατασκοπείας και διασπάθισης δημόσιου χρήματος.

Το 2016 οκτώ εργαζόμενοι της NSO έφτασαν στην Γκάνα. Η είσοδός τους καταγράφηκε από τις κάμερες του αεροδρομίου. Εγκατέστησαν τον εξοπλισμό, εκπαίδευσαν τους αγοραστές στη λειτουργία του και πραγματοποίησαν δοκιμές σε κινητά τηλέφωνα. Αρχικά, εκπρόσωπος της NSO δήλωσε στο ισραηλινό δίκτυο ότι η εταιρεία δεν είχε λειτουργήσει ποτέ σύστημα στην Γκάνα. Αργότερα η θέση της άλλαξε: παραδέχτηκε την εγκατάσταση και την εκπαίδευση, υποστηρίζοντας όμως ότι το Pegasus δεν ενεργοποιήθηκε επιχειρησιακά επειδή οι τεχνικοί της διαπίστωσαν ενδείξεις πιθανής καταχρηστικής χρήσης.

Το δίκτυο κατασκοπείας

Το καθοριστικό στοιχείο βρισκόταν στη διεύθυνση εγκατάστασης. Ο εξοπλισμός δεν παραδόθηκε στα επίσημα γραφεία της κρατικής αρχής που εμφανιζόταν ως αγοραστής και αναγραφόταν στην άδεια του ισραηλινού υπουργείου Αμυνας. Εγκαταστάθηκε σε μια κατοικία κοντά στην ακτή, η οποία είχε παρουσιαστεί ως υπηρεσιακό παράρτημα. Σύμφωνα με το Channel 13, το ακίνητο ανήκε στον τότε σύμβουλο εθνικής ασφάλειας, πολιτικό πρόσωπο κοντά στον πρόεδρο της χώρας. Απόρρητο πόρισμα της υπηρεσίας πληροφοριών της Γκάνας, το οποίο αποκάλυψε το ισραηλινό Μέσο, ανέφερε ότι το Pegasus αγοράστηκε πριν από τις εκλογές με στόχο την παρακολούθηση της αντιπολίτευσης. Η χρηματοδότηση φέρεται να προήλθε τόσο από το υπουργείο Επικοινωνιών όσο και από ιδιώτες δωρητές του κυβερνώντος κόμματος. Η συμφωνία κατέρρευσε μερικούς μήνες αργότερα, όταν ξέσπασε οικονομική διαμάχη με τον μεσάζοντα. Μετά την εκλογική ήττα της κυβέρνησης, ο εξοπλισμός εντοπίστηκε και μεταφέρθηκε στις εγκαταστάσεις της υπηρεσίας πληροφοριών. Το 2020 τρεις πρώην υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης πέντε και έξι ετών, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η συναλλαγή προκάλεσε ζημία τεσσάρων εκατ. δολαρίων στο δημόσιο.

Στο Ισραήλ, αντίθετα, καμιά υπηρεσία δεν αναλάμβανε την έρευνα της υπόθεσης. Τον Μάιο του 2026 έκλεισε χωρίς ποινική διερεύνηση των Ισραηλινών που συμμετείχαν στη συμφωνία. Και λίγους μήνες αργότερα μία από τις αμειβόμενες μεσάζουσες εκείνης της συναλλαγής έφτασε στην Αθήνα ως πρέσβειρα σε μια χώρα που γνωρίζει ήδη πολύ καλά τι σημαίνει ένα κινητό να μετατρέπεται σε κατάσκοπο.

Τα δύο λογισμικά

Η υπόθεση της Γκάνας μάς ενδιαφέρει όχι μόνο επειδή σε αυτήν εμφανίζεται το όνομα της νέας πρέσβειρας, αλλά επειδή αποτελεί ένα προηγούμενο που μοιάζει ανησυχητικά οικείο στην Ελλάδα. Δεν πρόκειται για το ίδιο λογισμικό ούτε για την ίδια εταιρεία. Πρόκειται όμως για δύο παρακλάδια της ίδιας βιομηχανίας ψηφιακής κατασκοπείας που αναπτύχθηκε από πρώην στελέχη των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2010 εταιρείες όπως η NSO παρουσίαζαν τα προϊόντα τους ως όπλα απέναντι στην τρομοκρατία και στο οργανωμένο έγκλημα. Σύντομα το Pegasus άρχισε να εντοπίζεται στα τηλέφωνα πολιτικών, δημοσιογράφων, ακτιβιστών και αντιφρονούντων. Οι τεχνικές των ισραηλινών μονάδων ηλεκτρονικής κατασκοπείας είχαν περάσει πλέον στην ιδιωτική αγορά και προσφέρονταν ως υπηρεσία σε κυβερνήσεις και μηχανισμούς εξουσίας.

Σε αυτό το περιβάλλον αναδείχτηκε ο Ταλ Ντίλιαν, πρώην στέλεχος της επίλεκτης Sayeret Matkal και της απόρρητης τεχνολογικής μονάδας της ισραηλινής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών Unit 81.Τον Νοέμβριο του 2019 εταιρικό όχημα γεμάτο εξοπλισμό παρακολούθησης βρέθηκε στο επίκεντρο έρευνας στην Κύπρο έπειτα από καταγγελίες για παράνομη συλλογή δεδομένων. Λίγο αργότερα, τον Μάρτιο του 2020, ιδρύθηκε στην Αθήνα η Intellexa ΑΕ, εταιρεία συνδεδεμένη με τον Ντίλιαν και το Predator.

Οπως αποκάλυψε το Documento το 2022, το ελληνικό σκάνδαλο ήρθε στο φως όταν το Predator εντοπίστηκε σε κινητά δημοσιογράφων και πολιτικών, ορισμένοι από τους οποίους βρίσκονταν παράλληλα υπό νόμιμη επισύνδεση της ΕΥΠ, ενώ το Μέγαρο Μαξίμου αρνήθηκε ότι κρατική υπηρεσία χρησιμοποίησε το λογισμικό. Γι’ αυτό η Γκάνα δεν είναι μια μακρινή ιστορία. Η νέα πρέσβειρα στην Αθήνα είχε αμειφθεί ως μεσάζουσα σε μια συμφωνία κατασκοπευτικού λογισμικού, ενώ αναλαμβάνει καθήκοντα σε μια χώρα που κλείνει τη μια έρευνα μετά την άλλη ώστε να μην εντοπιστεί τελικά ποτέ ποιος βρισκόταν πίσω από τις δικές της ψηφιακές παρακολουθήσεις.

Η υπόθεση 4000

Οι διαδρομές της Γιανάι δεν περιορίστηκαν στις υπηρεσίες ασφαλείας και στα κατασκοπευτικά λογισμικά. Το όνομά της εμφανίστηκε και στην υπόθεση 4000, μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις διαφθοράς που αντιμετωπίζει ο Μπ. Νετανιάχου (φωτογραφία).

Σύμφωνα με την εισαγγελία, ο Νετανιάχου ως πρωθυπουργός και υπουργός Επικοινωνιών προώθησε αποφάσεις που απέφεραν σημαντικά οικονομικά οφέλη στην Bezeq, τον μεγαλύτερο τηλεπικοινωνιακό όμιλο του Ισραήλ. Ως αντάλλαγμα, ο μεγαλομέτοχος της εταιρείας Σαούλ Ελόβιτς φέρεται να παρενέβαινε στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα Walla, την οποία επίσης έλεγχε, ώστε να εξασφαλίζει ευνοϊκότερη κάλυψη για τον πρωθυπουργό και την οικογένειά του. Ανάμεσα στις δύο πλευρές βρέθηκε ο επιχειρηματίας Ζέεβ Ρουμπινστάιν. Επειδή διατηρούσε σχέσεις τόσο με την οικογένεια Νετανιάχου όσο και με τον Ελόβιτς, οι αρχές τον θεώρησαν βασικό ενδιάμεσο. Φερόταν να μεταφέρει στο Walla αιτήματα για αλλαγή ή αφαίρεση αρνητικών δημοσιευμάτων και προς το περιβάλλον του Νετανιάχου μηνύματα σχετικά με τα επιχειρηματικά συμφέροντα του Ελόβιτς. Βρέθηκε αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο δίωξης για συνέργεια σε δωροδοκία.

Την υπεράσπισή του ανέλαβε η Πνινάτ Γιανάι. Στην ακρόαση του 2019 υποστήριξε ότι ο Ρουμπινστάιν δεν ενεργούσε κατόπιν εντολής του πρωθυπουργού και ότι οι παρεμβάσεις για τα δημοσιεύματα προέρχονταν κυρίως από τη Σάρα Νετανιάχου. Τον Δεκέμβριο του 2020 η υπόθεση έκλεισε χωρίς να ασκηθεί δίωξη.

Η απάντηση της Πρεσβείας

«Η δημοσίευση της Documento επιδιώκει σκόπιμα να παραπλανήσει τους αναγνώστες της μέσω υπαινιγμών και αυθαίρετων συσχετισμών, δημιουργώντας την ψευδή εντύπωση ότι απολύτως νόμιμη νομική εργασία, η οποία πραγματοποιήθηκε από ένα επιτυχημένο δικηγορικό γραφείο του οποίου στο παρελθόν ηγείτο η Πρέσβης, συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με άλλα ζητήματα που αναφέρονται στο δημοσίευμα.

Όλες οι νομικές υπηρεσίες που παρείχε το γραφείο πραγματοποιήθηκαν πάντοτε και χωρίς καμία εξαίρεση σύμφωνα με τον νόμο, τις απαιτούμενες εγκρίσεις και τις επαγγελματικές υποχρεώσεις που διέπουν την άσκηση της δικηγορίας.

Στην πραγματικότητα, πέρα από αβάσιμους ισχυρισμούς που επιχειρούν να συνδέσουν με το ζόρι ζητήματα τα οποία δεν έχουν καμία απολύτως σχέση μεταξύ τους — παραπλανώντας σκόπιμα τους αναγνώστες — το δημοσίευμα δεν περιέχει ούτε ένα τεκμηριωμένο γεγονός που να στηρίζει οποιονδήποτε υπαινιγμό περί αντικανονικής ή παράτυπης συμπεριφοράς.

Αντιθέτως, η ίδια η εφημερίδα παραδέχεται ότι ουδέποτε διατυπώθηκε οποιαδήποτε κατηγορία εναντίον οποιουδήποτε από την ισραηλινή πλευρά — ούτε εναντίον του πελάτη του δικηγορικού γραφείου και, ασφαλώς, ούτε εναντίον των δικηγόρων που τον εκπροσώπησαν — είτε στο Ισραήλ είτε οπουδήποτε αλλού. Ούτε καν εναντίον της εταιρείας κυβερνοτεχνολογίας που αναφέρεται στο δημοσίευμα και η οποία, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί, ουδέποτε εκπροσωπήθηκε από το δικηγορικό γραφείο.

Το νομικό σύστημα του Ισραήλ είναι ισχυρό και εξαιρετικά αυστηρό. Εάν υπήρχε έστω και η παραμικρή ένδειξη παρατυπίας, αυτό θα είχε αποτυπωθεί στις σχετικές διαδικασίες.

Ο λόγος είναι πολύ απλός: όλα έγιναν νόμιμα, ορθά και με όλες τις απαιτούμενες κανονιστικές εγκρίσεις.

Η εφημερίδα επιχειρεί να συνδέσει με το ζόρι εντελώς διαφορετικές υποθέσεις, που αφορούν διαφορετικά πρόσωπα, διαφορετικές χώρες και γεγονότα που συνέβησαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, σε μια παράλογη προσπάθεια να τα παρουσιάσει ως συνδεόμενα μεταξύ τους. Παράλληλα, παρουσιάζει σαφείς ανακρίβειες, επιχειρώντας να οδηγήσει τους αναγνώστες σε συμπεράσματα που υποτιμούν την κρίση και τη νοημοσύνη τους και τα οποία όχι μόνο στερούνται οποιασδήποτε πραγματικής βάσης, αλλά έρχονται σε αντίθεση με τα ίδια τα γεγονότα.

Είναι εμφανές ότι η δημοσίευση υποκινείται από μια ακραία ατζέντα, όπως άλλωστε καταδεικνύει και ο προκλητικός και ψευδής τίτλος της.

Αντί να παρουσιάζει γεγονότα, το δημοσίευμα επιχειρεί να κατασκευάσει ένα αφήγημα και να οδηγήσει τους αναγνώστες στην πεποίθηση ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ των επιμέρους υποθέσεων. Πολύ απλά, τέτοια σύνδεση δεν υπάρχει.

Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το γεγονός ότι, πριν από τη δημοσίευση, η εφημερίδα δεν επικοινώνησε μαζί μας προκειμένου να ζητήσει την απάντησή μας.

Όταν δημοσιεύονται ισχυρισμοί, η παροχή μιας δίκαιης δυνατότητας απάντησης δεν αποτελεί απλώς θεμελιώδη δημοσιογραφική υποχρέωση σε ολόκληρο τον κόσμο και βασικό κανόνα της δημοσιογραφικής δεοντολογίας — αποτελεί επίσης την απλούστερη δοκιμασία της προθυμίας κάποιου να αντιμετωπίσει τα πραγματικά γεγονότα.

Τα γεγονότα δεν φοβούνται την απάντηση. Εσείς επιλέξατε να μη μας προσεγγίσετε και να μη ζητήσετε τη δική μας.

Το δικηγορικό γραφείο, του οποίου ηγείτο η Πρέσβης, ήταν ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο γραφείο που εκπροσωπούσε πελάτες σε ένα ευρύ φάσμα σύνθετων υποθέσεων υψηλού δημόσιου ενδιαφέροντος. Μεταξύ άλλων, το γραφείο εκπροσώπησε πελάτη σε σχέση με την Υπόθεση 4000. Μετά τη διαδικασία ακρόασης πριν από την άσκηση ποινικής δίωξης, αποφασίστηκε να μην ασκηθεί δίωξη κατά του συγκεκριμένου πελάτη.

Η επαγγελματική επιτυχία δεν αποτελεί λόγο δυσφήμησης.

Οι ισχυρισμοί που αφορούν γεγονότα τα οποία ανάγονται σχεδόν τρεις δεκαετίες πίσω και σχετίζονται με μια υποτιθέμενη απόπειρα να πληγεί το δικαστήριο, αποδείχθηκαν γελοίοι και εξαιρετικά αμήχανοι. Αυτό αποτυπώθηκε και σε δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες εξέφρασαν την έντονη αποδοκιμασία τους για αυτή την παράλογη και κατασκευασμένη ιστορία. Πρόκειται για γεγονότα που είναι ευρέως γνωστά. Παρ’ όλα αυτά, αυτό δεν σας εμπόδισε να τα επαναφέρετε σχεδόν 30 χρόνια αργότερα, χωρίς να παρουσιάσετε στους αναγνώστες σας ολόκληρη και ακριβή την αλήθεια.

Η προσπάθεια να ληφθεί αυτού του είδους η νόμιμη και επαγγελματική νομική εκπροσώπηση και να συνδεθεί με εντελώς διαφορετικά ζητήματα — τα οποία δεν σχετίζονται μαζί της ούτε ως προς τα γεγονότα, ούτε ως προς την ουσία, ούτε ως προς τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, ούτε ως προς τη χρονική ακολουθία — αποτελεί μέρος της ατζέντας σας απέναντι σε συγκεκριμένα πρόσωπα και φορείς. Είναι παραπλανητική, αβάσιμη και εξαιρετικά λυπηρή.

Τα τεκμηριωμένα γεγονότα δεν φοβούνται την απάντηση. Οι υπαινιγμοί και οι τεχνητές συνδέσεις, που υπαγορεύονται από μια ακραία και συστηματική ατζέντα, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τα γεγονότα.

Οι ανακρίβειες, οι ισχυρισμοί και οι παραπλανητικοί υπαινιγμοί που δημοσιεύθηκαν στο άρθρο θα απαντηθούν πλήρως».

 

πηγη DOCUMENTO

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας