Δύο Πόλεμοι, Δύο Διπλωματίες

 

 

Το δημόσιο μέτωπο και οι μυστικές διαπραγματεύσεις για το Ιράν

Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μας, τις τελευταίες εβδομάδες βρίσκεται σε εξέλιξη μία έντονη παρασκηνιακή διπλωματική κινητικότητα γύρω από την κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Παρά το γεγονός ότι στο δημόσιο επίπεδο κυριαρχούν οι δηλώσεις περί κυρώσεων, στρατιωτικής πίεσης και αποτροπής, στο παρασκήνιο φαίνεται να λειτουργούν πολλαπλοί δίαυλοι επικοινωνίας, με βασικούς διαμεσολαβητές το Πακιστάν, το Κατάρ και το Ομάν.

Η κινητικότητα αυτή δεν αποτελεί πλέον απλή φημολογία. Η επίσκεψη του Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη στις 24 Αυγούστου, καθώς και οι επαφές της καταριανής ηγεσίας που ακολούθησαν, επιβεβαιώνουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια σοβαρή διπλωματική προσπάθεια αποκλιμάκωσης.

Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας και άλλο η ύπαρξη συμφωνίας.

Από τις πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει προκύπτουν ισχυρισμοί ότι η Τεχεράνη εμφανίστηκε διατεθειμένη να συζητήσει ακόμη και σημαντικές παραχωρήσεις στο πυρηνικό της πρόγραμμα, ενώ διατυπώνονται αναφορές για εντατικές προσωπικές επαφές μεταξύ της αμερικανικής και της πακιστανικής ηγεσίας πριν και μετά την αποστολή Μουνίρ στην Τεχεράνη. Μέχρι στιγμής, όμως, οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα και δεν μπορούν να θεωρηθούν τετελεσμένα γεγονότα.

Αντίθετα, τους ισχυρισμούς περί ενός πιθανού “15ετούς παγώματος” του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, τις αναφορές για συνεχείς προσωπικές επικοινωνίες του Ντόναλντ Τραμπ με τον στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ, καθώς και την υποτιθέμενη μεταστροφή της Ουάσιγκτον απέναντι στις διαπραγματεύσεις, τους αντιμετωπίζουμε ως ενδιαφέρουσες αλλά μέχρι στιγμής ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, οι οποίες χρήζουν επιβεβαίωσης από πρόσθετες, ανεξάρτητες και αξιόπιστες πηγές. Δημοσιεύματα και δημόσιες αναφορές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη επαφών και διαμεσολάβησης, όχι όμως τις λεπτομέρειες αυτών των ισχυρισμών.

Αυτό όμως δεν μειώνει τη σημασία της ευρύτερης εικόνας.

Για πρώτη φορά μετά την έναρξη της κρίσης, βλέπουμε να εξελίσσονται δύο διαφορετικοί πόλεμοι ταυτόχρονα.

Ο πρώτος είναι ο πόλεμος που παρακολουθεί καθημερινά η διεθνής κοινότητα: κυρώσεις, ναυτικός αποκλεισμός, στρατιωτικές μετακινήσεις, επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και εκατέρωθεν δηλώσεις.

Ο δεύτερος διεξάγεται μακριά από τις κάμερες. Είναι ο πόλεμος της διπλωματίας, των μυστικών επαφών, των διαμεσολαβητών και των σταδιακών ανταλλαγών παραχωρήσεων.

Η ουσία της γεωπολιτικής δεν βρίσκεται ποτέ αποκλειστικά στις δημόσιες δηλώσεις. Βρίσκεται στη σύγκριση ανάμεσα σε όσα λέγονται δημόσια και σε όσα πράττονται παρασκηνιακά.

Και σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή της κρίσης, αυτά τα δύο επίπεδα δείχνουν να κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

 

Η Διπλωματία του Παρασκηνίου

Η ιστορία των διεθνών σχέσεων διδάσκει ότι οι σημαντικότερες διαπραγματεύσεις σπάνια πραγματοποιούνται μπροστά στις κάμερες. Οι δημόσιες δηλώσεις εξυπηρετούν πολιτικές, επικοινωνιακές και στρατηγικές ανάγκες. Οι πραγματικές διαπραγματεύσεις, αντίθετα, εξελίσσονται συνήθως μέσω τρίτων κρατών, ειδικών απεσταλμένων ή ανεπίσημων διαύλων επικοινωνίας.

Η αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν αποτελεί εξαίρεση. Από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 μέχρι σήμερα, οι περίοδοι μεγαλύτερης έντασης συνοδεύονταν σχεδόν πάντοτε από παράλληλες μυστικές ή έμμεσες επαφές. Ακόμη και όταν οι δημόσιες δηλώσεις άφηναν να εννοηθεί ότι κάθε διάλογος είχε διακοπεί, η πραγματικότητα αποδεικνυόταν συχνά πιο σύνθετη.

Στη Μέση Ανατολή, η διπλωματία δεν λειτουργεί μόνο μέσω των επίσημων υπουργείων Εξωτερικών. Λειτουργεί μέσω προσωπικών σχέσεων, διαύλων εμπιστοσύνης, στρατιωτικών ηγεσιών και κρατών που μπορούν να συνομιλούν ταυτόχρονα με όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές. Αυτή η μορφή διαμεσολάβησης επιτρέπει στις κυβερνήσεις να εξετάζουν συμβιβασμούς χωρίς να εκτίθενται δημόσια στο πολιτικό κόστος μιας άμεσης διαπραγμάτευσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες όπως το Ομάν και το Κατάρ έχουν διαδραματίσει κατ’ επανάληψη αυτόν τον ρόλο. Το Ομάν υπήρξε ο οικοδεσπότης των μυστικών συνομιλιών που οδήγησαν στη συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα το 2015, ενώ το Κατάρ έχει επανειλημμένα λειτουργήσει ως αξιόπιστος δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ της Ουάσιγκτον και περιφερειακών δυνάμεων.

Το τελευταίο διάστημα, όμως, παρατηρείται η ανάδειξη ενός ακόμη κρίσιμου παράγοντα: του Πακιστάν. Η γεωγραφική του θέση, οι στενές σχέσεις του με τα κράτη του Κόλπου, οι δίαυλοι επικοινωνίας που διατηρεί με την Τεχεράνη, αλλά και οι παραδοσιακοί δεσμοί ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, του επιτρέπουν να συνομιλεί με όλες τις πλευρές χωρίς να θεωρείται πλήρως ταυτισμένο με καμία από αυτές.

Οι πρόσφατες επαφές του Αρχηγού των Πακιστανικών Ενόπλων Δυνάμεων, Ασίμ Μουνίρ, στην Τεχεράνη, καθώς και οι δημόσιες δηλώσεις περί «σημαντικής προόδου» στις συνομιλίες, επιβεβαιώνουν ότι το Ισλαμαμπάντ έχει αναλάβει ενεργότερο ρόλο στη διαχείριση της κρίσης. Παράλληλα, οι συνεχείς επαφές του Κατάρ με την ιρανική ηγεσία δείχνουν ότι η διαμεσολάβηση παραμένει ενεργή, παρά τη δημόσια σκλήρυνση της αμερικανικής στάσης.

Όπως είχε παρατηρήσει ο Χένρι Κίσινγκερ:

«Η διπλωματία είναι η τέχνη του περιορισμού της ισχύος.»

Η φράση αυτή αποτυπώνει με ακρίβεια τη σημερινή συγκυρία. Όσο η στρατιωτική και οικονομική πίεση συνεχίζεται δημόσια, τόσο αυξάνεται η ανάγκη για αθόρυβους διαύλους επικοινωνίας που θα επιτρέψουν στις εμπλεκόμενες πλευρές να αναζητήσουν μια διέξοδο χωρίς να εμφανιστούν ότι υποχωρούν.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας. Η ίδια η δημόσια κινητικότητα των τελευταίων εβδομάδων καταδεικνύει ότι υπάρχουν.

Το πραγματικό ερώτημα είναι τι ακριβώς μεταφέρεται μέσα από αυτούς τους διαύλους. Εκεί αρχίζει το πεδίο όπου τα επιβεβαιωμένα γεγονότα συναντούν τις πληροφορίες, τις εκτιμήσεις και τις ανεπιβεβαίωτες διαρροές. Και εκεί ακριβώς στρέφεται η ανάλυσή μας στα επόμενα κεφάλαια.

 

Τα Επιβεβαιωμένα Γεγονότα

Πριν εξεταστούν οι πληροφορίες που κυκλοφορούν μέσω διπλωματικών διαύλων, είναι αναγκαίο να αποτυπωθεί η εικόνα που προκύπτει από τα επιβεβαιωμένα γεγονότα. Η γεωπολιτική ανάλυση οφείλει να ξεκινά πάντοτε από τα δεδομένα και όχι από τις εκτιμήσεις.

Τις τελευταίες εβδομάδες καταγράφεται μια έντονη κινητικότητα γύρω από το Ιράν. Στις 24 Αυγούστου ο Αρχηγός των Πακιστανικών Ενόπλων Δυνάμεων, στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, πραγματοποίησε επίσκεψη στην Τεχεράνη, όπου είχε συναντήσεις με την ιρανική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις του Πακιστάν, οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στην αποκλιμάκωση της σύγκρουσης, στην ασφάλεια του Στενού του Ορμούζ και στην αναζήτηση μιας διαπραγματευτικής λύσης.

Λίγες ημέρες αργότερα, η διπλωματική κινητικότητα συνεχίστηκε με νέες επαφές του Κατάρ με την ιρανική ηγεσία, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων παραμένουν ενεργοί, παρά τη δημόσια όξυνση της ρητορικής.

Την ίδια στιγμή, η στάση της Ουάσιγκτον παρέμεινε ιδιαίτερα σκληρή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέχισαν την πολιτική οικονομικής πίεσης μέσω νέων κυρώσεων, περιορισμού αδειών συναλλαγών και επέκτασης των μέτρων που αποσκοπούν στον περιορισμό της ιρανικής οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις επιτήρησης και αποκλεισμού στην περιοχή του Ορμούζ συνεχίστηκαν χωρίς να ανακοινωθεί οποιαδήποτε ουσιαστική αποκλιμάκωση.

Στο θαλάσσιο πεδίο, παρά τις περιορισμένες διελεύσεις πλοίων μέσω ειδικών διαδρόμων, η κατάσταση απέχει σημαντικά από την κανονικότητα. Το αυξημένο κόστος ασφάλισης, οι επιθέσεις κατά δεξαμενόπλοιων και η αβεβαιότητα που επικρατεί στις αγορές αποδεικνύουν ότι η κρίση στο Στενό του Ορμούζ εξακολουθεί να επηρεάζει την παγκόσμια ναυτιλία και την ενεργειακή ασφάλεια.

Παράλληλα, στο πυρηνικό ζήτημα δεν έχει παρουσιαστεί καμία επίσημη ανακοίνωση που να μεταβάλλει τη δημόσια θέση της Τεχεράνης. Οι επιθεωρήσεις της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμούς, ενώ η εικόνα για την ακριβή κατάσταση του εμπλουτισμένου ουρανίου παραμένει ελλιπής λόγω της διακοπής της πλήρους επιτήρησης μετά τις εχθροπραξίες.

Από τα παραπάνω προκύπτει μια φαινομενική αντίφαση. Ενώ οι διπλωματικές επαφές εντείνονται, οι στρατιωτικές και οικονομικές πιέσεις όχι μόνο δεν μειώνονται, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις ενισχύονται. Αυτή η συνύπαρξη διαλόγου και πίεσης δεν είναι ασυνήθιστη στη διεθνή πολιτική. Αντίθετα, αποτελεί συχνά χαρακτηριστικό των πιο κρίσιμων διαπραγματεύσεων, όπου κάθε πλευρά επιχειρεί να βελτιώσει τη θέση της πριν από μια πιθανή συμφωνία.

Και ακριβώς πάνω σε αυτό το σταθερό υπόβαθρο των επιβεβαιωμένων γεγονότων εμφανίζονται οι πληροφορίες που τις τελευταίες ημέρες προκαλούν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Πληροφορίες οι οποίες, εάν επιβεβαιωθούν, θα μπορούσαν να αλλάξουν ουσιαστικά την ερμηνεία των εξελίξεων, αλλά προς το παρόν παραμένουν αντικείμενο αξιολόγησης και όχι ιστορικό γεγονός.

 

Οι Πληροφορίες που, αν Επιβεβαιωθούν, Αλλάζουν την Εικόνα

Ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς είχε γράψει ότι:

«Πολλές αναφορές των μυστικών υπηρεσιών είναι αντιφατικές, ακόμη περισσότερες είναι ψευδείς και οι περισσότερες αβέβαιες.»

Η παρατήρηση αυτή, διατυπωμένη σχεδόν δύο αιώνες πριν, παραμένει επίκαιρη. Στη γεωπολιτική, η πληροφορία σπάνια εμφανίζεται πλήρης και επιβεβαιωμένη από την πρώτη στιγμή. Οι αναλυτές καλούνται να αξιολογήσουν ενδείξεις, να συγκρίνουν πηγές και να διαχωρίσουν τα δεδομένα από τις εκτιμήσεις.

Στην παρούσα κρίση, πέρα από τα επιβεβαιωμένα γεγονότα, κυκλοφορούν πληροφορίες οι οποίες, εφόσον επαληθευθούν, θα μπορούσαν να αλλάξουν ουσιαστικά την ερμηνεία των εξελίξεων.

Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μας, κατά τις πρόσφατες επαφές στην Τεχεράνη συζητήθηκαν ζητήματα που υπερβαίνουν κατά πολύ τη διαχείριση της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι στο τραπέζι βρέθηκαν ακόμη και πιθανές φόρμουλες για το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πολιτικής διευθέτησης.

Μεταξύ των ισχυρισμών που διακινούνται περιλαμβάνεται το ενδεχόμενο ενός μακροχρόνιου περιορισμού ή «παγώματος» βασικών πτυχών του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, εφόσον υπάρξει συνολική συμφωνία που θα καλύπτει και άλλα ζητήματα ασφάλειας και κυρώσεων.

Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι αναφορές που κάνουν λόγο για έντονη προσωπική επικοινωνία μεταξύ της αμερικανικής και της πακιστανικής ηγεσίας κατά το διάστημα που προηγήθηκε της αποστολής του στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη, καθώς και για μια αρχική θετική υποδοχή ορισμένων προτάσεων, η οποία στη συνέχεια φέρεται να αναθεωρήθηκε.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό απαιτείται η μέγιστη δημοσιογραφική προσοχή.

Καμία από τις παραπάνω πληροφορίες δεν έχει επιβεβαιωθεί μέχρι στιγμής από ανεξάρτητες και αξιόπιστες πηγές. Δεν υπάρχουν επίσημες ανακοινώσεις ούτε δημόσια διαθέσιμα στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Ως εκ τούτου, αντιμετωπίζονται ως πληροφορίες υπό αξιολόγηση και όχι ως διαπιστωμένα γεγονότα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι στερούνται αναλυτικής αξίας.

Στη διεθνή πολιτική, πολλές σημαντικές εξελίξεις έγιναν αρχικά γνωστές μέσα από αποσπασματικές πληροφορίες, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν εβδομάδες ή και μήνες αργότερα. Άλλες, αντίθετα, αποδείχθηκαν λανθασμένες ή υπερβολικές. Η αξία τους, επομένως, δεν βρίσκεται στην άκριτη αποδοχή τους, αλλά στην αξιολόγησή τους υπό το πρίσμα των ήδη γνωστών γεγονότων.

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται το κρίσιμο ερώτημα.

Είναι συμβατές αυτές οι πληροφορίες με όσα γνωρίζουμε δημόσια;

Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη.

Από τη μία πλευρά, η εντατικοποίηση των επαφών μεταξύ Πακιστάν, Κατάρ, Ομάν και Ιράν δείχνει ότι πράγματι βρίσκεται σε εξέλιξη μια σοβαρή διπλωματική προσπάθεια.

Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να αυξάνουν την οικονομική πίεση, να ενισχύουν το καθεστώς κυρώσεων και να διατηρούν ισχυρή στρατιωτική παρουσία στην περιοχή.

Οι δύο αυτές εικόνες δεν αλληλοαναιρούνται απαραίτητα.

Όπως είχε επισημάνει ο Κινέζος στρατηγός Σουν Τζου:

«Όλος ο πόλεμος βασίζεται στην εξαπάτηση.»

Στη σύγχρονη γεωπολιτική, η εξαπάτηση δεν αφορά μόνο το πεδίο της μάχης. Αφορά και τη διπλωματία. Είναι απολύτως πιθανό μια πλευρά να εμφανίζεται δημόσια αδιάλλακτη, ενώ ταυτόχρονα εξετάζει εναλλακτικές λύσεις μέσω ανεπίσημων διαύλων. Είναι επίσης πιθανό οι πληροφορίες που διαρρέουν να αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής πίεσης προς την αντίπαλη πλευρά.

Για τον λόγο αυτό, το ζητούμενο δεν είναι να πιστέψουμε ή να απορρίψουμε εκ προοιμίου κάθε πληροφορία. Το ζητούμενο είναι να παρακολουθήσουμε ποια από τα επόμενα γεγονότα θα την επιβεβαιώσουν ή θα τη διαψεύσουν.

Διότι στη γεωπολιτική, η αξία μιας πληροφορίας δεν κρίνεται τη στιγμή που δημοσιεύεται. Κρίνεται από τα γεγονότα που ακολουθούν.

 

Η μυστική διπλωματία: όταν οι δίαυλοι μένουν ανοιχτοί ενώ οι δηλώσεις μιλούν για σύγκρουση

«Η ύψιστη τέχνη του πολέμου είναι να υποτάσσεις τον αντίπαλο χωρίς να χρειαστεί να πολεμήσεις.»

Sun Tzu, Η Τέχνη του Πολέμου

Ενώ η δημόσια εικόνα των τελευταίων εβδομάδων παρουσιάζει μια σχεδόν απόλυτη ρήξη μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, πίσω από το προσκήνιο φαίνεται να εξελίσσεται μια εντελώς διαφορετική διαδικασία.

Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μας, το διπλωματικό κανάλι όχι μόνο δεν έχει διακοπεί, αλλά λειτουργεί με μεγαλύτερη ένταση από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά την έναρξη της κρίσης. Το Πακιστάν εμφανίζεται να έχει αναλάβει τον βασικό ρόλο του διαμεσολαβητή, με το Κατάρ να λειτουργεί συμπληρωματικά και το Ομάν να παραμένει ο παραδοσιακός χώρος των τεχνικών επαφών.

Η επίσκεψη του στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη στις 24 Αυγούστου, καθώς και οι συνεχείς επαφές της καταριανής ηγεσίας με Ιρανούς αξιωματούχους, αποτελούν δημόσια επιβεβαιωμένα γεγονότα. Το πραγματικό περιεχόμενο όμως αυτών των συνομιλιών παραμένει άγνωστο.

Εδώ αρχίζει η διάκριση ανάμεσα στα γεγονότα και στις πληροφορίες.

Οι πληροφορίες που διαθέτουμε κάνουν λόγο για ενεργό δίαυλο επικοινωνίας, μέσω του οποίου εξετάζονται διαδοχικά ζητήματα όπως:

  • η αποκλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο,
  • η σταδιακή αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ,
  • πιθανές μορφές περιορισμένης χαλάρωσης των κυρώσεων,
  • αλλά και το ιδιαίτερα ευαίσθητο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Τίποτε από αυτά όμως δεν έχει ανακοινωθεί επισήμως.

Αντίθετα, η δημόσια στάση της Ουάσιγκτον κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.

Η αμερικανική κυβέρνηση συνεχίζει να αυξάνει τις οικονομικές κυρώσεις, να επεκτείνει τις δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων, να διατηρεί ισχυρή ναυτική παρουσία στην περιοχή και να δηλώνει δημόσια ότι δεν διεξάγονται διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη.

Με άλλα λόγια, παρατηρούμε δύο παράλληλες πραγματικότητες.

Η πρώτη είναι η δημόσια διπλωματία, η οποία βασίζεται στην πίεση, στις κυρώσεις και στη στρατιωτική αποτροπή.

Η δεύτερη είναι η σιωπηλή διπλωματία, όπου οι μεσολαβητές συνεχίζουν να μεταφέρουν προτάσεις, να αναζητούν φόρμουλες συμβιβασμού και να προσπαθούν να κρατήσουν ανοικτό έναν δρόμο αποκλιμάκωσης.

Η ιστορία άλλωστε δείχνει ότι οι σοβαρότερες διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνται σχεδόν πάντα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Κίνας τη δεκαετία του 1970 προηγήθηκαν μήνες πριν εμφανιστεί δημόσια ο Χένρι Κίσινγκερ στο Πεκίνο.

Οι συμφωνίες του Όσλο μεταξύ Ισραήλ και ΟΑΠ διεξάγονταν επί μακρόν μυστικά.

Ακόμη και η πυρηνική συμφωνία JCPOA του 2015 προετοιμάστηκε μέσα από πολυετείς εμπιστευτικές επαφές στο Ομάν.

Δεν θα αποτελούσε λοιπόν ιστορική εξαίρεση αν και σήμερα συνέβαινε κάτι αντίστοιχο.

Ωστόσο, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.

Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μας, υπάρχουν ενδείξεις ότι κατά τις πρόσφατες επαφές εξετάστηκαν ακόμη και σημαντικές παραχωρήσεις γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, όμως, δεν έχουν επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητες πηγές και πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πληροφορίες υπό αξιολόγηση και όχι ως τετελεσμένα γεγονότα.

Στη γεωπολιτική, εξάλλου, η πληροφορία προηγείται σχεδόν πάντα της επιβεβαίωσης.

Όπως έγραφε ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς:

«Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα.»

Η σημερινή κρίση ίσως μας θυμίζει ότι ισχύει και το αντίστροφο.

Η διπλωματία είναι πολλές φορές η συνέχιση του πολέμου με πιο αθόρυβα μέσα.

 

Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν: πραγματική απειλή ή διαπραγματευτικό χαρτί;

«Ο πόλεμος δεν είναι ανεξάρτητο φαινόμενο, αλλά συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα.»

Καρλ φον Κλαούζεβιτς

Από όλες τις πτυχές της σημερινής κρίσης, καμία δεν παραμένει τόσο κρίσιμη όσο το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Για περισσότερο από είκοσι χρόνια, η διεθνής αντιπαράθεση περιστρέφεται γύρω από ένα βασικό ερώτημα:

Επιδιώκει πραγματικά η Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικό όπλο ή χρησιμοποιεί την πυρηνική της τεχνολογία ως εργαλείο στρατηγικής αποτροπής και διαπραγμάτευσης;

Η απάντηση δεν είναι απλή.

Το τελευταίο πλήρως επαληθευμένο στοιχείο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA) ανέφερε απόθεμα περίπου 440 κιλών ουρανίου εμπλουτισμένου έως 60%. Μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τους περιορισμούς πρόσβασης των επιθεωρητών, η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί πλέον να γνωρίζει με βεβαιότητα ποια είναι η ακριβής κατάσταση αυτού του υλικού.

Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό πληροφόρησης.

Το κενό αυτό γεμίζει συνήθως είτε από πολιτικές δηλώσεις είτε από εκτιμήσεις υπηρεσιών πληροφοριών, χωρίς όμως να υπάρχει πλήρης δυνατότητα ανεξάρτητης επαλήθευσης.

Εδώ ακριβώς εμφανίζονται και οι πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μας.

Σύμφωνα με αυτές, κατά τις παρασκηνιακές επαφές εξετάζονται διάφορα πιθανά μοντέλα διαχείρισης του πυρηνικού προγράμματος, όπως:

  • προσωρινό «πάγωμα» συγκεκριμένων δραστηριοτήτων,
  • σταδιακή αραίωση (downblending) μέρους του εμπλουτισμένου ουρανίου,
  • αυστηρότερο καθεστώς επιθεωρήσεων,
  • καθώς και πιθανές μακροχρόνιες δεσμεύσεις σχετικά με τον εμπλουτισμό.

Οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως και πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ανεπιβεβαίωτες μέχρι να υπάρξει διασταύρωση από περισσότερες αξιόπιστες πηγές.

Αξίζει όμως να παρατηρηθεί ένα ενδιαφέρον στοιχείο.

Η δημόσια θέση της Τεχεράνης εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι το πυρηνικό πρόγραμμα έχει αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα και ότι η παραγωγή πυρηνικού όπλου δεν αποτελεί επιλογή της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Η θέση αυτή βασίζεται, μεταξύ άλλων, και στη γνωστή θρησκευτική γνωμοδότηση (fatwa) του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, σύμφωνα με την οποία η κατασκευή και χρήση πυρηνικών όπλων θεωρείται αντίθετη με τις αρχές του Ισλάμ. Παρότι στη Δύση αρκετοί αναλυτές αντιμετωπίζουν τη συγκεκριμένη θέση με σκεπτικισμό, παραμένει μέρος της επίσημης ιρανικής στρατηγικής αφήγησης.

Παράλληλα, αρκετοί γεωπολιτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι το Ιράν επιδιώκει κάτι διαφορετικό από την άμεση απόκτηση πυρηνικού όπλου.

Επιχειρεί να διατηρεί την τεχνολογική δυνατότητα να φτάσει σε αυτό, χωρίς όμως να διασχίσει το τελικό πολιτικό όριο που θα προκαλούσε μια γενικευμένη διεθνή στρατιωτική αντίδραση.

Πρόκειται για αυτό που αρκετοί αποκαλούν στρατηγική πυρηνικής ασάφειας.

Με τον τρόπο αυτό, η Τεχεράνη διατηρεί έναν ισχυρό διαπραγματευτικό μοχλό, χωρίς να επωμίζεται το πλήρες κόστος μιας επίσημης πυρηνικής δύναμης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και σήμερα η Ουάσιγκτον συνεχίζει να θεωρεί το πυρηνικό πρόγραμμα το σημαντικότερο ζήτημα σε οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία.

Αυτό εξηγεί γιατί κάθε ένδειξη πιθανής ευελιξίας από ιρανικής πλευράς αποκτά τόσο μεγάλη γεωπολιτική σημασία, ακόμη και όταν δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, ίσως δεν είναι αν το Ιράν μπορεί να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν θεωρεί ότι σήμερα το χρειάζεται.

Και η απάντηση σε αυτό δεν θα δοθεί στα εργαστήρια εμπλουτισμού ουρανίου, αλλά στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων, όπου η ισορροπία ισχύος μετριέται όχι μόνο σε κιλά ουρανίου, αλλά και σε πολιτικές παραχωρήσεις, οικονομικές κυρώσεις και περιφερειακές ισορροπίες.

 

Το Πακιστάν ως ο νέος γεωπολιτικός διαμεσολαβητής: από περιφερειακή δύναμη σε στρατηγικό κόμβο

«Η γεωγραφία είναι ο πιο μόνιμος παράγοντας της εξωτερικής πολιτικής.»

Nicholas J. Spykman

Εάν υπάρχει ένα κράτος που αναδείχθηκε απρόσμενα στο επίκεντρο της σημερινής κρίσης, αυτό είναι το Πακιστάν.

Για δεκαετίες η χώρα αντιμετωπιζόταν κυρίως μέσα από το πρίσμα του Αφγανιστάν, της αντιπαράθεσής της με την Ινδία ή του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Σήμερα όμως φαίνεται να αποκτά έναν διαφορετικό ρόλο: εκείνον του βασικού διαμεσολαβητή μεταξύ Δύσης και Ιράν.

Η πραγματικότητα αυτή δεν προέκυψε ξαφνικά.

Τα τελευταία χρόνια το Ισλαμαμπάντ έχει επιδιώξει να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με το Πεκίνο, τη Μόσχα, τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου και την Τεχεράνη.

Αυτή η πολυδιάστατη διπλωματία του επιτρέπει σήμερα να συνομιλεί με όλες σχεδόν τις πλευρές μιας κρίσης που ελάχιστοι μπορούν να επηρεάσουν ταυτόχρονα.

Η επίσκεψη του στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική ένδειξη αυτής της νέας πραγματικότητας.

Επισήμως, οι συνομιλίες αφορούσαν ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας και διμερούς συνεργασίας.

Σύμφωνα όμως με πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μας, η ατζέντα ήταν σημαντικά ευρύτερη και περιλάμβανε ευαίσθητα ζητήματα που αφορούν την αποκλιμάκωση της κρίσης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητες πηγές και παραμένουν υπό αξιολόγηση.

Εκείνο που μπορεί να διαπιστωθεί με μεγαλύτερη βεβαιότητα είναι ότι το Πακιστάν συμμετέχει πλέον σε όλες σχεδόν τις σημαντικές διπλωματικές κινήσεις γύρω από το ιρανικό ζήτημα.

Δεν πρόκειται απλώς για έναν αγγελιοφόρο.

Πρόκειται για έναν δρώντα που διαθέτει πλέον πολιτικό κεφάλαιο και εμπιστοσύνη και από τις δύο πλευρές.

Αυτό δεν είναι τυχαίο.

Η γεωγραφική του θέση το καθιστά κρίσιμο κρίκο ανάμεσα στη Μέση Ανατολή, τη Νότια Ασία, την Κεντρική Ασία και τον Ινδικό Ωκεανό.

Παράλληλα, η συμμετοχή του στον κινεζικό διάδρομο CPEC (China-Pakistan Economic Corridor), η στενή στρατηγική σχέση με το Πεκίνο, αλλά και οι διαχρονικοί δεσμοί του με τις Ηνωμένες Πολιτείες, του προσφέρουν ένα μοναδικό διπλωματικό πλεονέκτημα.

Στον πολυπολικό κόσμο, η αξία ενός κράτους δεν καθορίζεται μόνο από τη στρατιωτική του ισχύ, αλλά από τη θέση που κατέχει μέσα στο δίκτυο των πολιτισμών και των γεωπολιτικών αξόνων.

Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με αυτή τη σχολή σκέψης, η περίπτωση του Πακιστάν φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι η γεωπολιτική επιρροή δεν μετριέται πλέον αποκλειστικά με οικονομικούς δείκτες ή στρατιωτικές δυνατότητες.

Μετριέται και με την ικανότητα ενός κράτους να συνομιλεί με αντιπάλους που δεν συνομιλούν μεταξύ τους.

Από την άλλη πλευρά, θα ήταν υπερβολή να θεωρηθεί ότι το Πακιστάν μπορεί από μόνο του να επιβάλει μια συμφωνία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να ελέγχουν τα εργαλεία των οικονομικών κυρώσεων, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και σημαντικό μέρος της στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή.

Η Τεχεράνη, αντίστοιχα, εξακολουθεί να διατηρεί τους δικούς της μοχλούς πίεσης, κυρίως μέσω της γεωγραφικής της θέσης και της επιρροής της σε περιφερειακούς συμμάχους.

Το Πακιστάν μπορεί να μεταφέρει προτάσεις.

Μπορεί να δημιουργήσει γέφυρες.

Μπορεί να μειώσει τις αποστάσεις.

Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την πολιτική βούληση των ίδιων των αντιμαχόμενων πλευρών.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το σημαντικότερο δίδαγμα της σημερινής κρίσης.

Στον αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο, οι μεγάλες δυνάμεις εξακολουθούν να λαμβάνουν τις αποφάσεις.

Όμως ολοένα και περισσότερο, οι μεσαίες δυνάμεις είναι εκείνες που δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε αυτές οι αποφάσεις να καταστούν εφικτές.

 

Τα Στενά του Ορμούζ: το πραγματικό όπλο δεν είναι οι νάρκες, αλλά η αβεβαιότητα

«Όποιος ελέγχει τα θαλάσσια περάσματα, επηρεάζει όχι μόνο τον πόλεμο αλλά και την οικονομία της ειρήνης.»

Alfred Thayer Mahan

Στη δημόσια συζήτηση, η κρίση στα Στενά του Ορμούζ παρουσιάζεται συχνά ως ένα καθαρά στρατιωτικό ζήτημα. Η εικόνα που κυριαρχεί είναι αυτή των ναρκαλιευτικών, των πολεμικών πλοίων, των συνοδειών ασφαλείας και των επιχειρήσεων του αμερικανικού ναυτικού.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη.

Στη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία, ένα θαλάσσιο πέρασμα δεν θεωρείται πραγματικά «ανοιχτό» όταν μπορούν να περάσουν πλοία.

Θεωρείται ανοιχτό όταν οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι πρόθυμες να ασφαλίσουν αυτά τα πλοία σε λογικό κόστος, όταν οι ναυτιλιακές εταιρείες θεωρούν αποδεκτό τον κίνδυνο και όταν οι αγορές πιστεύουν ότι η μεταφορά των φορτίων θα ολοκληρωθεί χωρίς απρόβλεπτες απώλειες.

Με άλλα λόγια, η οικονομία λειτουργεί πάνω στην εμπιστοσύνη.

Και ακριβώς αυτήν την εμπιστοσύνη φαίνεται να επιχειρεί να επηρεάσει η Τεχεράνη.

Παρά τις αναφορές για περιορισμένη αύξηση των διελεύσεων από τα Στενά του Ορμούζ, οι περισσότερες ναυτιλιακές εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την περιοχή ως ζώνη υψηλού κινδύνου.

Τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου παραμένουν πολλαπλάσια των φυσιολογικών επιπέδων, ενώ δεκάδες πλοία εξακολουθούν να περιμένουν εκτός Κόλπου ή να αναζητούν εναλλακτικές διαδρομές.

Η αγορά, δηλαδή, δεν έχει ακόμη πειστεί ότι η κρίση έχει λήξει.

Αυτό εξηγεί γιατί ακόμη και μικρές επιθέσεις εναντίον δεξαμενόπλοιων ή εμπορικών πλοίων αποκτούν δυσανάλογα μεγάλη σημασία.

Δεν είναι απαραίτητο να βυθιστούν δεκάδες πλοία.

Αρκεί να διατηρείται η αβεβαιότητα.

Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μας, η ιρανική στρατηγική δεν στοχεύει απαραίτητα στο πλήρες κλείσιμο των Στενών.

Αντιθέτως, φαίνεται να επιδιώκει έναν αυστηρά ελεγχόμενο ρυθμό διέλευσης, ο οποίος μπορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται ανάλογα με την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Η συγκεκριμένη εκτίμηση δεν έχει επιβεβαιωθεί επισήμως και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πληροφορία υπό αξιολόγηση.

Εάν όμως αποδειχθεί ορθή, τότε πρόκειται για μια ιδιαίτερα αποτελεσματική μορφή πίεσης.

Δεν πρόκειται για αποκλεισμό.

Πρόκειται για έναν ρυθμιστικό μοχλό.

Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να διακόψει πλήρως τη ναυσιπλοΐα.

Αρκεί να μπορεί να επηρεάζει το κόστος, την ταχύτητα και την προβλεψιμότητα της παγκόσμιας ενεργειακής εφοδιαστικής αλυσίδας.

Στη σύγχρονη γεωπολιτική, η οικονομική διακοπή μπορεί να είναι αποτελεσματικότερη από τη στρατιωτική σύγκρουση.

Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση του Ορμούζ.

Το σημαντικότερο όπλο δεν είναι οι πύραυλοι ούτε οι νάρκες.

Είναι η δυνατότητα να διατηρείται η αγορά σε μόνιμη κατάσταση αβεβαιότητας.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο στόχος είναι η αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και της εμπιστοσύνης των αγορών.

Για το Ιράν, ο στόχος φαίνεται να είναι διαφορετικός.

Να διατηρεί αρκετή πίεση ώστε η ναυτιλία και οι διεθνείς αγορές να υπενθυμίζουν καθημερινά στις μεγάλες δυνάμεις ότι καμία στρατιωτική επιχείρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρως επιτυχημένη όσο η οικονομική ομαλότητα δεν έχει αποκατασταθεί.

Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η σημαντικότερη μεταβολή των σύγχρονων συγκρούσεων.

Η μάχη δεν δίνεται μόνο στα πεδία των επιχειρήσεων.

Δίνεται στους ασφαλιστικούς οίκους του Λονδίνου, στις τιμές των ναύλων της Σιγκαπούρης, στα χρηματιστήρια ενέργειας και στις αποφάσεις των πλοιοκτητών.

Γιατί στον 21ο αιώνα, η οικονομική αβεβαιότητα μπορεί να αποδειχθεί εξίσου ισχυρό όπλο με τη στρατιωτική ισχύ.

 

Η πραγματική δοκιμασία: Από τη συμφωνία στην εφαρμογή

«Trust, but verify.»

Ρόναλντ Ρήγκαν

Στις διεθνείς σχέσεις, οι δυσκολότερες διαπραγματεύσεις δεν ολοκληρώνονται τη στιγμή που πέφτουν οι υπογραφές. Αντίθετα, τότε αρχίζει η πιο απαιτητική φάση: η εφαρμογή όσων συμφωνήθηκαν.

Στην περίπτωση του Ιράν, το βασικό εμπόδιο δεν φαίνεται πλέον να είναι αποκλειστικά η πολιτική βούληση. Είναι το έλλειμμα εμπιστοσύνης που έχει συσσωρευθεί έπειτα από δεκαετίες αντιπαράθεσης.

Η Τεχεράνη θεωρεί ότι ακόμη και μια νέα συμφωνία δεν αποτελεί εγγύηση, καθώς μια μελλοντική αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να αποχωρήσει εκ νέου, όπως συνέβη με το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA) το 2018. Από την άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον επιμένει ότι οποιαδήποτε χαλάρωση των κυρώσεων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο εφόσον προηγηθούν απολύτως επαληθεύσιμες κινήσεις από την ιρανική πλευρά.

Με άλλα λόγια, κάθε πλευρά ζητά από την άλλη να κάνει το πρώτο βήμα.

Πρόκειται για ένα κλασικό δίλημμα ασφαλείας, όπου η έλλειψη εμπιστοσύνης καθιστά ακόμη και τις αμοιβαία επωφελείς επιλογές εξαιρετικά δύσκολες.

Η εμπειρία του JCPOA εξακολουθεί να επηρεάζει βαθιά τη σημερινή διαπραγμάτευση. Για την ιρανική ηγεσία αποτελεί απόδειξη ότι μια πολιτική συμφωνία μπορεί να ανατραπεί από την αλλαγή κυβέρνησης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για αρκετούς Αμερικανούς αναλυτές, αντίθετα, η συμφωνία δεν αντιμετώπισε επαρκώς όλες τις ανησυχίες γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα και την περιφερειακή πολιτική του Ιράν.

Έτσι, οι δύο πλευρές αντλούν από το ίδιο ιστορικό γεγονός εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα.

Το ζήτημα αυτό εξηγεί γιατί η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο περιεχόμενο μιας πιθανής συμφωνίας, αλλά επεκτείνεται στους μηχανισμούς που θα διασφαλίσουν την εφαρμογή της.

Σε αυτό το σημείο ο ρόλος της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA) παραμένει καθοριστικός. Ο Οργανισμός εξακολουθεί να αποτελεί τον μοναδικό διεθνώς αναγνωρισμένο τεχνικό φορέα που μπορεί να επαληθεύσει την τήρηση των πυρηνικών δεσμεύσεων. Η αξιοπιστία οποιασδήποτε μελλοντικής συμφωνίας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ανεξαρτησία και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών επαλήθευσης που θα εφαρμοστούν.

Για τον λόγο αυτό, αρκετοί αναλυτές θεωρούν πιθανότερο ένα μοντέλο σταδιακής αποκλιμάκωσης, όπου κάθε παραχώρηση της μιας πλευράς θα συνοδεύεται από αντίστοιχη κίνηση της άλλης. Η λογική αυτή δεν βασίζεται στην εμπιστοσύνη, αλλά στην επαλήθευση και στην αμοιβαιότητα.

 

Η διπλωματία δεν στηρίζεται στις προθέσεις. Στηρίζεται στα συμφέροντα.

Η παρατήρηση αυτή περιγράφει εύστοχα και τη σημερινή πραγματικότητα. Οι συμφωνίες στρατηγικής σημασίας δεν επιτυγχάνονται επειδή οι αντίπαλοι εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον. Επιτυγχάνονται όταν δημιουργούνται μηχανισμοί που καθιστούν τη συνεργασία συμφέρουσα και την παραβίασή της ιδιαίτερα κοστοβόρα.

Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο ερώτημα να μην είναι αν θα υπάρξει μια νέα συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτή η συμφωνία θα συνοδεύεται από μηχανισμούς αρκετά ισχυρούς ώστε να αντέξουν στις πολιτικές αλλαγές, στις περιφερειακές κρίσεις και στις αναπόφευκτες περιόδους αμοιβαίας δυσπιστίας.

Διότι η ιστορία δείχνει ότι στις διεθνείς σχέσεις, οι υπογραφές ανοίγουν τον δρόμο. Η διάρκεια μιας συμφωνίας, όμως, κρίνεται πάντοτε από την ικανότητα των θεσμών και των μηχανισμών της να επιβιώσουν όταν η πολιτική βούληση αρχίζει να δοκιμάζεται.

Η γεωπολιτική δεν ανακοινώνεται. Αποκαλύπτεται.

Η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι οι σημαντικότερες συμφωνίες σπάνια γεννιούνται μπροστά στις κάμερες. Οι δημόσιες δηλώσεις αποτελούν μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας. Το υπόλοιπο διαμορφώνεται σε κλειστές αίθουσες, σε ανεπίσημους διαύλους επικοινωνίας και σε διαπραγματεύσεις που γίνονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Η κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν φαίνεται να επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά αυτόν τον κανόνα.

Το δημόσιο αφήγημα εξακολουθεί να μιλά για κυρώσεις, στρατιωτική αποτροπή, ναυτικό αποκλεισμό και αδιάλλακτες θέσεις. Παράλληλα όμως, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι στο παρασκήνιο παραμένουν ενεργοί δίαυλοι επικοινωνίας, με περιφερειακούς μεσολαβητές να επιχειρούν να αποτρέψουν μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Όπως έλεγε ο Κινέζος στρατηγός Σουν Τσου:

«Η ύψιστη τέχνη του πολέμου είναι να νικάς χωρίς να πολεμάς.»

Στη σύγχρονη γεωπολιτική, η ρήση αυτή αποκτά νέα σημασία. Η πραγματική αναμέτρηση διεξάγεται πλέον ταυτόχρονα στο στρατιωτικό, στο οικονομικό, στο ενεργειακό και στο διπλωματικό πεδίο.

Το άρθρο αυτό δεν επιχείρησε να παρουσιάσει βεβαιότητες εκεί όπου αυτές δεν υπάρχουν.

Αντίθετα, έγινε προσπάθεια να διαχωριστούν με σαφήνεια:

  • τα επιβεβαιωμένα γεγονότα,
  • οι αξιόπιστες δημόσιες πληροφορίες,
  • οι εκτιμήσεις αναλυτών,
  • και οι πληροφορίες που, σύμφωνα με τις πηγές μας, κυκλοφορούν στο παρασκήνιο αλλά δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.

Η διάκριση αυτή δεν αποτελεί τυπική δημοσιογραφική διαδικασία. Είναι προϋπόθεση αξιοπιστίας. Στη γεωπολιτική, πολλές φορές η υπερβολική βεβαιότητα αποδεικνύεται μεγαλύτερο σφάλμα από την προσεκτική αμφιβολία.

 

Στον πόλεμο, η υπομονή είναι ισχυρότερη από τη βιασύνη.

Ίσως το ίδιο να ισχύει και για την ανάλυση των διεθνών εξελίξεων.

Οι επόμενες εβδομάδες θα δείξουν αν οι σημερινές επαφές θα οδηγήσουν σε μια νέα συμφωνία ή αν θα αποτελέσουν ακόμη ένα αποτυχημένο επεισόδιο μιας κρίσης που παραμένει ανοιχτή.

Μέχρι τότε, το ασφαλέστερο συμπέρασμα είναι ένα:

Η γεωπολιτική δεν εξελίσσεται πάντα όπως φαίνεται. Συχνά εξελίσσεται όπως δεν φαίνεται. Και όταν οι εξελίξεις γίνονται τελικά ορατές, οι σημαντικότερες αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί.

 

Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας