Η Στρατηγική Σύγκρουση Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας και το Δίλημμα του Πακιστάν

Το κράτος-γέφυρα της Ευρασίας ανάμεσα στη θαλασσοκρατία και την Heartland
«Δεν υπάρχει τίποτε ισχυρότερο από μια ιδέα της οποίας έχει έρθει η ώρα.»
Βίκτωρ Ουγκώ
Υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες η Ιστορία μοιάζει να κινείται αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα.
Και υπάρχουν στιγμές όπου δεκαετίες ολόκληρες συμπυκνώνονται μέσα σε λίγα μόλις χρόνια.
Η εποχή που διανύουμε ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Η στρατηγική αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Λαϊκής Δημοκρατίας
της Κίνας δεν αποτελεί μια ακόμη διαφωνία μεταξύ δύο μεγάλων κρατών ούτε έναν συμβατικό εμπορικό ανταγωνισμό. Πρόκειται για τη σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων περί παγκόσμιας τάξης.

Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ατλαντική θαλασσοκρατία, η οποία επί τρεις
δεκαετίες επιδίωξε να διατηρήσει ένα μονοπολικό διεθνές σύστημα υπό την πολιτική,
οικονομική και στρατιωτική της ηγεμονία. Από την άλλη αναδύεται σταδιακά μια ευρασιατική
πραγματικότητα, βασισμένη στην πολυκεντρική ισορροπία ισχύος, στις χερσαίες διασυνδέσεις και στην ανάδυση νέων περιφερειακών πόλων.
Μέσα σε αυτή τη μετάβαση, ορισμένα κράτη παύουν να αποτελούν απλούς περιφερειακούς
δρώντες και μετατρέπονται σε γεωπολιτικούς άξονες. Το Πακιστάν είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η γεωγραφική του θέση, στο σημείο όπου συναντώνται η Νότια Ασία, η Κεντρική Ασία, η Μέση Ανατολή και ο Ινδικός Ωκεανός, του προσδίδει μια
στρατηγική αξία που υπερβαίνει κατά πολύ το οικονομικό ή στρατιωτικό του μέγεθος. Όποιος επιχειρεί να διαμορφώσει τη νέα ισορροπία ισχύος στην Ευρασία δεν μπορεί να αγνοήσει το Ισλαμαμπάντ.

Η αμερικανική στρατηγική προσέγγιση προς την Ινδία, η κινεζική επένδυση στον Οικονομικό
Διάδρομο Κίνας-Πακιστάν (CPEC), η σημασία του λιμένα Γκουαντάρ και η σταδιακή
διασύνδεση του Πακιστάν με τις ευρασιατικές υποδομές μετατρέπουν τη χώρα σε έναν από
τους σημαντικότερους κόμβους της σύγχρονης γεωπολιτικής. Το δίλημμα που αντιμετωπίζει η πακιστανική ηγεσία δεν αφορά απλώς την εξωτερική της πολιτική. Αφορά την ίδια την
αρχιτεκτονική του κόσμου που διαμορφώνεται. Όπως έγραφε ο Νικολάι Τρουμπετσκόι, «η πραγματική ενότητα της Ευρασίας δεν είναι προϊόν ιδεολογίας αλλά γεωγραφικής και ιστορικής αναγκαιότητας». Η εξέλιξη των σχέσεων Ηνωμένων Πολιτειών, Κίνας, Ινδίας και Πακιστάν αποτελεί ίσως μία από τις καθαρότερες αποδείξεις αυτής της ιστορικής πραγματικότητας. Το μέλλον της περιοχής δεν θα καθοριστεί
αποκλειστικά από την ισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων, αλλά από τη σύγκρουση δύο
διαφορετικών γεωπολιτικών οραμάτων: της μονοπολικής θαλασσοκρατίας και της αναδυόμενης ευρασιατικής πολυπολικότητας.

Η γεωπολιτική αξία του Πακιστάν στην εποχή της πολυπολικότητας
Ο Sir Halford Mackinder υποστήριζε ότι όποιος ελέγχει την Heartland, ελέγχει τελικώς την
παγκόσμια ισορροπία ισχύος. Για περισσότερο από έναν αιώνα, η αγγλοσαξονική γεωπολιτική επιχείρησε να αποτρέψει ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο, οικοδομώντας ένα πλέγμα θαλάσσιου ελέγχου, συμμαχιών και περιφερειακών ανασχέσεων γύρω από την ευρασιατική ενδοχώρα.
Σήμερα όμως η Ιστορία φαίνεται να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι χερσαίοι
διάδρομοι, οι ενεργειακές υποδομές και οι ηπειρωτικές συνδέσεις αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία εις βάρος της αποκλειστικής κυριαρχίας των θαλάσσιων οδών.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται η ιδιαίτερη σημασία του Πακιστάν. Η χώρα δεν
αποτελεί απλώς έναν ακόμη περιφερειακό δρώντα της Νότιας Ασίας. Είναι ο φυσικός
σύνδεσμος μεταξύ της Κίνας, της Κεντρικής Ασίας, του Ινδικού Ωκεανού και της Μέσης
Ανατολής. Η γεωγραφία του το καθιστά κράτος-γέφυρα της Ευρασίας, γεγονός που του
προσδίδει στρατηγικό βάρος δυσανάλογο του οικονομικού του μεγέθους.
Η πραγματικότητα αυτή εξηγεί γιατί η αμερικανοκινεζική αντιπαράθεση αποκτά στο Πακιστάν
μια ιδιαίτερη ένταση. Για την Ουάσινγκτον, η διατήρηση του Ισλαμαμπάντ εκτός της κινεζικής γεωοικονομικής σφαίρας αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής ανάσχεσης του Πεκίνου.
Για την Κίνα, αντιθέτως, το Πακιστάν είναι ο βασικός χερσαίος διάδρομος που της επιτρέπει να αποκτήσει ασφαλή πρόσβαση στον Ινδικό Ωκεανό, μειώνοντας την εξάρτησή της από τα στενά της Μαλάκκας, ένα από τα σημαντικότερα σημεία ελέγχου της αμερικανικής  θαλασσοκρατίας.
Αυτή η πραγματικότητα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μέσα από τον Οικονομικό
Διάδρομο Κίνας-Πακιστάν (China-Pakistan Economic Corridor – CPEC). Το έργο αυτό δεν
αποτελεί απλώς ένα πρόγραμμα επενδύσεων ή ανάπτυξης υποδομών. Είναι ένας από τους
θεμελιώδεις πυλώνες της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road και ταυτόχρονα μία από τις
σημαντικότερες γεωπολιτικές επενδύσεις της σύγχρονης εποχής. Μέσω του λιμένα του
Γκουαντάρ, η Κίνα αποκτά μια εναλλακτική ενεργειακή και εμπορική δίοδο που παρακάμπτει
τα ευάλωτα θαλάσσια περάσματα της Νοτιοανατολικής Ασίας, μεταβάλλοντας σταδιακά τον
γεωοικονομικό χάρτη της Ευρασίας.

Δεν είναι λοιπόν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι το
ίδιο το Πακιστάν, αλλά ο έλεγχος της ευρασιατικής συνδεσιμότητας. Η αντιπαράθεση μεταξύ
Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας δεν αφορά αποκλειστικά την οικονομική ή τη στρατιωτική
ισχύ. Πρόκειται για τη σύγκρουση δύο διαφορετικών γεωπολιτικών προτύπων: του θαλάσσιου συστήματος που κυριάρχησε μετά το 1945 και του χερσαίου ευρασιατικού συστήματος που αναδύεται σταδιακά τον 21ο αιώνα.
Όπως παρατηρούσε ο Καρλ Σμιτ, «η ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία της σύγκρουσης
ανάμεσα στις θαλάσσιες και στις χερσαίες δυνάμεις». Αν η διαπίστωση αυτή παραμένει
επίκαιρη, τότε το Πακιστάν βρίσκεται σήμερα ακριβώς πάνω στη γραμμή όπου τέμνονται οι
δύο αυτοί κόσμοι. Και όταν ένα κράτος βρίσκεται στο σημείο τομής δύο γεωπολιτικών εποχών, παύει να είναι απλός παρατηρητής της Ιστορίας και μετατρέπεται σε έναν από τους
πρωταγωνιστές της.

Η Ινδία ως πυλώνας της ατλαντικής στρατηγικής ανάσχεσης
Η σταδιακή σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ινδίας δεν αποτελεί μια
συγκυριακή επιλογή δύο κρατών που αναζητούν κοινά συμφέροντα. Αντιθέτως, εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική λογική, η οποία διαμορφώθηκε ήδη από τα τέλη του Ψυχρού
Πολέμου και απέκτησε σαφή μορφή με την άνοδο της Κίνας ως παγκόσμιας δύναμης. Για την ατλαντική γεωπολιτική σκέψη, η Ινδία δεν είναι απλώς ένας σημαντικός εταίρος. Είναι ο
φυσικός χερσαίος εξισορροπητής της κινεζικής ισχύος στην Ασία.
Οι στρατιωτικές συμφωνίες που υπεγράφησαν τα τελευταία χρόνια, όπως η LEMOA,
η COMCASA και η BECA, δεν πρέπει να εξετάζονται απομονωμένα. Αποτελούν τμήματα μιας
ενιαίας στρατηγικής αρχιτεκτονικής που επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να αποκτούν
πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές, να ανταλλάσσουν πληροφορίες υψηλής διαβάθμισης, να
ενισχύουν τη διαλειτουργικότητα των ενόπλων δυνάμεων και να ενσωματώνουν σταδιακά την Ινδία στο αμερικανικό σύστημα ασφαλείας του Ινδο-Ειρηνικού.
Η επιλογή αυτή δεν υπαγορεύεται μόνο από την ανάγκη ανάσχεσης της Κίνας. Αντανακλά και τη διαχρονική επιδίωξη κάθε θαλασσοκρατικής δύναμης να αποτρέψει την ενοποίηση της
Ευρασίας. Από τον βρετανικό έλεγχο της Ινδικής Υποηπείρου έως τις σύγχρονες αμερικανικές στρατηγικές, η λογική παραμένει ουσιαστικά η ίδια: η δημιουργία περιφερειακών συμμαχιών που θα εμποδίζουν την ανάδυση μιας ενιαίας ευρασιατικής ισορροπίας ισχύος.
Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη από όσο συχνά παρουσιάζεται. Η Ινδία δεν είναι ένας απλός δορυφόρος της Ουάσινγκτον ούτε έχει εγκαταλείψει τη στρατηγική της αυτονομία. Παρά τις αυξανόμενες αμυντικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, συνεχίζει να διατηρεί στενούς οικονομικούς δεσμούς με την Κίνα, σημαντική συνεργασία με τη Ρωσία στον αμυντικό τομέα και ενεργό συμμετοχή σε οργανισμούς όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO).
Αυτή ακριβώς η διττή στρατηγική καθιστά το Νέο Δελχί έναν ιδιαίτερα δύσκολο εταίρο για
κάθε μεγάλη δύναμη. Η Ινδία επιδιώκει να αξιοποιεί τις αντιθέσεις του διεθνούς συστήματος
προς όφελός της, χωρίς να ταυτίζεται πλήρως με κανένα στρατόπεδο. Η επιλογή αυτή συνάδει περισσότερο με την παράδοση του πολιτισμικού κράτους που επιδιώκει στρατηγική αυτονομία, παρά με τη λογική των ψυχροπολεμικών συμμαχιών.

Για το Πακιστάν όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Κάθε περαιτέρω στρατιωτική ενίσχυση της Ινδίας, ακόμη και όταν παρουσιάζεται ως μέσο ανάσχεσης της Κίνας, μεταβάλλει αυτομάτως την περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων. Το Ισλαμαμπάντ γνωρίζει ότι τα οπλικά συστήματα, οι πληροφοριακές δυνατότητες και η τεχνογνωσία που αποκτά το Νέο Δελχί μπορούν να χρησιμοποιηθούν όχι μόνο στο σινοϊνδικό μέτωπο των Ιμαλαΐων, αλλά και στη μακρόχρονη αντιπαράθεση Ινδίας-Πακιστάν. Έτσι, η αμερικανική πολιτική παράγει ένα κλασικό δίλημμα ασφαλείας: μέτρα που λαμβάνονται με σκοπό την ενίσχυση της ασφάλειας ενός συμμάχου εκλαμβάνονται από τον αντίπαλό του ως απειλή, οδηγώντας σε νέα στρατιωτική εξισορρόπηση και αυξάνοντας τον κίνδυνο περιφερειακής αστάθειας.
Όπως είχε επισημάνει ο Θουκυδίδης, «αἱ γὰρ αὐξήσεις τῶν δυνάμεων φόβον παρέχουσι τοῖς
ἄλλοις» («η αύξηση της ισχύος του ενός γεννά φόβο στους άλλους»). Περισσότερο από δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα, η παρατήρηση αυτή εξακολουθεί να περιγράφει με ακρίβεια τη γεωπολιτική πραγματικότητα της Νότιας Ασίας. Δεν είναι οι προθέσεις που καθορίζουν τις διεθνείς σχέσεις, αλλά η αντίληψη της ισχύος και της απειλής. Και αυτή η αντίληψη είναι που ωθεί το Πακιστάν ακόμη βαθύτερα προς τη στρατηγική αγκαλιά της Ευρασίας.

Από τη Γεωπολιτική της Ανάσχεσης στη Γεωπολιτική της Ισορροπίας
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να ενισχύουν την
Ινδία ή αν η Κίνα θα εξακολουθήσει να στηρίζει το Πακιστάν. Αυτές είναι μόνο οι επιμέρους
εκδηλώσεις μιας βαθύτερης ιστορικής μεταβολής.
Η πραγματική αλλαγή βρίσκεται αλλού.
Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι περιφερειακές δυνάμεις παύουν να
λειτουργούν ως απλά εξαρτήματα μιας παγκόσμιας αυτοκρατορικής αρχιτεκτονικής και
αρχίζουν να διαμορφώνουν οι ίδιες τους κανόνες της περιφέρειάς τους. Το Πακιστάν δεν είναι πλέον ένας “σύμμαχος” που αναμένει οδηγίες από την Ουάσινγκτον. Η Ινδία δεν επιθυμεί να μετατραπεί σε αμερικανικό προτεκτοράτο, αλλά σε ανεξάρτητο πόλο ισχύος. Η Κίνα δεν επιδιώκει απλώς εμπορική επέκταση, αλλά τη δημιουργία μιας νέας ευρασιατικής οικονομικής γεωγραφίας.
Το ίδιο το διεθνές σύστημα μεταβάλλεται.
Ο Nicholas Spykman θεωρούσε ότι όποιος ελέγχει το Rimland ελέγχει τον κόσμο. Σήμερα
όμως το Rimland παύει να είναι πεδίο δυτικής κυριαρχίας και μετατρέπεται σε χώρο
συνεργασίας μεταξύ των ίδιων των ευρασιατικών δυνάμεων. Οι χερσαίοι διάδρομοι, οι
σιδηροδρομικές συνδέσεις, οι ενεργειακές υποδομές και τα νέα χρηματοπιστωτικά δίκτυα
μειώνουν σταδιακά τη σημασία της θαλάσσιας ηγεμονίας που χαρακτήρισε τον ατλαντικό
κόσμο επί πέντε αιώνες.
Δεν είναι τυχαίο ότι η μεγαλύτερη ανησυχία της Ουάσινγκτον δεν αφορά πλέον μόνο τους
στρατούς, αλλά τους διαδρόμους μεταφοράς, τα λιμάνια, τα καλώδια δεδομένων, τα νομίσματα και τις αλυσίδες εφοδιασμού.
Η γεωπολιτική μετατρέπεται ξανά σε γεωγραφία.
Όπως είχε γράψει ο Halford Mackinder:
«Όποιος κυβερνά την Ανατολική Ευρώπη κυριαρχεί στην Heartland. Όποιος κυβερνά
την Heartland κυριαρχεί στο Παγκόσμιο Νησί. Όποιος κυβερνά το Παγκόσμιο Νησί
κυριαρχεί στον κόσμο.»
Για πολλές δεκαετίες η Δύση πίστεψε ότι μπορούσε να ανατρέψει αυτόν τον νόμο της
γεωγραφίας μέσω της οικονομικής υπεροχής και της ναυτικής ισχύος.
Η ιστορία όμως δείχνει ότι η γεωγραφία διαθέτει μεγαλύτερη υπομονή από τις αυτοκρατορίες.

Το Πακιστάν, ακριβώς λόγω της γεωγραφικής του θέσης, μετατρέπεται σε έναν από τους
σημαντικότερους κόμβους του νέου ευρασιατικού χώρου. Η σύνδεσή του με την Κίνα μέσω του CPEC, η εγγύτητά του με το Ιράν, η πρόσβασή του στην Κεντρική Ασία και ο ρόλος του στις εξελίξεις του Αφγανιστάν του προσδίδουν στρατηγική αξία που καμία εξωτερική δύναμη δεν μπορεί να αγνοήσει.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η πολιτική του Ισλαμαμπάντ χαρακτηρίζεται από ολοένα
μεγαλύτερη αυτονομία. Δεν πρόκειται για ουδετερότητα από αδυναμία, αλλά για ισορροπία από ισχύ.
Σε έναν πολυπολικό κόσμο, η ικανότητα μιας χώρας να συνομιλεί με περισσότερους από έναν πόλους αποτελεί πλεονέκτημα και όχι ένδειξη αναποφασιστικότητας.
Η εποχή των αποκλειστικών στρατοπέδων υποχωρεί.
Τη θέση της καταλαμβάνει σταδιακά μια νέα διπλωματία πολλαπλών ισορροπιών, όπου η
εθνική κυριαρχία και η γεωγραφία αποκτούν ξανά την αξία που είχαν πριν από την περίοδο της μονοπολικής κυριαρχίας.
Η περίπτωση του Πακιστάν αποτελεί ίσως ένα από τα πρώτα μεγάλα παραδείγματα αυτής της
νέας πραγματικότητας. Όχι επειδή επέλεξε οριστικά κάποιο στρατόπεδο, αλλά επειδή αρνήθηκε
να επιτρέψει σε άλλους να επιλέξουν για λογαριασμό του.

Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητης – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας