Σε μια ρεαλιστική αναπροσαρμογή των προσδοκιών για το μέλλον και την ανάπτυξη του Λιμένος Ελευσίνας φαίνεται πως οδηγούνται οι εμπλεκόμενοι φορείς και οι επενδυτικοί κύκλοι, αφήνοντας στην άκρη τα σενάρια των προηγούμενων μηνών που το ήθελαν να μετατρέπεται σε «αντίπαλο δέος» του λιμανιού του Πειραιά.
Η αγορά δείχνει πλέον να κατανοεί ότι τα τεχνικά και οικονομικά δεδομένα επιβάλλουν μια διαφορετική, πιο στοχευμένη προσέγγιση, η οποία συνδέεται άμεσα με τον χαρακτήρα του Θριασίου Πεδίου: τα logistics.
Ο σκόπελος της εμβάθυνσης και ο παράγοντας χρόνος
Σύμφωνα με πληροφορίες που διακινούνται εσχάτως στη ναυτιλιακή αγορά –και οι οποίες προκύπτουν από πρόσφατες τεχνικές εκτιμήσεις γνωστού μελετητικού γραφείου – η ανάπτυξη της Ελευσίνας ως ενός τεράστιου, αυτόνομου εμπορικού λιμένα προσκρούει σε πρακτικά εμπόδια.
Το σημαντικότερο από αυτά είναι η μορφολογία του βυθού. Για να μπορέσει η Ελευσίνα να υποδεχτεί τα πλοία-γίγαντες που δένουν στον Πειραιά, θα απαιτούνταν κολοσσιαία κεφάλαια και τεράστιος χρόνος. Είναι ενδεικτικό πως μόνο για τις εργασίες εμβάθυνσης του πυθμένα υπολογίζεται ότι θα χρειαζόταν τουλάχιστον μία πενταετία, καθιστώντας το εγχείρημα ασύμφορο σε επίπεδο άμεσης απόδοσης.
Η στροφή στα logistics και η οπτική του Πειραιά
Αυτή η ρεαλιστική εικόνα φαίνεται πως έχει γίνει πλήρως αντιληπτή και από την άλλη πλευρά του ανταγωνισμού, δηλαδή από τη διοίκηση του ΟΛΠ. Οι εκτιμήσεις που φτάνουν στα χέρια των Κινέζων επενδυτών του Πειραιά δείχνουν πως, ακόμη και με ιδανικές συνθήκες, η Ελευσίνα θα χρειαζόταν έξι έως οκτώ χρόνια για να λειτουργήσει πλήρως αναβαθμισμένη.
Έτσι, το βάρος της ανάπτυξης για το Λιμάνι της Ελευσίνας μετατοπίζεται. Αντί να επιδιώκεται ένας εξοντωτικός και μάλλον αδιέξοδος ανταγωνισμός με τον Πειραιά στη φορτοεκφόρτωση εμπορευματοκιβωτίων διεθνούς διαμετακόμισης, ο στόχος είναι η συμπληρωματικότητα.
Το Λιμάνι της Ελευσίνας οδεύει προς την ανάδειξή του σε έναν σύγχρονο τερματικό σταθμό logistics (logistics terminal).
Μια τέτοια εξέλιξη ταιριάζει απόλυτα με τον βιομηχανικό και αποθηκευτικό χαρακτήρα της Δυτικής Αττικής, εξυπηρετώντας ταχύτερα και πιο στοχευμένα την εφοδιαστική αλυσίδα της χώρας, χωρίς να απαιτούνται μη ρεαλιστικές παρεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον του κόλπου.











































