Πυρκαγιές : Ο Μητσοτάκης έκλεισε τα αυτιά σε 4 προειδοποιήσεις γεω­τε­χνι­κών

40

Tρεις ειδι­κοί ζητούν ισχυ­ρές δασι­κές υπη­ρε­σίες, απε­μπλοκή εργο­λάβων από τη δια­χείρισή τους και άμεση αλλαγή του πανάκρι­βου μοντέλου πυρόσβε­σης.

Άλλο ένα καλοκαίρι σε µαύρο φόντο. Μετά τις επαναλαµβανόµενες εικόνες αποκάλυψης, το Documento αναζήτησε τους τρόπους µε τους οποίους τα δάση µας θα γίνουν πιο ανθεκτικά ώστε να µη συνηθίσουµε την «κανονικότητα» της καταστροφής των ζωών, του περιβάλλοντος και των περιουσιών.

Οι επιστήµονες και οι άνθρωποι του πεδίου ζητούν άµεση ενίσχυση και στελέχωση της ∆ασικής Υπηρεσίας (∆Υ), απεµπλοκή των εργολάβων από τη διαχείριση των δασών, συνεργασία των δασικών συνεταιρισµών µε τις ∆Υ για τον καθαρισµό τους, συντήρηση των δασικών οδικών αξόνων από τις ∆Υ και φυσικά ενεργό συµµετοχή των πολιτών µε πληροφόρηση και εκπαίδευσή τους.

«Προστατεύσαµε το δάσος»

Ωστόσο ο πρωθυπουργός επιµένει να µιλά για έργα πρόληψης µε «µετρήσιµο αποτέλεσµα» που µόνο στη δυτική Αττική φτάνουν τα 20 εκατ. ευρώ από το 2022 και εντάσσονται στο πλαίσιο του προγράµµατος «AntiNero» µε έµφαση στις αντιπυρικές ζώνες. Τα πρωθυπουργικά λεγόµενα διαψεύδονται από τους ανθρώπους του πεδίου.

Για ανυπαρξία «αντιπυρικών ζωνών» κάνει λόγο ο Στέφανος Ντάµπος, πρόεδρος του ∆ασικού Συνεταιρισµού Λιβαδίου Πιερίας, ο οποίος κατά τη συνοµιλία µας βρισκόταν σε επιφυλακή στα Βίλια Αττικής. «Και τώρα στις φωτιές οι δασικοί συνεταιρισµοί ήταν που κατέβηκαν πάλι να προστατεύσουν το δάσος» ξεκαθαρίζει. «Για παράδειγµα» διευκρινίζει «κληθήκαµε  να ρίξουµε κάποια δέντρα από τον έναν δρόµο στον άλλο για να µην ανέβει η φωτιά προς τα πάνω, όπως και το πετύχαµε. Στα Βίλια που είµαστε, στον Aγιο Νεκτάριο, δεν πήρε φωτιά όλο το δάσος. Πήγαµε εκεί, ρίξαµε τα δέντρα και από τον δρόµο και πάνω δεν κάηκε τίποτα. Μαζί µε την πυροσβεστική εννοείται. Αν δεν ρίχναµε τα δέντρα, θα είχε φτάσει στη Θήβα η φωτιά».

Η συγκλονιστική µαρτυρία του Στ. Ντάµπου στην εφηµερίδα µας πιθανώς καταδεικνύει ότι τα εκατοντάδες εκατοµµύρια ευρώ για την καταστολή των πυρκαγιών µε fast track διαδικασίες από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, χωρίς αποτελεσµατική προστασία, είναι λεφτά σε µια µαύρη τρύπα αν δεν συνδυαστούν µε τον ενεργότερο ρόλο των δασικών συνεταιρισµών και φυσικά µε τη σαρωτική αναβάθµιση και στελέχωση των δασικών υπηρεσιών, όπως θα δούµε παρακάτω.

Σχεδιασµός µε χάρτες του… 1980

Τον ευκαιριακό χαρακτήρα των πολιτικών πρόληψης της κυβέρνησης καταδεικνύουν και ευρωπαϊκά όργανα. Οπως σηµειώνει η ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (16/2025) σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καταγράφηκε µεν «στροφή στην πρόληψη», ωστόσο τα στοιχεία είναι ανεπαρκή για «τα αποτελέσµατα των µέτρων και τη µακροπρόθεσµη βιωσιµότητά τους». Μάλιστα, καλά ενηµερωµένες πηγές αναρωτιούνται µέσω του Documento: Αραγε υπάρχουν τα κατάλληλα εποπτικά εργαλεία καταγραφής και αξιολόγησης των αποτελεσµάτων αξιοποίησης  των ευρωενωσιακών κονδυλίων;

Πέρα από αυτό, το Συνέδριο σηµειώνει ότι µέχρι το 2024 η Ελλάδα δαπάνησε έως και το 56% των 837 εκατ. ευρώ του Μηχανισµού Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας για πρόληψη (σελ. 19). Ωστόσο ο «λάκκος στη φάβα» βρισκόταν στα απαρχαιωµένα µέσα εκτίµησης του κινδύνου δασικών πυρκαγιών στη χώρα. «Η εκτίµηση κινδύνου δασικών πυρκαγιών είναι θεµελιώδους σηµασίας για την εκπόνηση σχεδίων πρόληψης, µετριασµού και ετοιµότητας, καθώς και για τη λήψη αποφάσεων που σχετίζονται µε τη χρηµατοδότηση» αναφέρει η έκθεση.  Για να τονίσει στη συνέχεια: «Παρατηρήσαµε ότι ο κίνδυνος πυρκαγιάς χρησιµοποιείτο τακτικά ως κριτήριο επιλεξιµότητας ή επιλογής. (…) Στην Ελλάδα, οι ευαίσθητες σε δασικές πυρκαγιές περιοχές της χώρας καθορίζονται στο προεδρικό διάταγµα 575/1980». Και συνεχίζει: «Οι ελληνικές αρχές δεν είχαν επικαιροποιήσει τον χάρτη από το 1980 και εξακολουθούσαν να τον χρησιµοποιούν για τον προσδιορισµό µέτρων διαχείρισης του κινδύνου δασικών πυρκαγιών».

Στο ίδιο σηµείο της έκθεσης αναφέρεται ότι τον ∆εκέµβριο του 2024 «βρίσκονταν σε εξέλιξη εργασίες των ελληνικών αρχών για την επικαιροποίηση του διατάγµατος».

Εντέλει οι νέοι χάρτες εκτίµησης κινδύνου εγκρίθηκαν µόλις τον ∆εκέµβριο του 2025, αφού τα ευρήµατα της έκθεσης είχαν εγείρει αντιδράσεις και αφού είχε προηγηθεί άλλο ένα καλοκαίρι µε καταστροφικές πυρκαγιές, όπως αυτές στην Πάτρα. Τέλος, το Συνέδριο έχει επισηµάνει ότι κατά τον χρόνο του ελέγχου η χώρα µας δεν είχε ακόµη εξασφαλίσει µακροπρόθεσµα από τον ενωσιακό ή εθνικό προϋπολογισµό τους πόρους που «απαιτούνται για τη διατήρηση» µέτρων πρόληψης.

«Καλύτερα από τους εργολάβους»

Τα παραπάνω αποτελούν την αλυσίδα της ολοκληρωµένης διαχείρισης των δασών, σηµειώνουν οι επιστήµονες.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Στ. Ντάµπος υπογραµµίζει ότι η διαχείριση των δασών πρέπει να γίνεται µε απευθείας ανάθεση στους δασικούς συνεταιρισµούς. «Είναι άνθρωποι που έχουν δουλέψει το δάσος, το ξέρουν και είναι εκεί από το πρωί µέχρι το βράδυ». Επιπλέον στέκεται σε συγκεκριµένες ενέργειες από όσους έχουν την πείρα και τη γνώση για την ολοκληρωµένη προστασία του φυσικού µας πλούτου: «Πρέπει να γίνονται καθαρισµοί και καλλιέργειες για να µπορεί το δάσος να ανασάνει. Να γίνουν αραιώσεις εκεί που υπάρχει πυκνή βλάστηση ή όπου υπάρχουν πουρνάρια. Σε αντίθετη περίπτωση, τα αποτελέσµατα είναι αυτά που είχαµε και τώρα».

Ο Στ. Ντάµπος στέκεται και  στον ρόλο των δασεργατών έναντι των εργολάβων: «Προς το παρόν έχουµε ακόµη δασεργάτες. Οσο είναι νωρίς, πρέπει να µπαίνουν οι δασικοί συνεταιρισµοί και να γίνεται η δουλειά. Ακόµη καλύτερα από τους εργολάβους».

Στη συνέχεια εξηγεί γιατί τα περισσότερα από τα δάση µας, υπό το καθεστώς των εργολαβιών, δεν είναι καθαρισµένα, µε αποτέλεσµα να έχει συσσωρευτεί καύσιµη ύλη. «Οι εργολάβοι κοιτάνε να πάρουν  εργάτες µε φτηνά µεροκάµατα, να κάνουν τη δουλειά τους και να φύγουν. ∆εν είναι επαγγελµατίας κανένας από αυτούς. ∆εν ξέρουν πώς δουλεύει το δάσος, πώς να το διαχειριστούν, όπως συµβαίνει µε τους συνεταιρισµούς».

Ο Στ. Ντάµπος σηµειώνει ότι βασικός συντελεστής της δυναµικής δασικής προστασίας είναι οι ισχυρές δασικές υπηρεσίες, που πλέον παρακµάζουν. «Η ∆ασική Υπηρεσία πάει πακέτο µε τους συνεταιρισµούς» αναφέρει.

Αύξηση κόστους µε… 1.000%

Την επιτακτική ανάγκη αλλαγής του µοντέλου δασοπυρόσβεσης τονίζει µέσω του Documento ο Αθανάσιος Σαρόπουλος, πρόεδρος ∆Ε του παραρτήµατος Κεντρικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιµελητηρίου Ελλάδος. Αναφέρει ότι η ελλιπής διαχείριση των δασών λόγω σοβαρών προβληµάτων υποστελέχωσης των ∆ασικών Υπηρεσιών, συνδυαστικά µε άλλους παράγοντες συντέλεσε στην αύξηση της καύσιµης φυτοµάζας στα δάση.

Πάνω σε αυτό σηµειώνει ότι τα τελευταία χρόνια ο κλάδος έχει καταθέσει τέσσερα υποµνήµατα προς τον πρωθυπουργό (βρίσκονται στη διάθεση της εφηµερίδας) προτείνοντας πολιτικές διαχείρισης του δάσους. Ωστόσο δεν εισακούστηκαν. «Η κυβέρνηση, ύστερα από έξι χρόνια υποσχέσεων, µόλις προσέλαβε έναν πενιχρό αριθµό δασολόγων χωρίς να αλλάξει το µοντέλο δασοπυρόσβεσης και να ενισχύσει ουσιαστικά τις ∆Υ. Αντ’ αυτού απορρόφησε τα µεγάλα ευρωπαϊκά κονδύλια για έργα και εξοπλισµό του προγράµµατος AntiNero, αφού αρέσκεται γενικότερα στα έργα και στις προµήθειες εξοπλισµών».

Παράλληλα τονίζει ότι το κόστος των εναέριων µέσων πυρόσβεσης –όταν δεν είναι παρκαρισµένα, όπως αποκάλυψε το documentonews.gr– αυξήθηκε κατά 1.000% µεταξύ 2015 και 2025 (από 19,5 εκατ. σε 195 εκατ. ευρώ). «Εάν δεν βρίσκεται η ∆ασική Υπηρεσία µέσα στο δάσος για να σβήσει τη φωτιά µέσα στα πρώτα 5-10 λεπτά, η φωτιά δεν σβήνει εύκολα ή και καθόλου από τα εναέρια µέσα» υπογραµµίζει.

Για τον λόγο αυτό ο Αθ. Σαρόπουλος εξαίρει εξίσου τον ρόλο της ∆ασικής Υπηρεσίας, χαρακτηρίζοντάς τον «καθοριστικό». «Τόσο στην καταστολή, µε τη δηµιουργία δασικού σώµατος στελεχωµένου από προσωπικό που θα έχει εκπαιδευτεί κατάλληλα, όσο και στην πρόληψη σε πέντε επίπεδα: υποδοµές, διαχείριση δασών, καθαρισµός, πληροφόρηση και εκπαίδευση των πολιτών και εθελοντών καθώς και στη σύνταξη και εφαρµογή των επιχειρησιακών σχεδίων». Για να προσθέσει: «Είναι επιβεβληµένη η άµεση σύνταξη επιχειρησιακών σχεδίων αντιµετώπισης δασικών πυρκαγιών και φυσικών καταστροφών ανά δασαρχείο που να περιλαµβάνει τη σύνδεση και την ένταξη του αγροτικού χώρου και πληθυσµού στον σχεδιασµό αυτό ώστε να θωρακιστεί το σύνολο της ελληνικής επικράτειας».

Οδικό δίκτυο πολλαπλών σκοπών

Το Documento εξέτασε και τη σηµασία ενός καλά διατηρηµένου δασικού δικτύου στο πλαίσιο µιας ισχυρής ∆ασικής Υπηρεσίας. Η εφηµερίδα µας είναι σε θέση να γνωρίζει ότι η αποψίλωση της ∆Υ άνοιξε τον δρόµο για εργολαβίες µέσα στο δάσος. Ετσι, ελλείψει πλέον ειδικών µηχανηµάτων, τα δασαρχεία προκηρύσσουν διαγωνισµούς για τη συντήρηση του δασικού οδικού δικτύου.

Χαρακτηριστική είναι η προκήρυξη της ∆ιεύθυνσης ∆ασών ∆υτικής Αττικής και του ∆ασαρχείου Αιγάλεω για τη συντήρηση του δασικού οδικού δικτύου µε προωθητήρα σε περιοχές του ∆ήµου Μάνδρας (20/7/2021, ΑΠ: 87381). Αν και αναφέρεται ότι οι εργασίες θα πραγµατοποιούνταν σύµφωνα µε εγκεκριµένη µελέτη και τις υποδείξεις του επιβλέποντος υπαλλήλου, κριτήριο εκλεξιµότητας του εργολήπτη ήταν µόνο «η πλέον συµφέρουσα από οικονοµική άποψη προσφορά, βάσει τιµής».

Επιπλέον, το ξεχαρβάλωµα των ∆Υ και κατ’ επέκταση η απεµπόληση της δυνατότητάς τους να προβαίνουν σε έργα συντήρησης του δασικού οδικού δικτύου φαίνεται σε έγγραφο του ΥΠΕΝ (15/3/2022, ΑΠ: ΥΠΕΝ/∆Π∆/17496/951) –µε την υπογραφή του Ευάγγελου Γκουντούφα– βάσει του οποίου «οι (σ.σ.: υποχρηµατοδοτούµενοι) ΟΤΑ δύναται να συµβάλλουν στην εκτέλεση εργασιών συντήρησης – βελτίωσης ή κατασκευής δηµόσιων δασικών οδών».

Απέναντι σε αυτή την πρακτική  ο Αντώνης Ραλλάτος, δασολόγος και υπεύθυνος του τµήµατος Περιβάλλοντος της ΚΕ του ΚΚΕ, αναφέρει ότι, παρά την αντίθετη κατεύθυνση τόσο της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής όσο και της ΕΕ, η δασολογική επιστήµη επιτάσσει την πολιτική της ολοκληρωµένης διαχείρισης.

Σε αυτή την περίπτωση το δασικό οδικό δίκτυο κρίνεται κρίσιµος κρίκος της αντιπυρικής αλυσίδας, καθώς εξασφαλίζει «την πρόσβαση των εκπαιδευµένων επίγειων δυνάµεων στα πρώτα 10-15 λεπτά από την κάθε εστία πυρκαγιάς, οπουδήποτε στο δάσος. ∆υνάµεις που έπρεπε να βρίσκονται σε κάθε δάσος σε συγκεκριµένες καθορισµένες θέσεις και µε καθορισµένα µέσα, µε βάση συγκεκριµένα επιστηµονικά κριτήρια». Συµπληρωµατικά αναφέρει ότι εξυπηρετεί την πρόσβαση για δηµιουργία δικτύων υδατοδεξαµενών, καθώς και εκείνη στις συστάδες και τα τµήµατα του δάσους για να υλοποιηθούν οι εργασίες και τα έργα διαχείρισης της δασικής βλάστησης, υλοτοµίες, δασοκοµικοί χειρισµοί, ανάγκες διαχείρισης της άγριας πανίδας και της ορνιθοπανίδας. Τέλος, δίνει πρόσβαση σε περιοχές όπου υπάρχει ανάγκη δασοτεχνικών έργων διευθέτησης χειµάρρων – αντιπληµµυρικής προστασίας, σταθεροποίησης εδαφών κ.λπ.

«∆ηλαδή ένα οδικό δίκτυο που να ανταποκρίνεται σε πολλαπλούς σκοπούς, το οποίο να γνωρίζουν οι δυνάµεις κατάσβεσης, επειδή θα συµµετείχαν όχι µόνο στην κατάσβεση, άλλα σε όλο το πλαίσιο όλων των µελετών, έργων και εργασιών σε κάθε δασική µονάδα όλο το χρόνο» επισηµαίνει.

Μοναδική προϋπόθεση για να συµβεί αυτό, λέει ο Αντ. Ραλλάτος, η κυβέρνηση «να εξασφάλιζε µια ισχυρή και διαφορετικά οργανωµένη ∆ασική Υπηρεσία». Ωστόσο ο ρόλος που επιφυλάσσει στη ∆Υ είναι εκείνος του «πρωτοκολλητή των µελετητικών και εργοληπτικών εταιρειών και των ξυλοβιοµηχάνων και ξυλεµπόρων»  στους οποίους εκχώρησε «τη διαχείριση των κρατικών δασών που αποτελούν το 65-70% των ελληνικών δασών».

 

πηγη DOCUMENTO

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας