ΗΠΑ: Η ελευθερία του Τύπου στο «απόσπασμα»-Η κυβέρνηση Τραμπ επιβάλλει λογοκρισία και μετατρέπει τον πόλεμο σε θέαμα

26

Την ώρα που το αμερικανικό Πεντάγωνο κατανάλωνε πυρομαχικά αξίας 5,6 δισ. δολαρίων τα πρώτα δύο 24ωρα στο Ιράν, η ηγεσία των ΗΠΑ εγκαινίασε ένα παράλληλο εσωτερικό μέτωπο. Μια διάσημη αν και ανυπόστατη ιστορία θέλει τον μεγιστάνα του Τύπου Γουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ να απαντά τηλεγραφικά στον απεσταλμένο του στην Κούβα το 1897 ενόψει του Ισπανοαμερικανικού Πολέμου: «Εσύ δώσε μου τις εικόνες και εγώ θα σου δώσω τον πόλεμο» – φράση-θεμέλιος λίθος της «κίτρινης δημοσιογραφίας» που γέννησε την πεποίθηση πως τα μέσα ενημέρωσης διαθέτουν την ισχύ να προκαλέσουν μια σύρραξη.

Ενάμιση αιώνα αργότερα η αμερικανική κυβέρνηση υιοθέτησε μια σύγχρονη εκδοχή αυτής της λογικής, ενορχηστρώνοντας μια πρωτοφανή εκστρατεία αποδόμησης του ερευνητικού ρεπορτάζ. Η στρατηγική βασίστηκε στη δημιουργία ψηφιακού θεάματος και την επιστράτευση νομικών απειλών για όσους απέκλιναν από το επίσημο αφήγημα της απόλυτης νίκης.

Η σκιά της αγχόνης πάνω από τα πιεστήρια

Η λεκτική αντιπαράθεση του Αμερικανού προέδρου με τα ΜΜΕ πήρε χαρακτήρα απειλής για τη ζωή των δημοσιογράφων. Μέσα από την πλατφόρμα Truth Social, ο Ντόναλντ Τραμπ στοχοποίησε ονομαστικά μεγάλες αμερικανικές εφημερίδες, όπως τους «αποτυχημένους» –όπως τους χαρακτήρισε– «New York Times».

Αφορμή στάθηκαν δημοσιεύματα για πλήγμα σε πέντε αμερικανικά αεροσκάφη στη Σαουδική Αραβία. Ο πρόεδρος χαρακτήρισε τους τίτλους «εσκεμμένα παραπλανητικούς», υποστηρίζοντας πως τέσσερα αεροσκάφη παρέμειναν άθικτα και ένα υπέστη ελάχιστες ζημιές. Κατηγόρησε τους «NYT» πως επιθυμούσαν την ήττα των ΗΠΑ, αποκαλώντας τους συντάκτες «άρρωστους και παρανοϊκούς». Ο εκνευρισμός του Τραμπ αποτυπώθηκε και μέσω αναρτήσεων του ίδιου στο Truth Social, όπου έκανε λόγo για «εσχάτη προδοσία» όσων μέσων μετέδιδαν «ψευδείς πληροφορίες που δόθηκαν από Ιρανούς αξιωματούχους», κατηγορία που στο αμερικανικό ποινικό σύστημα επισύρει τη θανατική ποινή.

Αυτή η ρητορική υιοθετήθηκε αμέσως από κορυφαία κυβερνητικά στελέχη. Ο Μπρένταν Καρ, επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών (FCC), απείλησε τοπικούς σταθμούς με αφαίρεση αδειών εκπομπής σε περίπτωση μετάδοσης «ειδησεογραφικών διαστρεβλώσεων». Παράλληλα, ο Αμερικανός υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ μετέτρεψε τις ενημερώσεις στο Πεντάγωνο σε πεδίο επιβολής του αφηγήματος. Απαίτησε «πατριωτική δημοσιογραφία», προτείνοντας την αντικατάσταση τίτλων όπως «Ο πόλεμος κλιμακώνεται» σε «Το Ιράν απελπίζεται», ενώ παράλληλα, σε μια επίδειξη αυταρχικής ματαιοδοξίας, φέρεται να απαγόρευσε την είσοδο σε φωτογράφους θεωρώντας παλαιότερες λήψεις τους άκομψες.

Ποπ κουλτούρα και ψηφιακό θέαμα

Η δεύτερη όψη αυτής της στρατηγικής στόχευσε στη νέα γενιά, προσπαθώντας να «κανονικοποιήσει» τη σύρραξη. Η Ιστορία κατέγραψε παρόμοιες προσπάθειες διαμόρφωσης του εθνικού αφηγήματος, από τα στρατευμένα κινούμενα σχέδια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τον Bugs Bunny εναντίον του Αξονα μέχρι τον «Πόλεμο του Nintendo» το 1991 (επιχείρηση Καταιγίδα της Ερήμου), όπου τα πρασινωπά πλάνα από τις κάμερες των αμερικανικών «έξυπνων» βομβών μετέτρεψαν τον όλεθρο σε βιντεοπαιχνίδι.

Σήμερα ο Λευκός Οίκος επενδύει στην αφομοιωτική γλώσσα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ο επίσημος λογαριασμός του Λευκού Οίκου ανήρτησε στο TikTok βίντεο όπου οι βομβαρδισμοί συνδυάζονταν με μουσική των Metallica, σκηνές από το παιχνίδι «Grand Theft Auto», οπτικά εφέ του «Mortal Kombat» και ατάκες τηλεοπτικών χαρακτήρων όπως ο Μπομπ Σφουγγαράκης. Ο Λευκός Οίκος επιστράτευσε το μαύρο χιούμορ και την ποπ κουλτούρα για να «ξεπλύνει» τη βιαιότητα κανονικοποιώντας τον θάνατο στα μάτια εκατομμυρίων χρηστών.

Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος περιέγραφε διαδικτυακά τη στρατιωτική δράση ως τεράστια τιμή, αποκαλώντας την ηγεσία του Ιράν «διαταραγμένα αποβράσματα». Με αυτό τον τρόπο ακόμη και μια ανθρώπινη τραγωδία όπως ο χαμός 175 ανθρώπων, μεταξύ των οποίων κορίτσια ηλικίας επτά έως δώδεκα ετών στα ερείπια ενός ιρανικού σχολείου υποβαθμίστηκε σε ένα εύπεπτο ψηφιακό προϊόν.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο ωστόσο υπήρξε η ρωγμή στο συντηρητικό μέτωπο. Παραδοσιακοί υποστηρικτές του Τραμπ όπως οι πρώην παρουσιαστές του Fox News Τάκερ Κάρλσον και Μέγκαν Κέλι, μαζί με τον παρουσιαστή Τζο Ρόγκαν, άσκησαν σκληρή κριτική στην απόφαση για εμπλοκή στη Μέση Ανατολή. Η Κέλι χαρακτήρισε «μανιακούς» όσους πανηγύριζαν, ενώ ο Ρόγκαν έκανε λόγο για αθέτηση της υπόσχεσης περί τερματισμού των μακροχρόνιων πολέμων. Ο Αμερικανός πρόεδρος αντέδρασε αποκηρύσσοντας τους πρώην συμμάχους του ως πρόσωπα ξένα προς το κίνημα MAGA.

Παραδοσιακή λογοκρισία σε Ισραήλ και Ιράν

Στη Μέση Ανατολή η διαχείριση της πολεμικής ενημέρωσης ακολούθησε πιο παραδοσιακές και αυστηρά θεσμοθετημένες πρακτικές συγκριτικά με τον ψηφιακό παροξυσμό στις ΗΠΑ. Η ισραηλινή κυβέρνηση προχώρησε τον περασμένο Ιανουάριο στην επέκταση της απαγόρευσης λειτουργίας του δικτύου Al Jazeera, επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας.

Η στρατιωτική λογοκρισία επέβαλε τον απόλυτο έλεγχο φιλτράροντας προληπτικά το περιεχόμενο που αφορούσε επιχειρησιακά σχέδια, κινήσεις στρατευμάτων ή στρατηγικά λάθη, ενώ η δημοσίευση μη εγκεκριμένων φωτογραφιών από το μέτωπο ποινικοποιήθηκε επισύροντας συλλήψεις και ποινές φυλάκισης και εξασφαλίζοντας την προβολή μιας εικόνας αδιάσπαστης εθνικής ισχύος.

Στην αντίπερα όχθη, το Ιράν επένδυσε στη δική του εκδοχή της πραγματικότητας. Ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωνε διαδικτυακά πως το ιρανικό ναυτικό και η αεροπορία αποτελούσαν παρελθόν και η ηγεσία της χώρας είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης, η Τεχεράνη μετέδωσε εικόνες κορυφαίων αξιωματούχων της να παρελαύνουν ανενόχλητοι. Μέσω μαζικών συγκεντρώσεων, η ιρανική προπαγάνδα επιχείρησε να πείσει το εσωτερικό της ακροατήριο για την πλήρη αποτυχία της επίθεσης.

Και στις δύο περιπτώσεις η ανεξάρτητη επιτόπια έρευνα εξοβελίστηκε παραχωρώντας τη θέση της σε μια αυστηρά κεντρικοποιημένη ροή ειδήσεων που διατήρησε την ομοιογένεια του εθνικού μηνύματος.

 

 

ΠΗΓΗ Documento

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας