Για τον Γιάννη Σπανό

σπανό

Ο Γιάννης Σπανός είχε ξεκινήσει (και δεν είδα να σταματάει κανείς σ’ αυτή του την περίοδο) ως σολίστ του πιάνου. Εφυγε από την Ελλάδα και το Κιάτο για να σπουδάσει τον Σοπέν και να παίξει τον Σούμαν. Δυστυχώς η εφηβεία συχνά προδίδει τους πρώιμους καλλιτέχνες.

Για τον Γιάννη Σπανό | in.gr

Θέλω κι εγώ να καταθέσω τα δάκρυά μου για τον Γιάννο Σπανό περισσότερο από το γεγονός πως υπήρξαμε συνεργάτες, εγώ ως στιχουργός του, όσο γιατί οι νεότεροι και οι νεκρολογούντες λογικά δεν γνωρίζουν κυρίως τι ήταν και πώς άρχισε το κίνημα «Νέο Κύμα» στο ελληνικό τραγούδι. Ο Σπανός ήταν μια ολοκληρωμένη σαφώς προσωπικότητα όταν, επιτυχημένος συνθέτης στο Παρίσι, ήρθε στην Ελλάδα αλλά το «Νέο Κύμα» έχει τη δική του ευρύτερη σημασία.

Εν πρώτοις «Νέο Κύμα» που είχε προηγηθεί είχε ονομαστεί και επιβληθεί κυρίως η γαλλική κινηματογραφική εκείνη περίοδος που δοξάστηκε με σημαντικούς σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Εκείνοι οι δημιουργοί που αναδείχτηκαν ύστερα από τους μεγαλοφυείς γάλλους κινηματογραφικούς ωτέρ έφερναν μια άλλη γενιά, άλλα τραύματα, άλλα όνειρα και άλλα πρόσωπα και στην εικόνα της γυναίκας κυρίως. Τι σχέση είχε η Αρλετί π.χ. με την Μπαρντό;

Ο Γιάννης Σπανός είχε ξεκινήσει (και δεν είδα να σταματάει κανείς σ’ αυτή του την περίοδο) ως σολίστ του πιάνου. Εφυγε από την Ελλάδα και το Κιάτο για να σπουδάσει τον Σοπέν και να παίξει τον Σούμαν. Δυστυχώς η εφηβεία συχνά προδίδει τους πρώιμους καλλιτέχνες. Η επισταμένη και επίμονη άσκηση κούρασε τα δάχτυλά του και έπαθε κάκωση στους τένοντες. Ετσι εγκατέλειψε το όραμα του σολίστ στις μεγάλες σάλες της Ευρώπης και της Αμερικής. Κανείς δεν φαντάζεται πώς συνέχισε! Οταν μόλις είχε έρθει στην Αθήνα μετά την επιτυχημένη συνθετική του εργασία στο Παρίσι και συναντηθήκαμε ο συγγενής μου μέγας γελοιογράφος Κώστας Μητρόπουλος με ρώτησε να μάθω αν είχε καμιά συγγένεια με τον γελοιογράφο Σπανό που δημοσίευε σκίτσα στην ιταλική μεγάλη εφημερίδα «Κοριέρε ντε λα σέρρα». Τον ρώτησα και με έκπληξη πληροφορήθηκα πως ήταν ο ίδιος ο Γιάννης Σπανός ο ελληνοϊταλός γελοιογράφος!! (Τώρα με το Διαδίκτυο κάποιος ειδικός στα Μέσα μπορεί να αναζητήσει στα ηλεκτρονικά αρχεία του ιταλικού Τύπου την περίοδο γύρω στα 1963-63 τα σκίτσα του).

Στο Παρίσι που βρέθηκε αργότερα, αφού εγκατέλειψε την σολιστική πιανιστική καριέρα (και έμεινε πάντα μαζί με τον Πλέσσα, τον Κατσαρό, τον Χατζηνάσιο μέγας πιανίστας στα τραγούδια τους), ασχολήθηκε με το τραγούδι, όπως την ίδια εποχή που είχε ανθήσει το «Νέο Κύμα» στον Γαλλικό Κινηματογράφο. Κανείς δεν έγραψε πως ο Σπανός μελοποίησε και 300 τραγούδια, στα γαλλικά, αλλά τα περισσότερα είχαν στίχους του μεγάλου αριστερού γάλλου ποιητή (Βραβείο Λένιν) Λουί Αραγκόν. Τραγούδια του Σπανού ως γνωστόν τραγούδησαν η Μπαρντό και η Ζυλιέτ Γκρεκό. Εδώ ας σταθώ λίγο. Ο Σπανός όταν γύρισε στην Ελλάδα – και τότε ο Πατσιφάς είχε ιδρύσει τη δισκογραφική εταιρεία «Λύρα» (εκτός από μουσικός παραγωγός ήταν συνιδιοκτήτης του εκδοτικού οίκου «Ικαρος» που εξέδιδε Σεφέρη, Ελύτη, Εγγονόπουλο, Εμπειρίκο κ.ά.) – είχε την ιδέα να δημιουργηθεί μια νέα αντίληψη για το τραγούδι ξεφεύγοντας από τη βαριά σκιά Χατζιδάκι – Θεοδωράκη που κατακυρίευαν την αγορά και τ’ αφτιά μας.

Ο Πατσιφάς αποδέχτηκε το σχέδιο και αποπειράθηκε να δημιουργήσει μέσω της «Λύρας» μια ομάδα νέων δημιουργών τραγουδιού.

Έτσι μέσω των παραγωγών του κάλεσε σε μια αίθουσα του Ινστιτούτου Γκαίτε, στην οδό Φειδίου τότε, νέους συνθέτες και στιχουργός που είχαν δώσει τα πρώτα τους δείγματα γραφής. Η μνήμη μου δεν τους θυμάται όλους, αλλά σίγουρα ήταν ο Σαββόπουλος, ο Μαρκόπουλος, ο Σπανός, ο Κοντογιώργης, ο Κουρουπός, ο Μαυρουδής, ο Κόκκοτος, ο Μούτσης, ο Γλέζος από τους συνθέτες και από τους στιχουργούς ο Παπαστεφάνου (στενός φίλος του Σπανού), ο Κωτούλας, ο Δασκαλόπουλος, ο Κακουλίδης, ο Ελευθερίου και εγώ. Ο Πατσιφάς μάς κάλεσε να δημιουργήσουμε το Νέο Ελληνικό Κύμα του τραγουδιού. Από την πρώτη στιγμή ο Σαββόπουλος και ο Μαρκόπουλος, ήδη προβεβλημένοι δημιουργοί, διεχώρησαν τη θέση τους και αρνήθηκαν να μπουν στην ομάδα που από την πρώτη στιγμή συμφωνήθηκε να υπάρχουν αισθητικά και ιδεολογικά φάλαρα.

Ο Σπανός μόλις είχε γράψει την «Αγάπη για το καλοκαίρι» με τον Παπαστεφάνου και τη μαθήτρια Λυκείου Καίτη Χωματά. Η αείμνηστη Καίτη είχε μείνει μετεξεταστέα στα Αρχαία Ελληνικά και της έκανα, δωρεάν εννοείται, μαθήματα στο σπίτι μου στη Βουλγαροκτόνου.

Παράλληλα ο Πατσιφάς ανακάλυψε μαζί με τη Χωματά και άλλα νέα ταλέντα τραγουδιστών, τον Γεωργίου, τον Βιολάρη, την Αρλέτα, τη Δουράκη, τον Ζωγράφο, την Αστεριάδη, τη Δαλάκου. Οι φίλοι που νεκρολόγησαν τον Σπανό, νεότεροι, αγνόησαν αυτή την περίοδο που κυριάρχησε στις μπουάτ, με τα χράμια και τα σκαμνάκια. Τότε έγραψα και εγώ. Είχε προηγηθεί ο Μαρκόπουλος σε στίχους μου που πρωτοτραγούδησαν ο Χατζής, η Βαλάκου.

Ήταν το 1965, η γενιά του 114, του Γεωργίου Παπανδρέου, όταν δημιουργήθηκε το Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης (Θεέ μου, πώς κατάντησε!). Πρόεδρος της επιτροπής ο Μάνος Χατζιδάκις. Ο Σπανός με στίχους δικούς μου διαγωνίστηκε με το τραγούδι «Μιλάς» με τη Χωματά. Τη νύχτα του διαγωνισμού η Χωματά (άπειρο κοριτσάκι) έπαθε τρακ και σταμάτησε δύο φορές…

Νίκησαν ο Αργύρης των μπουάτ και ο Μαυρουδής με τον Κακουλίδη. Αλλά το βράδυ στη δεξίωση με καλεσμένους συνθέτες, στιχουργούς, ορχήστρα και κριτές στην αίθουσα της έκθεσης κάποιοι έντονα ζήτησαν από τον Χατζιδάκι να παίξει κάτι στο πιάνο, δικό του προφανώς. Εκείνος, ο μέγας φιλονεϊστής, σηκώθηκε και είπε: Εγώ θα σας παίξω αυτό το τραγούδι που ψήφισα, και έπαιξε το «Μιλάς» του Σπανού με τους στίχους μου!

Ο Γιάννης έγραψε και άλλα τραγούδια δικά μου αλλά και κάποια άλλα που έχουν την ιστορία τους. Ο Σπανός έγραψε στη Γαλλία μελωδίες τραγουδιών και ο εκδότης του έβρισκε τους στιχουργούς. Εκτός βέβαια από την περίπτωση Αραγκόν. Ετσι γύρισε από το Παρίσι με τραγούδια που είχε μελοποιήσει με στίχους Γιώργου Σεφέρη. Ο Σεφέρης είπα ήδη ήταν εκδιδόμενος ποιητής στον «Ικαρο» που διηύθυναν ο ποιητής Νίκος Καρύδης, ο Μ. Πλωρίτης και ο Πατσιφάς. Ο Πατσιφάς πήγε μια μαγνητοταινία όπου ο Σπανός έπαιζε και τραγουδούσε επτά τραγούδια σε στίχους Σεφέρη. Ο μεγάλος και δύσκολος χαρακτήρας ποιητής του Νομπέλ απαγόρευσε να μελοποιηθούν οι στίχοι του. Προφανώς είχε δυσαρεστηθεί από τη μελοποίηση στίχων του από τον Μίκη Θεοδωράκη. Οχι βέβαια γιατί δεν του άρεσαν αλλά για τη λαϊκή απήχηση που είχαν. Ο Μίκης τον είχε συνοδέψει στην Πλάκα που σε κάθε γωνιά παιζόταν και ακουγόταν στα τρίστρατα «Το περιγιάλι το κρυφό»! Είπε λοιπόν στον Πατσιφά πως δεν θα ακούσει καν τα τραγούδια που είναι πιθανόν και να του αρέσουν αλλά είναι απόφασή του να αρνείται μελοποίηση στίχων του.

Απελπισμένος ο Σπανός με ορφανές πλέον μελωδίες ζήτησε από μένα να γράψω στίχους καινούργιους. Επρεπε να «πατήσω» πάνω στα μέτρα του Σεφέρη και να αποφύγω θέματα και ύφος του μεγάλου ποιητή. Ετσι γράφτηκαν οι «Αποδημίες» που τραγούδησε έξοχα η Χωματά. Αλλά το εξώφυλλο του δίσκου με φωτογραφία της Χωματά να σκεπάζεται το μισό της πρόσωπο από μια φράντζα μαλλιών έμοιαζε μακάβριο. Δεν περπάτησε εμπορικά ο δίσκος. Ακούστηκαν τραγούδια στο ραδιόφωνο («Μια φυσαρμόνικα το δειλινό»). Ενα τραγούδι που δεν περιλαμβάνει ο δίσκος, το έβδομο, το τραγούδησε ο Γεωργίου (πόσοι φευγάτοι, Θεέ μου: Σπανός, Χωματά, Γεωργίου, Γ. Ζωγράφος, Κωτούλας, Αρλέτα, Δασκαλόπουλος, Ελευθερίου…), «Ο σαλτιμπάγκος».

Το τραγούδι «Δέκα στρατιώτες» που είπε έξοχα η Αρλέτα, μόλις είχε αποφοιτήσει ζωγράφος από την Καλών Τεχνών, μεταφράστηκε πιστά στα γαλλικά και το τραγούδησε η Ζυλιέτ Γκρεκό. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί, ενώ ο μεταφραστής ήταν πιστός στο πρωτότυπο ποίημά μου έκανε τους στρατιώτες έξι (αφού οι Six Soldas έχουν τις ίδιες συλλαβές με το Dix Soldas).

Όταν πριν από χρόνια η ΕΡΤ έκανε ένα αφιέρωμα στα τραγούδια μου σε μια σειρά και με άλλους στιχουργούς, τα τραγούδια με μουσική του Γιάννη τα ηχογραφήσαμε στο στούντιό του στη γενέθλια πόλη του και στο πατρικό του στο Κιάτο.

Όταν γιορτάστηκαν τα ογδοντάχρονά του στην Κόρινθο ζήτησε να είμαι ο μόνος ομιλητής στην εκδήλωση όπου παίχτηκαν και τα σπουδαία του τραγούδια και τιμήθηκε από τον Δήμο.

Στο γιορταστικό δείπνο μετά την εκδήλωση ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε προσωπικά.

Θέλω να τελειώσω με μια από τις παραλείψεις των μεταθανάτιων κειμένων. Είχε γράψει τα διάσημα τραγούδια του παιδικού αριστουργήματος «Μορμόλης», τους στίχους είχε υπογράψει η Εύα Κυριαζή, ψευδώνυμό μου, όνομα της μητέρας μου και ένα αφιέρωμα στην κόρη μου Εύα που τότε, 1973, μέρες του Πολυτεχνείου, ετοιμαζόταν για το νηπιαγωγείο!

Ένα από τα τραγούδια του έργου τραγούδησε μια νέα φιλόλογος, Θεσσαλονικιά, ηθοποιός, η Τάνια Τσανακλίδου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας