Το ροκ το ελληνικό είναι ζεϊμπέκικο

2887
ροκ

Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή
έντρομε, άβουλε συ φασουλή
βρώμισες τ’ όνειρο και την ψυχή
άδειο πετσί χωρίς πνοή.

Τον  κυρ Παντελή του Πάνου Τζαβέλα  θυμήθηκε ο Αχιλλέας με όσα παρατηρούσε να συμβαίνουν γύρω του. Τον κυρ Παντελή της γειτονιάς του. Αλλιώς τον έλεγαν βέβαια, αλλά λίγη σημασία έχει. Έμοιαζε τόσο πολύ με τον κυρ Παντελή. Κάπου στη δεκαετία του 60. Ο Αχιλλέας πήγαινε στο Δημοτικό. Ο κυρ Παντελής, φρεσκοπαντρεμένος τότε, ζούσε σε ένα φτωχικό σπίτι με  δυο  δωμάτια και εξωτερική τουαλέτα. Φτωχικά δηλαδή όπως όλοι. Δούλευε τότε σε οικοδομές και συντηρούσε την τριμελή οικογένεια του, καθώς σύντομα απέκτησε και ένα γιο. Ο Αχιλλέας διέκρινε μια δυσπιστία και επιφυλακτικότητα από τους γείτονες και από την οικογένεια  του απέναντι στον κυρ Παντελή. Δεν ανοίγονταν, δεν έλεγαν και πολλά. Παράξενη του φαινόταν του Αχιλλέα αυτή η συμπεριφορά, γιατί ο κυρ Παντελής άνθρωπος της εκκλησίας ήταν, καταφερτζής, βολικός και κυρίως φιλικός με τον Αχιλλέα.

Αργότερα το κουβάρι άρχισε να ξετυλίγεται και ο Αχιλλέας να μπαίνει στο νόημα. Σιγά – σιγά. Του πήρε αρκετά χρόνια να καταλάβει, αλλά μάλλον πλησίασε σε απαντήσεις. Ο κυρ Παντελής κάποιες περιόδους έμενε άνεργος, αλλά παραδόξως δεν φαινόταν να στερείται τα απαραίτητα, όπως οι υπόλοιποι στη γειτονιά. Μια Κυριακή ο Αχιλλέας τον είδε στο γήπεδο να χαριεντίζεται με τον διοικητή της Ασφάλειας της περιοχής. Σαν φιλαράκια έδειχναν. Και αργότερα, όταν στη γειτονιά έτρεχαν να σωθούν με τις πυτζάμες, την επάρατη εκείνη νύχτα που καταλύθηκε η Δημοκρατία, ο κυρ Παντελής μιλούσε ή ψιθύριζε κάτι για επανάσταση. Λίγες μέρες μετά διορίστηκε σε κάποιο Υπουργείο, κλητήρας, γιατί οι γραμματικές του γνώσεις ήταν του Δημοτικού και ίσως παρακάτω. Από τη θέση αυτή έλυνε και έδενε. Εξουσία, ο κυρ Παντελής. Οι μετοχές του αυξήθηκαν. Στη γειτονιά έγιναν ακόμα πιο επιφυλακτικοί. Ο Αχιλλέας  τώρα διέκρινε και φόβο.

Ο Αχιλλέας το έζησε στο πετσί του.  Στο διάβα του προς το Πολυτεχνείο με άλλους συμμαθητές του άκουγε τις φωνές που τους έλεγαν αλήτες. Δεχθήκανε και τις επιθέσεις και τον χλευασμό των παροικούντων «νοικοκύρηδων.» Μεταξύ αυτών και ο κυρ Παντελής.  Aυτοί που από τη γέννα τους ήταν τελειωμένοι.   Έχουν μάθει να σκύβουν το κεφάλι. Και όχι μόνο. Κάποιες φορές ο κυρ Παντελής έδινε και συμβουλές στον Αχιλλέα. Να μην ανακατεύεται και τέτοια. Τώρα που τα σκέφτεται ο Αχιλλέας μπορεί να τα βαφτίσει και μαθήματα υποτέλειας, ξεπουλήματος και αναξιοπρέπειας και εξαιρετικής προσαρμογής στις υποδείξεις και στις καταστάσεις. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια και περισσή λαμογιά.

Ξαφνικά όλα άλλαξαν ή μάλλον έτσι φάνηκε στα μάτια του Αχιλλέα. «Τι στο καλό αναρωτιόταν; Πόσα πρόσωπα έχει ο Ιανός;» Ο κυρ Παντελής που εφτά χρόνια καλοπερνούσε, διορίστηκε σε δουλειά, είχε εξουσία, ζούσε σε καλύτερο σπίτι, ο γιος του διέφερε από τα άλλα παιδιά της γειτονιάς αποδείχτηκε  αχάριστος. Δάγκωσε το χέρι που τον τάιζε τόσα χρόνια. Κατακαλόκαιρο, Ιούλιο μήνα, τι του ήρθε ξαφνικά; Βγήκε με σημαία στους δρόμους κραυγάζοντας «Δώστε τη χούντα στο λαό». Στη γειτονιά κυκλοφορούσε με την «βραδυνή» που είχε το πρωτοσέλιδο με τον τεράστιο τίτλο «ΕΡΧΕΤΑΙ» και στο καφενείο το έπαιζε αντιχουντικός, μέχρι και αντιστασιακός. Έλεγε ιστορίες για την αντίσταση στην Χούντα μπροστά στους εμβρόντητους θαμώνες στο καφενείο. Ενσωματώθηκε. Προωθήθηκε στη δουλειά στο Υπουργείο και πήρε αργότερα  και σύνταξη αντιστασιακού.

Στο μεταξύ οι δουλειές του αυγάτιζαν. Κάτι πλαστογραφίες από τη μια, κάτι μαγειρέματα από την άλλη, κάτι το κοινωνικό κράτος, κάτι οι διασυνδέσεις του με τα κυβερνητικά στελέχη, κάτι η αντιστασιακή του δράση!!!, κάτι οικόπεδα μπιτ παρά και να σου ο κυρ Παντελής με εργολαβική δραστηριότητα. Άλλαξε και εμφάνιση ο κυρ Παντελής, κουστουμάτος, άλλαξε και συνοικία, στο Παγκράτι,  διαμέρισμα αγόρασε…. με τα κουμμούνια της Καισαριανής δυσκολευόταν, δεν ήταν εξαγοράσιμα, ήξεραν και πράγματα. Εξάλλου και η κοινωνική του θέση, δεν επέτρεπε να κατοικεί με τη φτωχολογιά. Και ο γιος του ο Στέφανος μεγαλώνοντας έμοιαζε με τον πατέρα του. Σε ιδιωτικό σχολείο πλέον. Άλλαξε και το μεταχειρισμένο αυτοκίνητο και αγόρασε καινούριο, γερμανικό. Καυχιόταν ότι το αγόρασε και φτηνό , γιατί ξεγέλασε τους τελώνες στην Ελλάδα και δεν πλήρωσε δασμούς. Από τη Γερμανία κατευθείαν.

Στο καφενείο της γειτονιάς, που κατά διαστήματα ερχόταν, πουλούσε μούρη και εκδουλεύσεις. Έταζε διορισμούς. Δικοί του οι Υπουργοί έλεγε. «Μόλις πάρεις πτυχίο Αχιλλέα σε μένα να έρθεις..Μην διστάσεις. Την καλύτερη θέση» είχε πει κάποια στιγμή στον Αχιλλέα. «Είσαι έξυπνο παιδί, θα προκόψεις. Το συμφέρον σου να κοιτάς. Άσε τις διαδηλώσεις και αυτά τα σοσιαλιστικά. Αυτά είναι για τους τεμπέληδες…» έλεγε και εξαγρίωνε τον Αχιλλέα που δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. «Τόσο θράσος ;» Αναρωτιόταν.

Ακραιφνής Καραμανλικός ο κυρ Παντελής. Ο εθνάρχης πρώτη μούρη στο γραφείο του. Είχε και γραφείο ο κυρ Παντελής. Πως αλλιώς; Που θα δεχόταν τους εκλεκτούς φίλους του και κάτι λιμασμένες κυρίες της αριστοκρατίας; Τρομάρα τους και τρομάρα του που θα έλεγε και ο μακαρίτης ο πατέρας του Αχιλλέα, ο οποίος δεν συμπαθούσε και ιδιαίτερα τον κυρ Παντελή. «κυρ Φώτη έλα παρέα μας για ένα κρασάκι» τον καλούσε ο κυρ Παντελής, όταν τον έβλεπε να γυρίζει σπίτι από τη δουλειά. «άσε άλλη φορά Παντελή, είμαι κουρασμένος από τη δουλειά» του απαντούσε και τον απέφευγε. Κάτι βέβαια καταλάβαινε ο κυρ Παντελής, γιατί χαζός δεν ήταν, αλλά έκανε το κορόϊδο. Εξάλλου δεν τον έπαιρνε και πολύ να ψάξει τα πράγματα. Ζημιωμένος θα έβγαινε. Κουβέντα στην κουβέντα μπορεί να έβγαιναν δυσάρεστα πράγματα.

Καλά τα πήγαινε με τον καραμανλισμό ο κυρ Παντελής, όπως και με το προηγούμενο καθεστώς. Γνώρισε «σημαντικούς» ανθρώπους, έκανε κολεγιές με διάφορους παρατρεχάμενους στα πολιτικά γραφεία, έκανε χρήση των προνομίων του τύπου «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», άρχισε να χρησιμοποιεί το ρε για τους «παρακατιανούς», να μοιάζει όλο και περισσότερο με του ψευτόμαγκες που το παίζουν νταήδες στα σχολεία απέναντι μόνο σε αδύναμους, με τα  αφεντικά που ξεσπούν στους εργαζόμενους, με τους βαρβάτους  συζύγους που δέρνουν τις γυναίκες τους και  κακοποιούν τα παιδιά τους, με τους νεόκοπους μπάτσους που το παίζουν καουμπόϋδες  και κάτι ανάλογα.  Ο αγράμματος κυρ Παντελής έγινε ξερόλας, τον αποσπάσανε και σε υπουργικό γραφείο, για δουλειές του ποδαριού βέβαια, αλλά εκείνος θεωρούσε τον εαυτό του Υπουργό και βάλε και, κυρίως, έβγαζε χρήμα. Πώς; Είχε τους τρόπους του. Στους συνομιλητές του έλεγε ακριβώς αυτά που ήθελαν να ακούσουν. Αντιστασιακός με τους αριστερούς, αντικομμουνιστής με τους δεξιούς, και παπάς και ζευγάς. Έτσι βολεύτηκε. Ένας κολλητός του Υπουργού τον διευκόλυνε με τις διαδικασίες στην Πολεοδομία,  κάτι μαγειρέψανε με ένα οικόπεδο, κάτι άδειες πλαστογραφήσανε και με μια αντιπαροχή βρέθηκε με διαμερίσματα στην κατοχή του, τα οποία νοίκιαζε και είχε ένα καλό εισόδημα. Και αυτό ήταν μόνον η αρχή.

Στο τέλος της δεκαετίας του ’70, όμως, φαινόταν να αλλάζουν τα πράγματα. Ο ήλιος του ΠΑΣΟΚ πρόβαλε όλο και πιο έντονος. Ο καραμανλισμός υποχωρούσε και το διάχυτο αίτημα για αλλαγή κυριαρχούσε.  Τα πάντα φαινόταν να αλλάζουν, ο κύριος με το ζιβάγκο, μια χαρισματική προσωπικότητα, να κυριαρχεί στην πολιτική ζωή του τόπου και η Ελλάδα να μπαίνει σε νέα εποχή, στην εποχή της αναμέτρησης του «φωτός με το σκοτάδι».   Ο  κυρ Παντελής είχε ήδη εγκαταλείψει την Βραδυνή και άρχισε να κυκλοφορεί με εφημερίδες που πρόβαλαν τον πράσινο ήλιο. Στο καφενείο άρχισε πάλι να μιλάει για την αντίσταση στη χούντα.    Ακόμα και στον Αχιλλέα τολμούσε να μιλήσει για αντίσταση. «Ήσουν μικρός τότε» του έλεγε, «περάσαμε δύσκολες μέρες. Και ποια ήταν η αμοιβή μας; Για την πατρίδα και για τη δημοκρατία το κάναμε. Δεν λουφάξαμε εμείς Αχιλλέα. Μπήκαμε μπροστά και πληρώσαμε. Και τώρα βγαίνουν κάποιοι εκ του ασφαλούς και μιλούν για αντίσταση και μας βγάζουν γλώσσα. Κατάλαβες… σηκώθηκαν τα πόδια να δείρουν το κεφάλι.» Ο Αχιλλέας τον παρακολουθούσε με ένα ειρωνικό μειδίαμα: «άλλα λέγονται και ακούγονται» είπε. «Μην ακούς κανέναν. Ο κόσμος είναι κακός και αχάριστος. Δεν είναι όλοι σαν και μένα και σένα. Τώρα όλοι πρέπει να παλέψουμε για την αλλαγή, για τον σοσιαλισμό.» Ο Αχιλλέας δεν ήθελε καμία κουβέντα μαζί του. Σχεδόν τον σιχαινόταν. «Τελικά τι είναι ηθικό, τι είναι έντιμο, το ορίζουν οι νικητές;» αναρωτήθηκε «και ποιοι είναι οι νικητές; Είναι αυτό το ανθρωποειδές νικητής; Ίσως..»

Στο μυαλό του έφερε τον ντοστογιεφσκικό ηλίθιο, τον Ντίμα. Ζει στη μετακομμουνιστική νεοφιλελεύθερη Ρωσία του Πούτιν. Είναι υδραυλικός και εργάζεται για τον δήμο, ενώ στον ελεύθερο χρόνο του διαβάζει για να πάρει πτυχίο πολιτικού μηχανικού. Ένα βράδυ τον καλούν να διορθώσει ένα υδραυλικό πρόβλημα σε μία εννιαόροφη πολυκατοικία “του λαού”. Αυτές είναι τεράστιες κατασκευές που ανήκουν στον δήμο και τις κατοικούν εξαθλιωμένοι του λούμπεν προλεταριάτου. Ο Ντίμα ανακαλύπτει ότι η πολυκατοικία είναι έτοιμη να καταρρεύσει και να γίνει ο τάφος για τους 800 ενοίκους της. Συγκλονισμένος, και παραβλέποντας τις νουθεσίες της μάνας του, τις φωνές της γυναίκας του, τρέχει μες στα μεσάνυχτα να βρει τη δήμαρχο. Εκεί ανακαλύπτει ότι κάθε αιρετός και κάθε διευθυντής και κάθε υπάλληλος είναι διεφθαρμένος. Όλοι έχουν κλέψει χρήματα, και κάποια απ’ αυτά έπρεπε να δοθούν για την ανακαίνιση-υποστήλωση της πολυκατοικίας. Οι “επενδυτές”, η νεοφιλεύθερη οικονομία, εξουσιάζουν την κρατική με μίζες και απειλές. Η πυροσβεστική, η πολεοδομία, η αστυνομία, όλοι εξαρτώνται απ’ το μαύρο χρήμα. Ο μόνος έντιμος άνθρωπος ανάμεσα τους είναι ο Ντίμα. Και διαρκώς τον αποκαλούν “ηλίθιο”. Τελικά η δήμαρχος ξεφορτώνεται όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη διαφθορά της, καθώς και δύο διευθυντές που ήξεραν πολλά. Κι αφήνει την πολυκατοικία, τους 800 ενοίκους, στη μοίρα τους. Ο Ντίμα, ως έντιμος που είναι, αποφασίζει να πάει μόνος του να τους σώσει. Χτυπάει όλα τα κουδούνια, ανεβαίνει όλους τους ορόφους, βγάζει τους ανθρώπους έξω. Κι εκείνοι, στο τέλος πέφτουν πάνω στον αυτόκλητο σωτήρα, τον σκοτώνουν στο ξύλο κι επιστρέφουν στην πολυκατοικία τους.

Ο κυρ Παντελής στον κόσμο αυτόν ανήκει. ΠΑΣΟΚ πλέον ο δικός μας άνθρωπος και πάλι μέσα στα κόλπα…. για τα καλά τώρα, μαζί με τον κανακάρη του που τον έχει κάνει ίδιο με αυτόν. Τον έστειλε στο εξωτερικό να σπουδάσει σε αυτά δηλαδή τα υποτιθέμενα πανεπιστήμια με μαϊμού διπλώματα. Αρκεί να πληρώσεις. Και ο κυρ Παντελής είχε τον τρόπο του. Άλλαξε και αυτοκίνητο και αγόρασε ένα μουράτο της εποχής, μία 318 BMW, με καθίσματα από δερματίνη, χαμηλωμένη. Τα λεφτά έρχονταν μόνα τους από τότε που οργανώθηκε στο κόμμα. Πήρε και τη σύνταξη του αντιστασιακού για να συμπληρώσει τα «πενιχρά» του εισοδήματα και να μπορέσει να σπουδάσει τον κανακάρη του και στην υγειά των κοροϊδων. Χώθηκε και σε κάτι επιτροπές και συμπλήρωνε το ταπεινό του βαλάντιο με τα πακέτα που ερχόταν από την Ευρώπη. Πακέτα Ντελόρ. Μεσογειακά Προγράμματα. Επιδοτήσεις. Λεφτά, πολλά λεφτά. Καλοδεχούμενα τώρα για το «σοσιαλιστικό» καθεστώς. Κανείς πλέον δεν αναφερόταν στο χθεσινό σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο». Ιδεοληψίες κάποιων κολλημένων αριστερών τα θεωρούσε ο κυρ Παντελής που είχε αρχίσει να γίνεται τώρα και θεωρητικός του μαρξισμού!!!

Ο κυρ Παντελής, πενηντάρης περίπου στη δεκαετία του ’80, κυκλοφορούσε ως περιζήτητος γκόμενος. Ο γιος του στο εξωτερικό έκανε πως σπούδαζε και γλεντούσε με τα χρήματα του πατέρα του, δηλαδή του ηλίθιου λαού που έμοιαζε με τον Ντίμα.  Ο κυρ Παντελής την γυναίκα του την παραμύθιαζε με κάτι δήθεν κομματικές ή συνδικαλιστικές συγκεντρώσεις και εκείνος έκανε παιχνίδι. Με το πακέτο Μάλμπορο να εξέχει από την κωλότσεπη, τα κλειδιά της μπέμπας σε ρόλο κομπολογιού, το μαλλί μπούκλα μπριγιαντομένο, από μποζούκια σε μπουζούκια. Παραλιακή, σκυλάδικο, πρώτο τραπέζι, άσπρη κάλτσα, καφέ λουστρίνι εισαγωγής, ΛεΠα, Χριστοδουλόπουλος, Ρ. Σακελλαρίου, Άντζελα Δημητρίου, Κατερίνα Στανίση, Αντύπας, ουίσκι και σαμπάνια μαζί, πιάτα και γαρύφαλλα, γκόμενες να κωλοτρίβονται στις γραβάτες, τσιφτετέλια στην πίστα με το χέρι στον αέρα να μοστράρει το μακρύ νύχι του μικρού δαχτύλου με το δαχτυλίδι. Παχύς χρυσός, με πράσινη πέτρα επάνω.

Και το απαραίτητο ζεϊμπέκικο. Όχι αυτό της ψυχής, όχι το εσώτερο της καρδιάς, όχι αυτό που μετράς τα βήματα σου στη ζωή… όχι αυτό. Το άλλο, το ψεύτικο, το υποκριτικό. Εξάλλου το ζεϊμπέκικο είναι χορός μοναχικός, με οδύνη, με εσωτερικότητα. Εκείνος που χορεύει δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον, δεν τον νοιάζει αν τον κοιτούν ή αν περιεργάζονται τις κινήσεις του. Ανοίγει τα χέρια και ρίχνει τις στροφές του για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον «τρώνε». Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει, για πάρτη του χορεύει. Συμπάσχει με τον στίχο, γι’ αυτό και επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει. Εξάλλου, όπως και ο δικός μας Κώστας Τουρνάς τραγουδάει με τον Δημήτρη Μητροπάνο  το ροκ το ελληνικό είναι ζεϊμπέκικο, το χορεύεις σταυρωμένος στο κενό, δική μας σκάλα για δικό μας ουρανό.

Δεν μιλάμε για αυτό το ζεϊμπέκικο. Μιλάμε για το άλλο. Αυτό που λειτουργεί ως τεκμήριο λαϊκότητας των εραστών της κυβερνητικής και κομματικής εξουσίας και αποτελούσε ανέκαθεν αναπόσπαστο κομμάτι της τέχνης του «πολιτεύεσθαι» με μάγκικες γυροβολιές και αποθεωτικά παλαμάκια ,ώστε το τελικό επικοινωνιακό αποτέλεσμα να έχει θετικό πρόσημο για τον εκάστοτε χορευτή… Αρχηγό, υπουργό ,βουλευτή ,πολιτευτή. «Η ζωή εδώ τελειώνει», το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας». «Αυτός ο άνθρωπος αυτός» «Είμαι αητός χωρίς φτερά »  το «Πάλιωσε το σακάκι μου» και άλλα έχουν σκυλευτεί στον παραπάνω σκοπό. Σε αυτό το ζεϊμπέκικο είχε ειδικευτεί και ο κυρ Παντελής για να μοιάζει με τα αφεντικά του. Ως γνωστό ο Ανδρέας Παπανδρέου υπήρξε ο αυθεντικός πρόδρομος της πολιτικής μόδας του ζεϊμπέκικου.  Ο Ανδρέας Παπανδρέου, φέρνοντας το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και τον «λαό στην εξουσία», χορεύοντας για χάρη του ζεϊμπέκικο, άνοιξε ολόκληρη πολιτισμική σχολή και τα ψυχαγωγικά νυχτοπερπατήματά του έγιναν πρότυπο για τους πολιτικούς του απογόνους.

Και ο πατέρας του Αχιλλέα ακόμα στη βιοπάλη. Και ο Αχιλλέας έχανε σπουδαία υποτροφία στην Αμερική για λίγα χρήματα. Αντίθετα ο γιος του κυρ Παντελή, ο Στέφανος,  γλέντησε με τα λεφτά του πατέρα του στην Αμερική, γνώρισε καλά τα κλαμπ και τα καφέ της περιοχής, τις γυναίκες, τα πάρτυ, τις εκδρομές, ακόμα, ακόμα και αμερικάνικο ποδόσφαιρο και, στο τέλος,  πήρε και ένα βαρύ – βαρύ πτυχίο. Έτσι και αλλιώς ο γιος ήταν άξιο τέκνο του κυρ Παντελή. Από το Λύκειο φαινόταν. Μπλέχθηκε με το 15μελές, έβγαζε χρήματα από τις μίζες στις εκδρομές, στήνοντας την κατάσταση ανάμεσα στα πρακτορεία και τους καθηγητές. Ο κυρ Παντελής φιλοδοξούσε βέβαια να τον πάει στα μεγάλα ιδιωτικά σχολεία, που γνωρίζεις και κάποιους ανθρώπους της προκοπής!!!, αλλά δεν του βγήκε. Του έβαζαν δύσκολα, επιδόσεις σε μαθήματα  και κάτι τέτοιες ανοησίες. Ο Στέφανος δεν τα πήγαινε καλά με αυτά. Δεν το είχε αυτό που λέμε «τα αγαθά κόποις κτώνται». Εξάλλου ποιος θα του το μάθαινε; Ποια ζωή θα του το έδειχνε; Κάποτε ξεπέρασε και το όριο των απουσιών κατά πολύ, αλλά με λίγο λαδάκι λύθηκε και αυτό.

Επέστρεψε, λοιπόν, ο σπουδαγμένος στο εξωτερικό γιος. Ο κυρ Παντελής κοκορευόταν στο καφενείο και έλεγε κάτι για οικονομικές σπουδές, κάτι για μάρκετιγκ, κάτι τέτοια που ήταν της μόδας τότε και έκαναν εντύπωση. Μόνον τα Αγγλικά του Στέφανου δεν βελτιώθηκαν. Τι σημασία έχει; Ποιος τα μετράει αυτά;

Η ζωή, η αντίθετη τα μετράει. Ο Αχιλλέας τα μετρούσε. Τότε που τέλειωσε το ελληνικό Πανεπιστήμιο και  ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό, σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Τις προϋποθέσεις τις είχε όλες, εκτός από μία, την οικονομική, την αγοραστική, δηλαδή, δύναμη να αγοράσει το όνειρο. Πανάκριβο για τα δικά του δεδομένα.  Δεν το έβαλε, όμως, κάτω. Σπανίως υποχωρούσε. Θα έκανε πραγματικότητα το όνειρο του, παλεύοντας με άλλους τρόπους. Και το έκανε:  Υποτροφία στην Αμερική για διδακτορικό. Πολλοί υποψήφιοι. «Που πας ρε Αχιλλέα; Σφαγή γίνεται. Τσάμπα κόπο θα κάνεις. Μια υποτροφία δίνουν και είναι εβδομήντα υποψήφιοι. Άσε να βρεις καλύτερη ευκαιρία.» του έλεγαν οι φίλοι του και οι καθηγητές του, εκτός από έναν που ταίριαζε με τον Αχιλλέα στον χαρακτήρα: «Αφού είσαι αποφασισμένος να την δώσεις την μάχη αγόρι μου. Γιατί όχι; Είναι καλύτεροι από σένα οι άλλοι;» και η αγράμματη μανούλα του από κοντά: «Το ξέρω αγόρι μου, το ξέρω. Εσύ θα είσαι ο νικητής. Και με στενοχωρεί πολύ αυτό. Εκεί στη μακρινή ξενιτιά μόνος σου. Θα μου λείψεις πολύ. Αν είναι, όμως, για το καλό σου….»  Έδωσε τη μάχη και την κέρδισε.

Ο Αχιλλέας, όμως, είχε λογαριάσει χωρίς τον ξενοδόχο. Ο ξενοδόχος στην προκειμένη περίπτωση ήταν το χρήμα, η αγοραστική δύναμη που λέμε. Το ταξίδι διακόπηκε απότομα. Έπεσε ένα μαύρο σύννεφο στο όνειρο. Γιατί ρε φίλε; Κάποιες λεπτομέρειες για άλλους….. ήταν βουνό για τον Αχιλλέα. Βουνό ήταν τα «έξτρα έξοδα», όπως τα ονόμασαν για να χρυσώσουν το χάπι. Μαζί με το κόστος των εισιτηρίων που δεν ήταν αμελητέο, συμπεριλήφθηκε στους υπολογισμούς, και το κόστος των πρώτων έξι μηνών, όπου ήταν αναγκαίο, ποτέ δεν κατάλαβε γιατί, για κάποιες διαδικασίες που είχαν να κάνουν με την προσωπικότητα του υποψήφιου διδάκτορα είπαν. Ναι μεν πήρες κύριε την υποτροφία, αλλά πρέπει να σε γνωρίσουμε από κοντά, να διαπιστώσουμε τι ακριβώς τύπος είσαι….. Και  μέχρι να σε γνωρίσουμε και να σε αποδεχθούμε θα πρέπει να πληρώνεις!!!

«Τι να κάνω; Να πάω να δανειστώ; Και ποιος θα με δανείσει; Και αν βρεθεί κάποιος πως θα τον ξεπληρώσω;» Τα ερωτήματα του πατέρα του. «Όχι πατέρα να μην δανειστείς, δεν χρειάζεται. Δεν θα πεθάνουμε κιόλας για μια υποτροφία!!» Απαντούσε ο Αχιλλέας που έθαβε ένα όνειρο, που λίγο πριν νόμισε ότι το ζούσε. «Όχι πατέρα, τελείωσε το ζήτημα. Είναι αρκετά τα λεφτά. Θα βρω άλλη ευκαιρία.»

Πάλι το ίδιο λάθος. Ο Αχιλλέας συνόψισε  το όνειρο σε ότι χωρούσε στην αγοραστική του δύναμη. Ποιος περίμενε ότι η ζωή θα του  ζητούσε το λόγο τόσο νωρίς; Τότε διάβαζε  τους θεωρητικούς για την πάλη των τάξεων, για την κοινωνική ανισότητα για τις ίσες ευκαιρίες, αλλά δεν ήξερε ότι έπρεπε να κάνει  προσομοίωση στον εαυτό του. Δεν πίστευε  ότι πρέπει να βγάλει  φωτιά απ’ τις λέξεις, ότι πρέπει να περπατήσει  ξανά και ξανά μαζί σε χαμένες απεργίες, ότι πρέπει να ηττηθεί όπως οι άλλοι, αυτοί που κάποτε θαύμαζε.

Ο Στέφανος μετά τις σπουδές!!! γύρισε στην Ελλάδα. Ο κυρ Παντελής είχε όλες τις άκρες για την σταδιοδρομία του κανακάρη του. Αφού αγόρασε ένα πτυχίο χωρίς κανένα πραγματικό αντίκρισμα, πλάσαρε το γιο του στην αγορά ως επιστήμονα. Του άνοιξε ένα διαφημιστικό γραφείο με κάτι μαϊμού επιδοτήσεις και άρχισε το αλισβερίσι με το κράτος. Βιομηχανία δημοσίων έργων: διαφημιστικά φυλλάδια, εκθέσεις, τουριστική προβολή, εκλογική προβολή βουλευτών, δημάρχων και παρατρεχάμενων και ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου περνούσε από τον επιστήμονα Στέφανο, χωρίς ο ίδιος να καταλαβαίνει πλήρως το αλισβερίσι. Τα λεφτά, όμως, ήταν αρκετά και πολλαπλασιάστηκαν με την ελεύθερη τηλεόραση. Τα πάντα με διαγωνισμούς και διαφάνεια!!! Και καθόλου μαύρο χρήμα!!! Έτσι υποστήριζε ο κυρ Παντελής. Αν δεν το πίστευαν κάποιοι, πρόβλημα τους. Εξάλλου  η  πιο κερδοφόρα δουλειά στην Ελλάδα έγινε ο αέρας. Ήταν η δεκαετία του κοπανιστού αέρα που έλεγε και ο πατέρας του Αχιλλέα.

Και η δεκαετία του κοπανιστού αέρα έκλεινε με τον καλύτερο τρόπο, το Χρηματιστήριο, τον θρίαμβο, δηλαδή, των κάθε είδους λαμογίων, αλλά και την απάτη του αιώνα, που την πλήρωσαν τα συνήθη θύματα, χάνοντας τις αποταμιεύσεις χρόνων και ιδρώτα.  Χρυσοπληρωμένοι αεριτζήδες, πετυχημένοι και κονομημένοι. Έτσι και ο Στέφανος. Κυκλοφορούσε με κατάμαυρη καγιέν, με φυμέ τζάμια. Σαν τους μεγαλοεφοπλιστάδες. Εντωμεταξύ ο κυρ Παντελής έφτιαξε και οφ-σορ εταιρεία και τοποθετούσε εκεί διαμερίσματα και αυτοκίνητα και το καγιέν…. όλα εταιρικά δηλαδή. Ο Στέφανος συνέχισε την παράδοση του πατέρα του, πουλώντας αέρα κοπανιστό και παραμυθιάζοντας τις γκόμενες που τις κυκλοφορούσε στα μπουζούκια ότι και χρήμα είχε και εξουσία, καθώς είχε άκρες στην κυβέρνηση. Προσφέρθηκε μάλιστα κάποια φορά να βοηθήσει και τον Αχιλλέα. «Έχεις προσόντα» του αναγνώρισε!!! «Θα μιλήσω να πάρεις θέση στο Πανεπιστήμιο». Μεγάλες άκρες ο Στέφανος. Ο Αχιλλέας μετά βίας τον άκουγε. Σπανίως βέβαια όταν τυχαία τον συναντούσε και δεν μπορούσε να τον αποφύγει.  Η όψη του είχε τη μορφή του ψέματος  και της παρακμής.

Το σουλούπι του λάβαινε σιγά – σιγά την μορφή του κυρ Παντελή, ο οποίος φρόντισε να βγάλει γρήγορα – γρήγορα μια σύνταξη, ούτε πενήντα δεν ήταν, με διάφορα πλαστά παραστατικά εργασίας από την Ελλάδα και το εξωτερικό και να αφοσιωθεί σε άλλες υποτιθέμενες εργασίες και επιτροπές. Συνέχιζε να τραβάει χρήματα από διάφορες επιτροπές που τον τοποθετούσε το κόμμα, ακόμα – ακόμα και σύμβουλο τον έκανε. Και αυτός συνέχιζε τη μεγάλη ζωή. Κοσμικά κέντρα, αστακομακαρονάδες, κρουαζιέρες με κότερα, ξενοδοχεία με πισίνα και  τζακούζι και εμφανίσεις σε κοσμικές εκδηλώσεις με Υπουργούς και πολιτευτάδες. Χρυσές εποχές…. Καλοκαίρι Μύκονο και χειμώνα Αράχωβα και ενδιάμεσα κολωνάκι.. και τα χρήματα με τα τσουβάλια στην Ελβετία. Να είναι ασφαλισμένοι μην γίνει καμία στραβή. Εξάλλου το κόλπο του χρηματιστηρίου τούς άφησε πολλά κέρδη.

«Ρε Αχιλλέα σε περίπτερο συνεδριάζετε;» σάρκαζε ο μεγάλος κομματάρχης του πράσινου ήλιου, του ΛΕΠΑ και του σκυλάδικου της παραλιακής. «Αγόρι μου σε λάθος δρόμο είσαι, κουλτουριάρηδες και πειναλέοι». «πόσο ακόμα θα σηκώνεις αυτό το τελειωμένο λάβαρο;»   Πατέρας και γιος κοκορευόταν για την πορεία τους. Σοσιαλιστές, αγωνιστές και προοδευτικοί το έπαιζαν. Αλλοίμονο. Τόσα χρήματα, τέτοια ζωή. Και το ένα φαγοπότι ερχόταν μετά το άλλο.

2004 το νέο φαγοπότι. Ολυμπιακοί αγώνες στην Αθήνα. Σαν κοράκια έπεσαν σε ένα αθλητικό γεγονός. Αρμέγανε από παντού, ήταν πια κολλητοί με τους πάντες και διαχειρίζονταν μίζες και λάδια. Σι Φορ Άϊ, Αντίρρια και Ολυμπιακά Έργα, κατασκευές, ό,τι μπορεί και δεν μπορεί να φανταστεί κανείς. Η ολυμπιακή φλόγα έφερε πολύ χρήμα. Ρόλεξ, καγιέν και χρυσές αλυσίδες η οικογένεια… στα μέσα και στα έξω. Αυτοί συνεδρίαζαν πλέον στα σαλόνια και στις παναγίες των Παρισίων έκαναν γάμους. Απίστευτη χλιδή, απίστευτος πλούτος και πάντα αέρας κοπανιστός. «Θα κανονίσω να πάρεις το μεγάλο έργο με ανάθεση. Έτσι και αλλιώς υπάρχει σκόπιμη καθυστέρηση για να δοθούν τα έργα αναγκαστικά με ανάθεση» Τέτοιες κουβέντες κυκλοφορούσαν. Και ο κυρ Παντελής με τον Στέφανο πάντα μέσα.

Πέρασαν  τα χρόνια. Ήρθε η κρίση. Η κοινωνία κατέρρεε. Στις δύσκολες αυτές περιόδους των μνημονίων πλήθυνε το κακό, που ήτανε πάντα πολύ, μεγάλωσε η αθλιότητα των απαθλιωμένων ανθρώπων. Ο εργάτης, ο φτωχός αγρότης, ο μικροεπαγγελματίας, ο υπάλληλος, ο νέος επιστήμονας, ο συνταξιούχος ζούνε μέσα σε μια αδιάκοπη αγωνία, στην ανασφάλεια για το αύριο. Από τη μια βλέπουνε το πενιχρό τους μεροδούλι να γίνεται κάθε μέρα λιγότερο , τη στιγμή που όλα ακριβαίνουν, ή βλέπουνε τα λιγοστά προϊόντα του μόχθου τους να μένουν απούλητα ή να πουλιούνται σε τιμές εξευτελιστικές. Από την άλλη, κάθε μέρα κρούει την πόρτα τους το σκιάχτρο της αναδουλιάς με τη συντρόφισσά της , την πείνα.

Το κόμμα που συνεδρίαζε σε περίπτερο η τηλεφωνικό θάλαμο δυνάμωνε.  Άρχιζε να τραβάει τα βλέμματα. Κόσμος και κοσμάκης στην μετακίνηση. Κάποιοι κατέφυγαν εκεί, αφού κατέστρεψαν το σπίτι τους, κάποιοι άλλοι έκαναν τη δουλειά που ήξεραν καλά και κάποιοι παραμερίστηκαν. Ο Αχιλλέας συνέχιζε να πιστεύει στην τιμή και στην αξιοπρέπεια. Συνέχιζε να πιστεύει  ότι δεν πουλιούνται και αγοράζονται τα πάντα.  Συνέχιζε παρά  τα χτυπήματα… ψυχικά και σωματικά. Κάποιους θύτες αργότερα τους είδε μπροστά του  να παριστάνουν τα θύματα… να καρπούνται αυτά που χλεύαζαν… να κοκορεύονται σε αυτούς που έβριζαν. Είναι ακόμα μπροστά του  αυτοί οι εφιάλτες. Τους βλέπει  να βγάζουν λόγους στις τηλεοράσεις. Το αίσθημα της ηθικής υπεροχής στη μεγάλη αυτή πορεία του διαπερνούσε την αριστερή του  συνείδηση για να γονιμοποιήσει τον αγώνα, που χωρίς αυτό θα παρέμενε ισοβίως άνοστος, ισοβίως άγονος, ισοβίως δέσμιος των δυσμενών συσχετισμών.

Δυνάμωνε το κόμμα και τους  καλούσε η Ιστορία να δεθούμε στο κατάρτι της συνείδησης μας, της αξιοπρέπειας μας σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα. Να μην παρασυρθούμε από τις σειρήνες του ατομικισμού και του ωφελιμισμού.  Εξάλλου,  η ιστορία το έχει αποδείξει:  Πολλές φορές ο «ρεαλισμός» και ο «ορθολογισμός» αποδείχτηκαν τα δίδυμα αδελφάκια του φόβου για τη ζωή και  της δειλής επιβίωσης. Και ξαφνικά ο Αχιλλέας έγινε βαρίδι. Πότε; Όταν είχε το θράσος να διαφωνήσει με κάποιες επιλογές. Όταν δεν μπορούσε να δεχθεί ότι πολλά από όσα λέγανε ήταν εξωπραγματικά, ότι τόσα πολλά χρόνια, μια ολόκληρη ζωή, είχανε κατασκευάσει μια χίμαιρα. Αυτό επιχειρούσαν  να τον πείσουν όταν μιλούσαν  έντονα για το τέλος της αυταπάτης ή και της Ιστορίας. Δεν μπορούσε  να πιστέψει  ούτε να αποδεχθεί  αυτά που αντιπάλευε μια ολόκληρη ζωή. Τη δική του αλήθεια.

Ο κυρ Παντελής και ο Στέφανος είχαν μεγάλα αποθέματα. Στην κρίση κυκλοφορούσαν περισσότερο στο εξωτερικό. Είχαν κάνει καλή μπάζα και στην εποχή των μνημονίων ο αέρας ο κοπανιστός δεν είχε πέραση. Εξάλλου υπήρχαν και κίνδυνοι. Κάποιοι έψαχναν. Ποιοι τα έφαγαν… τις μίζες, τις αρπαχτές. Ο κόσμος ήθελε αίμα, εκδίκηση. Καλύτερα να είναι κάποιος μακριά τέτοιες δύσκολες εποχές. Είναι οι εποχές του «λάθρα βιώσας» που έλεγαν και οι παππούδες μας. Η εποχή, δηλαδή, που ζεις στην αφάνεια. Μέχρι να εμφανιστούν και πάλι οι ευκαιρίες. Και αυτές δεν άργησαν. Και παραφράζοντας λίγο τον Δαρβίνο θα λέγαμε ότι εκείνος που επιβιώνει  δεν είναι ο πιο δυνατός, ούτε πιο έξυπνος, ούτε, κυρίως, ο πιο συνεπής, αλλά εκείνος  που δεν έχει κανένα ενδοιασμό να προσαρμόζεται στις μεταβολές.

Και οι μεταβολές αυτές ήταν πλέον και πάλι εμφανείς. Ο Αχιλλέας ξαφνιάστηκε, όταν κάποια μέρα, Χριστούγεννα του 2014 ήταν, όταν μια πολυτελής Μερσεντές σταμάτησε δίπλα του και βγήκαν ένας γηραιός κύριος με μπαστούνι και ένας νεότερος. Τρόμαξε να τους γνωρίσει. Ναι ο κυρ Παντελής και ο γιος του, ο Στέφανος, ήταν. Τον πλησίασαν με εγκάρδιο τρόπο και τον ασπάσθηκαν σταυρωτά. Χρόνια είχαν να ανταμώσουν. Ο Αχιλλέας δεν χάρηκε και ιδιαίτερα με τη συνάντηση αυτή. Αν είχε κάτι μυριστεί θα προσπαθούσε να τους αποφύγει, όπως και πολλές φορές στο παρελθόν έκανε. Δεν είπαν και πολλά. Δεν μπορούσαν να πουν και πολλά. Τα τυπικά. Στα λίγα αυτά που είπαν κυριάρχησε η προσαρμογή. «Πως τα πάμε Αχιλλέα;» ρώτησε ο κυρ Παντελής και συνέχισε «όλες οι δημοσκοπήσεις μπροστά μας δείχνουν. « Ποιους;» Ρώτησε αμήχανα ο εμβρόντητος Αχιλλέας. «Επιτέλους η Αριστερά στην κυβέρνηση… δικαιώνονται οι αγώνες μας  να φύγει η δεξιά που μας κατέστρεψε………..» μπήκε στη συζήτηση ο Στέφανος, χωρίς να παίρνει υπόψη του τον Αχιλλέα που είχε μείνει άναυδος.  Και τι μπορούσε να πει;

Πέρασαν, όμως, τα δύσκολα. Τα βαρίδια έφυγαν από το κόμμα. Και ο κυρ Παντελής και ο Στέφανος εμφανίστηκαν πάλι στο προσκήνιο.  Παππούς ο κυρ Παντελής με το αριστοκρατικό μπαστούνι και πατέρας ο Στέφανος. Έκοψε μάλιστα και το νύχι. Αντιμνημονιακοί φουλ και με διασυνδέσεις με την κυβέρνηση. «Εμείς που αγωνιστήκαμε για τις μεγάλες αλλαγές στην Ελλάδα, που ματώσαμε, οφείλουμε να συνεχίσουμε» έλεγε ο Στέφανος στον Αχιλλέα, πίνοντας το ακριβό ουίσκι του.  «Με το αζημίωτο» μουρμούρισε ο Αχιλλέας χωρίς να πάρει απάντηση.  Τώρα ο γηραιός πατέρας και ο γιος βάλθηκαν να οικοδομήσουν την κεντροαριστερά, αυτή που θα στηρίξει την κυβέρνηση. Με κάτι άλλα λαμόγια που προσπαθούν να κρύψουν τις παρανομίες τους, με άλλους που επιβιώνουν προσκολημμένοι  στην εκάστοτε εξουσία και με κάποιους αφελείς δημιούργησαν και λέσχη…. διαλόγου ή κάπως έτσι τη λένε.

Ο πατέρας του Αχιλλέα έφυγε από τη ζωή. Ο Αχιλλέας μεγάλωσε. Το ταξίδι συνεχίζεται. Το λέει και ο ποιητής: «Στα λιμάνια την Κυριακή σαν κατεβούμε να ανασάνουμε, βλέπουμε να φωτίζονται στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν…… σώματα που δεν ξέρουν πια πώς να  αγαπήσουν».

*Ο Σπύρος Τζόκας είναι Πανεπιστημιακός και συγγραφέας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας