Κύπρος: Οι παππούδες μετανάστες, τα εγγόνια ξενοφοβικοί;

366
αθήνα

«Η φάμπρικα δεν σταματά, δουλεύει νύχτα μέρα…» *

Η ιστορία των Κυπρίων ταυτίζεται διαχρονικά με τη μετανάστευση. Στα πέτρινα χρόνια πριν την Αναξαρτησία, τα χρόνια μετά, όπως και με την εισβολή της Τουρκίας το 1974, τα κύματα μεταναστών ήταν μαζικά. Άνθρωποι μέσα στα κοινωνικά τους αδιέξοδα, στα χρόνια της φτώχειας, αναζητούσαν ένα καλύτερο μέλλον. Μια αόριστη αναζήτηση, μια ελπίδα που μάλλον ήταν εκ των προτέρων δύσκολη μέχρι και ακατόρθωτη η υλοποίησή της.

Μετά το 1974, όταν χάθηκαν όλα, σπίτια, περιουσίες, δουλειές, ο δρόμος για τη ξενιτιά έμοιαζε για πολλούς μονόδρομος. Εκεί γνώρισαν την απαξίωση, την καταπίεση και την εκμετάλλευση. Ήταν σε κάποιες περιπτώσεις δακτυλοδεικτούμενοι από τον ντόπιο πληθυσμό. Ήταν οι εργάτες δεύτερης κατηγορίας, που έκαναν τις δουλειές που δεν άγγιζαν οι υπήκοοι της χώρας.

Κάποιοι έμεναν σε δωμάτια με πολλούς άλλους συμπατριώτες μας. Η αρχή ήταν δύσκολη, σε κάποιες περιπτώσεις η συνέχεια δυσκολότερη. Οι περιγραφές από τους πατεράδες, τους παππούδες, τους θείους που αναγκάζονταν να δουλέψουν στην Αμερική, στην Αυστραλία, στη Βρετανία, στις “Αραπιές”, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν, ήταν από έναν άλλον κόσμο. Μακρινό, αλλά πραγματικό.

Σε μια χώρα, οι άνθρωποι της οποίας βίωσαν διωγμούς στην εισβολή, προσφυγιά, φτώχεια, οι επιλογές δεν ήταν πολλές. Έπαιρναν, λοιπόν, τα καράβια του μισεμού για μια καλύτερη ζωή, χωρίς να γνωρίζουν τι θα αντιμετώπιζαν. Μάθαιναν όταν έφθαναν. Κι αυτό ίσχυε και τη δεκαετία του 1950, του 1960 αλλά και προηγουμένως. Δεν είναι τυχαίο που τα πιο πονεμένα τραγούδια γράφτηκαν για τους μετανάστες και τραγουδήθηκαν στις ατέλειωτες βάρδιες στα εργοστάσια, στη λάντζα του εστιατορίου. Τα πιο πονεμένα τραγούδια γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν στο άδειο τραπέζι.

Όλα αυτά δεν ανήκουν στο παρελθόν γιατί πλείστες οικογένειες τα έχουν βιώσει. Ίσως για τους νεότερους να είναι όντως μια ιστορία του παππού που την ακούνε με απορία, ή την ώρα κατά την οποία τα δάκτυλα κτυπούν ανυπόμονα τη συσκευή του κινητού, περισσότερο από αμηχανία.

Το μεταναστευτικό με άλλους όρους και δεδομένα δεν εξαφανίζεται. Η Κύπρος ήταν και είναι πέρασμα. Άνθρωποι αναζητούν διαφυγή για να γλυτώσουν από τους πολέμους. Άνθρωποι αναζητούν διαφυγή από την πείνα. Κάποιοι, βέβαια, χρησιμοποιούνται από την κατοχική Τουρκία και διοχετεύονται από θαλάσσης και από τα κατεχόμενα στην ελεύθερη Κύπρο.

Είναι οι Κύπριοι ξενοφοβικοί;

Όπως αρμοδίως αναφέρεται, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι οι ροές που στέλνονται μέσω των κατεχομένων (το 60% των μεταναστευτικών ροών). Η “γραμμή Αττίλα”, 184 χιλιομέτρων, δύσκολα μπορεί να ελεγχθεί, καθώς απαιτούνται μεγάλες δυνάμεις προσωπικού. Το κυπριακό κράτος δηλώνει πως δεν αντέχει τους αριθμούς η χώρα. Τρόποι να αντιμετωπισθεί το όλο θέμα υπάρχουν και πρόσφατα υπήρξαν και ανακοινώσεις.

Είναι οι Κύπριοι ξενοφοβικοί; Είναι οι Κύπριοι ρατσιστές; Τα ερωτήματα θα μπορούσαν να ήταν ρητορικά. Η πραγματικότητα είναι πως στη δημόσια σφαίρα οι συζητήσεις αυτές αναπαράγουν χαρακτηρισμούς που ενδεχομένως να έχουν και μια βάση. Κι αυτό λόγω της συμπεριφοράς κάποιων ανθρώπων έναντι άλλων. Ίσως και να μην έχουν καμία βάση.

Όταν, όμως, οι παππούδες μας και οι πατεράδες μας βίωσαν στην ξενιτιά την απαξίωση, την καταπίεση, την εκμετάλλευση, δεν υπάρχει δικαιολογία οι απόγονοι να στέκονται στην αντίπερα όχθη. Είχα γράψει προ καιρού πως εκεί στην πλευρά των ξένων, που βρίσκονται στη χώρα μας μόνιμα και εργάζονται, θα μπορούσαν νοερώς να αντικρίσουν και τις φιγούρες του πατέρα και του παππού. Αλλά δεν θέλουν να βλέπουν την πραγματικότητα, επιλέγουν να ζουν διαφορετικές, παραπλανητικές εικόνες.

Δεν μπορώ να ξέρω εάν κάποιες συμπεριφορές είναι αποτέλεσμα αυτοσυντήρησης και άμυνας. Δεν χωράει, ωστόσο, δικαιολογία. Όλοι θα θυμούνται τις κατά συρροή δολοφονίες αλλοδαπών γυναικών και πως ο δολοφόνος αφέθηκε ανενόχλητα στο έργο του. Γιατί; Επειδή οι εξαφανισθείσες ήταν ξένες, που εύκολα ο “αρμόδιος” μπορεί να “στολίσει” καταλλήλως για να γλυτώσει τον μπελά της έρευνας. Αυτή είναι νοοτροπία που θα πρέπει να είναι ξένη σε μια κοινωνία όπως την κυπριακή με όσα βίωσε και βιώνει.


* Από το τραγούδι του Λάκη Χαλκιά, μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου και στίχοι Γιώργου Σκούρτη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας