Ένα διήγημα της Βασιλικής Παπαγιάννη: Φιλιώ

Ένα διήγημα της Βασιλικής

Στα χρόνια του εμφυλίου

Φιλιώ

(Μνήμη Γιάννη Παπαιωάννου)

απο το περιοδικό Αντί-8\9\2000

Να σου πώ για το κορίτσι μου τη Φιλιώ.Οπως μού’ρχονται στο νού.

Ήταν καλοκαίρι του 1946.Τότε ψηφίστηκαν τα μέτρα που μας έβγαλαν εκτός νόμου.Την ΕΠΟΝ και όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις.

Είμασταν παράνομοι πιά αλλά συνεχίζαμε να τυπώνουμε και να μοιράζουμε μπροσούρες.

Γιά έναν καλύτερον κόσμο-’’Τον ίδιο χρόνο ,το Νοέμβριο,μ’ εκτόπισαν στην Ικαριά.Εκτόπισαν πολλούς.Είχε περάσει ένα εξάμηνο και ήρθε η γυναίκα μου να με δεί.Και τότε,εκεί,πιάστηκε η Φιλιώ.

Στην εξορία.

΄΄Στις αρχές,όταν τελείωνε ο χρόνος της εξορίας,μας άφηναν να γυρίσουμε στα σπίτια μας.Γύρισα,έμεινα μονάχα δεκαπέντε μέρες και με στέλνουν πάλι στην Ικαριά.Και η Βιργινία,η γυναίκα μου,έμεινε μονάχη της.Γέννησε τη Φιλιώ κι εγώ ήμουν εξόριστος.

 

΄΄Στην οικογένειά μου θα γυρίσω,από τη Μακρόννησο κατόπιν,ως άρρωστος.

Με το φορείο.

Ημουν δυόμιση χρόνια στο γύψο,γιατί οι γιατροί ,εκεί,είχαν διαπιστώσει πως είχα στο γόνατό μου λευκό όγκο.

 

Κι όταν γύρισα η Φιλιώ ήταν δυόμιση χρόνων.

Ήταν η πρώτη χαρά από τόσων χρόνων πίκρα.

“Πώς να συντηρηθούμε;

Οι γιατροί λένε να πάμε κοντά στη θάλασσα.Και μας συντηρούσε στον Πειραιά,η γειτονιά.Ηταν πρόσφυγες αυτοί,Μικρασιάτες.Ενας υπέροχος κόσμος.Ψώνιζαν για μένα ψάρια.

΄΄Είμαι στο γύψο άλλους έξι μήνες.Γυρίζω στο χωριό μου στον Αμπελώνα,κοντά στη Λάρισα.

Εχω μαζί μου τη Φιλιώ.Κάποτε την καθίζω μπροστά στο ποδήλατο και πηγαίνουμε βόλτα.

Σε όλον το δρόμο να με ρωτά.Τριών χρονών και την απασχολούσαν τέτοια ρωτήματα:΄΄Γιατί τα λουλούδια έχουν άλλα κόκκινο χρώμα,άλλα κίτρινο,άλλα γαλάζιο;Το φεγγάρι πώς στέκεται εκεί;΄΄

Ισως και για άλλα τέτοια να με είχε ρωτήσει κι εγώ τι να της αποκριθώ που δεν ήξερα;

΄΄Τον πατέρα μου τον είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί με συνεργάτες συγχωριανούς μου.Τη μάνα μου την είχαν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως οι Ιταλοί στη Λάρισα και μόλις την ελευθέρωσαν πέθανε.

Είπα στη γυναίκα μου να πάρουμε μαζί μας την αδερφή μου,που ήταν έντεκα χρονώ κι είχε μείνει έρημη.

Δεν το ήθελε ομως η γυναίκα μου το κορίτσι.

Και επέμενα να την έχουμε την αδερφή μου στο σπίτι μας,ειδεμή να χωρίσουμε το ανδρόγυνο.

Και η φιλιώ ν’ακούει…Ηταν τότε τεσσάρων χρονών.΄΄Καθείστε τώρα να σας πώ κι εγώ’’΄λέει΄΄ν’ αφήσει ο ένας τη βαλίτσα του,να βάλει και η άλλη μυαλό και να μη χωρίσετε.Γιατί ποιός ξέρει αν θα ξανανταμώσετε.

Εγώ δεν έρχομαι με κανέναν απο σάς.Θα πάω να μείνω με τη θεία μου’’.

Θα πήγαινε με την αδερφή μου-΄΄Τα μάτια της είχαν βουρκώσει.

Δεν σκορπίσαμε.Η διάλυση ήρθε κατόπιν,οταν καταδικάστηκα ισόβια.

Χρειάζεται δύναμη για ν’ ανέβει κανείς αυτόν τον Γολγοθά.

΄΄Αρχίζουν,ξανά,άλλοι παιδεμοί.Τώρα μ΄έχουν στις φυλακές της Λάρισας.Στην Πυριτιδαποθήκη.

Ενα τουρκικό κτίσμα.

Η Φιλιώ έρχεται,με βλέπει.Είναι πέντε χρονών.Κι είναι οι πρώτες μέρες που μας έχουν βγάλει απ΄την ασφάλεια,μετά τις ανακρίσεις.Τρομαχτικές μέρες είχαμε περάσει απ’ τα βασανιστήρια που μας κάνανε.Έρχεται η Φιλιώ,μας βλέπει όλους στενοχωρεμένους κι ήθελε να μας δώσει λίγη χαρά.

Και μας λέει αστεία,ποιήματα,μικρές ιστορίες,κάνει χορευτικές φιγούρες και όλοι συγκεντρωμένοι γύρω απο τη Φιλιώ γελούσαμε.

Αλλά οι φύλακες δεν το έβλεπαν με καλό μάτι αυτό.

Να χαίρονται οι κρατούμενοι…είναι σωστό πράγμα αυτό;

Ετσι την άλλη μέρα δεν την αφήνουν να περάσει μέσα.

Κι αυτή για να τους καταφέρει λέει:΄΄Αφήστε με να μπώ για να πώ του μπαμπά μου να κάνει δήλωση μετανοίας΄΄.Το άφησαν.

Ομως απο κοντά και οι φύλακες.

Τους βλέπει η Φιλιώ,λέει:΄΄Μπαμπά,δεν κάνεις μιά δήλωση για να βγείς απο τη φυλακή κι εσύ;Ολα τα παιδιά έχουν τους μπαμπάδες τους,εγώ δεν έχω.΄΄

Της απαντώ:΄΄Να κάνω,μωρέ,Φιλιώ.Αλλά ξέρεις τι πρέπει να γράψω σ΄αυτήν τη δήλωση;Να μη σε στέλνω στο σχολείο,να σε δέρνω,να σ΄αφήνω νηστικό,να μη νοιάζομαι για σένα καθόλου.Και δεν έχω να τα γράψω μόνον όλα αυτά αλλά πρέπει και να τα κάνω κιόλας΄΄.

΄΄Καλά΄΄ λέει,΄΄έβγα εσύ και κάνε τα΄΄.

Στο μεταξύ είχε απομακρυνθεί ο φύλακας.

Και η Φιλιώ:΄΄Μπαμπά,ψέμματα σου είπα.Δεν θα μ΄άφηναν να έρθω να σε δώ και τους είπα αυτά ,για τη δήλωση.Ξέρω εγώ,δεν γράφουν τέτοια πράματα,γράφουν άλλα που είναι ζόρικα.΄΄

΄΄Με φέρνουν στον Πειραιά.Τώρα μπορούσα να τους συντηρώ,μές απ΄τη φυλακή.

Ενας φίλος μου φωτογράφος έκανε μεγεθύνσεις φωτογραφιών -πορτραίτων.

Τις έφερνε στη φυλακή η μάνα της Φιλιώς,τις ρετουσάριζα,τις πήγαινε έτοιμες,πληρωνόταν,ζούσαν.Για σπίτι είχαν  ένα δωμάτιο.Και η Φιλιώ,μου είπε η μητέρα της ,είχε ανορεξίες.

Ανησύχησα. Μήπως είναι άρρωστο;Κι έρχονταν στη φυλακή και μόνο του.

΄΄Γιατί δεν τρώς Φιλιώ;΄΄ το ρωτάω.΄΄Μήπως πονάνε τα ποδαράκια σου;Μήπως έχεις πυρετό;Μήπως κουράζεσαι;΄΄

Μου λέει-όχι δεν είναι άρρωστη,ούτε κουράζεται αλλά να,δεν θέλει να τρώει,γιατί δεν έχουμε λεφτά.

΄΄Το έχω καταλάβει μπαμπά-δεν έχουμε λεφτά.Κι έχουμε και δικαστήρια μπροστά μας .Ετσι,για καλό και για κακό,ας έχουμε και καμιά δεκάρα στην άκρη΄΄.

Της λέω να μην τα σκέφτεται αυτά και μάλλον θα μας αφήσουν.

΄΄Εκείνον,πάλι,τον καιρό,της είχε δώσει η μητέρα της δύο δραχμές ν’αγοράσει καραμέλες.Ερχεται στη φυλακή,φέρνει ενα μικρό καρπούζι.

Απόρησα.

Ποιός της το’δωσε;Μου εξηγεί:”Είπα μπαμπά,αντι να πάρω καραμέλες ,δεν παίρνω ένα καρπουζάκι να γλυκαθείς λίγο;’’

΄΄Ηταν τότε έξι χρονών.

΄΄Μας σηκώνουν,μας πάνε στην Κρήτη,στο φρούριο του Ιτζεδίν.Η Φιλιώ ήρθαν εκεί με τη μητέρα της.Εμειναν τρείς μέρες.Και σ’ενα απο τα επισκεπτήριά τους-έχοντας αισθανθεί η μάνα πόση ήταν η αγάπη του παιδιού για μένα-είπε πως τώρα εγώ,όντας καταδικασμένος σε ισόβια,δεν ξέρουμε πότε θα βγώ απο τη φυλακή κι αν θα βγώ.Και πώς να τη μεγαλώσει τη Φιλιώ;

Πώς να τη μορφώσει;

Αφου δεν έχουμε;

Γι ΄ αυτό επειδή βρέθηκε ενας πλούσιος σκέφτηκε να τον πάρει.Και ο,τι θέλει η Φιλιώ θα της το αγοράσει αυτός.

΄΄Ακουγε το παιδί.Και προς τη μητέρα του:”Και αστείο που το λές αυτό πρόσεξε!Γιατί θα πάρω ενα μαχαίρι κρητικό και θα σου κόψω το λαιμό!’’

Πώς τα άκουγα όλα ετούτα!Με τι θλίψη!

΄΄Και σε άλλο επισκεπτήριο μου απάγγειλε ένα ποίημα για την Κύπρο.

“Εγώ το έκανα μπαμπά”μου λέει.

Και η μητέρα της είπε πως,όταν η Φιλιώ άκουγε οτι γινόταν διαδήλωση,την τραβούσε απ’ το χέρι να πάνε κι αυτές.

΄΄Οταν οι επισκέπτες ήταν απο μακρινό τόπο συνηθιζόταν,με το τέλος του επισκεπτηρίου,ν’ανοίγουν την πόρτα και να χαιρετιούνται οι φυλακισμένοι με τους δικούς τους,χωρίς εκείνη τη σίτα μπροστά σου.

Ετσι,μόλις οι φύλακες άνοιξαν την πόρτα,η Φιλιώ ρίχνεται στον λαιμό μου κι αρχίζει να κλαίει σπαραχτικά.

Οι φύλακες να της λένε:’’Παιδάκι μου,τελείωνε.Πρέπει να φύγεις’’.

Η Φιλιώ είχε γαντζωθεί επάνω μου.

Ωσπου την αρπάζει βίαια ενας φύλακας-’’Αντε,μπρός ,φύγε’’-κι αυτό κλαίγοντας να γυρίζει κάθε λίγο και να με κοιτάζει,εως ότου έφτασε στην εξωτερική πόρτα.

΄΄Αυτή είναι και η τελευταία εικόνα που έχω απ΄τη Φιλιώ.

Της έγραφα,της έστελνα ζωγραφιές,άλλα καλλιτεχνήματα.Μου έγραφε,μου έστελνε τις ιχνογραφίες της με τα σχέδιά της,ζητούσε τη γνώμη μου.Αλλοτε έκανε αυτοκριτική.

Ενα γράμμα μου το είχα στείλει στο ορεινό χωριό όπου είχε πάει με τη μητέρα της.’’Φιλιώ’’ της έγραφα,’’τώρα που είσαι μέσα στα έλατα και στα δροσερά νερά δεν στενοχωριέμαι.Χαίρομαι’’.

Μου απάντησε πως “καλά είναι και τα έλατα και το κρύο νερό,αλλά θα προτιμούσα να ερχόμουνα στη Κρήτη και να σου’φερνα κάθε μέρα πάγο,να έβαζες επάνω το κύπελλο με το νερό,να κρυώνει”.

Κι άλλη φορά απο το ίδιο χωριό,μου έγραφε:

“Πολύ σε λυπάμαι μπαμπά,αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα.Το μόνο που θα μπορούσα,είναι να ερχόμουνα αυτού κοντά σου και τώρα,με τη ζέστα να σου ΄φερνα ένα ποτηράκι με δροσερό νερό.Κι αυτό είναι δύσκολο”.

“Στην Κρήτη πηγαίνοντάς με,δεν είχαν πιά ούτε για το ψωμί της μέρας.

Μαθαίνει η Βιργινία να ράβει πουκάμισα.

Η Φιλιώ αλώνιζε την Αθήνα.

Πήγαινε σε όλους που γνωρίζαμε και τους έλεγε πως η μαμά της ξέρει να ράβει πουκάμισα.’’Και πολύ θα σας παρακαλέσω,να ραψετε ένα πουκάμισο.Γιατί οπως ξέρετε ,ο μπαμπάς μου είναι φυλακή κι έχουμε δυσκολίες”.

΄΄Κουράζονταν,μα δεν το έλεγε.Είχε στην έγνοια της και τη γριούλα,εκεί,στη γειτονιά της.Και με τόση φτώχεια,έπαιρνε σαπούνι,λίγη ζάχαρη,της τα πήγαινε-οτι τη σκέφτεται.

΄΄Την είχε στείλει η μητέρα της στο Γαλλικό Ινστιτούτο.Λαβαίνω γράμμα της Φιλιώς στο Ιτζεδίν.Μου γράφει πως εχει γνωρίσει ενα κορίτσι που εχει πατέρα υπουργό.Και σκέφτεται να την κάνει φιλενάδα της,ώστε να πλησιάσει και να μιλήσει στον υπουργό για μένα.Να με βγάλει απο τη φυλακή ή άς με φέρει σε άλλη φυλακή κοντά στην Αθήνα.

Και πηγαίνει,λέει του  υπουργού:”Θείε,θα σε παρακαλέσω να βγάλεις τον μπαμπά μου απο τη φυλακή κι αν δεν μπορείς να τον φέρεις πιο κοντά για να τον βλέπω”.

Της υποσχέθηκε πως θα της έκανε το χατήρι,θα μ’ έφερνε σε φυλακή κοντινή,αλλά να του τα γράψει αυτά που του ζητούσε,για να μη ξεχάσει.

Η Φιλιώ του τα έγραψε και τελείωνε μ’ ένα ‘’ευχαριστώ’’.

΄΄Μιά μέρα,με την ανατολή του ήλιου,οπως άνοιξε η πόρτα της φυλακής και βγήκα στο προαύλιο,βλέπω εναν φίλο-έκλαιγε.Τι συμβαίνει;Γιατί κλαίει;Βλέπω κι εναν φύλακα-έκλαιγε.Ο Μανώλης Γλέζος λέει:’’Γιάννη,πάμε μιά βόλτα να σου πώ κάτι.”

Πηγαίνουμε και ο Μανώλης ξανά:’’Η Φιλιώ είναι λίγο άρρωστη”.’’Πώς το ξέρεις;”τρέμει η ψυχή μου.

“Να είχαμε ένα τηλεγράφημα-”Κι εγώ:”Για να το στείλουν-είναι βαριά άρρωστο το παιδί”.

Γύρω μου σύντροφοι,κι εγώ να ρωτάω.Τότε ένας:”Τη Φιλιώ τη χάσαμε”.

¨Μένω άφωνος.Κρύος.Μέρες και νύχτες κλαίγοντας.Με φέρνουν στην Αθήνα,Με την επιμονή του γιατρού και με δίκες απανωτές μ’ ελευθερώνουν σε ενάμιση χρόνο.Η Φιλιώ είπαν,είχε και φυματίωση.Ηταν δέκα χρονών.

Η οικογένεια σκόρπισε.Τη φωτογραφία της Φιλίτσας την έχουν πολλοί συγκρατούμενοί μου-τη φυλάγουν.

Και μένουν κι αυτά απο τα γράμματά της,να τα φέρνω στο μυαλό μου…να τα σκέφτομαι”.

¨Εγώ,όλη τη μέρα τραγουδώ”.

‘’Πιστεύω ,πατερούλη μου,να μ’αφήσουν οι φύλακες να σε χορτάσω.”

‘’Σου στέλνω λουλούδια του βουνού και φύλλα κουμαριάς”.

“Τις γαρυφαλλιές τις φύτεψα και όταν σκάσουν τα μπουμπούκια,θα έρθεις.

Αυτό θα το θυμάμαι”.

      Βασιλική Παπαγιάννη

                                                                   Λάρισα Ιούλιος  2000.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας