Σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας: Μια αιρετική προσέγγιση. Μέρος ΄Β

Μια αιρετική προσέγγιση. Μέρος ΄Β
Η Ρωσία δεν θα μπορέσει ποτέ να ανακάμψει χωρίς την Ουκρανία.
Την εποχή που η ΕΣΣΔ κατέρρεε,τα σχέδια του Mackinder για τη διάλυση της Ρωσίας και- κατ’ επέκταση- της Ευρασίας έγιναν ακόμη πιο επίκαιρα. Οι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, οντότητες πλήρως και αυστηρά ελεγχόμενες από το Κομμουνιστικό Κόμμα,μετατράπηκαν ξαφνικά σε κυρίαρχα εθνικά κράτη,ενώ τα εσωτερικά διοικητικά όρια της Σοβιετικής Ένωσης έγιναν εξωτερικά σύνορα ανεξαρτήτων χωρών. Περαιτέρω,τα διάφορα μετασοβιετικά κράτη διαμορφώθηκαν εσωτερικά σύμφωνα με τα πρότυπα που έθετε η ευθεία ανάμειξη των Ατλαντιστών. Αυτές οι οντότητες τελικά, σύμφωνα με την οπτική της Δύσης, δεν έχουν άλλο λόγο ύπαρξης από το να είναι προμαχώνες κατά της Ρωσίας. Η Ρωσική Ομοσπονδία από την άλλη, κατέλαβε(έστω και σημαντικά συρρικνωμένη) την επικράτεια της Heartland, που εξακολουθούσε να αντιπροσωπεύει τον ”απόλυτο εχθρό” στη σκέψη των Ατλαντιστών γεωπολιτικών επιστημόνων.
Τα επόμενα βήματα ήσαν περίπου ευκόλως εννοούμενα. Για να ”τελειώσει” ο εχθρός, ήταν απαραίτητο το ΝΑΤΟ να σπρωχθεί βαθύτερα στην Ευρασία και επίσης να επιχειρηθεί ο διαμελισμός της ίδιας της Ρωσίας (πρώτη εκστρατεία της Τσετσενίας 1994-1996, κύμα εσωτερικού ρωσικού αυτονομισμού). Ο Brzezinski φαίνεται πως είχε ενστερνιστεί απόλυτα αυτές τις απόψεις και βοήθησε να εφαρμοστούν στην πράξη (όπως είχε κάνει και ο Mackinder παλαιότερα). Στο διάσημο βιβλίο του ”Η Μεγάλη Σκακιέρα” (1997) μιλά ανοιχτά για την ανάγκη περαιτέρω διάλυσης της Ρωσίας. Το πιο σημαντικό στοιχείο που αναδεικνύεται μέσα από το πόνημα αυτό -που θα λέγαμε ότι αποτελεί την επιτομή της γεωπολιτικής σκέψης του Brzesinski- είναι η κατανόηση του ρόλου της Ουκρανίας επί του προκειμένου ζητήματος,ενός ρόλου που πραγματώνεται μέσα από τρεις βασικούς πυλώνες:
να αποσπαστεί αμετάκλητα η (ακόμη τότε) διστακτική Ουκρανία από τη Ρωσία,
να μετατραπεί σε φρούριο του Ατλαντισμού,
να επιβληθεί ο ρωσοφοβικός εθνικισμός ως κύρια ιδεολογία στον λαό της.
Χωρίς την Ουκρανία, η Ρωσία δε θα μπορέσει ποτέ να γίνει μια πλήρως κυρίαρχη Δύναμη, μια Αυτοκρατορία, ένας ανεξάρτητος πόλος στην παγκόσμια σκηνή. Έτσι, η ίδια η μοίρα της μονοπολικότητας και της παγκοσμιοποίησης (για τον Brzezinski είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα), μπορούμε να ισχυριστούμε πως εξαρτάται από το εάν η Δύση θα επιτύχει την απόσχιση της Ουκρανίας. Αντιθέτως, αν Ρωσία και Ουκρανία ενωθούν – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- η μονοπολικότητα θα καταρρεύσει και ο παγκόσμιος γεωπολιτικός χάρτης θα αλλάξει αμετάκλητα. Η μάχη εναντίον της Ρωσίας για τον έλεγχο της Ουκρανίας, είναι μια ιστορική σταθερά στη γεωπολιτική στρατηγική της Δύσης. Αυτή η σταθερή παράμετρος εξηγεί τα πάντα, από τη διακήρυξη της ουκρανικής ”ανεξαρτησίας” κατά τη διάρκεια της ”Πορτοκαλί Επανάστασης” υπό τους Βίκτορ Γιούσενκο και Γιούλια Τιμοσένκο το 2004, έως τα γεγονότα της πλατείας Μαϊντάν(2014) και τα οκτώ χρόνια εντατικής πολεμικής προετοιμασίας- κάτω από το άγρυπνο βλέμμα Δυτικών εκπαιδευτών- με στόχο την ανακατάληψη του Ντονμπάς και της Κριμαίας.
Η Ευρασία ως γεωπολιτικό υποκείμενο.
Κατά την καταστροφική για τη Ρωσία δεκαετία του 1990, όταν πολιτικοί-μαριονέτες των Αγγλοσαξόνων κρατούσαν τα ηνία της εξουσίας στα χέρια τους και εκποιούσαν έναντι συμβολικού τιμήματος τον εθνικό πλούτο της χώρας, κάτι έδειχνε να κινείται προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Κατ’ αρχάς μπορούμε να επισημάνουμε τα έντονα αισθήματα ταπείνωσης που βίωνε ο ρωσικός λαός, σε συνδυασμό με μία έντονη -και ως έναν βαθμό κληρονομική- απέχθεια προς τον Φιλελευθερισμό και τον εκδυτικισμό της πατρογονικής ρωσικής Πατρίδας.Η πολιτική και ιδεολογική αυτή στάση βρήκε σύντομα έκφραση στους στρατιωτικούς κύκλους (ιδίως στην Ακαδημία του Στρατιωτικού Γενικού Επιτελείου) και οδήγησε στην ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης -με καθαρά ρωσικά χαρακτηριστικά- σχολής γεωπολιτικής σκέψης. Η σχολή αυτή βασίστηκε στην παλαιότερη θεωρία του Ευρασιανισμού,για τον πρόσθετο λόγο ότι οι πρώτοι Ευρασιανιστές (της δεκαετίας του 1920), που είχαν περιγράψει τον γεωπολιτικό χάρτη της αντιπαράθεσης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, ήσαν Ρώσοι. Οι Ευρασιανιστές του 1920 ήσαν πρόθυμοι να υιοθετήσουν πολλές ριζοσπαστικές ιδέες και να προωθήσουν μία εκ βάθρων αναδιοργάνωση της αυτοκρατορικής Ρωσίας,αλλά απέρριπταν τον μπολσεβικισμό και είχαν προσχωρήσει στο στρατόπεδο των Λευκών.
Οι ιδέες τους θεωρήθηκαν ως εξαιρετικά επίκαιρες στη χρονική συγκυρία της δεκαετίας του 1990, με τη γεωπολιτική και γεωοικονομική επίθεση του ΝΑΤΟ να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και την επίσημη πολιτική της Μόσχας να θεωρείται ακατανόητη- έως προδοτική. Η Φιλελεύθερη κυβέρνηση ωστόσο αρνείτο πεισματικά να ακούσει τις αιτιάσεις των Ευρασιανιστών, παρ’όλο που οι γεωπολιτικές αναλύσεις τους( για την επέκταση των ”ζωνών ανάσχεσης” και της επικράτειας του Rimland) εξηγούσαν επαρκώς τα τεκταινόμενα στον μετασοβιετικό χώρο εκείνη τη ζοφερή εποχή. Μόνο οι στρατιωτικοί κύκλοι και οι ποικίλες υπηρεσίες ασφαλείας φαίνεται πως έδιναν προσοχή και λάμβαναν σοβαρά υπ’ όψιν τους τα ανωτέρω. Οι Ατλαντιστές από την άλλη εργάζονταν μεθοδικά για τον σκοπό τους, υποδαυλίζοντας και ενισχύοντας την αντι-ρωσική προπαγάνδα,τόσο στο εξωτερικό όσο και εντός της ίδιας της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Όλα άλλαξαν απότομα όμως, όταν ο Βλαδίμηρος Πούτιν ανήλθε στην εξουσία την Πρωτοχρονιά του 2000. Ο νέος Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας άρχισε σταδιακά να αποκαθιστά την εθνική κυριαρχία της Ρωσίας, να απομακρύνει φιλοδυτικούς πράκτορες από τα ανώτατα κλιμάκια της ηγεσίας, να συγκεντρώνει και να αναπτύσσει το στρατιωτικό δυναμικό της χώρας και να ενισχύει την ενότητα του Κράτους. Η επιτυχής δεύτερη εκστρατεία της Τσετσενίας(1999-2000), η θεσμοθέτηση των ομοσπονδιακών περιφερειών και οι αλλαγές στη νομοθεσία, ανόρθωσαν το εθνικό φρόνημα του ρωσικού λαού και ενίσχυσαν τις κρατικές εξουσίες. Ο Πούτιν άρχισε -αργά αλλά σταθερά- να αντιπαρατίθεται όλο και περισσότερο με τα δυτικά συμφέροντα και να ακολουθεί μια πολιτική ευρασιατικής ολοκλήρωσης στον μετασοβιετικό χώρο. Εν ολίγοις,ο Πούτιν επανέφερε τη Ρωσία στο καθεστώς του υποκειμένου της Γεωπολιτικής και όχι του αντικειμένου της.
Οι νέες εξελίξεις δε θα μπορούσαν να διαφύγουν της προσοχής των Δυτικών, οι οποίοι αύξησαν την πίεση στις μετασοβιετικές δημοκρατίες, ωθώντας τες αφενός μεν να ενσωματωθούν πιο γρήγορα στις δυτικές δομές, αφετέρου δε να υιοθετήσουν μια ολοένα και πιο σκληρή αντιρωσική στάση. Οι πιέσεις επηρέασαν σημαντικά όλες τις ”επαρχίες” του παλαιού σοβιετικού χώρου, με την Ουκρανία ωστόσο να είναι ο κυριότερος αποδέκτης αυτών. Από την Ουκρανία εξάλλου εξαρτάτο εάν η Ρωσία θα ήταν σε θέση να αποκαταστήσει πλήρως τη γεωπολιτική της κυριαρχία ή όχι. Διότι όπως προαναφέραμε, σύμφωνα με τους νόμους της Γεωπολιτικής, η Ρωσία χωρίς την Ουκρανία δεν μπορεί να θεωρηθεί Αυτοκρατορία, πολύ περισσότερο δε χωριστός πόλος και αυτόνομος Πολιτισμός, αλλά μαζί με την Ουκρανία είναι όλα τα παραπάνω. Και αυτό το σχήμα μπορεί να διαβαστεί από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες – μέσα από την προσέγγιση της Θαλασσίας Δύναμης και μέσα από εκείνη της Χερσαίας. Ο Βλαδίμηρος Πούτιν φυσικά το διάβασε μέσα από την οπτική της Χερσαίας Δύναμης,καθώς η Ρωσία παραμένει κυρίαρχη της Heartland, με τρόπο συνειδητό και ανυποχώρητο.
Ο ουκρανικός εθνικισμός ως γεωπολιτικό εργαλείο των Αγγλοσαξόνων.
Την εποχή αυτών των κατακλυσμιαίων αλλαγών, η Δύση αποφάσισε να αναλάβει πλήρως τον έλεγχο της Ουκρανίας. Ακόμη και οι ουδέτερες, συγκρατημένα φιλοδυτικές, πολιτικές του Προέδρου Λεονίντ Κούτσμα ή του Προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς δεν ικανοποιούσαν τους Δυτικούς.Οι Ατλαντιστές πίεσαν αφόρητα το Κίεβο,ώστε αυτό να μετατραπεί σε ριζοσπαστικά επιθετικό προπύργιό τους και να αναλάβει δράση κατά της Ρωσίας το συντομότερο δυνατό. Σε αυτά τα πλαίσια μπορούν να ερμηνευθούν γεγονότα όπως η ”Πορτοκαλί Επανάσταση” του 2004 ή η εξέγερση του Μαϊντάν το 2014.Αυτές ήσαν οι απαρχές ενός ολισθηρού δρόμου για το κράτος της Ουκρανίας, ενός δρόμου που οδήγησε στο τέλος του στην οδυνηρή στρατιωτική αναμέτρηση με τη Ρωσία στις αρχές του 2022.
Η Δύση λοιπόν ωθούσε την Ουκρανία να πολεμήσει. Πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι η Ουκρανία δεν έχει καμία προηγούμενη ιστορία ως ανεξάρτητο κράτος και ότι στα σημερινά της όρια συμπεριλαμβάνει ένα συνονθύλευμα εδαφών,κατοικουμένων από πολλές διαφορετικές εθνότητες. Η Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας του 1991,που μετεξελίχθηκε στο σημερινό Ουκρανικό Κράτος,από εδαφικής απόψεως δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το δημιούργημα της εβδομηκονταετούς διακυβέρνησης του κομμουνιστικού καθεστώτος και της συνειδητής απόφασής του να περιορίσει την ετεροβαρή ρωσική επιρροή εντός της Ομοσπονδίας της ΕΣΣΔ (και) μέσω της αφαίρεσης ιστορικών εδαφών. Ο Πρόεδρος Πούτιν,στην ιστορική του ομιλία,με την οποία κήρυξε την έναρξη της στρατιωτικής επιχείρησης στην Ουκρανία, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ”ο Λένιν δημιούργησε την Ουκρανία”. Και είχε απόλυτο δίκαιο. Ωστόσο,ο Λένιν δεν δημιούργησε μια ανεξάρτητη Ουκρανία, αλλά μία ακόμη ζώνη που θα βρισκόταν υπό τον απόλυτο έλεγχο των Μπολσεβίκων. Η εθνικότητα εξάλλου, σύμφωνα με τις ιδέες των Σοβιέτ, έπρεπε να ξεπεραστεί πλήρως σε μια σοσιαλιστική διεθνή κοινωνία.Το ορθότερο λοιπόν θα ήταν να παραδεχτούμε ότι πράγματι ο Λένιν δημιούργησε την Ουκρανία,αλλά την κατήργησε ευθύς αμέσως.
Επομένως, μετά το 1991 στο έδαφος της Ουκρανίας συνυπήρχαν λαοί με εντελώς διαφορετική ιστορία, ταυτότητα,συνείδηση και πολιτισμό. Οι μισοί τουλάχιστον από τους πολίτες της χώρας, δε διέφεραν σε τίποτα από τους Ρώσους. Συνολικώς η Ουκρανία δεν ήταν κάτι άλλο παρά ένα γεωπολιτικό ”παράδοξο”, ένα δημιούργημα των Μπολσεβίκων,την ύπαρξη του οποίου ωστόσο η Δύση έσπευσε να αξιοποιήσει και να εκμεταλλευθεί. Μάλιστα η σύγχρονη Δύση,η οποία στο εσωτερικό της διώκει απηνώς τον Εθνικισμό, ειδικά στις ριζοσπαστικές του μορφές, ενήργησε με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο στην Ουκρανία.Εκεί υποστήριξε ενεργά όλες τις μορφές Εθνικισμού, μέχρι τις πιο ακραίες. Σύμφωνα με τους πέραν του Ατλαντικού στρατηγιστές, αυτός ήταν ο μόνος τρόπος που υπήρχε προκειμένου να επιταχυνθεί ο σχηματισμός ενός τεχνητού, αυστηρά ρωσοφοβικού δημιουργήματος, μιας εικονικής προσομοίωσης Έθνους.
Η πρώτη- και καθοριστικότερη ίσως -κίνηση των Δυτικών κέντρων και των οργάνων τους εντός της Ουκρανίας, ήταν η άλωση των ΜΜΕ και του εκπαιδευτικού συστήματος. Μέσω αυτών των πυλώνων παραμόρφωσαν εντελώς την ιστορική πραγματικότητα, καλλιέργησαν στις νέες γενιές των Ουκρανών ένα εμμονικό και αβάσιμο μίσος για τους Ρώσους και για όλα όσα ένωναν τον λαό της πάλαι ποτέ Μικρορωσίας με τα ξαδέλφια τους στα ανατολικά. Ταυτόχρονα, οι μυστικές υπηρεσίες των Ατλαντιστών ”φιλοτεχνούσαν” προσεκτικά την τεχνητή εικόνα μιας νεαρής και ευάλωτης Δημοκρατίας, που ”κινδύνευε” από την εξ ανατολών απειλή ενός αυταρχικού καθεστώτος. Ως έσχατο μέσο, αναδείχθηκε και ανδρώθηκε ο ουκρανικός Ναζισμός,ένα ιδιότυπο κοινωνικό και πολιτικό κίνημα, που εκμεταλλεύθηκε κάποιες πικρές εμπειρίες του παρελθόντος -εμπειρίες εξίσου πικρές πάντως και για τον λαό της ίδιας της Ρωσίας. Ο σύγχρονος ουκρανικός Ναζισμός υπήρξε ωστόσο από την πρώτη στιγμή άρρηκτα συνδεδεμένος με τον Ατλαντισμό, ακόμη και με τη Φιλελεύθερη Παγκοσμιοποίηση (παρά το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Παγκοσμιοποίηση επιδιώκει την υπονόμευση κάθε συλλογικής ταυτότητας ,επομένως και της εθνικής).
Η τελική αναμέτρηση
Τα γεγονότα του Μαϊντάν το 2014, σηματοδοτούν μία καθοριστική στροφή προς την αναπόφευκτη πολεμική σύγκρουση. Το αποτέλεσμα του Μαϊντάν ήταν η καθαίρεση και η φυγή του Προέδρου Γιανουκόβιτς. Ο Γιανουκόβιτς δεν ήταν ούτε ακραιφνώς φιλορώσος πολιτικός, ούτε ευρασιανιστής. Μάλλον ήταν ένας κοντόφθαλμος πραγματιστής, αλλά ακόμη και αυτό, από τη σκοπιά της Δύσης, ήταν απαράδεκτο. Η Δύση ήθελε τα πάντα, σε σχέση με την Ουκρανία.
Όσα διαδραματίσθηκαν το 2008 στη Γεωργία, όπου η Δύση προσπάθησε να χτυπήσει τα ρωσικά ”πλευρά” στον Καύκασο, χρησιμοποιώντας το καθεστώς του Μιχαήλ Σαακασβίλι, είχαν καταλήξει σε παταγώδη αποτυχία για τους Ατλαντιστές. Αποφάσισαν λοιπόν να εφαρμόσουν πιο ριζοσπαστικές μεθόδους και να προχωρήσουν σε τολμηρότερες κινήσεις. Ο σημερινός Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν- τότε Αντιπρόεδρος- και άλλα μέλη της ομάδας του, όπως η διαβόητη Βικτόρια Νούλαντ, ή ο (σημερινός πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα) Τζέφρυ Πάϊατ,αναμείχθηκαν ενεργά στην προετοιμασία της εξέγερσης του Μαϊντάν και στην ανατροπή του Προέδρου Γιανουκόβιτς. Ο στόχος δεν ήταν βεβαίως άλλος από αυτόν που είχαν διατυπώσει στο παρελθόν ο Mackinder και ο Brzezinski: να αποσπάσουν επιτέλους την Ουκρανία από τη Ρωσία, και -αν κάτι τέτοιο κρινόταν αναγκαίο- να προετοιμάσουν το έδαφος για μια βίαιη σύγκρουση μεταξύ Κιέβου και Μόσχας.
Ο Πούτιν απάντησε με την επιστροφή της Κριμαίας στον ρωσικό εθνικό κορμό( τη χερσόνησο την είχε παραχωρήσει στην Ουκρανία ο Χρουτσώφ το 1954) και την υποστήριξη στην εξέγερση του ρωσικής καταγωγής πληθυσμού του Ντονμπάς, αλλά αυτές οι κινήσεις δεν έλυσαν το πρόβλημα γεωπολιτικά. Ο Πούτιν ανέτρεψε μεν το σχέδιο για επιτάχυνση της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ (σχέδιο το οποίο περιελάμβανε και την εκδίωξη του ρωσικού ναυτικού από τον ναύσταθμο της Σεβαστούπολης), απέτρεψε επίσης τη γενοκτονία των ρωσοφώνων στην Κριμαία και το Ντονμπάς, αλλά το μέγεθος της Ουκρανίας ήταν πολύ μεγάλο για να τεθεί η χώρα υπό ρωσικό έλεγχο εκείνη τη στιγμή. Στην ουσία όμως η τελευταία κίνηση ήταν η μόνη που θα μπορούσε να εξασφαλίσει την άμυνα του Ρωσικού Κόσμου, και οι ευρασιανιστές του Κρεμλίνου το γνώριζαν.
Αυτά που ακολούθησαν,μετά το 2014,έμοιαζαν περίπου προδιαγεγραμμένα. Παρά τη σύναψη των Συμφωνιών του Μινσκ, ήταν προφανές ότι ειρηνική λύση ήταν αδύνατο να βρεθεί και ότι -αναπόφευκτα- κάποια στιγμή ο λόγος θα δινόταν στα όπλα. Επιπλέον,οι ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών διέθεταν πλήθος ενδείξεων ότι η ουκρανική πλευρά απλώς εκμεταλλευόταν την κατάπαυση του πυρός, για να προετοιμάσει μία στρατιωτική επιχείρηση ανάκτησης του Ντονμπάς και της Κριμαίας. Οι δυνάμεις που ανήλθαν στην εξουσία, μετά το πραξικόπημα του 2014, ώθησαν την αντιρωσική υστερία και προπαγάνδα σε πρωτοφανή ύψη, ενώ ταυτόχρονα διεξήγαν μία βάναυση τιμωρητική εκστρατεία στα ανατολικά,εναντίον των κατοίκων του Ντονμπάς. Την ίδια στιγμή το Κίεβο, μαζί με τη Δύση, κατέστρωνε σχέδια για την κατασκευή δικών του πυρηνικών όπλων και βιολογικά εργαστήρια ξεφύτρωναν σε όλη την Ουκρανία,πειραματιζόμενα με την εργαστηριακή δημιουργία ιών και την οπλοποίησή τους.
Προς το τέλος του 2021, ένας καταιγισμός πληροφοριών προειδοποιούσε για την επερχομένη στρατιωτική επιχείρηση των ουκρανικών δυνάμεων,την οποία τοποθετούσε χρονικώς στις αρχές της Άνοιξης. Η Ρωσική Ομοσπονδία συγκέντρωσε ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στα σύνορα με την Ουκρανία,ελπίζοντας ότι θα επιτύχει κάποιου είδους αποτροπή.Όταν κατέστη φανερό πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, ο Πρόεδρος Πούτιν διέταξε την 22α Φεβρουαρίου 2022 την είσοδο των ρωσικών στρατευμάτων στο Ντονμπάς.Και δύο ημέρες αργότερα,οι πρώτοι πυροβολισμοί ήχησαν,καθώς εκκινούσε η ”ειδική στρατιωτική επιχείρηση” του ρωσικού στρατού εναντίον του καθεστώτος του Κιέβου.
Φίλιππος Μπουράτογλου
Ερευνητής – Απόφοιτος του Κέντρου Γεωπολιτικών Αναλύσεων
του NewYorkCollege

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας