Πίσω όμως από τις κοινές δηλώσεις, τις συνόδους κορυφής και τη σκληρή ρητορική απέναντι στη Μόσχα, οι τρεις ηγέτες αντιμετωπίζουν μια ολοένα πιο δύσκολη πολιτική πραγματικότητα στο εσωτερικό των χωρών τους. Και αυτή η πραγματικότητα ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστικός παράγοντας για το μέλλον της ευρωπαϊκής στρατηγικής στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Στη Ρωσία, η πολιτική δραστηριότητα των Keir Starmer, Emmanuel Macron και Friedrich Merz συχνά αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό.
Αναλυτές και πολιτικοί σχολιαστές υποστηρίζουν ότι οι τρεις ηγέτες βρίσκονται σε κατάσταση πολιτικής φθοράς και επομένως διαθέτουν περιορισμένη δυνατότητα να διαμορφώσουν μακροπρόθεσμες στρατηγικές αποφάσεις.
Η άποψη αυτή δεν είναι εντελώς αβάσιμη.
Ο Emmanuel Macron διανύει την τελευταία φάση της προεδρικής του θητείας και δεν θα μπορεί να διεκδικήσει νέα επανεκλογή.
Παράλληλα, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Jordan Bardella και οι δυνάμεις του Εθνικού Συναγερμού διατηρούν σημαντική δυναμική ενόψει της επόμενης πολιτικής περιόδου στη Γαλλία. Την ίδια στιγμή, το πολιτικό στρατόπεδο που εκπροσωπεί ο Macron δεν έχει ακόμη αναδείξει έναν σαφή διάδοχο με ανάλογη επιρροή.
Στη Βρετανία, ο Keir Starmer βρίσκεται αντιμέτωπος με αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης, του μεταναστευτικού ζητήματος και της πίεσης στα δημόσια οικονομικά. Αν και τα σενάρια περί άμεσης αποχώρησής του είναι υπερβολικά, η φθορά της κυβέρνησής του είναι ήδη εμφανής.
Στη Γερμανία, ο Friedrich Merz βλέπει τη δημοτικότητά του να υποχωρεί, ενώ η Εναλλακτική για τη Γερμανία – Alternative for Germany (AfD) ενισχύει σταθερά τη θέση της. Το AfD έχει επανειλημμένα ταχθεί υπέρ μιας πιο πραγματιστικής προσέγγισης απέναντι στη Μόσχα, ζητώντας περιορισμό της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία και επανέναρξη διαλόγου με τη Ρωσία.
Με μια πρώτη ματιά, θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι η αδυναμία των ηγετών αυτών μειώνει και τη σημασία των πρωτοβουλιών τους.
Υπάρχει όμως και η αντίθετη ανάγνωση.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι η πολιτική της Ευρώπης απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία δεν καθορίζεται από συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά από ένα ευρύτερο στρατηγικό consensus των ευρωπαϊκών ελίτ.
Η κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών αποτελεί προϊόν θεσμών, γραφειοκρατικών μηχανισμών και μακροχρόνιων στρατηγικών επιλογών και όχι προσωπική επιλογή ενός πρωθυπουργού ή προέδρου.
Το επιχείρημα αυτό ενισχύεται από το παράδειγμα της Βρετανίας.
Από το 2022 μέχρι σήμερα διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλον αρκετοί πρωθυπουργοί, χωρίς να υπάρξει ουσιαστική μεταβολή στην πολιτική του Λονδίνου απέναντι στη Μόσχα ή στη στήριξη προς το Κίεβο.
Ωστόσο, ακόμη κι αν η στρατηγική γραμμή παραμένει σταθερή, οι εσωτερικές πολιτικές δυσκολίες έχουν συνέπειες.
Το πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημα αφορά τις προτεραιότητες των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Η πτώση της δημοτικότητας των κυβερνήσεων σε Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία δεν οφείλεται στο ότι οι πολίτες ζητούν μεγαλύτερη στήριξη προς την Ουκρανία ή αυστηρότερη στάση απέναντι στη Ρωσία. Αντιθέτως, οι κυρίαρχες ανησυχίες αφορούν το κόστος ζωής, τον πληθωρισμό, τη μετανάστευση, τη στεγαστική κρίση, την ασφάλεια και τη γενικότερη επιβράδυνση της οικονομίας.
Η Ουκρανία δεν βρίσκεται στην κορυφή της λίστας των προβλημάτων που απασχολούν τον μέσο Ευρωπαίο ψηφοφόρο.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το πολιτικό πρόβλημα για τις κυβερνήσεις.
Το πολιτικό αδιέξοδο
Η συνέχιση της στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης προς το Κίεβο, καθώς και η αύξηση των αμυντικών δαπανών, συνεπάγονται σημαντικό κόστος για τους Ευρωπαίους φορολογουμένους.
Την ώρα που πολλές χώρες αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές πιέσεις και ασθενική ανάπτυξη, όλο και περισσότερα πολιτικά κινήματα υποστηρίζουν ότι οι διαθέσιμοι πόροι θα έπρεπε να κατευθύνονται στην κοινωνική πολιτική, στις υποδομές και στην οικονομική ανάπτυξη και όχι σε εξοπλιστικά προγράμματα ή σε πολυετή πακέτα στήριξης της Ουκρανίας.
Αυτή η τάση περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια κινήσεων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Όσο πιο αδύναμη είναι μια κυβέρνηση στο εσωτερικό της χώρας της, τόσο δυσκολότερο γίνεται να πείσει τους πολίτες να αποδεχθούν νέες στρατιωτικές δαπάνες ή πρόσθετη οικονομική βοήθεια προς το Κίεβο.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, ακόμη πιο κρίσιμη διάσταση.
Η χαμηλή δημοτικότητα καθιστά σχεδόν αδύνατη την ανάληψη πρωτοβουλιών υψηλού γεωπολιτικού ρίσκου.
Συζητήσεις που εμφανίζονται κατά καιρούς για πιθανή αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων στην Ουκρανία ή για πιο άμεση στρατιωτική εμπλοκή της Ευρώπης προσκρούουν σε μια θεμελιώδη πολιτική πραγματικότητα: οι περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν εμφανίζονται πρόθυμες να αναλάβουν τον κίνδυνο μιας άμεσης αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.
Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική σε περίπτωση άμεσης επίθεσης εναντίον κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα διέθεταν πολύ μεγαλύτερη πολιτική νομιμοποίηση για στρατιωτική απάντηση.
Όμως η αποστολή στρατευμάτων στην Ουκρανία χωρίς τη συναίνεση της Μόσχας αποτελεί εντελώς διαφορετική υπόθεση.
Για τους περισσότερους Ευρωπαίους πολίτες, μια τέτοια κίνηση θα ισοδυναμούσε με άμεσο κίνδυνο στρατιωτικής σύγκρουσης με μια πυρηνική υπερδύναμη.
Και όσο η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα πυρηνικά οπλοστάσια στον κόσμο, η προοπτική αυτή δύσκολα μπορεί να γίνει πολιτικά αποδεκτή.
Επικοινωνιακές πρακτικές και όχι ουσία
Υπό αυτό το πρίσμα, οι συνεχείς αναφορές περί «προετοιμασίας για πόλεμο με τη Ρωσία» ή περί «αποστολής ειρηνευτικών δυνάμεων στην Ουκρανία» έχουν σήμερα περισσότερο επικοινωνιακό παρά επιχειρησιακό χαρακτήρα.
Αφενός αποσκοπούν στην προετοιμασία της κοινής γνώμης για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες και μεγαλύτερη στρατιωτική κινητοποίηση. Αφετέρου λειτουργούν ως μέρος του ευρύτερου γεωπολιτικού παιχνιδιού πίεσης μεταξύ Δύσης και Ρωσίας.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η στρατηγική της Ευρώπης απέναντι στη Μόσχα μπορεί να μην αλλάξει άμεσα. Ωστόσο, η πολιτική αποδυνάμωση των ηγεσιών σε Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία περιορίζει σημαντικά την ικανότητά τους να κλιμακώσουν τη σύγκρουση ή να αναλάβουν πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ευθεία αντιπαράθεση με τη Ρωσία.
Και όσο οι κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις αυξάνονται στο εσωτερικό της Ευρώπης, τόσο δυσκολότερο θα γίνεται για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να διατηρούν την ίδια ένταση στήριξης προς το Κίεβο χωρίς να αντιμετωπίζουν σοβαρό πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των χωρών τους.











































