Η συμφιλίωση Σαουδικής Αραβίας και Κατάρ και τι σημαίνει για την Τουρκία

Κατάρ και τι σημαίνει για την Τουρκία

Η επανασυμφιλίωση ανάμεσα στην Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, μετά από μια περίοδο μεγάλης έντασης, διαμορφώνει νέα δεδομένα για τον Περσικό Κόλπο και τη Μέση Ανατολή, ενώ επηρεάζει και την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας.

Ήταν μία από τις πιο σημαντικές ρήξεις στον ευρύτερο αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Το 2017 η Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Αίγυπτος επέβαλαν οικονομικό και διπλωματικό εμπάργκο στο Κατάρ.

Πιο συγκεκριμένα, διέκοψαν τις διπλωματικές σχέσεις και απαγόρευσαν σε αεροσκάφη και πλοία του Κατάρ να χρησιμοποιούν τον εναέριο χώρο τους και θαλάσσιες διόδους που έλεγχαν. Αργότερα και άλλες χώρες θα συμμετέχουν σε αυτό τον πολιτικό και διπλωματικό αποκλεισμό.

Η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι το Κατάρ υποστήριζε την τρομοκρατία. Η πραγματική αιτία ήταν ότι το Κατάρ υποστήριζε το ευρύτερο ρεύμα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, που διεκδίκησε να εκπροσωπήσει τη δυναμική της «Αραβικής Άνοιξης», και διατηρούσε σχετικά καλές σχέσεις με το Ιράν. Επιπλέον, στο Κατάρ έχει την έδρα του το τηλεοπτικό κανάλι Al Jazeera που ενοχλούσε με τις αποκαλύψεις του τις πιο συντηρητικές μοναρχίες του Κόλπου.

Ουσιαστικά, δηλαδή γύρω από αυτή την κρίση αποτυπώνονταν διαχωριστικές γραμμές που διαπερνούν τη Μέση Ανατολή και τον ευρύτερο μουσουλμανικό και αραβικό κόσμο, σε μια περίοδο πολλά μέτωπα ανοιχτά.

Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κατηγόρησαν ουσιαστικά το Κατάρ ότι με τον τρόπο που είδε τόσο την «Αραβική Άνοιξη» (και τις ανατροπές κυβερνήσεων που έφερε) όσο και με τη σχετικά ανεκτική στάση του έναντι του Ιράν υπονόμευε αυτό που το Ριάντ και το Άμπου Ντάμπι προσδιόριζαν ως «σταθερότητα» στην περιοχή.

Όμως, τα πράγματα γίνονταν ακόμη πιο περίπλοκα από το γεγονός ότι τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και το Κατάρ παρέμειναν συμμαχικές δυνάμεις των ΗΠΑ, με τις τελευταίες μάλιστα να διατηρούν μια ιδιαίτερα σημαντική βάση στο Κατάρ.

Μια διαπάλη που φόρτισε και άλλες συγκρούσεις

Η διαπάλη αυτή ανάμεσα στις μοναρχίες του Κόλπου, με τον τρόπο που αντανακλούσε συνολικότερες διαιρέσεις, αποτυπώθηκε και σε άλλες συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο εμφύλιος πόλεμος στη Λιβύη αποτέλεσε κατεξοχήν πεδίο όπου ήρθαν σε σύγκρουση το Κατάρ που μαζί με την Τουρκία στήριξε την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Τρίπολης και από την άλλη τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία που στήριξαν την πλευρά του κοινοβουλίου και του Χαφτάρ.

Σε άλλες περιπτώσεις τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Στην περίπτωση του εμφυλίου πολέμου στην Υεμένη η ρήξη του 2017 διαμόρφωσε μια σύνθετη συνθήκη. Το Κατάρ, που διατηρεί καλές σχέσεις με τις δυνάμεις της Μουσουλμανικής Αδελφότητας που στην Υεμένη στηρίζουν την κυβέρνηση, αλλά έχει και επαφές με τους αντάρτες Χούτι που πολεμούν την κυβέρνηση με την υποστήριξη του Ιράν, θα αποκλειστεί από το συνασπισμό που υποστηρίζει τις κυβερνητικές δυνάμεις. Γι’ αυτό και το ποια στάση θα κρατήσει τώρα το Κατάρ θα είναι ένα από τα πεδία γύρω από τα οποία θα κριθεί η διαδικασία επανασυμφιλίωσης.

Η σχέση με την Τουρκία

Κομβική πλευρά της εξωτερικής πολιτικής του Κατάρ και οι καλές σχέσεις με την Τουρκία, που διευκολύνονται από το γεγονός ότι η πολιτική και ιδεολογική οπτική του Ερντογάν είναι τηρουμένων των αναλογιών κοντά σε αυτή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Άλλωστε, και η Τουρκία θεώρησε ότι η «Αραβική Άνοιξη» ανοίγει έναν ευρύτερο δρόμο θετικών ανατροπών, κάτι που καθοδήγησε και την πολιτική για την εμπλοκή στον εμφύλιο στη Συρία.

Επιπλέον, Κατάρ και Τουρκία έχουν και καλές σχέσεις με τη Χαμάς στην Γάζα, με την Τουρκία να φιλοξενεί στελέχη της και το Κατάρ να την υποστηρίζει οικονομικά (μάλιστα αυτές τις σχέσεις χρησιμοποιεί και το Ισραήλ όποτε θέλει να αφήσει να φτάσει ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα).

Η Τουρκία διαθέτει στρατιωτική βάση στο Κατάρ, έχει πουλήσει drone και άλλο στρατιωτικό εξοπλισμό στο Κατάρ, ενώ οι δύο χώρες υποστήριξαν τις ίδιες ένοπλες ομάδες στον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία.

Σε όλα αυτά υπάρχει και μια οικονομική διάσταση, καθώς η Τουρκία έχει σημαντικές οικονομικές σχέσεις με το Κατάρ, καθώς το τελευταίο είναι από τις βασικές χώρες που επενδύουν στην Τουρκία.

Επιπλέον, το Κατάρ έχει βοηθήσει την Τουρκία και σε σχέση με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με την ισοτιμία της λίρας. Τον περασμένο Μάιο η ανακοίνωση ότι το Κατάρ επεκτείνει τη συμφωνία για συναλλαγματικό swap με την Τουρκία στα 15 δισεκατομμύρια δολάρια, έδωσε μια κρίσιμη ανάσα την ώρα που η τουρκική κεντρική τράπεζα έβλεπε τα συναλλαγματικά αποθέματα να μειώνονται σημαντικά.

Ούτως ή άλλως και η Τουρκία είναι τμήμα των όλων αντιπαραθέσεων στην ευρύτερη περιοχή, όπως φαίνεται και από τη στρατιωτική παρουσία στη Συρία και από την εμπλοκή της στον συριακό εμφύλιο.

Η πίεση για επανασυμφιλίωση

Σε αυτό το φόντο η πίεση για κάποιου είδους επαναπροσέγγιση ήρθε από διάφορες πλευρές. Η αντιπαράθεση αυτή φόρτιζε όλες τις περιφερειακές εστίες έντασης, δημιουργούσε προβλήματα σε προσπάθειες αποκλιμάκωσης της έντασης και δεν επέτρεπε κάποιου είδους συσπείρωση των φιλοδυτικών δυνάμεων στην περιοχή ή κάποιου είδους ενιαία στάση απέναντι σε ζητήματα όπως το Παλαιστινιακό.

Σε αυτή την κατεύθυνση συντελούσε και η πίεση από τις ΗΠΑ, που επίσης θα ήθελαν επανασυμφιλίωση ανάμεσα σε χώρες που τις εντάσσουν στις συμμαχικές, με τον Τζάρεντ Κούσνερ το προηγούμενο διάστημα να έκανε εκτεταμένες επαφές σε αυτή την κατεύθυνση.

Επιπλέον, η προοπτική μιας κυβέρνησης Μπάιντεν, που πιθανώς να έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επίσης να συνέβαλε στην επιλογή του Ριάντ για επαναπροσέγγιση με τη Ντόχα, εάν αναλογιστούμε ότι το Κατάρ έχει αξιοποιήσει σε μεγάλο βαθμό την ικανότητα να επηρεάζει τη διεθνή κοινή γνώμη μέσω του Al Jazeera. Αλλά και συνολικά είναι σαφές ότι το Ριάντ ήθελε να υποδεχτεί τη νέα αμερικανική κυβέρνηση έχοντας πάρει μια σημαντική πρωτοβουλία που επέλυε μια ανοιχτή κρίση.

Επιπλέον, ας μην υποτιμάμε και το γεγονός πως η προοπτική επιστροφής των ΗΠΑ στην συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, φέρνει το ευρύτερο φάσμα των σουνιτικών δυνάμεων του αραβικού κόσμου αντιμέτωπο με μια ανάγκη επανασυσπείρωσης.

Ως προς το Ισραήλ, είναι προφανές ότι θα ήθελε να διευρυνόταν το φάσμα των αραβικών κρατών που αποκαθιστούν σχέσεις μαζί του, κατά το πρότυπο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Άλλωστε, έχει ένα παρελθόν συνεργασίας με το Κατάρ στα ζητήματα διανομής της ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα. Όμως την ίδια στιγμή είναι σαφές ότι και το Κατάρ πλέον απαιτεί και χειρονομίες από την πλευρά του Ισραήλ που να παραπέμπουν σε κάποιου είδους βελτίωση της κατάστασης σε σχέση με το Παλαιστινιακό.

Σε κάθε περίπτωση η μετάβαση από την επαναπροσέγγιση Σαουδικής Αραβίας και Κατάρ σε μια συνολικότερη συμφιλίωση και συνεργασία, δεν θα είναι τόσο εύκολη και θα δοκιμαστεί σε κρίσιμα ζητήματα, από την κατάσταση στην Υεμένη μέχρι τις σχέσεις με το Ιράν, ενώ καθοριστικό θα αποδειχτεί και το εάν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θα ακολουθήσουν μια ανάλογη κατεύθυνση ή θα επιμείνουν στην τρέχουσα «σκληρή» γραμμή.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Τουρκία

Η Τουρκία μέχρι τώρα έχει εκφράσει την ικανοποίησή της για τη συμφωνία. Βέβαια μια ευρύτερη επαναπροσέγγιση των χωρών του Κόλπου, που σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί και από το εάν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θα εγκαταλείψουν την τρέχουσα εχθρότητά τους για το Κατάρ (και την Τουρκια), θα σημαίνει ένα διαφορετικό τοπίο και για την τουρκική εξωτερική πολιτική. Μέχρι τώρα Τουρκία και Κατάρ κινούνταν σε μια έντονη αντιπαράθεση με τις υπόλοιπες χώρες σε διάφορα μέτωπα, με πιο χαρακτηριστικό αυτό της Λιβύης. Μια συνολικότερη επαναπροσέγγιση και δυναμική αποκλιμάκωσης σε εστίες κρίσης θα υποχρέωνε και την Τουρκία να αποδεχτεί νέες ισορροπίες. Ταυτόχρονα, μια τέτοια επαναπροσέγγιση θα μειώσει και την πίεση από την προσπάθεια των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να οικοδομήσουν έναν αντιτουρκικό συνασπισμό.

Σε κάθε περίπτωση και με δεδομένη την άφιξη της νέας αμερικανικής κυβέρνησης η Τουρκία θέλει να εκμεταλλευτεί τη νέα δυναμική στον Κόλπο ώστε να κατοχυρώσει ακόμη περισσότερο τη θέση της εντός ενός ευρύτερου «δυτικού στρατοπέδου». Θα μπορεί να υποστηρίζει, δηλαδή, ότι δεν ακολουθεί μια πολιτική που τη φέρνει σε ρήξη με χώρες που οι ΗΠΑ θεωρούν κομβικούς συμμάχους και άρα θα κατοχυρώνει την παρουσία της σε έναν ευρύτερο άξονα δυνάμεων, χωρίς απαραίτητα να υποστέλλει τις συνολικότερες φιλοδοξίες της.

Δεν είναι τυχαίο, ότι όλα αυτά συμπίπτουν και την ρητά και δημόσια διατυπωμένη επιθυμία επαναπροσέγγισης και με το Ισραήλ, που επίσης εντάσσεται στην ίδια προσπάθεια της Τουρκίας να αποφύγει οποιαδήποτε συνολική ρήξη με τις ΗΠΑ και αυτό που θα ονομάζαμε «Δύση».

Και προφανώς θέλει με αυτό τον τρόπο  η Άγκυρα θέλει να μειώσει την όποια επιδραστικότητα θα μπορούσαν να έχουν οι τρέχουσες συμφωνίες της Ελλάδας και της Κύπρου με την Αίγυπτο και το Ισραήλ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας