Το τραγικό συμβάν στην Ηλιούπολη, με τις δύο νέες κοπέλες να επιλέγουν να τερματίσουν τη ζωή τους, χτύπησε σαν γερή γροθιά το στομάχι της κοινωνίας, κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου. Είναι ένα τεράστιο σοκ, που επιβεβαιώνει ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Ότι κυριαρχεί κάτι σάπιο και αδιέξοδο, που ορισμένες ψυχές (εύθραυστες, τρυφερές, ειλικρινείς) δεν το αντέχουν ή δεν θέλουν με τίποτα να είναι μέρος του. Ίσως και να μην βρίσκουν νόημα στην ίδια τη ζωή τους. Ένα τεράστιο σινιάλο για τις «αξίες» που προβάλλονται επίσημα-κρατικά-δημόσια, αλλά και για πιέσεις που ασκούνται καθημερινά στην οικογενειακή ζωή και στους εκπαιδευτικούς θεσμούς, για το τι είναι «επιτυχία» και «καταξίωση».
Η απόφαση δύο κοριτσιών να βάλουν μαζί τέρμα στη ζωή τους έχει και μια άλλη πτυχή, την οποία κρύβουν όλοι οι υπεύθυνοι και απολογητές του συστήματος: μια ζωή χωρίς μέλλον, μια εργασία υποβαθμισμένη και αβέβαιη, μια ματαίωση ονείρων πριν ακόμα εισέλθουν κανονικά στην κοινωνία οι νέοι. Αλήθεια, πόσο νωρίς αισθάνεται ένας νέος ή μια νέα σήμερα ότι ματαιώνεται το μέλλον, ανάμεσα στις εικόνες και τις δυνατότητες που μπορεί να υπάρχουν, και την αδυναμία να πλησιάσουν έστω και κάποια χαραμάδα τους; Πόσο νωρίς νιώθει ότι δεν θα μπορέσει να υπερβεί τα εμπόδια, ότι θα απορριφθεί, ότι θα «αποτύχει»;
Τα «μικρά Τέμπη» της Ηλιούπολης είναι μια γροθιά σε ολόκληρη την κοινωνική πραγματικότητα. Γροθιά στον κυνισμό, την προσαρμογή, τις «αξίες» της «επιτυχίας» όπως ορίζονται σήμερα, την κατάργηση του μέλλοντος. Τα «μικρά Τέμπη» στέλνουν μεγάλο μήνυμα: αυτή η κοινωνία, αυτή η χώρα, νοσεί βαθιά. Νοσεί από κυνισμό, ψέμα, θραυσματοποίηση των ανθρώπων. Ποιος θεωρείται «άξιος» σήμερα; Ποια πρότυπα προβάλλονται; Ποια μοντέλα επιβραβεύονται; Υπάρχει και κάτι παραπάνω στα «μικρά Τέμπη», πιο τραγικό: Οι δύο φίλες μαζί το συζήτησαν, το αποφάσισαν, το έκαναν. Αυτό δίνει εντελώς άλλη διάσταση στο γεγονός.
Όταν τα κορίτσια αυτά γεννιόντουσαν, η Ελλάδα είχε χρεοκοπήσει και έμπαινε στα μνημόνια. Κοντά στην εφηβεία βίωσαν την πανδημία, τις απίθανες διαστάσεις της υποχρεωτικότητας και της αποστασιοποίησης, του κλεισίματος των σχολείων, της τηλεκπαίδευσης, της απαγόρευσης εκδρομών και συναντήσεων. Άκουσαν ότι μειώθηκαν οι εισακτέοι, ότι πολλοί συμμαθητές τους δουλεύουν στις καφετέριες για να τα βγάλουν πέρα, ή εγκατέλειψαν το σχολείο. Ξέρουν ότι αν βρουν μια δουλειά θα είναι κακοπληρωμένη, ότι δεν θα μπορούν να πληρώσουν το νοίκι ή να κάνουν οικογένεια. Πόσα ξέρουν… Κυρίως όμως, αισθάνονται να κλείνουν οι πόρτες ενός αξιοβίωτου μέλλοντος. Η απόσταση από το «δεν βγαίνει ο μήνας» μέχρι το «δεν αντέχεται αυτή η ζωή», δεν είναι τόσο μεγάλη…
Αυτοί που κυβερνούν (κι όσοι κάνουν πως αντιπολιτεύονται, αλλά νοιάζονται μόνο για την αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος) ψήφισαν το 13ωρο στην εργασία. Ο νέος ξέρει πως όσο κι αν δουλέψει, πιθανά δεν θα πάρει καμία σύνταξη όταν φθάσει στην ηλικία των σημερινών συνταξιούχων. Για να μην μιλήσουμε για τις απίστευτες ταπεινώσεις, προσβολές, αυθαιρεσίες και έναν αντινεολαιίστικο ρατσισμό που επιδεικνύουν οι φορείς εξουσίας ή «προστασίας του πολίτη»…
Μα είμαστε μια κοινωνία που –ενώ βιώνουμε το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας– δεν βλέπουμε τι συμβαίνει, πού βαδίζουμε; Τους πρώτους μήνες του 2026 δεν γεννήθηκε κανένα νέο παιδί στους 11 από τους 18 δήμους της Ηπείρου. Στους 882 δήμους της χώρας, το Α΄ δίμηνο του 2026 έχουμε συνολικά 33.257 θανάτους και 16.173 γεννήσεις. Πέρυσι εκδόθηκαν 122.914 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου και 66.532 γεννήσεων…
Παραπέρα: τα «πρωτάκια» τον Σεπτέμβριο του 2026 θα είναι 69.895, πρώτη φορά κάτω από το φράγμα των 70.000 μαθητών. Μέσα σε 15 χρόνια (όταν μπήκαμε στα μνημόνια οι μαθητές της Α΄ Δημοτικού ήταν 115.000) έχει «χαθεί» το 42% του μαθητικού δυναμικού της πρώτης τάξης! Μπορούμε να υπολογίσουμε πόσοι θα είναι μετά από 10 χρόνια, όταν θα φτάνουν σε ηλικία εισόδου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Πόσοι θα είναι οι εισακτέοι; Και πόσα δημόσια πανεπιστήμια θα έχουν κλείσει μέχρι τότε;
Το άγχος, το στρες, την πίεση που νοιώθουν τα νεαρά (και ολοένα λιγότερα) βλαστάρια της κοινωνίας, πόσο τα υπολογίζουμε; Πόσο τα «ακούμε» πριν κουνήσουμε το δάκτυλο και τα κατηγορήσουμε ότι είναι διαρκώς στο κινητό, ότι δεν διαβάζουν; Οι δύο νέες κοπέλες ήταν και καλές μαθήτριες, αλλά ένοιωθαν τα αδιέξοδα…
Σαν οργανωμένη (και αποτυχημένη) Πολιτεία ανεχόμαστε την κατάργηση του μέλλοντος για τη νέα γενιά και κάνουμε ότι αγνοούμε το γεγονός ότι χωρίς ενεργούς και παρόντες τους νέους δεν πρόκειται η χώρα να ξεπεράσει τα υπαρξιακά αδιέξοδά της. Κι όταν συμβεί κάτι τραγικό κάνουμε ψυχογραφήματα –για λίγες μέρες ή ώρες– ώστε να ξεχαστούμε σε μια φούσκα ατομικότητας, και μετά να σχολιάσουμε το επόμενο «γεγονός» (ο Ακύλας, η ομάδα μας, το ποτό μας, ο εαυτός μας τέλος πάντων) και ούτω καθεξής…
Να σπάσει το κοινωνικό σιωπητήριο, να χτυπηθεί η υποκρισία απέναντι στη νέα γενιά και το μέλλον της! Αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα…













































