
Εβραίοι και Άραβες ψηφοφόροι με ισραηλινή υπηκοότητα προσήλθαν μαζικά στις κάλπες την Τρίτη 27 Οκτωβρίου, για τις εκλογές ανάδειξης του ισραηλινού κοινοβουλίου. Ήταν οι πρώτες εκλογές μετά τον σχηματισμό, το 2022, της πιο αντιδραστικής κυβέρνησης στην ιστορία του Ισραήλ. Κατά την τελευταία τετραετία, ο ακροδεξιός κυβερνητικός συνασπισμός ένωσε το κόμμα Λικούντ του Μπενιαμίν Νετανιάχου με τις νεοναζιστικές ομάδες υπό τον Ιταμά Μπεν-Γκβιρ και τον Μπεζαλέλ Σμότριτς, καθώς και με θρησκευτικά κόμματα.
Όπως προέβλεπαν οι δημοσκοπήσεις, το κυβερνητικό στρατόπεδο του εν ενεργεία πρωθυπουργού Νετανιάχου και η συμμαχία της αντιπολίτευσης, με επικεφαλής τον πρώην αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, Γκάντι Άιζενκοτ, ολοκλήρωσαν την εκλογική αναμέτρηση με ισοδύναμα ποσοστά, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής εκτιμήσεις. Ενδέχεται να χρειαστούν αρκετές ημέρες για την ανακοίνωση των οριστικών αποτελεσμάτων και εβδομάδες διαπραγματεύσεων μεταξύ των κοινοβουλευτικών παρατάξεων, προτού αποσαφηνιστεί η σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης, σύμφωνα με ανάλυση του ακαδημαϊκού Gilbert Achcar στο Jacobin.
Η σημαντικότερη ιδιαιτερότητα αυτών των εκλογών είναι ότι διεξήχθησαν για πρώτη φορά μετά την επιχείρηση υπό την ηγεσία της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, η οποία πυροδότησε τον γενοκτονικό πόλεμο που εξαπέλυσε ο ισραηλινός στρατός στη Γάζα, εκτοπίζοντας τους κατοίκους της και καταστρέφοντας μαζικά τις υποδομές και τα κτίριά της.
Παράλληλα, στη Δυτική Όχθη σημειώθηκε επικίνδυνη και πρωτοφανής κλιμάκωση της βίας από σιωνιστές εποίκους εναντίον των Παλαιστινίων. Πρόκειται, για μια σταδιακά εξελισσόμενη εκστρατεία εθνοκάθαρσης, ανάλογη με εκείνη που εκτυλίχθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της Παλαιστίνης κατά τη Νάκμπα του 1948 και πιο πρόσφατα, στη Λωρίδα της Γάζας.
Ένταση στο εσωτερικό του Ισραήλ
Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν επίσης σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στην ισραηλινή κοινωνία, ανάμεσα στους υποστηρικτές του κυβερνητικού συνασπισμού και την αντιπολίτευση. Η αντιπαράθεση είχε ήδη κορυφωθεί πριν από τις 7 Οκτωβρίου, με μεγάλες διαδηλώσεις της αντιπολίτευσης που επικεντρώνονταν σε ζητήματα δικαιοσύνης. Η επιχείρηση της Χαμάς συσπείρωσε προσωρινά το μεγαλύτερο μέρος της ισραηλινής κοινωνίας γύρω από το μίσος προς τους Παλαιστινίους, ιδιαίτερα εκείνους της Γάζας, αλλά και προς το σύνολο του παλαιστινιακού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν ισραηλινή υπηκοότητα. Με άλλα λόγια, η ρατσιστική εχθρότητα έφτασε σε πρωτοφανή επίπεδα στην ισραηλινή κοινωνία τα τελευταία τρία χρόνια και δεν έχει υποχωρήσει ουσιαστικά.
Η αντιδραστική συναίνεση για την Παλαιστίνη
Ως αποτέλεσμα, κανένα από τα βασικά ζητήματα της προεκλογικής περιόδου δεν αμφισβητεί στην πραγματικότητα τη βαθιά αντιδραστική συναίνεση που έχει παγιωθεί. Η Παλαιστίνη βρίσκεται ουσιαστικά εκτός του επίκεντρου της πολιτικής αντιπαράθεσης. Στη συζήτηση μεταξύ του Νετανιάχου και των αντιπάλων του απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά, με εξαίρεση τις αλληλοκατηγορίες ότι η μία πλευρά εξυπηρετεί τη Χαμάς.
Όλα τα κόμματα, από την ακροδεξιά έως την Αριστερά, απορρίπτουν ακόμη και τη δημιουργία ενός περιορισμένου παλαιστινιακού κράτους, αντίστοιχου με την Παλαιστινιακή Αρχή που εδρεύει στη Ραμάλα. Στην καλύτερη περίπτωση, συνδέουν μια τέτοια προοπτική με αυστηρότερο έλεγχο του παλαιστινιακού πληθυσμού, περιορίζοντας την κυριαρχία του σε βαθμό μικρότερο και από εκείνον που είχαν τα πρώην μπαντουστάν της Νότιας Αφρικής κατά την περίοδο του απαρτχάιντ.
Μέσα σε αυτό το ζοφερό πολιτικό τοπίο, αρκετοί ψηφοφόροι, πιθανότατα περισσότεροι από ό,τι σε κάθε προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση, είχαν δηλώσει ότι σκοπεύουν να ψηφίσουν ένα από τα δύο αραβικά πολιτικά μπλοκ. Οι πιο μετριοπαθείς υποστήριξαν την Ενωμένη Λίστα, στην οποία συμπροεδρεύουν ένας δεξιός ισλαμιστής και ένας Εβραίος πολιτικός. Αντίθετα, Εβραίοι με πιο προοδευτικές απόψεις, που επιδιώκουν την ειρηνική συνύπαρξη με τον παλαιστινιακό λαό, επέλεξαν την Κοινή Λίστα. Μια ισχυρή εκλογική επίδοση της τελευταίας, όπως προέβλεπαν οι δημοσκοπήσεις και φαίνεται να επιβεβαιώνουν οι μέχρι στιγμής εκτιμήσεις, θα αποτελούσε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα των εκλογών.
Ωστόσο, το αποτέλεσμα των εκλογών αναδεικνύει πρωτίστως την αποτυχία συγκρότησης μιας πολιτικής οργάνωσης, η οποία θα αντιτασσόταν στη σιωνιστική συναίνεση. Μια τέτοια δύναμη θα υποστήριζε το αίτημα για ένα «κράτος όλων των πολιτών», όπως το προβάλλουν τα προοδευτικά αραβικά κόμματα της αντιπολίτευσης. Παράλληλα, θα ζητούσε την αποχώρηση του στρατού κατοχής και των εποίκων από όλα τα εδάφη που καταλήφθηκαν το 1967, καθώς και την αναγνώριση του δικαιώματος επιστροφής των Παλαιστινίων προσφύγων ή, εναλλακτικά, την αποζημίωσή τους, στο πλαίσιο του αναφαίρετου δικαιώματος του παλαιστινιακού λαού στην αυτοδιάθεση.
Τι επιδιώκει η ηγεσία των αραβικών κομμάτων
Ο ηγέτης της Ενωμένης Λίστας, Μανσούρ Αμπάς, επιδιώκει συμφωνία με την αντιπολίτευση, αντίστοιχη με εκείνη που είχε συνάψει όταν το κόμμα του συμμετείχε στην κυβέρνηση του Ναφτάλι Μπένετ την περίοδο 2021-2022. Ο Μπένετ, ακροδεξιός πολιτικός και αντίπαλος του Νετανιάχου, είχε σχηματίσει τότε κυβέρνηση μαζί με τον Γιαΐρ Λαπίντ, τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν ως μετριοπαθή, παρότι υιοθετεί πολύ σκληρές θέσεις σε ζητήματα όπως η Χαμάς και οι επιθέσεις κατά του Ιράν.
Σήμερα, επικεφαλής της αντιπολίτευσης είναι ο Άιζενκοτ, ο οποίος είχε προσωπικά εποπτεύσει την εφαρμογή στον Λίβανο της στρατιωτικής θεωρίας που ο ίδιος είχε διατυπώσει. Η συγκεκριμένη στρατηγική υποστήριζε την ολοκληρωτική καταστροφή περιοχών όπου βρίσκονται εχθρικές δυνάμεις, χωρίς να εξαιρούνται οι άμαχοι, κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Ο Αμπάς επιδιώκει συνεργασία με τον Άιζενκοτ, επιχειρώντας να παρακάμψει την άρνηση του τελευταίου να συμμαχήσει με αραβικό κόμμα. Μεταξύ των όρων που προωθείται να τεθούν είναι η δημόσια ανακήρυξη της Χαμάς ως «τρομοκρατικής» οργάνωσης. Πρόκειται για ιδιαίτερα δύσκολο όρο για τον Αμπάς, καθώς προέρχεται από την ίδια Μουσουλμανική Αδελφότητα από την οποία προήλθε και η Χαμάς.
Η Κοινή Λίστα, από την πλευρά της, δήλωσε πρόθυμη να προσφέρει αυτό που αποκάλεσε «δίχτυ ασφαλείας» στην αντιπολίτευση, στηρίζοντάς την σε ψηφοφορίες στην Κνεσέτ κατά του Νετανιάχου και του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού. Έθεσε, ωστόσο, ως προϋποθέσεις την αντιμετώπιση των επειγόντων προβλημάτων που αφορούν τις συνθήκες διαβίωσης των Παλαιστινίων εντός του Ισραήλ και τη στήριξη της δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους.
Τι θα σήμαινε για την Παλαιστίνη μία άλλη κυβέρνηση;
Η κοινή θέση της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης κατά της ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους καθιστά αδύνατη μια τέτοια συμφωνία, εφόσον η Κοινή Λίστα επιμείνει στους όρους της. Αυτό είναι αναμενόμενο. Κανένα παλαιστινιακό κίνημα δεν μπορεί να προσφέρει οποιαδήποτε στήριξη σε σιωνιστικά κόμματα, είτε εντός των συνόρων του ισραηλινού κράτους είτε, ακόμη περισσότερο, έξω από αυτά.
Μια κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ δεν θα απομακρυνόταν ουσιαστικά από τη σιωνιστική συναίνεση ως προς τη συνέχιση των προσπαθειών για τον έλεγχο της Γάζας, ούτε ως προς τις επιθέσεις κατά του Ιράν σε συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και κατά της Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
Η βασική διαφορά από την κυβέρνηση Νετανιάχου θα μπορούσε να αφορά την αντιμετώπιση των ακροτήτων των εξτρεμιστών εποίκων στη Δυτική Όχθη, τους οποίους υποκινούν οι Μπεν-Γκβιρ και Σμότριτς. Ο ίδιος ο Νετανιάχου έχει εκφράσει κατά καιρούς δυσαρέσκεια για τις ενέργειες τους, κυρίως εξαιτίας της πρόσθετης ζημιάς που προκαλούν στη διεθνή εικόνα του Ισραήλ.
Στόχος του Άιζενκοτ, ωστόσο, είναι να διατηρηθεί ο έλεγχος του σιωνιστικού κράτους στο μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας, με προοπτική την τελική προσάρτηση αυτών των εδαφών. Οι υπόλοιπες περιοχές θα μπορούσαν να αφεθούν για την εφαρμογή του λεγόμενου ειρηνευτικού σχεδίου του Ντόναλντ Τραμπ, το οποίο ο Νετανιάχου θα αναγκαζόταν να αποδεχθεί εάν ο Αμερικανός πρόεδρος άλλαζε εκ νέου στάση, εγκαταλείποντας την τρέχουσα εστίασή του στο Ιράν και την Ουκρανία.
Τέλος, εάν κανένα από τα δύο μεγάλα πολιτικά μπλοκ δεν καταφέρει να συγκροτήσει πλειοψηφία στην Κνεσέτ, δεν αποκλείεται να αναδιαμορφωθεί το πολιτικό σκηνικό. Ο Νετανιάχου θα μπορούσε τότε να απομακρυνθεί από τους δύο συμμάχους του, τον Μπεν-Γκβιρ και τον Σμότριτς, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για μια «κυβέρνηση εθνικής ενότητας» με τα σημερινά κόμματα της αντιπολίτευσης, με τα οποία έχει μοιραστεί την εξουσία και στο πρόσφατο παρελθόν.
Πριν καταλήξει σε έναν τέτοιο συμβιβασμό, πάντως, θα επιχειρήσει να αποσπάσει από το αντιπολιτευτικό μπλοκ τις πιο δεξιές δυνάμεις, οι οποίες είναι και οι περισσότερο πρόθυμες να συνεργαστούν με τον σημερινό ακροδεξιό κυβερνητικό συνασπισμό.







































