Μετέτρεψαν στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 τον αντικομμουνισμό σε μηχανισμό ελέγχου των πολιτών.
Προτού ο όρος «εσωτερικός εχθρός» επιστρέψει στη στρατηγική του Λευκού Οίκου επί νέας προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, είχε ήδη διαμορφώσει μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 ο φόβος της κομμουνιστικής διείσδυσης δεν αποτέλεσε μόνο μια εξωτερική πολιτική ανησυχία απέναντι στη Σοβιετική Ενωση. Μετατράπηκε σε μηχανισμό ελέγχου στο εσωτερικό της χώρας, επηρεάζοντας θεσμούς, μέσα ενημέρωσης και χιλιάδες πολίτες.
Δύο πρόσωπα ενσάρκωσαν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον αυτή την εποχή του φόβου και της καχυποψίας: ο γερουσιαστής Τζόζεφ ΜακΚάρθι, που μετέτρεψε τον αντικομμουνισμό σε πολιτικό όπλο, και ο διευθυντής του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ, που δημιούργησε έναν μηχανισμό παρακολούθησης με τεράστια εξουσία.
Καριέρα με φαντάσματα
Η άνοδος του ΜακΚάρθι ξεκίνησε το 1950, όταν σε ομιλία του στο Γουίλινγκ της Δυτικής Βιρτζίνια υποστήριξε ότι διέθετε κατάλογο με ονόματα κομμουνιστών που εργάζονταν στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών. Ο γερουσιαστής δεν παρουσίασε ποτέ στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του, όμως η καταγγελία του βρήκε πρόσφορο έδαφος σε μια κοινωνία που ζούσε υπό τον φόβο της Σοβιετικής Ενωσης και της εξάπλωσης του κομμουνισμού μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η καχυποψία απέναντι στην κομμουνιστική επιρροή εντάθηκε μετά την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου. Εκείνο που κατάφερε ο ΜακΚάρθι ήταν να μετατρέψει αυτή την ανησυχία σε ισχυρό πολιτικό εργαλείο, βασισμένο συχνά σε κατηγορίες χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και στη δημόσια διαπόμπευση όσων θεωρούνταν ύποπτοι.
Οι ακροάσεις της Μόνιμης Υποεπιτροπής Ερευνών της Γερουσίας, της οποίας ανέλαβε πρόεδρος το 1953, μεταδίδονταν από την τηλεόραση και έκαναν τον ΜακΚάρθι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πολιτικά πρόσωπα της χώρας. Μέσα από δημόσιες καταθέσεις και επιθετικές ερωτήσεις κατηγορούσε κυβερνητικούς υπαλλήλους, διπλωμάτες, στρατιωτικούς και άλλους πολίτες για υποτιθέμενες σχέσεις με τον κομμουνισμό. Το Χόλιγουντ έγινε ένα από τα μεγαλύτερα πεδία μάχης. Οι περίφημοι «δέκα του Χόλιγουντ» αρνήθηκαν να συνεργαστούν με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων το 1947, επικαλούμενοι την προστασία που τους παρείχε το Σύνταγμα. Η άρνησή τους είχε βαρύ τίμημα: καταδικάστηκαν για περιφρόνηση του Κογκρέσου και βρέθηκαν αποκλεισμένοι από την κινηματογραφική βιομηχανία, σε μια περίοδο που η κατηγορία της «κομμουνιστικής συμπάθειας» μπορούσε να καταστρέψει μια καριέρα – όπως και συνέβη σε αρκετούς. Η περίοδος αυτή έμεινε στην Ιστορία ως μακαρθισμός, όρος που παρέμεινε ως σύμβολο της πολιτικής χρήσης του φόβου και της καχυποψίας απέναντι σε ιδεολογικούς αντιπάλους στερώντας από την κοινωνία πολύτιμους πολίτες. Οι κατηγορίες δεν οδηγούσαν πάντα σε νομικές συνέπειες, όμως μπορούσαν να έχουν σοβαρό προσωπικό και επαγγελματικό κόστος. Ανθρωποι έχασαν τις θέσεις εργασίας τους, μπήκαν σε μαύρες λίστες ή βρέθηκαν αντιμέτωποι με κοινωνικό στιγματισμό, συχνά χωρίς να έχει αποδειχτεί ότι είχαν παραβιάσει κάποιον νόμο.
Αν ο ΜακΚάρθι ήταν η δημόσια φωνή της κομμουνιστοφοβίας, ο Χούβερ ήταν ο άνθρωπος που μετέτρεψε αυτό τον φόβο σε κρατικό μηχανισμό. Διευθυντής του FBI από το 1924 έως τον θάνατό του το 1972, παρέμεινε στην ηγεσία της υπηρεσίας για σχεδόν μισό αιώνα, χτίζοντας ένα από τα ισχυρότερα κέντρα εξουσίας στην Ουάσινγκτον. Υπό τη διοίκησή του το FBI απέκτησε τεράστιες δυνατότητες συλλογής πληροφοριών και δημιούργησε εκτεταμένα αρχεία για χιλιάδες Αμερικανούς πολίτες, πολιτικές οργανώσεις και κοινωνικά κινήματα.
Ο Χούβερ παρουσίαζε συχνά το FBI ως ασπίδα απέναντι στις απειλές για την εθνική ασφάλεια. Για τον ισχυρότερο άνδρα των αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας οι πολιτικές ιδέες, οι κοινωνικές διεκδικήσεις και τα κινήματα αμφισβήτησης μπορούσαν να αποτελούν στοιχεία αντικρατικής δράσης.
Η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της λογικής ήταν το πρόγραμμα COINTELPRO (Counter Intelligence Program), το οποίο ξεκίνησε επίσημα το 1956 με στόχο αρχικά το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ. Στην πορεία όμως επεκτάθηκε πολύ πέρα από τον αντικομμουνισμό. Το FBI χρησιμοποίησε παρακολουθήσεις, διείσδυση μέσω πληροφοριοδοτών, εκστρατείες δυσφήμησης και άλλες μυστικές μεθόδους εναντίον οργανώσεων που θεωρούσε απειλητικές για την πολιτική τάξη. Στο στόχαστρο βρέθηκαν το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των Αφροαμερικανών, το Κόμμα Μαύρων Πανθήρων, αντιπολεμικές οργανώσεις που αντιδρούσαν στον πόλεμο του Βιετνάμ, φοιτητικά κινήματα και αριστερές συλλογικότητες.
Η υπόθεση του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ αποτελεί το πιο γνωστό παράδειγμα. Το FBI τον αντιμετώπιζε ως πιθανή απειλή λόγω των σχέσεών του με ορισμένους αριστερούς ακτιβιστές και της αυξανόμενης πολιτικής επιρροής του. Η υπηρεσία παρακολουθούσε τις επικοινωνίες του και επιχείρησε να πλήξει τη δημόσια εικόνα του, φτάνοντας ακόμη και στην αποστολή ανώνυμης επιστολής που τον παρότρυνε να αυτοκτονήσει.
Η κληρονομιά του φόβου
Ο ΜακΚάρθι κατέρρευσε μετά τις τηλεοπτικές ακροάσεις του 1954, όταν η κοινή γνώμη άρχισε να βλέπει τη μεθοδολογία του ως κατάχρηση εξουσίας. Το COINTELPRO αποκαλύφθηκε τη δεκαετία του 1970 μετά τις έρευνες του Κογκρέσου. Ομως η κληρονομιά εκείνης της εποχής είναι μια προειδοποίηση ότι σε περιόδους φόβου η προστασία της εθνικής ασφάλειας μετατρέπεται σε εργαλείο ελέγχου της πολιτικής διαφωνίας. Την εποχή του μακαρθισμού ο φόβος του «εσωτερικού εχθρού» επέτρεψε στο κράτος να επεκτείνει τα όρια της επιτήρησης. Δεκαετίες αργότερα η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει τη «ριζοσπαστική Αριστερά» ως βασική απειλή για την εσωτερική ασφάλεια, εντάσσοντας στο ίδιο πλαίσιο αναρχικούς, αντιπολεμικούς ακτιβιστές και άλλα κοινωνικά κινήματα. Η χρονική συγκυρία δεν θεωρείται τυχαία, καθώς συμπίπτει με την ενίσχυση της προοδευτικής πτέρυγας των Δημοκρατικών ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.












































