ΗΠΑ: Ισχυρή αποδοκιμασία για τον πόλεμο στο Ιράν σε επίπεδα που θυμίζουν Ιράκ και Βιετνάμ Δημοσκόπηση δείχνει ότι το 61% των Αμερικανών απορρίπτει τη στρατιωτική εκστρατεία στο Ιράν.

279

Ο πόλεμος που εξαπέλυσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ κατά του Ιράν αποδεικνύεται εξαιρετικά αντιδημοφιλής στην αμερικανική κοινή γνώμη, σε βαθμό συγκρίσιμο με την πιο αιματηρή περίοδο του πολέμου στο Ιράκ το 2006, αλλά και με τον πόλεμο του Βιετνάμ στις αρχές της δεκαετίας του 1970, σύμφωνα με δημοσκόπηση των Washington Post-ABC News-Ipsos. Η έρευνα καταγράφει αυξανόμενη ανησυχία για τις οικονομικές συνέπειες της στρατιωτικής εκστρατείας, αλλά και φόβους για ενδεχόμενη άνοδο της τρομοκρατικής απειλής.

Το 61% των Αμερικανών θεωρεί ότι η χρήση στρατιωτικής βίας εναντίον του Ιράν ήταν λανθασμένη επιλογή, ενώ λιγότεροι από δύο στους δέκα πιστεύουν ότι οι αμερικανικές ενέργειες υπήρξαν επιτυχημένες. Περίπου τέσσερις στους δέκα τις χαρακτηρίζουν αποτυχημένες, ενώ αντίστοιχο ποσοστό εκτιμά ότι είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα. Τα ευρήματα αποτυπώνουν μια ευρέως αντιδημοφιλή πολεμική επιχείρηση, την ώρα που ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να πείσει τους πολίτες ότι η χώρα βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση υπό τον Τραμπ σε σχέση με την περίοδο των Δημοκρατικών.

Παρά τη συνολική αρνητική εικόνα, η στήριξη μεταξύ των Ρεπουμπλικανών παραμένει ισχυρή: το 79% δηλώνει ότι η στρατιωτική επέμβαση ήταν σωστή απόφαση. Αντίθετα, οι ανεξάρτητοι ψηφοφόροι με κλίση προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα εμφανίζονται διχασμένοι, με το 52% να τη στηρίζει και το 46% να τη θεωρεί λάθος.

Ο Τραμπ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μακροχρόνιας σύγκρουσης, δηλώνοντας την Τετάρτη ότι σκοπεύει να αναγκάσει την ιρανική ηγεσία να «παραδοθεί» και ότι «δεν θα υπάρξει ποτέ συμφωνία» αν η Τεχεράνη δεν εγκαταλείψει οριστικά κάθε προοπτική απόκτησης πυρηνικών όπλων. Από την πλευρά του, το Ιράν -που επιμένει ότι δεν επιδιώκει την ανάπτυξη πυρηνικού οπλοστασίου- δηλώνει διατεθειμένο να προχωρήσει αρχικά σε συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, αφήνοντας τις συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα για μεταγενέστερο στάδιο.

Ο Αμερικανός πρόεδρος απέκλεισε προς το παρόν το ενδεχόμενο απευθείας διαπραγματεύσεων, μετά τον άκαρπο γύρο συνομιλιών των αρχών Απριλίου. Παράλληλα, η παρατεταμένη ένταση στον Περσικό Κόλπο έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, καθώς η ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει σχεδόν διακοπεί.

Παρά τις επιφυλάξεις απέναντι στον πόλεμο, οι Αμερικανοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με καχυποψία την Τεχεράνη. Το 48% δηλώνει ότι προτιμά μια ειρηνευτική συμφωνία ακόμη και αν αυτή είναι λιγότερο ευνοϊκή για τις ΗΠΑ, ενώ το 46% θεωρεί ότι η Ουάσινγκτον πρέπει να συνεχίσει να πιέζει το Ιράν, ακόμη κι αν αυτό οδηγήσει σε επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Οι Δημοκρατικοί και οι πολιτικά ανεξάρτητοι τάσσονται κυρίως υπέρ μιας συμφωνίας, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των Ρεπουμπλικάνων, σε ποσοστό 79%, επιθυμεί πιο σκληρή στάση απέναντι στην Τεχεράνη.

Ιδιαίτερα αρνητική ήταν και η αντίδραση των πολιτών στην εμπρηστική ανάρτηση του Τραμπ στις 7 Απριλίου, όταν είχε προειδοποιήσει ότι «ένας ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε» αν το Ιράν δεν δεχόταν συμφωνία με τις ΗΠΑ. Μόλις το 21% αξιολόγησε θετικά τη δήλωση, ενώ το 76% εξέφρασε αρνητική άποψη. Η αντίδραση ανέδειξε και το εσωτερικό ρήγμα στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών: οι ψηφοφόροι του κινήματος MAGA στήριξαν σε μεγάλο βαθμό τη ρητορική Τραμπ, σε αντίθεση με τους πιο παραδοσιακούς Ρεπουμπλικανούς.

Η αμφιβολία επεκτείνεται και στον βασικό δηλωμένο στόχο της επιχείρησης: την αποτροπή ανάπτυξης πυρηνικών όπλων από το Ιράν. Το 65% των Αμερικανών δηλώνει ότι δεν είναι βέβαιο πως μια συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου θα αποτρέψει τελικά την Τεχεράνη από την απόκτηση πυρηνικών όπλων, ποσοστό παρόμοιο με εκείνο που είχε καταγραφεί για τη συμφωνία του πρώην προέδρου Μπαράκ Ομπάμα το 2015 σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Στη σκιά του Ιράκ και του Βιετνάμ

Η σύγκριση με τους πολέμους στο Ιράκ και το Βιετνάμ θεωρείται ιδιαίτερα ενδεικτική της σημερινής δυσαρέσκειας. Χρειάστηκαν χρόνια για να φτάσει ο πόλεμος στο Ιράκ στα επίπεδα αποδοκιμασίας που αντιμετωπίζει η σύγκρουση με το Ιράν μόλις δύο μήνες μετά την έναρξή της. Το 2006, το 59% των Αμερικανών χαρακτήριζε λανθασμένο τον πόλεμο στο Ιράκ, ενώ αντίστοιχα ποσοστά καταγράφονταν και για τον πόλεμο του Βιετνάμ στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Οι ιστορικές συγκρίσεις αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι οι ανθρώπινες απώλειες σε εκείνες τις συγκρούσεις ήταν πολλαπλάσιες. Μέχρι το 1971 περισσότεροι από 50.000 Αμερικανοί στρατιώτες είχαν σκοτωθεί στο Βιετνάμ, ενώ τον Απρίλιο του 2006 οι αμερικανικές απώλειες στο Ιράκ είχαν φτάσει τις 2.402. Μέχρι στιγμής, το Πεντάγωνο έχει ανακοινώσει τον θάνατο 13 Αμερικανών στρατιωτικών στον πόλεμο με το Ιράν.

Οικονομία και ασφάλεια

Παράλληλα, οι οικονομικές επιπτώσεις αρχίζουν να επηρεάζουν την καθημερινότητα των πολιτών. Το 60% εκτιμά ότι η στρατιωτική δράση αυξάνει τον κίνδυνο ύφεσης, ενώ περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα δηλώνουν ότι περιορίζουν τις μετακινήσεις και τις δαπάνες τους λόγω των υψηλών τιμών καυσίμων. Πάνω από τρεις στους δέκα αναφέρουν ότι άλλαξαν ή ακύρωσαν ταξιδιωτικά σχέδια.

Οι περισσότεροι Αμερικανοί εμφανίζονται απαισιόδοξοι και για το επόμενο διάστημα: οι μισοί εκτιμούν ότι οι τιμές των καυσίμων θα αυξηθούν περαιτέρω μέσα στον επόμενο χρόνο, ενώ μόλις το 21% προβλέπει βελτίωση.

Από τον Φεβρουάριο, το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι «μένουν οικονομικά πίσω» αυξήθηκε από 17% σε 23%, ενώ όσοι θεωρούν ότι βρίσκονται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με την έναρξη της θητείας Τραμπ αυξήθηκαν από 33% σε 40%.

Την ίδια στιγμή, εντείνεται και η ανησυχία για ζητήματα ασφάλειας. Το 61% πιστεύει ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις στο Ιράν αυξάνουν τον κίνδυνο τρομοκρατικών επιθέσεων εναντίον Αμερικανών, ενώ το 56% θεωρεί ότι η στρατηγική Τραμπ επιβαρύνει τις σχέσεις των ΗΠΑ με τους συμμάχους τους, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και τον Περσικό Κόλπο.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας