Ενεργειακή αναβάθμιση μέσω των εταιρειών ηλεκτρικού ρεύματος και πληρωμή της δόσης στον λογαριασμό είναι η νέα μορφή του «Εξοικονομώ» που προωθεί η κυβέρνηση.
Τόσα δισεκατομμύρια πέρασαν από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), άλλα 4,7 δισ. ευρώ περνούν πλέον από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο που είχε συγκροτηθεί το 2023. Δεν περίσσεψε τίποτα για τον απλό πολίτη ώστε να μην χρειαστεί να βάλει πάλι το χέρι στην τσέπη; Το ερώτημα προκύπτει αβίαστα μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 58 Α/08.04.2026) που αφορά το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και άλλες διατάξεις.
Στις τελευταίες, κι ενώ το κυβερνητικό αφήγημα ενέδυσε το νομοθέτημα με οικολογικό και φιλολαϊκό πρόσημο, υπάρχει το άρθρο 45, παράγραφος ιε, που ορίζει: «Σε περίπτωση συνομολόγησης όρων για την παροχή πρόσθετων υπηρεσιών, με σκοπό τη βελτίωση ενεργειακής απόδοσης της εγκατάστασης μεταξύ του προμηθευτή και του πελάτη, η αποπληρωμή του ανταλλάγματος παροχής των πρόσθετων αυτών υπηρεσιών (σ.σ. θα γίνεται) μέσω του λογαριασμού κατανάλωσης του πελάτη».
Η πρόβλεψη εντάσσεται στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης, μεταξύ άλλων διαμέσου ενός νέου προγράμματος «Εξοικονομώ» (παρεμβάσεις ύψους 1,2 δισ.) για 62.000 κατοικίες με επιδότηση έως και 80%, μέσω της οποίας ο καταναλωτής μπορεί να πληρώνει την ενεργειακή αναβάθμιση του σπιτιού σε δόσεις στον λογαριασμό ρεύματος.
Για κάποιον που δεν θέλει να έχει εμπλοκή σε κανένα στάδιο υλοποίησης του προγράμματος είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, λένε στο Documento καλοί γνώστες της αγοράς. Εξηγούν μάλιστα ότι ο πάροχος αναλαμβάνει απευθείας την ενεργειακή αναβάθμιση του ακινήτου (φάκελος, προμήθεια υλικών, εγκατάσταση, δοκιμή, έλεγχος και πιστοποίηση). Έπειτα συνάπτει σύμβαση με τον πελάτη, ο οποίος θα αποπληρώνει τμηματικά, μήνα μήνα, όλο το κόστος αυτού του προγράμματος γλιτώνοντας τη γραφειοκρατία. Πρακτικά, λέει στο Documento ο ενεργειακός επιθεωρητής και μηχανολόγος μηχανικός ΑΠΘ Μιχάλης Χριστοδουλίδης, «πρόκειται για δανειακό πρόγραμμα χωρίς την προσφυγή σε τράπεζα για τη χορήγησή του».
Ωστόσο, σε συνθήκες υψηλού ενεργειακού κόστους και περιορισμένης αγοραστικής δύναμης των εργαζόμενων, ο μηχανισμός αυτός μπορεί να συνεπάγεται πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά, ακόμη και όταν μέρος του κόστους καλύπτεται από ευρωπαϊκούς πόρους.
Υπόνοιες κακοδιαχείρισης
Ο πληθωρισμός τον Μάρτιο εκτοξεύτηκε στο 3,9 % (από 2,7% τον Φεβρουάριο) σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, αλλά στα τρόφιμα αγγίζει το 4,5%, ενώ ο αντίστοιχος της στέγασης το 5,7%. Παράλληλα, σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 η Ελλάδα είχε –μαζί με τη Βουλγαρία– το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών που αδυνατούσαν να έχουν επαρκή θέρμανση (19%) ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ. Να σημειωθεί ότι για τα φτωχά νοικοκυριά το ποσοστό αυτό ανερχόταν σε 43,6%, από 39,8% το 2023.
Σε αυτό το περιβάλλον τι σημαίνει η συγκεκριμένη νομοθετική πρόβλεψη για τους πολίτες; Ο Γρηγόρης Στεργιούλης, χημικός μηχανικός και πρώην διευθύνων σύμβουλος των ΕΛΠΕ, υποστηρίζει: «Ακόμη ένα πρόγραμμα έρχεται με στόχο την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. Εντός αυτού η κυβέρνηση δημιουργεί το ρυθμιστικό πλαίσιο που δίνει πρόσβαση στη χρηματοδότηση υπό τη διαχείριση μεγάλων εταιρειών. Οφείλει να ομολογήσει κανείς ότι η ευρηματικότητα των ιθυνόντων να ανακοινώνουν ακριβώς τα αντίθετα από αυτό που συμβαίνει είναι εντυπωσιακή».
Ως παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης φέρνει τη μη δημιουργική αξιοποίηση του ΤΑΑ μέσω της ανάθεσης της διαχείρισης σε τράπεζες και την επιλογή κυρίως ουδέτερων αντιπαραγωγικών δράσεων που οδήγησε, όπως λέει, «σε χαμηλή απορροφητικότητα των κονδυλίων, αμφίβολης απόδοσης επενδύσεις και δυστυχώς κακοδιαχείριση, γεγονός που προκάλεσε και την έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Αβίαστα λοιπόν προκύπτει το ερώτημα: Θα γίνει κάτι ανάλογο με τη διαχείριση του νέου προγράμματος;».
Διερωτάται ακόμη: Γιατί απουσιάζουν η τοπική αυτοδιοίκηση και οι επαγγελματικοί φορείς από το σχέδιο νόμου; Οι πάροχοι και η κεντρική εξουσία γνωρίζουν καλύτερα τα προβλήματα; Για εκείνον πρόκειται για εμμονή «της διαχείρισης των κονδυλίων από το αμαρτωλό πλέον επιτελικό κράτος που γεννά εύλογα ερωτήματα ως προς τη διαχείριση των κονδυλίων».
Μείωση εμπιστοσύνης
Ο Γρ. Στεργιούλης επισημαίνει ακόμη ότι όσο θα μειώνεται η χρήση των υγρών καυσίμων τόσο θα μειώνονται και τα έσοδα του κράτους από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης (ΕΦΚ) και από τον ΦΠΑ. «Αυτή η μείωση εσόδων θα περάσει σταδιακά στο ηλεκτρικό ρεύμα» τονίζει, ενώ παράλληλα αναφέρει ότι «η πρόσβαση των νοικοκυριών σε ΑΠΕ και αναβάθμιση κτιρίων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντιστάθμισμα». Όμως για εκείνον το νομοσχέδιο αυτό δεν βρίσκεται προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά προς τη μεταφορά «πλούτου από τους πολλούς στους λίγους, όπως και να βαφτίζεται στις εκθέσεις αξιολόγησης».
Η αναφορά αυτή, μαζί με τα κόστη που ανεβαίνουν στην ενέργεια λόγω και του πολέμου στη Μέση Ανατολή, δημιουργεί από κοινού με τον πληθωρισμό και την όξυνση των ανισοτήτων ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα. Έτσι, η πιθανότητα περαιτέρω επιβάρυνσης των νοικοκυριών ενδεχομένως να συνθλίψει διά παντός την εμπιστοσύνη πολιτών προς τους θεσμούς.
Όπως διαπίστωνε σε έρευνα το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (Νοέμβριος 2025): «Καθώς το κόστος άνθρακα αυξάνεται και ορισμένες λύσεις έντασης άνθρακα απαγορεύονται εντελώς», τα αγαθά και οι υπηρεσίες ενδέχεται να γίνουν λιγότερο προσιτά ή προσβάσιμα για ορισμένα τμήματα του πληθυσμού συμβάλλοντας «σε μια ευρύτερη διάβρωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς εάν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι τα συμφέροντά τους δεν εξυπηρετούνται».
Από την πλευρά της η ειδική εισηγήτρια του νομοσχεδίου στη Βουλή Μαρία Συρεγγέλα, μεταφέροντας την κυβερνητική γραμμή για το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, τόνισε ότι «δίνεται έμφαση στις οικογένειες, στα νοικοκυριά με μέλος άτομο με αναπηρία, στα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν ενεργειακή και μεταφορικά φτώχεια, δηλαδή σε αυτά που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες θέρμανσης, ψύξης, ηλεκτρικού ρεύματος και αναγκαίων μετακινήσεων και στις επιχειρήσεις με ως εννέα εργαζόμενους και έως 2 εκατ. ευρώ κύκλο εργασιών. […] Θα αντιμετωπίσουμε έτσι την κλιματική αλλαγή; Θα το προσπαθήσουμε παράλληλα με όλα τα υπόλοιπα μέτρα που λαμβάνουμε από το 2019 για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την παράλληλη διαφύλαξη της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας».
«Σκλάβος του παρόχου»
Σε κάθε περίπτωση παραμένει ερώτημα πώς τέτοια χρηματοδοτικά εργαλεία εντάσσονται στην ενεργειακή αγορά και τι σημαίνουν για το τελικό κόστος στα νοικοκυριά. Για τον Σπύρο Μιχαλακάκη, πρώην πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ελληνικής BP: «Εδώ και μια διετία τριετία υπάρχουν τέτοιου είδους επιδοτήσεις, όχι μόνο για ενεργειακή αναβάθμιση, αλλά και για φωτοβολταϊκά, αντλίες θερμότητας και άλλα. Τώρα, γιατί η ενεργειακή αναβάθμιση έπρεπε να συνδεθεί με τον λογαριασμό ρεύματος είναι ακατανόητο. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που φαίνεται να προτιμά το υπουργείο και είναι η κατεύθυνση της ΕΕ είναι οι επιδοτήσεις να δίνονται με εισοδηματικά κριτήρια και μάλιστα με σχετικά χαμηλά εισοδηματικά κριτήρια, δηλαδή σε φτωχούς ανθρώπους».
Προσθέτει ακόμη: «Πλέον η χρηματοδότηση αναζητείται αναφορικά με το ποσό πάνω από το οποίο είναι η επιδότηση. Εκεί λοιπόν ο ενδιαφερόμενος έχει δύο δυνατότητες: Είτε θα πάει σε μία τράπεζα είτε θα πάει σε εταιρεία. Τώρα στο ερώτημα αν θα μπορούσαν να αυξηθούν καθολικά οι επιδοτήσεις η απάντηση είναι προφανώς ναι. Όμως το θέμα είναι σε ποιο επίπεδο. Είναι δύσκολο να πεις ότι θα αυξηθούν οριζόντια για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις». Ο ίδιος, παρότι δεν αντιμετωπίζει αρνητικά τη νομοθετική ρύθμιση, θέτει το ζήτημα «εάν υπογράφοντας μια σύμβαση για ενεργειακή αναβάθμιση γίνεσαι σκλάβος του προμηθευτή σε ό,τι αφορά το ρεύμα». Μάλιστα, διευκρινίζει: «Η τροποποίηση που πρότεινε η ΡΑΕ είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο μένει να φανεί τι θα ισχύσει».
Η τελευταία αναφορά σχετίζεται με την τροποποιητική πρόταση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, βάσει της οποίας: «Η συνομολόγηση πρόσθετων υπηρεσιών βελτίωσης ενεργειακής απόδοσης και η αποπληρωμή τους μέσω του λογαριασμού κατανάλωσης δεν δύναται να περιορίζει ή να παρεμποδίζει το δικαίωμα του Πελάτη να αλλάξει Προμηθευτή Ηλεκτρικής Ενέργειας, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία».
ΠΗΓΗ Documento











































