Ομιλία της Νάντιας Βαλαβάνη στην παρουσίαση του βιβλίου του Κ.Ζαγάρα

1535
παρουσίαση

 

«Η κατάρρευση του “υπαρκτού” και η διάσπαση KKE –

Η κομβική στιγμή του 1991»

                                Κήπος στο Σύλλογο Αρχαιολόγων, Θησείο, 12.6.2019

 Θα ήθελα να ευχαριστήσω για την πρόσκληση του τον Κωνσταντίνο Ζαγάρα, που πρωτογνώρισα νεαρό δημοσιογράφο της «Αυγής» το Δεκέμβρη του 2007 συνταξιδεύοντας οι δυο μας μεταμεσονύχτια από το Μυλοπόταμο προς το Ηράκλειο μετά από μια επεισοδιακή συνάντηση αντιπροσωπείας του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Αλέκο Αλαβάνο με το Δημοτικό Συμβούλιο  Ζωνιανών μετά τα γνωστά  γεγονότα. Ο Κ. Ζαγάρας καταπιάστηκε στο διδακτορικό του μ’  ένα θέμα που 30 χρόνια αργότερα αποτελεί ακόμα περίπου ταμπού: Την περίοδο κρίσης του ΚΚΕ 1989-1991 στο φόντο του παγκόσμιου 1989, αλλά βεβαίως, με καταλύτη το ελληνικό 1989 –  τη συγκυβέρνηση Τζαννετάκη της ΝΔ με το ΚΚΕ και την ΕΑΡ μέσω του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου τον Ιούλιο και στη συνέχεια την οικουμενική κυβέρνηση  Ζολώτα, στην οποία προστέθηκε και το ΠΑΣΟΚ, το Νοέμβριο.  – Όλα απόπειρες μέχρι να καταφέρει η ΝΔ του Κ. Μητσοτάκη ν’  αποκτήσει  αυτοδύναμη κυβέρνηση, όπως και έγινε τελικά την άνοιξη του 1990. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι λείπουν οι πρωτογενείς πηγές, κι είναι περιορισμένη, τουλάχιστον όσον αφορά το ελληνικό σκέλος, ακόμα και η δευτερογενής βιβλιογραφία.

Αποτέλεσμα είναι αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο. Mια συντομευμένη εκδοχή του διδακτορικού, προκειμένου να συμπεριληφθούν στον ίδιο τόμο ως χωριστά  κείμενα, επίσης συντομευμένα, οι «μαρτυρίες» 15 προσώπων που διαδραμάτισαν ρόλο αυτή την περίοδο. Από τις μαρτυρίες αυτές, συχνά αντιφατικές μεταξύ τους και με αναφορές σε γεγονότα που δημοσιοποιούνται για πρώτη φορά, τα κείμενα του Άγγελου Χάγιου και το δικό μου «σταματούν» ως προς τη σφαίρα της άμεσης προσωπικής εμπειρίας το 1989, χρονιά της αποχώρησης μας από το ΚΚΕ μαζί με πολλούς άλλους συντρόφους και συντρόφισσες και τη μεγάλη πλειοψηφία της ΚΝΕ. Ωστόσο, οι εξελίξεις της  διετίας 1989-1991 είχαν ήδη αρχίσει να προδιαγράφονται από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, αρκετά χρόνια πριν απ’ αυτή την τελευταία περίοδο που το ΚΚΕ ήταν το κόμμα μας.

Προσωπικά συμμετείχα στο δύσκολο εγχείρημα του συγγραφέα να φωτίσει για πρώτη φορά από διαφορετικές σκοπιές μια περίοδο που έκλεισε τον μεταπολιτευτικό κύκλο του ΚΚΕ – ανοίγοντας ένα νέο κύκλο, στην τροχιά του οποίου βρίσκεται μέχρι σήμερα – επειδή πιστεύω ότι η ιστορική πείρα του ΚΚΕ είναι πολύτιμη για το εργατικό και λαϊκό κίνημα της χώρας μας, αλλά κι ευρύτερα. Αλλά και ότι ένα κόμμα δεν μπορεί ποτέ το ίδιο να γράψει τη δική του ιστορία μέσα από το Ιστορικό του Τμήμα. Αυτό είναι έργο, αντίθετα, της προσωπικής ερευνητικής δουλειάς πριν απ’ όλα του καθένα ξεχωριστά απ’  τους εξαιρετικούς ιστορικούς που ανήκουν σήμερα στις γραμμές του. Και αντικείμενο, βέβαια, μιας διαρκούς ευρύτερης, παράλληλης με τη δική τους, έρευνας.

Θεωρώ το βιβλίο ένα πρώτο σοβαρό ερέθισμα για ν’  ασχοληθούν ιστορικοί και άλλοι ερευνητές – και ακόμα πιο ιδιαίτερα, ιστορικοί και ερευνητές της νεώτερης γενιά, στην οποία ανήκει και ο Κωνσταντίνος Ζαγάρας – με μια περίοδο εμβληματική για τους εναλλακτικούς δρόμους που υπήρχαν ή φαίνονταν να υπάρχουν ακόμα τότε ανοιχτοί και θα μπορούσαν ν’  ακολουθηθούν στην ελληνική κοινωνία – αλλά και παγκόσμια.

Έχω επίσης την ισχυρή πεποίθηση ότι παρά τα επιφαινόμενα, παρά τη δυσκολία που υπάρχει και σε κάποιες πτυχές του βιβλίου να καταλήξει ο συγγραφέας στο τι πρέπει να πάρει υπόψη του και τι όχι, η ιστορική αλήθεια, όσον αφορά τις διαφορετικές οπτικές όχι ως προς την ερμηνεία – κάτι απολύτως φυσιολογικό -, αλλά και ως προς τα ίδια τα γεγονότα, μπορεί να κατακτηθεί: Όχι ως μια στιγμή, αλλά ως μια ροή. Όχι μέσα από ένα, αλλά μέσα από πολλά βιβλία. Εφόσον η έρευνα προλάβει τη φυσιολογική φθορά του χρόνου και τη βιολογική εξάλειψη των χιλιάδων ανθρώπων που έζησαν από τα μέσα αυτή την περίοδο από τη βάση του κόμματος μέχρι την ηγεσία του – κάτι που εν πολλοίς ελάχιστα έγινε με τη γενιά της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Κι εφόσον δοθεί η δυνατότητα πρόσβασης στα μοναδικά και πολύτιμα αρχεία του ΚΚΕ σε κάθε ιστορικό που ενδιαφέρεται για μια έντιμη επαφή με την ιστορική αλήθεια, όπως είναι και όπως χειρίστηκε το υλικό του  και ο ίδιος ο συγγραφέας. Μια τέτοια προσέγγιση της Ιστορίας θα ήταν πραγματικά πολύτιμη παρακαταθήκη στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για το κίνημα, το λαό και τη χώρα.

Θέλω να τονίσω επίσης ότι ο συγγραφέας πέτυχε ένα μικρό «θαύμα»: Προερχόμενος ο ίδιος από οικογένεια που ανήκε στο ΚΚΕ εσωτ. και ανήκοντας ηλικιακά στη γενιά των παιδιών μας, δηλ. χωρίς να έχει ο ίδιος οποιαδήποτε προσωπική πολιτική ή πολιτισμική αίσθηση από το χώρο του ΚΚΕ, κατάφερε να επεξεργαστεί με τέτοιο τρόπο το  υλικό του, ώστε να ξεχνάς ότι γράφει κάποιος που βρισκόταν ακόμα και χρονολογικά έξω απ’  αυτή την υπόθεση. Στο βιβλίο υπάρχουν λάθη, αλλά δεν είναι λάθη του συγγραφέα. Είναι κατά κανόνα λάθη, εσκεμμένα ή γνωσιολογικά ή και λόγω της παρέλευσης του ανελέητου χρόνου τριών δεκαετιών από τότε, όσων μιλήσαμε και γράψαμε τότε και τώρα.

Όσον με αφορά, δε σκόπευα να επιχειρήσω απόψε κάποιου είδους «περίληψη» της συντομευμένης εκδοχής πολύωρων μαγνητοφωνημένων συναντήσεων στο γραφείο μου που έχει συμπεριληφθεί αυτοτελώς στο βιβλίο, ενώ ο συγγραφέας κάνει κριτική αναφορά σε αποσπάσματα της. Όποιος ενδιαφέρεται πραγματικά, μπορεί να διαβάσει και το δικό μου και τα υπόλοιπα κείμενα, αφού πρώτα διαβάσει το ίδιο το βιβλίο.

Σκόπευα βέβαια ν΄ αναφερθώ σύντομα σε μια σειρά απ’  τις πιο αμφιλεγόμενες πλευρές, όπως προκύπτουν μέσα απ’  το βιβλίο ή μέσα από τα κείμενα που το συνοδεύουν, με ορισμένες επισημάνσεις.  Αναφέρω ενδεικτικά κάποια παραδείγματα:

Πρώτο: Είναι σωστό ότι η Συγκυβέρνηση Τζαννετάκη ήταν αποκλειστικά κάποιο σχεδόν τυχαίο προϊόν της τρέχουσας συγκυρίας και των τελευταίων ωρών πριν την πρόχειρη σύγκλιση μόνο όσων μελών της ΚΕ του ΚΚΕ βρίσκονταν στην Αθήνα  στα Γραφεία της ΚΟΑ για να την εγκρίνουν, όπως διατείνονται οι εμπνευστές της; Ή υπήρχε ένα άρωμα «ιστορικού συμβιβασμού» κι ας είχε αποτύχει στην Ιταλία – όλα εδώ έρχονται έτσι κι αλλιώς καθυστερημένα -, μια πολιτική προετοιμασία, που εγκαινιάστηκε  τουλάχιστον από τον Β’ Γύρο των Δημοτικών Εκλογών του 1986, που επέτρεψε στη ΝΔ να κατακτήσει και τους 3 μεγαλύτερους Δήμους της χώρας από το ΠΑΣΟΚ και στο ΚΚΕ τους 15 από τους 20 Δήμους, στους οποίους βρέθηκε αντιμέτωπο με το ΠΑΣΟΚ; Με δίδυμο  διαμεσολάβησης μεταξύ των ηγεσιών των δύο κομμάτων από τότε και μέχρι το 1989 τον Ανδρουλάκη από μεριάς ΚΚΕ και τον Μπακογιάννη από μεριάς Ν.Δ., όπως μαθαίναμε  όχι κατόπιν εορτής, αλλά τότε – στη διάρκεια αυτής της τριετίας; Ακόμα κι έτσι όμως να μην ήταν τα πράγματα, σε τι είδους κόμμα είχε εξελιχθεί το ΚΚΕ αν ήταν όντως θέμα τύχης, τελικά, όπως υποστηρίζουν όλοι εκτός από τον Χάγιο και μένα, η απόφαση αν θα συνεργαζόταν κυβερνητικά με τη ΝΔ ή με το ΠΑΣΟΚ τον Ιούνιο του 1989 «προκειμένου να μην παραγραφούν τα σκάνδαλα»;

Δεύτερο: Είναι σωστό ότι, όπως υποστηρίζεται στο βιβλίο και πιο χαρακτηριστικά από τον Παύλο Τσίμα, απ’  όπου και τσιτάρω, «η απομάκρυνση του ΝΑΡ μπορεί να είχε ως αφορμή τη συγκυβέρνηση με την Ν.Δ., αλλά είχε ένα ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο, που ήταν η μη αποδοχή της περεστρόικα και της γραμμής Γκορμπατσόφ»; Στο κείμενο μου εξηγώ ότι, αντιθέτως: Αυτοί που φύγαμε το 1989, ολόκληρη τη χρονιά ζούσαμε τόσο αποκλειστικά στο «ελληνικό 1989» – αυτό είχε ξεκινήσει από το 4ο Συνέδριο της ΚΝΕ και το Κοινό Πόρισμα το 1988, με το οποίο ιδιαίτερα στα ζητήματα της ΕΟΚ/ΕΕ  και όχι μόνο, το ΚΚΕ «γλιστρούσε» στις θέσεις και τη φιλοσοφία του πρώην ΚΚΕεσωτ. – μέχρι τη Συγκυβέρνηση και την Οικουμενική Κυβέρνηση, ώστε να εμφανίζουμε συλλογικά κάτι σαν ένα ιδιόμορφο πολιτικό αυτισμό, μια  αποκλειστική απορρόφηση από τις εσωτερικές εξελίξεις στη χώρα και στο κόμμα, τόσο έντονη ώστε μόνο όταν βρεθήκαμε εκτός κόμματος ν’  αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε το αυτονόητο: Ότι το διεθνές 1989 ήταν ακόμα καταστροφικότερο από το ελληνικό.

Όσο για την πολιτική της περεστρόικα και της γλάσνοστ, όσο εμφανίζονταν ως πολιτικές υπερώριμων ριζικών μεταρρυθμίσεων του «υπαρκτού» και πριν απ’  όλα της ΕΣΣΔ, τις παρακολουθούσαμε όπως και το υπόλοιπο κόμμα: Όσο πιο στενά μπορούσαμε και με μεγάλο ενδιαφέρον. Γιατί όλοι είχαμε περάσει από την ΕΣΣΔ και από τη Σχολή στη Μόσχα κι αυτά που λέγονταν, τα είχαμε ζήσει και τα καταλαβαίναμε. Το 1986, μάλιστα, από την Ιδεολογική Επιτροπή του ΚΣ της ΚΝΕ στείλαμε τη Σοφία Αντωνακάκη στη Μόσχα για μια σειρά συνεντεύξεων, που συγκροτήθηκαν σε ένα βιβλίο της Σοφίας για την περεστρόικα, Εκδόσεις «Οδηγητής», με δικό μου πρόλογο. Αρχίσαμε ν’ αλλάζουμε ριζικά στάση, όταν έγινε φανερό ότι αντί για σοσιαλιστική ανασυγκρότηση σε κατεύθυνση επαναφοράς του πνεύματος του Οκτώβρη, τα πράγματα οδηγούνταν προς ολική καπιταλιστική επαναφορά.

Τρίτο: Είναι αλήθεια ότι, όπως υποστηρίζεται,  χάρη στο Χαρίλαο Φλωράκη, τον αδιαμφισβήτητο απ’  όλους μας λαϊκό και χαρισματικό ηγέτη του ΚΚΕ όλη αυτή την περίοδο, το ΚΚΕ εμπιστεύτηκε και ανάδειξε μια ολόκληρη γενιά νεαρών στελεχών στα όργανα του; Aπάντηση: Αναμφίβολα ναι, όσον αφορά αυτούς που εντάσσονταν στο λεγόμενο «ανανεωτικό ρεύμα», όλοι οι επικεφαλής του οποίου ήταν στενοί συνεργάτες του. Δεν ίσχυε το ίδιο με όσους κατά περιόδους αμφισβήτησαν εσωκομματικά  απόψεις του π.χ. Τζιαντζής, Μπατίκας, Τσακνιάς κ.α. (από μια εποχή πολύ πριν υπάρξουν διαμορφωμένες ομαδοποιήσεις).

Τέταρτο: Είναι σωστό ότι για πρώτη φορά το λεγόμενο «ανανεωτικό ρεύμα» ομαδοποιήθηκε μετά τη δική μας έξοδο-εκδίωξη από το ΚΚΕ, όπως υποστηρίζεται στα περισσότερα σημειώματα και στο βιβλίο; Ωστόσο, τόσο μέσα απ’  την ΚΝΕ μέχρι το καλοκαίρι του 1988 όσο και στη συνέχεια ως μέλος του Γραφείου Τύπου μέχρι την καθαίρεση μου από την ΚΕ αρχές Οκτώβρη του 1989, αυτό που εμφανιζόταν χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε προσπάθεια να κρυφτεί, ήταν μια «συμμαχία χωρίς αρχές» απέναντι μας – χωρίς αρχές, επειδή ακριβώς από την άποψη των απόψεων τους τους χώριζε άβυσσος – μεταξύ των λεγόμενων «ανανεωτικών» και της «παλιάς φρουράς», στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν βεβαίως ο Χαρίλαος και δευτερευόντως μόνο ο Φαράκος. Που είχε σαν αποτέλεσμα, για παράδειγμα, όπως αναφέρω και στο κείμενο μου, να γίνεται προσπάθεια απ’  το ΠΓ να ξαναγραφούν οι θέσεις για το 4ο Συνέδριο της ΚΝΕ με συνεχείς παρεμβάσεις του Γόντικα, που είχε την ευθύνη  καθοδήγησης της ΚΝΕ, ο οποίος όμως μου προσκόμιζε τα κείμενα διορθωμένα από τον Μίμη Ανδρουλάκη, κάποιες φορές και με την υπογραφή του. Για το τι ακριβώς γινόταν στην ίδια την ΚΝΕ, πως το ΠΓ καθοδηγούσε ξεχωριστά τους «ανανεωτικούς» στο Γραφείο του ΚΣ της, γράφω επίσης στο κείμενο μου. Σε επίπεδο κόμματος, υπήρχε αυτό που ιστορικά ονομάζεται «ανοιχτή φραξιονιστική δράση της ίδιας της καθοδήγησης».

Πέμπτο: Δεν είναι επίσης σωστή η έκφραση «αυτοί που έφυγαν με το ΝΑΡ». ΝΑΡ δεν υπήρχε, τυπικά ή άτυπα, όσο ήμασταν μέλη του ΚΚΕ. Υπήρχε – όχι από την περίοδο του 11ου Συνέδριου, όπως υπαινίσσεται το κείμενο, αλλά από τα μέσα τουλάχιστο της δεκαετίας του ’80 –  μια και μοναδική ομάδα, με σημαντική επιρροή κυρίως στην ΚΝΕ και δευτερευόντως σε μέλη και στελέχη κάποιων απ’  τις Κ.Ο.: Η ομάδα του Κώστα Τζιαντζή. Όλοι οι υπόλοιποι, από τα μέλη της Κ.Ε. μέχρι τους χιλιάδες συντρόφους που αποχώρησαν το 1989, ήμασταν μόνοι μας και κινούμασταν όλα αυτά τα χρόνια ανάλογα με την άποψη που διαμορφώναμε. Όσον αφορά τα 15 μέλη της ΚΕ και ορισμένα ακόμα στελέχη, λέω καθαρά και στο δικό μου κείμενο ότι η πρώτη φορά που συναντηθήκαμε όλοι μαζί ως ομάδα ήταν την επαύριο της πρόχειρης έγκρισης από μεριάς της ΚΕ της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΚΚΕ με τη δημιουργία της Κυβέρνησης Τζαννετάκη. Από κει και πέρα, συναποφασίζαμε τα βασικά στο πεντάμηνο μέχρι να φύγουν, με τη δημιουργία της Οικουμενικής Κυβέρνησης, και οι τελευταίοι. Τότε ιδρύθηκε το ΝΑΡ, απ’  το οποίο το Φλεβάρη του 1990 στην Πρώτη του Συνδιάσκεψη αποχωρήσαμε φιλικά οι πρώτοι τρεις, ο Δήμος, ο Μανιάτης και εγώ, ενώ μέχρι το φθινόπωρο είχαν φύγει  όλοι όσοι δεν είχαν σχέση με την «ομάδα» του Κώστα: Η κοινή μας θέση ήταν για το τι δε θέλαμε να γίνει το ΚΚΕ όσο ήταν το κόμμα μας – «κυβερνώσα Αριστερά» χωρίς αρχές-μπαλαντέρ διαδοχικών κυβερνήσεων του δικομματισμού μέχρι να πετύχουν αυτοδυναμία, ουσιαστικά μια λαϊκότερη και  «μαχητικότερη» εκδοχή της ΕΑΡ, ενώ είχαμε επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι η πολιτική σχετικά με το ΠΑΣΟΚ – «δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται» – όχι μόνο δε θα οδηγούσε σε «ξύλευση» της αριστερής του βάσης, αλλά στην επανασυσπείρωση της: όπως και έγινε. Όταν όμως βρεθήκαμε εκτός και χρειάστηκε να συζητήσουμε για τη φυσιογνωμία και το πρόγραμμα ενός φορέα μετά το ΚΚΕ, διαπιστώσαμε ότι ανάμεσα μας δεν υπήρχε κοινή θέση.

Θα συνέχιζα με τέτοια παραδείγματα, αν λίγες μέρες πριν δεν προσκαλούσα στην αποψινή βραδιά έναν καλό μου φίλο, που στο ΚΚΕ τα τελευταία εκείνα χρόνια ανήκε στους «ανανεωτικούς», για να ενταχθεί στη συνέχεια στο Αριστερό Ρεύμα του ενιαίου Συνασπισμού – και από το Σεπτέμβριο του 2015 στη ΛΑ.Ε. Μου είπε ότι δε θα έρθει, γιατί δε βρίσκει κανένα νόημα στην αποψινή συζήτηση: «Απ’  ό,τι φαίνεται τελικά, τότε εμείς είχαμε άδικο κι εσείς είχατε δίκιο. Ακούγαμε κι ακολουθούσαμε  ό,τι μας έλεγε ο Χαρίλαος», μου είπε. «Αλλά τι νόημα έχει να το διατυπώσει αυτό κανείς σήμερα; Πρόκειται ν’  αλλάξει οτιδήποτε όσον αφορά τη σημερινή θλιβερή κατάσταση μια τέτοια δημόσια παραδοχή;»

Ήταν για μένα κάτι σαν αποκάλυψη: Κι ενώ πιστεύω στην αξία και στη δύναμη του ιστορικού παραδείγματος, δε βρήκα λέξη για να του  απαντήσω. Ήταν σαν να ξαναζούσα σε κάτι σαν  αντεστραμμένο deja vu, ό,τι μου είχε συμβεί στο ξεκίνημα της φιλίας μας με τον αξέχαστο Γιάννη Διακογιάννη το 1992, όταν του έδωσα να διαβάσει τις τελευταίες ομιλίες μου στην Κ.Ε. του ΚΚΕ και αυτός μ’  αιφνιδίασε με το ερώτημα: «Τι θέλεις να κάνω μ’ αυτές; Να γράψω ένα κομμάτι στα ΝΕΑ;» Καθώς του τις είχα δώσει με αφορμή τις συζητήσεις που κάναμε για το 1989  για να τις διαβάσει ο ίδιος κι όχι για να κάνει κάτι, με αφορμή το ερώτημα του έθεσα για πρώτη και τελευταία φορά στον εαυτό μου το ερώτημα: Ήθελα ο Γιάννης να κάνει κάτι μ’  αυτά μου τα κείμενα; Του απάντησα αρνητικά, καθώς μόλις συνειδητοποιούσα ότι δεν είχε κανένα νόημα, τρία χρόνια αφού είχα φύγει από το ΚΚΕ, να χρησιμοποιηθούν με οποιοδήποτε τρόπο: Το χρονικό παράθυρο στο οποίο αναφέρονταν είχε κλείσει ανεπίστρεπτα, η μοναδική αξία που μπορεί να είχαν πλέον ήταν αποκλειστικά ως ιστορική μαρτυρία κι ήταν βεβαίως πολύ νωρίς για κάτι τέτοιο. (Εννοείται ότι στα χρόνια που ακολούθησαν τις έχασα, κι αυτές και σχεδόν όλα τα χαρτιά μου αυτής της περιόδου, ενώ αν είχα τότε συμφωνήσει να γράψει ο Γιάννης κάποιο κομμάτι στα ΝΕΑ, θα είχε διασωθεί τουλάχιστον κάτι απ’  αυτό που σέβομαι περισσότερο απ’  οτιδήποτε άλλο όταν αναφερόμαστε σε οποιαδήποτε ιστορική περίοδο, τη λεγόμενη  «φωνή της εποχής»…)

Εδώ και μέρες, λοιπόν, σκέφτομαι αυτό που μου είπε ο συγκεκριμένος φίλος μου για την αποψινή βραδιά: Τι νόημα έχει; Καταλαβαίνω πολύ καλά τι εννοεί, γιατί όλοι μας μπήκαμε πολύ νέοι στην πολιτική πάλη για ν’  αλλάξουμε τη χώρα μας και τον κόσμο, όχι για να μας καταγράψει η ιστορία. Η ειρωνεία του Χαρίλαου στο 11ο Συνέδριο για τον Δήμο και για όσους επέμεναν «να τους καταγράψει η ιστορία», σύμφωνα με τα λόγια του, για μια χαμένη υπόθεση, την εναντίωση τους στην αναζήτηση από μεριάς ΚΚΕ της κυβερνητικής συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ (αναφέρομαι στο κείμενο μου στο βιβλίο σ’  αυτό το παντελώς ξεχασμένο περιστατικό), είχε και μια τέτοια πτυχή.

Και τι γίνεται όταν θες δε θες τελικά σε καταγράφει η ιστορία – όχι για τον κόσμο που άλλαξες, αλλά για την αποτυχία σου να τον αλλάξεις; Έχει τελικά γι’  ανθρώπους σαν και μας, έννοια ή αξία η ιστορία, όταν προβάλει απογυμνωμένη από εμφανείς πολιτικές αναφορές στο σήμερα, όπως υπαινίχθηκε ο φίλος μου;

Στα «Ανοικτά γράμματα προς τους γερμανούς καλλιτέχνες και συγγραφείς» του Μπρεχτ της δεκαετίας του ’50 συμπεριλαμβάνεται ένα σύντομο ποίημα του με τίτλο Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΡΧΗΔΟΝΑ, που μου θύμισε σε πρόσφατη ραδιοφωνική εκπομπή ο δημοσιογράφος Αντώνης Κοκορίκος.

 Η μεγάλη Καρχηδόνα έκανε τρεις πολέμους. 

Μετά τον πρώτο ήταν ακόμη δυνατή.

Μετά τον  δεύτερο ήταν ακόμη κατοικήσιμη.

Μετά τον τρίτο δεν μπορούσες πλέον να τη βρεις.

Βάλτε στη θέση της λέξης «Καρχηδόνα» τη λέξη «Αριστερά». Πλάι στον Πρώτο Καρχηδονιακό Πόλεμο, την ημερομηνία 1968. Πλάι στον Δεύτερο, την περίοδο 1989-1991. Τα προεόρτια του Τρίτου ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2015 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Σκεφτείτε κατ’ αρχήν τις εξελίξεις μετά τον Δεύτερο Καρχηδονιακό Πόλεμο, που είναι ο πρώτος πόλεμος που ζήσαμε οι ίδιοι:

Το ΚΚΕ κατάφερε με πολύ κόπο και χρόνο να κατακτήσει τη μισή εκλογική δύναμη που είχε πριν απ’  αυτόν και έτσι αναλλοίωτο διατηρείται μέχρι σήμερα, κόντρα και στον ανεμοστρόβιλο που σαρώνει τη χώρα από το 2010. Θεωρώ πολύ σημαντικό για όλους ότι, αντίθετα με τα περισσότερα άλλα κομμουνιστικά κόμματα επιβίωσε, διασφαλίζοντας έστω ως μελλοντική δυνατότητα τη συλλογική συνειδητοποίηση και υλοποίηση ως πολιτικού υποκειμένου, προφανώς σε κάποια άλλη καμπή της ιστορίας, του πραγματικού ιστορικού ρόλου που μπορεί να παίξει.

Το αντίτιμο όμως είναι βαρύ: Μαζί με το 11ο, το 12ο και το 13ο Συνέδριο του, πέταξε με τ’  απόνερα και το μωρό: Το 9ο Συνέδριο του, που ήταν η πραγματική τομή σε σχέση με ό,τι ακολούθησε από τον Εμφύλιο – ας με συγχωρήσουν όσοι απ’  τους παρόντες θεωρούν ότι η τομή ήταν το 1968 – και στηριζόταν στις πραγματικά πρωτοπόρες για την εποχή τους οικονομικές αναλύσεις για τον ελληνικό καπιταλιστικό σχηματισμό την εποχή του ΚΜΚ, του Κρατικομονοπωλιακού Καπιταλισμού, όπως λέγαμε τότε (ή την εποχή της δομικής κρίσης του μοντέλου μεταπολεμικής Κεϋνσιανής ανασυγκρότησης του καπιταλισμού, όπως θα λέγαμε σήμερα) του Μιχάλη Μάλλιου. Ο παντελώς ξεχασμένος σήμερα Σλαβομακεδόνας Μιχάλης Μάλλιος στη διάρκεια της δικτατορίας ήταν καθηγητής στην κομματική Σχολή της Μόσχας και έτσι δεν είχαμε την τιμή να τον γνωρίσει κανένας μας εκτός από τον Παπαπέτρο, που βλέπω εδώ μπροστά σήμερα στην πρώτη σειρά και, όπως γράφει στο βιβλίο του Κ. Ζαγάρα, βρέθηκε με δική του πρωτοβουλία να σπουδάζει στη Σχολή το 1973. Η ανάλυση του Μάλλιου είχε για την εποχή της βαρύτητα ανάλογη με την ανάλυση του βιβλίου του Μπάτση για τη βιομηχανία στην Ελλάδα, που ο Μπάτσης πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή μπρος στο μετεμφυλιοπολεμικό εκτελεστικό απόσπασμα, χωρίς ποτέ εκείνη η ανάλυση να βρει στα κομματικά ντοκουμέντα μια θέση ανάλογη με αυτή  του Μάλλιου. Μαζί με τ’ απόνερα πετάχτηκε επίσης η απόπειρα του 10ου Συνέδριου να μιλήσει πιο συγκεκριμένα σ’  ένα τέτοιο έδαφος για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα και τα καθήκοντα του ΚΚΕ. Και, προπαντός, πετάχτηκε η ίδια η έννοια του μεταβατικού προγράμματος ως μοναδικού τρόπου συγκέντρωσης και προετοιμασίας των εργατικών και λαϊκών, κυρίως νεολαιίστικων, δυνάμεων και των αντίστοιχων συμμαχιών που χρειάζονται για να τεθεί όντως επί τάπητος, όχι στα χαρτιά κι όχι στα λόγια, αλλά στη ζωή και στη ζωντανή κίνηση των ανθρώπων, η προοπτική ενός ριζικού μετασχηματισμού της κοινωνίας βασισμένου σ’  ένα πλαίσιο λαϊκών διεκδικήσεων που ν’ ανταποκρίνονται στις πραγματικές άμεσες κοινωνικές ανάγκες της εκάστοτε ιστορικής στιγμής.

Τι απέγιναν οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές του Δευτέρου Καρχηδονιακού Πολέμου;

Ό,τι απέμεινε από τον Συν μετά την αποχώρηση του ΚΚΕ,  μετατράπηκε σε ενιαίο κόμμα και χρειάστηκε 13 χρόνια και δυο νατοϊκούς πολέμους, ενάντια στη Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ, για να συναντήσει, με πολλές ταλαντεύσεις και απροθυμία που συνεχίστηκε στα χρόνια που ακολούθησαν, ό,τι είχε απομείνει μετά το ’89 από τα υπόλοιπα ρεύματα της ιστορικής Αριστεράς, οργανώσεις και πρόσωπα. Η δυναμική και εξαναγκαστική σύμπτυξη μ’  ένα προωθημένο πρόγραμμα σε συνασπισμό όλων, χάρισαν στο ΣΥΡΙΖΑ την καλύτερη, την προωθητική και ριζοσπαστική του περίοδο, κυρίως από το 2006. Το 2011 κατάφερε ν’ αρθεί στο ύψος των ιστορικών στιγμών, πράγμα που τον έφερε από το 2012 στη θέση του πόλου υποδοχής του μεγάλου κύματος λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων που έσπαζε τους παραδοσιακούς κομματικούς διαχωρισμούς και στοιχιζόταν για πρώτη φορά στη μετεμφυλιακή Ελλάδα πίσω όχι από ένα κόμμα, αλλά από μια πολιτική: Αυτή της χειραφέτησης από το μνημονιακό ζυγό και της ανάκτησης ή αν θέλετε, κατάκτησης της λαϊκής, αλλά και της κρατικής κυριαρχίας.

Κι όποιος το αμφισβητεί αυτό, ας σκεφτεί μόνο πόσο μοιάζει η χώρα με τις 32.000 μνημονιακές νομοθετικές δεσμεύσεις της με υβρίδιο του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου πρότυπου που στην ακαδημαϊκή κοινότητα αποκαλούν «ρευστό» κράτος ή «κράτος-μη κράτος», το οποίο στην αναπτυγμένη του μορφή το συναντάς για παράδειγμα στο Κόσοβο ή στη Λιβύη. Κι όταν στο τέλος του 2018, 10 χρόνια από τη δομική καπιταλιστική κρίση του 2008-2009, η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα-μέλος της ΕΕ, που το ΑΕΠ της βρίσκεται στο -22% του ΑΕΠ της χρονιάς της κρίσης του 2009. Κι αυτή η κατεστραμμένη σαν από πόλεμο χώρα, έχει υπογράψει για την εξυπηρέτηση ενός μη βιώσιμου χρέους, πλεονάσματα για τα επόμενα 40 χρόνια που δεν έχει εμφανίσει για τέτοιο χρονικό διάστημα καμιά χώρα στην ιστορία του κόσμου.

Το χειραφετητικό πολιτικό και κοινωνικό κύμα έφτασε στ’ απόγειο του το καλοκαίρι του 2015. Αυτές τις μέρες ολοκληρώνεται το ρέκβιεμ της επιστροφής στην πολιτική «κανονικότητα» που διάρρηξε η εποχή των μνημονίων, με επίσημη επαναστοίχιση των μεσαίων στρωμάτων πίσω στην παραδοσιακή συμμαχία τους με την άρχουσα τάξη και με την επαναφορά ευρύτατων λαϊκών στρωμάτων πίσω στις  παραδοσιακές κομματικές πελατειακές εξαρτήσεις τους. Τι απέμεινε απ’  το τότε «ανανεωτικό» ρεύμα στο ΣΥΝ και τους μετέπειτα συμμάχους του στο ΣΥΡΙΖΑ; Από άποψη χαρακτήρα, αυτό που επιζητούσαν και δεν κατάφεραν τότε, την περίοδο 1989-1991: Όχι ένα  ΣΥΡΙΖΑ, αλλά την Προοδευτική Συμμαχία, δηλ. την υπέρβαση του διαχωρισμού με τη σοσιαλδημοκρατία, όπως πολύ σωστά εξηγείται στο βιβλίο και στα επιμέρους κείμενα – αλλά μια σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα κουρελιασμένη και σε παγκόσμιο επίπεδο στη δύση της, χάρη στα βαρίδια από τη μακρόχρονη συμμαχία της με τη νεοφιλελεύθερη δεξιά και την υιοθέτηση βασικών στοιχείων του  νεοφιλελευθερισμού στο πρόγραμμα και τη φυσιογνωμία της.

Και τι απόγιναν οι πρωταγωνιστές του 1989, που έμειναν στο ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Ή οι άλλοι, που ήδη από το 1990 ή κι αργότερα  αποδεσμεύτηκαν από το αρχικό ΝΑΡ ή κι απ’  το ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα έφερε έτσι η ιστορική καμπή του 2015, ώστε να συναπαρτίσουν μαζί με μέρος των πρωταγωνιστών του τότε «ανανεωτικού ρεύματος» τη ΛΑ.Ε;

Κυριολεκτικά «εξαερώθηκαν» στις Ευρωεκλογές του 2019. Βεβαίως πληρώνοντας την ήττα της συνολικής, κι όχι μόνο της συστημικής «Αριστεράς», στην οποία μετασχηματίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν η κυβέρνηση του υπέγραψε το Τρίτο Μνημόνιο και το μεταμνημονιακό μνημονιακό καθεστώς ενισχυμένης επιτήρησης μέχρι το 2060: Όπως ακριβώς το διεθνές 1989 σήμανε την ήττα και κατάρρευση όχι μόνο της ΕΣΣΔ και των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αλλά και κάθε ιστορικής υπαρκτής απόχρωσης της κομμουνιστικής και μη κομμουνιστικής αριστεράς σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλά κι επειδή βεβαίως οι ίδιοι δεν κατάφεραν ν’  αρθούν στο ύψος της ιστορικής καμπής του 2015, είτε  συνεχίζοντας να βάζουν την ανατροπή του καπιταλισμού ως προαπαιτούμενο για τη σύναψη συμμαχιών είτε αρνούμενοι ν’  απευθυνθούν στο όλο ΟΧΙ του Δημοψηφίσματος του καλοκαιριού του 2015  κι επενδύοντας αποκλειστικά στο κομμάτι του που έχει ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει ζωή εντός της Ευρωζώνης. Τόσο «ξεκάθαρο», ώστε η συνεισφορά της εκλογικής δύναμης της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να ισοδυναμεί με τα 2/3 της εκλογικής δύναμης του Μέρα25 του Γιάνη Βαρουφάκη, όπως αυτό πρωτοαναδύθηκε μέσα από τις πρόσφατες Ευρωεκλογές…

Πάντα μου πίστευα ότι ποτέ δεν πρέπει να τα παρατάει κανείς όταν πιστεύει σε κάτι, ότι πρέπει να συνεχίσει ν’ αγωνίζεται μέχρι και την τελευταία του ανάσα. Ακόμα και σήμερα,  όταν τόσο ως προς την ιστορία του 1989-1991 όσο και ως προς τη σκοτεινή  περίοδο που άνοιξε το 2010 αποδειχθήκαμε όλοι τελικά, χωρίς εξαίρεση,  ο καθένας απ’  τη δική του σκοπιά, κατώτεροι των ιστορικών περιστάσεων.

25 μέρες πριν τις βουλευτικές εκλογές του 2019, ας μην ξεγελιόμαστε: Χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση ό,τι σχήμα και όσοι και όσες έχουμε απομείνει σε όλες της τις εκφράσεις από την κάποτε – το 2015 ακόμα – Μεγάλη Αριστερά στην Ελλάδα, βρισκόμαστε μπροστά στον Τρίτο Καρχηδονιακό Πόλεμο.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας