«Χαραυγούλα της Πρωτοχρονιάς» του Κώστα Κρυστάλλη. Ένα εξαίρετο συμβολικό διήγημα του 1890 με επίκαιρες προεκτάσεις

1953
κρυστάλλης

Ο Κώστας Κρυστάλλης, γεννημένος στο Συρράκο της τότε κατεχόμενης από την Τουρκιά Ηπείρου, το 1868, έφυγε στην τότε ελεύθερη Ελλάδα για να αναπνεύσει. Και όμως, η Ελλάδα, όπως λέει ο Κ. Παλαμάς στο περίφημο ποίημά του «Η δόξα του Κρυστάλλη», «εστάθη απέναντι στον Κρυστάλλη πιο σκληρή και από τον Τούρκο χώρα».

Ο Κώστας Κρυστάλλης έφυγε νωρίς, μόλις στα 26 χρόνια του, καταφρονεμένος, βασανισμένος και απομονωμένος, με χίλιες μύριες πικρόχολες κριτικές για το έργο του.
Άργησε να ‘ρθει για τον Κώστα Κρυστάλλη η αναγνώριση και αυτή λειψή και λιπόψυχη, με ελάχιστες τις εξαιρέσεις.
Η Iskra παραθέτει από τον Κώστα Κρυστάλλη το μικρό διήγημά του «Χαραυγούλα της Πρωτοχρονιάς», διήγημα συμβολικό, με αναλογίες στο σήμερα, καταπέλτης για όσους ζητούν να συμβιβαστούμε με την φτώχεια, τη μιζέρια, τον εξευτελισμό και την δυστυχία και για όσους ακόμα, δουλικότατα, λένε στον σύγχρονο «ραγιά» πως δεν αλλάζει τίποτα!
Προτάσσουμε της «Χαραυγούλας της Πρωτοχρονιάς» το μικρό αριστούργημα του Κώστα Κρυστάλλη «Ο Κατσαντώνης άρρωστος», το οποίο αποτελεί έναν γνήσιο δημοτικό ύμνο στην ελευθερία και στην αντίσταση.
«…Κι αν αποθάνω Γιώργο, / να μη με θάψεις χαμηλά, στο λόγγο μη με κρύψης, / μα στα Τζουμέρκα, στην κορφή, το μνήμα μου να σκάψης, / (…) για να με βλέπη Αλήπασσας από το κάστρο μέσα, / να λαχταρά στον ύπνο του και ξυπνητός να τρέμη…».

Ν.Ζ

Ο Κατσαντώνης άρρωστος*

του Κώστα Κρυστάλλη

– Γιώργο, τι με τηράς και συ; Δεν με ψυχοπονιέσαι;

Βλέπεις, η θέρμη μου η βαρειά άναψε το κορμί μου,

βοσκάει βαθιά τα σπλάχνα μου και τρώει τη λεβεντιά μου.

Θα να ποθάνω, αδέρφι μου, παράκαιρα, ο καϋμένος.

Κι αν αποθάνω, Γιώργο, εγώ, ποιος αντρειωμένος άλλος

θα να βρεθή στην κλεφτουριά και σ’ όλα τα πρωτάτα

για να μου πάρει τον ταϊφά, στον τόπο μου να μείνη,

να δρασκελίζη σαν αητός και σαν αστροπελέκι

τα κορφοβούνια τα ψηλά και τους πλατειούς τους κάμπους,

εδώ να σφάζη αρβανιτιά και κει του Βελη – Γκέκα

να σταματάη την παγανιά κι αλλού του Σουφ – Αράπη

να ρίχνεται στα Ζάλογγα, να καίη χωριά και χώρες

κι απόξω από τα Γιάννινα να πάη να φοβερίζη

τον ίδιο τον Αλήπασσα; Ποιος άλλος σαν εμένα

τόσο κακός, τόσο βαρύς, στον τούρκο θε να γίνη;

Βγάλε με απάνω στ’ Άγραφα κι απάνω στο Βελούχι,

πάρ’ με στον Ασπροπόταμο και στα ψηλά Τζουμέρκα,

μες στα παλιά λημέρια μου κι άσε με κει και φεύγα.

Εκεί ταγρίμια του βουνού, ταρκούδια, τα πλατόνια,

συντρόφια μου καθημερ’νά θαρθούν να με φυλάξουν,

κι απ’ όλα ταγριοβότανα κι απ’ τα καλά χορτάρια

θε να μου φέρουν για γιατριά. Εκεί το κρύο ταγέρι

θα νάρχεται να με ρωτά κάθε βραδυά κι αυγούλα

για την υγειά μου κι αλαφρά, σα μάνα, σαν αδέρφι

θα μου χαϊδεύη τα μαλλιά και τα δασιά μου στήθη·

εκεί η βρυσούλα η ρεματιά, παλιές γλυκειές μου αγάπες

θα να μου δίνουν γιατρικό τ’ αθάνατο νερό τους

και θ’ ανασταίνομαι ν’ ακούω στα δέντρα τα πουλάκια

να τραγουδούν τα νιάτα μου και την παλληκαριά μου.

Εγώ το κάμα δεν βαστώ και δεν φτουρώ τον κάμπο.

Εδώ τρυγόνα δεν λαλεί και σταυραητός δεν σκούζει,

βγάλε με απάνου στα βουνά. Κι αν αποθάνω, Γιώργο,

να μη με θάψης χαμηλά, στο λόγγο μη με κρύψης,

μα στα Τζουμέρκα, στην κορφή, το μνήμα μου να σκάψης,

βαθύ, βαθύ, να στέκω ορθός, πλατύ για τ’ άρματά μου,

κι απάνου από το μνήμα μου στήσε τρανό κοτρώνι,

σαν το κορμί μου νάν’ ψηλό και βγάλτο Κατσαντώνη.

Νάρχουνται οι κλέφτες να ρωτάν, για τον ψυχοπατέρα,

να παίρνουν την ορμήνεια μου και την πολυγνωμιά μου,

νάρχεται η άνοιξη η γλυκειά να μου μυρίζει ο πεύκος,

να διαπερνούν τα σύγνεφα και να με χαιρετίζουν,

να μου φωτίζουν οι αστραπές, τα χιόνια το χειμώνα

δίπλα να πέφτουν τρίδιπλα και να μη με σκεπάζουν,

για να με βλέπη Αλήπασσας από το κάστρο μέσα,

να λαχταρά στον ύπνο του και ξυπνητός να τρέμη…

Γιώργο μου, αδέλφι μου ακριβό, βγάλε με στα βουνά μου!

*(Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ηχώ των Αθηνών», 1892)

«Χαραυγούλα της Πρωτοχρονιάς»**

Του Κώστα Κρυστάλλη

Μότυχε να περάσω την ημέρα της Πρωτοχρονιάς σε πολλά μέρη της Ηπείρου. Κι ολούθε έβλεπα γιορτές χαρούμενες κι άκουγα τραγούδια εύμορφα – πολύ εύμορφα – λογιών λογιών. Όμως δεν άκουσα αλλού πουθενά σαν το τραγούδι που άκουσα σ’ ένα χωριό του Σουλιού. Το μολογάω και θα τ’ ομολογώ πάντοτε.

Όταν τ’ άκουσα να το τραγουδούν τα παιδιά σπίτι σε σπίτι και αργαστήρι σ’ αργαστήρι, μου φάνηκε τόσο θλιβερό, τόσο παραπονιάρικο, που με πήραν τα κλάματα και δεν έβαλα το νου μου να τ’ ακούσω καλά και να το μάθω απ’ όξω όλο. Δεν ήτον τραγούδι χαρούμενο, πρωτοχρονιάτικο. Κι ο αχός του ακόμα, κι αυτός έρχονταν λυπητερός και βραχνός, κι εξύπναγε τον πόνο μεσ’ την καρδιά του ανθρώπου. Δεν ήταν χαρούμενο…. Αλλά και ποιο τραγούδι είναι χαρούμενο στη σκλαβωμένη γη;

Ήθελα να σας το πω όλο, όπως τόλεγαν με στίχους, αλλά δεν το θυμάμαι. Θα σας πώ με λίγα λόγια απλά απάνω κάτω τι έλεγε.

Θυμούμαι μόνο καλά πως τόλεγαν Χαραυγούλα της Πρωτοχρονιάς.

«Είκοσι χρόνια πέρασαν από τότε.

Ήταν νύχτα κι εξημέρωνε η Πρωτοχρονιά. Αλλού σ’ άλλα χωριά και στις μεγάλες πολιτείες, στα Γιάννινα, στην Αθήνα και στην Πόλη με την Αγιά-Σοφιά, κάθε οικοκυρά την νύχτα εκείνη, ετοίμαζε την Αγιοβασιλιάτικη πίτα της παχειά-παχειά με την ασημένια μονέδα της τύχης μέσα κάθε λεβέντης και κάθε νιά εσιδέρωναν τες καλύτερες φορεσιές τους κάθε μικρό παιδί κοιμισμένο κοντά στη φωτιά και χορτασμένο από χίλια καλά ονειρεύονταν γλυκά γλυκά το πρωτοχρονιάτικο δώρο, που θα του χάριζαν οι γονείς του και οι συγγενείς και κάθε καλός νοικοκύρης ελογάριαζε τα κέρδα ή τες ζημιές που τάφηκε ο χρόνος, που ξεψύχαε  την νύχτα αυτή. Άλλοι εξενύχτιζαν με τα παιχνίδια της τύχης. Στο χωριό το δικό μας μοναχά κανέν’ απ’ αυτά δε γενότανε την νύχτα εκείνη!…

Απάνω απ’ το χώμα, απάνω από τες χαμηλές σκεπές των σπιτιών απλώνονταν το χιόνι παχύ παχύ και παγωμένο. Κι από πάνω απ’ το χιόνι το πυκνότατο το σκοτάδι της χειμωνιάτικης νύχτας. Ούτε αστέρια στον ουρανό, ούτε τίποτε. Γιατί σύγνεφα εσκεπάζαν τ’ αστέρια και βαριές καταχνιές εγυρνούσαν στες λαγκαδιές  και στα ξεκόματα του βουνού. Δεν εφύσαγε ο αγέρας όμως το κρύο ήτανε  καυτερό. Κατά τα μεσάνυχτα άρχεψε πάλι πάλι το χιόνι, στην αρχή ψιλό κι ανάρια ανάρια…, ύστερα γλήγορο και πλατύ σαν τουλούπες μαλλί. Τα σπίτια του χωριού ήταν κατάκλειστα̇  ούτε φως εφαίνονταν πουθενά απ’ όξω. Αν τόβλεπε κανένας από μακριά, δίχως να ξαίρη… δεν θάλεγε πως είναι χωριό πως ζουν άνθρωποι εκεί, θάλεγε πως είναι ερημιά και δάση, πως ζούνε αγρίμια, και μέσα στο χωριό, ούτε ψυχή εύρισκε κανένας στον δρόμο, και μέσα στα σπίτια δεν ακούγονταν ούτε φωνή, ούτε ανασασμός!…

Έρμο χωριό και ξάρημο, το πούναι οι χωριανοί σου;

Και σεις μωρ’ ερημόσπιτα, το πούν’ τ’ αφεντικά σας

Έτσι θα λέγατε, αν τύχαινε να γυρνάτε το χωριό μας την νύχτα εκείνη, και θα φεύγατε, θα φεύγατε… ούτε θ’ απλώνατε να βροντήσετε καμιά πόρτα!…

Και όμως εξημέρωνε η Πρωτοχρονιά. Σ’ όλον τον κόσμο αλλού τα παιδιά ετραγούδαγαν χαρούμενα- χαρούμενα με τα όργανα και τα βιολιά το:

Άγιος Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει!….

«Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα….

Τ’ είναι οι φωνές κι ο σάλαγος π’ ακούγεται τώρα στο ρημαγμένο, στ’ άφωνο, στ’ αφώτιστο χωριό;… πότε;… πως άναψαν τα λίγα εκείνα φώτα του;… και μες’ στα φώτα τα’ είναι οι σκιές που στριφογυρνούν γλήγορες κι αραδιαστές; Άκου, άκου!…. Μη μαζώχτηκαν οι καλλικάντζαροι εκεί;…. Δαιμόνια ομοιάζουνε!… Ακούονται και τραγούδια…. Και γέλια ακούγονται και λόγια χαρούμενα!…. Θα νάναι δαιμόνια…. Αλλ’ άκου, άκου!…. Βαθιά απ’ της χιονιάς την πυκνούρα, ακούγονται ήχοι μακρινής καμπάνας. Που νάναι η καμπάνα αυτή;…. Και ποιος την χτυπάει την ώρα εκείνη;… Και πόσο γλυκοί είναι οι αχοί της!…. Πόση παρηγοριά πόση ξεκούραση χύνουν μέσ’ στην καρδιά που τους ακούει!…. Μοιάζουν με ουράνιες αγγελικές φωνές…. Και φωνάζουν αραδιαστά και γλήγορα…. Βγαίνουν απ’ το χωριό…. Σχίζουν το χιόνι…. Και  τραβούν αραδιαρά-αραδιαρά, ίσα προς το μέρος που ακούγεται η καμπάνα».

 Άρχεψε να γλυκοχαράζει…. Εσκώθηκε κι ένα ψιλό-ψιλό αγεράκι, κι εσκόρπισε την αντάρα κι έλαμψε στις κορφές του βουνού το γλυκοχάραμα, ακόμα γλυκύτερο από κάμποσα μάτια γλυκά, ακόμα ασπρότερο κι από το χιόνι. Εμέριασε και λίγα σύγνεφ’ από τον ουρανό κι εφανήκαν λίγα καθάρια κομμάτια, γαλανά-γαλανά, κι ανάμεσα στο εύμορφο αυτό γαλανό χρώμα τους ετρεμούλιαζε κανέν’ αστέρι λαμπρό, σαν ξεπλυμένο διαμάντι….

Από της χαραυγούλας το φώς  άρχεψε λίγο-λίγο η σκοτεινιασμένη πλάση να φωτίζεται. Άσπριζε τώρα το χιόνι ολούθε σαν σεντόνι ατέλειωτο, απέραντο. Άρχεψε τώρα και το χωριό μας να φαίνεται… βυθισμένο όμως ακόμα στον ίσκιο της νύχτας. Να και οι βράχοι, να τα ρέματα, να τα σκιαδάκια, όλα σκεπασμέν’ από χιόνι παχύ να και το μικρό το ρημόκλησο μέσ’ στη στη ράχη, σκεπασμένο κι αυτό, χωμένο στο χιόνι. Και σ’ όλη αυτή την ψύχρα και την ταπείνωση, πόσο περήφανο και καμαρωμένο σηκώνεται το τετράγωνο και ψηλό καμπαναριό του!… Βαστάει κι αυτό τόσο χιόνι επάνω του… όμως το σταυρό του κατάκορφα δεν ημπόρεσε να σκεπάσει το άγριο χιόνι…. Και η καμπάνα του;… α! να την, να την, κουνιέται ακατάπαυτα….

Η χαραυγούλα επρόβαλλε πλιότερο απ’ τα βουνόκορφα κι από το φώς της τ’ αστραφτερό θαμπώνονται τ’ αστέρια στον ουρανό ψηλά και σβήνουν και τα λίγα εκείνα φώτα του χωριού μας κάτω… Με φτυάρια και με ξύλα και με χίλια αργόχειρα, σχίζουν το παχύ – ως τη ζώση – χιόνι οι άνθρωποι του χωριού μας και φτάνουν μονανεπνιάς στο μικρό το ρημόκλησο. Εφούσκωνε τα’ αχαμνά τους τα στήθια η βιασμένη και μεγάλη αναπνοή τους, άλλοι ήσανε ντυμένοι στα σακκιά για να μη ξεπαγιάσουνε στα χιόνια, άλλοι ήσανε τυλιγμένοι σε καπότες χοντρές, και όμως άλλων τα πόδια κι άλλων τα χέρια εμάργωναν, άλλων εκοκκάλιαζαν τα σακκιά κι οι καπότες, άλλων επαγώνανε στα γένια και στα μουστάκια τα χνωτά των κρούσταλλα ακέρια εκρέμουνταν απ’ αυτά, τόσο δυνατά, που κάμποσοι δεν μπορούσαν ν’ ανοίξουν το στόμα να πάρουν αναπνοή. Αλλά μ’ αυτά, ντε και ντε φτάνουνε στο ρημόκλησο… Η καμπάνα ακόμα εχτύπαγε ακατάπαυτα!…. Το ρημόκλησό μας έχει μέσα χαγιάτι και το χαγιάτι κλειέται με μια μεγάλη, θεόρατη πόρτα. Απάνω από την πόρτα είναι το καμπαναριό…. Φτάνουν του χωριού μας ο κόσμος στην πόρτα… Ανοίγουν…. και τι να δουν!… Αράδα-αράδα, μέσα στο χαγιάτι της εκκλησιάς ήταν σακκιά, στημένα ολόρθα και γεμάτα…. Γεμάτα σιτάρι…. Τα φύλαγαν δυο τρεις μαργωμένοι λεβέντες, μαζωμένοι σε γωνιές-γωνιές…. Κι ένας απ’ αυτούς μονάχα ζωντανός – οι άλλοι εφαίνονταν σαν πεθαμένοι – εχτύπαε την καμπάνα αδιάκοπα… Και σε σε μια μεριά του χαγιατού είκοσι μουλάρια δυναμωμένα είχαν σφιχτεί τόνα μ’ άλλο κι ετρεμούλιαζαν, δίχως άχυρο, δίχως τίποτα…. Μεμιάς τότε η καμπάνα εσώπασε κι οι μαργωμένοι λεβέντες εζωντάνευαν απ’ τα φιλιά κι απ’ τ’ αγκαλιάσματα των χωρικών. 

Όταν εγύρισαν στο χωριό με τους τέσσερες λεβέντες και με τα είκοσι μουλάρια φορτωμένα με σαράντα σακκιά γεμάτα σιτάρι ο ήλιος είχε βγει στην κορφή του βουνού κι εχαιρέτιζε την πλάση για την καινούρια χρονιά… εχαιρέτιζε και τους χωριανούς μας για το ατίμητο εκείνο, το Πρωτοχρονιάτικο δώρο τους!….» Τέτοια έλεγε απάνω κάτου το τραγούδι εκείνο. Ύστερα ρώτησα περισσότερα κι έμαθα πως η χρονιά εκείνη ήταν η καταραμένη της πείνας χρονιά. Άλλοι αλλού καρτερούσαν με χίλια καλά το ξημέρωμα της Πρωτοχρονιάς. Οι άνθρωποι του χωριού αυτού, δίχως ψωμί, δίχως φως, δίχως τίποτε εκαρτερούσαν κι αυτοί την Πρωτοχρονιά. Ξέγνοιαστοι από κάθε ελπίδα εκλείστηκαν τη νύχτα εκείνη, νηστικοί, αφώτιστοι, ίσως κι ασκέπαστοι μέσα στα σπίτια τους. Εκοιμόνταν ή πέθαιναν, το ίδιο ήταν…. Τόσο η απελπισιά τους ήταν βαθιά τόσο μεγάλη ήτον η φτώχεια τους, τόσο παχύ ήτον το χιόνι που τους επλάκωσε απ’ τα’ ανοιχτά τα παραθύρια κι απ’ τις πόρτες, που ούτε φωνή, ούτε ανασασμός ακούγονταν απ’ τον ύπνο τους. Κατά το ξημέρωμα όμως η καμπάνα του ρημοκλησιού τους εξύπνησε. Τον άκουσαν τον αχό της καμπάνας. Δεν εκοιμόνταν φαίνεται. Νηστικός ποιος κοιμάται;… Ο αχός της καμπάνας δεν ήτον τόσο παράξενος γι’ αυτούς. Όσες φορές τον χειμώνα κανένας χωριανός που εγύριζε απ’ τα Γιάννινα νύχτωνε με χιόνια και με μπόρα στο ρημοκλήσι, εχτύπαγε την καμπάνα τους, που ακούγονταν στο χωριό κι έτρεχαν οι χωριανοί μέσ’ στα χιόνια και τον εγλύτωναν…. Έτσι εξύπνησαν και τη νύχτα εκείνη. Αλλά στο ρημόκλησο τώρα δεν ηύρανε χωριανό τους ταξιδιάρη. Στο ρημοκλήσι τους έφερε για δώρο σαράντα ακέρια σακκιά σιτάρι η χαραυγούλα της Πρωτοχρονιάς. Σαράντα σακκιά! Επέρναγαν τον χειμώνα. Δίχως αυτά ήθελαν να πεθάνουν από την πείνα!

Όσες φορές πεινούν στα χωριά γίνεται επιτροπή στα Γιάννινα. Μαζεύουν χρήματα ή γέννημα και τα μοιράζουν στα πεινασμένα χωριά. Πόσα χωριά θε να ιδούνε και φέτος στην Ήπειρο τέτοιες Πρωτοχρονιές και σε πόσα απ’ αυτά θα γεννηθούν και θα λέγουνται απ’ εδώ κι ομπρός κάθε Πρωτοχρονιά σπίτι σε σπίτι, αργαστήρι σ’ αργαστήρι, από τα μικρά παιδιά τέτοια πικρά τραγούδια στη χαραυγούλα της Πρωτοχρονιάς!…

**(Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εβδομάς», τ. Ζ’, 1890).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας