Ερντογάν: Είναι ή μοιάζει κοντά το τέλος του;

453
Ερντογάν

Ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, συμπεριφέρεται σαν μια γάτα, που την έχουν στριμώξει στη γωνία, όταν το θέμα περιστρέφεται γύρω από την περιφερειακή πολιτική: Ενεργεί με αγριότητα ​​και πλήρη αστάθεια, βάλλοντας τόσο κατά πραγματικών όσο και κατά φανταστικών εχθρών.

Οι ήττες εκτός συνόρων

Οι αντίπαλοί του είναι η ΕΕ (η Ιταλία, η Γαλλία, η Κύπρος και η Ελλάδα ειδικότερα, λόγω της “πείνας” του για μερίδιο από τους υδρογονάνθρακες στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και της “δίψας” του, να μη χάσει θέση σε οποιοδήποτε τραπέζι διαπραγματεύσεων της ευρύτερης περιοχής), οι ΗΠΑ και το Ισραήλ. Στη γειτονική Συρία απειλεί με μια αιματηρή στρατιωτική επίθεση κατά των Κούρδων. Είναι σαφώς ανεπιθύμητος σε ομόθρησκες χώρες όπως η Αίγυπτος, ο Λίβανος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, λόγω της αδιαμφισβήτητης και αναλλοίωτης υποστήριξής του στη Χαμάς και στη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Στη Λιβύη, διεξάγει πόλεμο δι’ αντιπροσώπων (proxy war) κατά των κοσμικών μουσουλμάνων, του στρατάρχη Καλιφα Χαφτάρ, που θέλουν να εξαλείψουν μια ισλαμιστική κυβέρνηση, που εδράζεται στην Τρίπολη.

Σε περιόδους όπως αυτές, ο Ερντογάν ανέκαθεν αναζητούσε καταφύγιο “εντός των τειχών”, απολαμβάνοντας τη μεγάλη του δημοτικότητα. Αλλά μετά από 17 συνεχόμενα χρόνια στην εξουσία, έχοντας κερδίσει κάθε εκλογική αναμέτρηση, ο “σουλτάνος” δείχνει σημάδια κόπωσης. Και καθώς η χώρα συνεχίζει να αποτυγχάνει τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά, ο Ερντογάν δεν μπορεί πλέον να είναι αήττητος.

“Αυτός που κερδίζει την Κωνσταντινούπολη κερδίζει την Τουρκία” είναι το ρητό του Ερντογάν. Μπορεί να έχει δίκιο: η Κωνσταντινούπολη φιλοξενεί σχεδόν το 15% των 57 εκατομμυρίων ψηφοφόρων της Τουρκίας και αντιπροσωπεύει το 31% του ΑΕΠ της. Ο Ερντογάν ξεκίνησε το πολιτικό του ταξίδι με το να εκλεγεί δήμαρχος Κωνσταντινούπολης το 1994.

Στις 31 Μαρτίου, ένας μέχρι σήμερα ελάχιστα γνωστός υποψήφιος της αντιπολίτευσης, ο Εκρέμ Ιμάμογλου, κέρδισε την Κωνσταντινούπολη (όπου είναι εγγεγραμμένοι περισσότεροι από 11 εκατομμύρια ψηφοφόροι) με διαφορά μόλις 13.000 ψήφων. Ο Ερντογάν αμφισβήτησε το αποτέλεσμα και απαίτησε νέα ψηφοφορία, μόνο για να χάσει για δεύτερη φορά με διαφορά που ξεπέρασε τις 800.000 ψήφους. Έχασε τόσο την Κωνσταντινούπολη όσο και την Άγκυρα (εκεί κέρδισε από τον πρώτο γύρο ο επίσης υποψήφιος του CHP, Μανσούρ Γιαβάς), μετά από 25 χρόνια ισλαμιστικής κυριαρχίας.

Η πικρή ήττα του Ερντογάν ήρθε σε μια εποχή ανερχόμενων αντικυβερνητικών διαμαρτυριών, επικεντρωμένων κυρίως σε περιβαλλοντικά ζητήματα. “Το κύμα ειρηνικών διαδηλώσεων -οι μεγαλύτερες από τις συγκεντρώσεις του πάρκου Γκεζί, το 2013- υποδηλώνει μια νεοσυσταθείσα ζωτικότητα μεταξύ της αντιπολίτευσης, με ενδεχομένως βαθιές συνέπειες για τη δημοκρατία της Τουρκίας”, έγραψαν ο Σονέρ Τσααπτάι και ο Ντενίζ Γιουκσέλ, για το Washington Institute. “Αυτή η εδραίωση της εξουσίας, σε συνδυασμό με τις συχνές καταστολές των διαδηλωτών, άφησαν πολλούς στην αντιπολίτευση απογοητευμένους”.

Με 4,7 εκατομμύρια ανέργους και μια ανεργία που δεν λέει να σταματήσει να κινείται ανοδικά, με πληθωρισμό να περιστρέφεται γύρω στο 10% (αναλυτές εκτιμούν ότι τα επιφανειακά μέτρα του Ερντογάν δεν θα κρατήσουν πολύ το πληθωρισμό σε μονοψήφια νούμερα) και υψηλά χρεωστικά επιτόκια, η οικονομία της Τουρκίας δεν λειτουργεί καλά. Το εθνικό νόμισμα, η λίρα, ήταν ευμετάβλητο, μετά από μια σοβαρή κρίση πέρυσι.

Ο Ερντογάν βρίσκεται σε πόλεμο με τους Κούρδους της Τουρκίας, που ανέρχονται σε 15 εκατομμύρια περίπου. Πρόσφατα διόρισε κυβερνητικούς αξιωματούχους σε τρεις συντριπτικά κουρδικές επαρχίες στη νότια Τουρκία, αυξάνοντας τις εντάσεις μεταξύ της Άγκυρας και του νοτιοανατολικού Κουρδικού τομέα και υπονομεύοντας περαιτέρω την ήδη προβληματική δημοκρατική προοπτική της Τουρκίας.

Το δόγμα Ερμπακάν και η άνοδος του Ερντογάν

Θα ήταν ειρωνικό εάν ο Ερντογάν έχανε τη δύναμή του μετά τη μακρά σε έκταση ισλαμιστική κυριαρχία του. Ο Νετζμετίν Ερμπακάν, τον οποίο ο Ερντογάν συχνά χαρακτήρισε ως “μέντορα”, έγινε ο πρώτος Ισλαμιστής πρωθυπουργός της Τουρκίας το 1995, όταν κέρδισε το 21% των εθνικών ψήφων και υπέγραψε συμφωνία συνασπισμού με κεντροδεξιό κόμμα.

Το πολιτικό όραμα του Ερμπακάν χαρακτηριζόταν από έναν άκαμπτο ισλαμισμό βασισμένο σε μια αντι-δυτική, “αντι-ΕΕ” απομονωτική ρητορική, γνωστή ως “Εθνικό Όραμα” (Millî Görüş) – ένα παράξενο πολιτικό μείγμα, που τύγχανε βαθέως μίσους από την (τότε) ισχυρή στρατιωτική ηγεσία. Με σύνεση, ο Ερντογάν διαχώρισε εαυτόν από τον “δάσκαλό” του και εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή με έναν λιγότερο αυστηρό ισλαμιστικό λόγο. Ο ισλαμισμός του έπρεπε να είναι συμβατός με τη δυτική δημοκρατική κουλτούρα και τον καπιταλισμό, ή έτσι τουλάχιστον ισχυρίστηκε. Σε μια συνέντευξη του το 2000, είπε ότι είχε πετάξει από πάνω του για τα καλά την ταμπέλα του φίλα προσκείμενου στο Millî Görüş.

Ο Ερντογάν με τους κορυφαίους του – τους οποίους ο Ερμπακάν αποκαλούσε “τα άτακτα αγόρια μας” για την αποχώρησή τους από την ευθεία και στενή γραμμή- έκρινε ότι έπρεπε να παρουσιαστεί μια πιο φιλοδυτική ρητορική εάν οι Ισλαμιστές ήθελαν να έρθουν στην εξουσία. Αυτός ήταν ένας πολιτικός αγώνας μεταξύ των συντηρητικών Ισλαμιστών και της ρεφορμιστικής πτέρυγας.

Τα “άτακτα αγόρια” του τουρκικού Ισλάμ

Ο υπαρχηγός του Ερντογάν ήταν ο επί μακρόν σύντροφος, Αμπντουλάχ Γκιουλ. Μέσω μιας αμφιλεγόμενης βουλευτικής εκλογικής αναμέτρησης το 2007, ο Γκιουλ έγινε πρόεδρος με τότε πρωθυπουργό, τον Ερντογάν. Έτσι, ο Ερντογάν και ο Γκιούλ, έτρεξαν το πρόγραμμα μαζί, όπως έκαναν και οι Πούτιν και Μεντβέντεφ. Το 2009, ο Ερντογάν διόρισε τον Αχμέτ Νταβούτογλου, έμπιστο του Γκιουλ, ως υπουργό εξωτερικών και το 2014 πρωθυπουργό. Ο τρίτος άνθρωπος στο hall of fame του Ερντογάν ήταν ο λαμπρός οικονομολόγος, Αλί Μπαμπατζάν, ο οποίος έγινε υπουργός Οικονομικών.

Οι προδότες και ο πληγωμένος σουλτάνος

Και οι τρεις άντρες απογοητεύτηκαν από την ολοένα και πιο δεσποτική προσέγγιση του Ερντογάν απέναντι στη διακυβέρνηση. Τώρα στην πολιτική εξορία, δείχνουν σημάδια επιστροφής. Πέρυσι, αυτή η προοπτική ήταν απλώς ένα ακόμη θέμα για την πολιτική άμπελο της Άγκυρας, αλλά ξεπέρασε την απλή εικασία. Οι Γκιουλ, Νταβούτογλου και Μπαμπατζάν εργάζονται μέρα και νύχτα για να ξεκινήσουν επίσημα την εκδοχή τους για ένα φιλικό προς την αγορά, φιλοδυτικό, φιλο-δημοκρατικό πολιτικό κόμμα (ή δύο κόμματα).

Ο Ερντογάν απείλησε ότι θα καταβάλουν υψηλό τίμημα για την “προδοσία” τους και ισχυρίστηκε ότι ένα νέο κόμμα (ή κόμματα) θα σήμαινε “διάσπαση του ummah” (τουρ. Ümmet, γενικώς σημαίνει κοινότητα. Στο Κοράνι χρησιμοποιείται ως όρος για όλους τους Ισλαμιστές. Πολιτικώς χρησιμοποιείται για να περιγράψει όλους τους τουρκικούς λαούς). Αν ξεκινήσει το νέο κόμμα, θα είναι το έκτο ισλαμικό κόμμα στην πολιτική ιστορία της Τουρκίας, με αυτό του Ερντογάν να αναδεικνύεται το μοναδικό επιτυχημένο πείραμα.

Το πόσο δημοφιλές θα είναι το “νέο κόμμα” προς το παρόν προσφέρεται για στοιχηματισμό και εικασίες, με τα πάντα να είναι ανοιχτά. Το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Ερντογάν, υποστηριζόμενο από το υπερεθνικιστικό Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος (ΜΗΡ), του ηγέτη των Γκρίζων Λύκων, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, φαίνεται να είναι σε θέση να δώσει το 50% συν μία ψήφο, που χρειάζεται ο “σουλτάνος” για να επανεκλεγεί στις προεδρικές εκλογές του 2023. Το “νέο κόμμα” θα προσπαθήσει να του πριονίσει τα όνειρα όσο ταχύτερα γίνεται, με σκοπό να κερδίσει ένα μερίδιο της συντηρητικής βάσης ψηφοφόρων του. Οι παρατηρητές ορθώς πιστεύουν ότι το “νέο κόμμα” θα προσελκύσει περισσότερο τους “διανοούμενους συντηρητικούς”, ενώ το κόμμα του Ερντογάν θα συνεχίσει να στοχεύει τους λιγότερο μορφωμένους και πιο φανατικά ισλαμιστές.

Ακόμη και αν το “νέο κόμμα” κέρδιζε μερικές μόνο μερικές εκατοστιαίες μονάδες από τον Ερντογάν, μπορεί να είναι η αρχή του τέλους για αυτόν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας