Το τέλος της αμερικανικής παντοκρατορίας – Οι ΗΠΑ θα εγκαταλείψουν έναν από τους μεγάλους πολέμους μετά το 2027

38
Η ανάλυση παρουσιάζει τρία βασικά σενάρια για την εξέλιξη της αμερικανικής στρατηγικής.
Αυτή την εβδομάδα, η Ουάσιγκτον βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δίλημμα που, σύμφωνα με ανάλυση του Modern Diplomacy, θα επανέρχεται συνεχώς μέχρι να αναγκαστεί να το αντιμετωπίσει ανοιχτά.
Τη Δευτέρα, η κυβέρνηση του Donald Trump απαίτησε από το ΝΑΤΟ να αυξήσει τις αμυντικές του δαπάνες.
Την Τετάρτη, οι κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν κλιμακώθηκαν.
Την Παρασκευή, οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή αυξήθηκαν λόγω των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου.
Κατά την ανάλυση, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη στρατιωτική ισχύ για να κυριαρχήσουν σε οποιαδήποτε από αυτές τις περιοχές ξεχωριστά.
Δεν διαθέτουν όμως την οικονομική, στρατιωτική και πολιτική δυνατότητα να κυριαρχούν ταυτόχρονα και στις τρεις, ενώ παράλληλα διατηρούν την ηγεσία του παγκόσμιου διεθνούς συστήματος.
Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για μια προσωρινή ανισορροπία που οφείλεται σε κακό σχεδιασμό ή αδύναμη ηγεσία, αλλά για ένα δομικό πρόβλημα. Κατά την άποψή του, οι ΗΠΑ επιχειρούν να είναι ταυτόχρονα η περιφερειακή υπερδύναμη της Βόρειας Αμερικής και η παγκόσμια ηγεμονική δύναμη που οργανώνει ολόκληρο το διεθνές σύστημα. Οι δύο αυτοί ρόλοι, υποστηρίζει, είναι ασύμβατοι.

Πώς λειτούργησε η αμερικανική ηγεμονία μετά το 1945

Σύμφωνα με την ανάλυση, η αμερικανική στρατηγική κυριαρχία μετά το 1945 βασίστηκε σε μια ιδιόμορφη συμφωνία: οι ΗΠΑ παρείχαν εγγυήσεις ασφαλείας και πρόσβαση στην αμερικανική αγορά στις εύπορες δημοκρατίες της Ευρώπης και της Ασίας, με αντάλλαγμα την πολιτική ευθυγράμμισή τους με τα αμερικανικά συμφέροντα και τους αμερικανικούς θεσμούς.
Η συμφωνία αυτή υπήρξε επωφελής για τους συμμάχους, καθώς εξασφάλιζε ασφάλεια και οικονομική ανάπτυξη, αλλά παρέμενε ασύμμετρη, αφού προτεραιότητα είχαν πάντοτε τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Tο μοντέλο αυτό λειτούργησε επί 75 χρόνια επειδή η σχετική ισχύς των ΗΠΑ ήταν συντριπτικά μεγαλύτερη από των ανταγωνιστών τους. Ωστόσο, σημειώνει ότι μετά το 1991 το μερίδιο των ΗΠΑ στο παγκόσμιο ΑΕΠ μειώθηκε από περίπου 40% σε 27%, ενώ της Κίνας αυξήθηκε από περίπου 2% σε 18%.
Παράλληλα, άλλες μεγάλες δυνάμεις ενίσχυσαν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες με ταχύτερο ρυθμό. Έτσι, κατά την εκτίμησή του, οι υλικές προϋποθέσεις που επέτρεπαν την παγκόσμια αμερικανική ηγεμονία — η γεωγραφική απομόνωση, η αδιαμφισβήτητη τεχνολογική υπεροχή και η σχετική αδυναμία των ανταγωνιστών — δεν υφίστανται πλέον.

Το αδιέξοδο της αμερικανικής στρατηγικής

Σήμερα, σύμφωνα με το άρθρο, οι ΗΠΑ διατηρούν δεσμεύσεις ασφαλείας απέναντι σε περισσότερα από 50 κράτη, στρατιωτικές βάσεις σε περισσότερες από 140 χώρες και έχουν αναλάβει τη διατήρηση της διεθνούς τάξης στην Ευρώπη, την Ασία, τη Μέση Ανατολή και τον Ειρηνικό.
Ταυτόχρονα, προσπαθούν να περιορίσουν την άνοδο της Κίνας, να εγγυηθούν την ευρωπαϊκή ασφάλεια, να διαχειριστούν τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και να προστατεύσουν τη Βόρεια Αμερική.
Αυτή η στρατηγική δεν μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα.

Η αντίφαση μεταξύ περιφερειακής και παγκόσμιας ηγεμονίας

Κατά την ανάλυση, ως περιφερειακή υπερδύναμη οι φυσικές προτεραιότητες των ΗΠΑ βρίσκονται στη Βόρεια Αμερική: η προστασία του δυτικού ημισφαιρίου, η διατήρηση φιλικών κυβερνήσεων στο Μεξικό και την Καραϊβική και η αποτροπή οποιασδήποτε εχθρικής δύναμης από το να αποκτήσει στρατιωτική παρουσία στην περιοχή.
Αντίθετα, η παγκόσμια ηγεμονία απαιτεί διαρκή πολιτική βούληση για την υπεράσπιση δεκάδων συμμάχων, συνεχή στρατιωτική παρουσία σε περισσότερες από 140 χώρες, διαχείριση των περιφερειακών ισορροπιών ισχύος και ανάληψη του κόστους προστασίας εύπορων δημοκρατιών απέναντι σε απειλές που δεν απειλούν άμεσα την αμερικανική επικράτεια.
Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι το μοντέλο αυτό λειτουργούσε όσο η αμερικανική ισχύς ήταν συντριπτική. Όταν όμως παραμένει απλώς η ισχυρότερη δύναμη, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο να συντηρηθεί.

Γιατί δεν αρκεί η αύξηση των αμυντικών δαπανών

Το άρθρο σημειώνει ότι οι αμερικανικές αμυντικές δαπάνες ανέρχονταν το 1990 στο 5,2% του ΑΕΠ, ενώ σήμερα διαμορφώνονται περίπου στο 3,5%.
Ωστόσο, κατά τον συγγραφέα, το πρόβλημα δεν είναι κυρίως δημοσιονομικό. Ακόμη και με την πρόταση της κυβέρνησης Donald Trump για αμυντικό προϋπολογισμό ύψους 850 δισ. δολαρίων, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να διατηρήσουν την πολιτική συναίνεση που απαιτείται για την ταυτόχρονη χρηματοδότηση των παγκόσμιων στρατιωτικών τους δεσμεύσεων και των εσωτερικών αναγκών, όπως οι υποδομές, η υγειονομική περίθαλψη και οι κοινωνικές δαπάνες.

Γιατί απέτυχαν όλες οι στρατηγικές μετά το 1991

Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι κάθε Αμερικανός πρόεδρος από το 1991 προσπάθησε να διαχειριστεί αυτή την αντίφαση.
Ο Bill Clinton επικεντρώθηκε στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια.
Ο George W. Bush έδωσε προτεραιότητα στη Μέση Ανατολή.
Ο Barack Obama επιχείρησε τη γνωστή «στροφή προς την Ασία».
Ο Donald Trump έδωσε έμφαση στον ανταγωνισμό με την Κίνα και τη Ρωσία.
Ο Joe Biden προσπάθησε να αντιμετωπίσει την Κίνα χωρίς να εγκαταλείψει τις δεσμεύσεις έναντι της Ευρώπης.
Κατά την άποψή του, όλες αυτές οι στρατηγικές απέτυχαν, όχι λόγω ανικανότητας των προέδρων, αλλά επειδή το πρόβλημα είναι δομικό.

Το παράδειγμα του ΝΑΤΟ

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα παρουσιάζεται το ΝΑΤΟ.
Οι ΗΠΑ ζητούν από τις ευρωπαϊκές χώρες να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες, ενώ ταυτόχρονα συνδέουν την αμερικανική εγγύηση ασφαλείας με τη συμμόρφωση των συμμάχων στις σχετικές δεσμεύσεις.
Παράλληλα, επιδιώκουν να μεταφέρουν το στρατηγικό τους βάρος προς την Ασία, ώστε να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα την Κίνα.
Κατά τον συγγραφέα, οι τρεις αυτές επιδιώξεις είναι αλληλοσυγκρουόμενες και δεν μπορούν να υλοποιηθούν ταυτόχρονα.

Τα τρία πιθανά σενάρια έως το 2040

Η ανάλυση παρουσιάζει τρία βασικά σενάρια για την εξέλιξη της αμερικανικής στρατηγικής.
Στο πρώτο, που ο συγγραφέας θεωρεί πιθανότερο (60%), οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να διατηρούν τις δεσμεύσεις τους σε όλες τις περιοχές χωρίς να μπορούν να τις εκπληρώνουν πλήρως. Οι σύμμαχοι θα αναπτύξουν σταδιακά μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και, έως περίπου το 2035, μια σοβαρή κρίση — είτε γύρω από την Ταϊβάν είτε στη Βαλτική είτε στη Μέση Ανατολή — θα αναγκάσει την Ουάσιγκτον να επιλέξει σε ποια περιοχή θα επικεντρωθεί, με πιθανότερο αποτέλεσμα, κατά τον αρθρογράφο, τη μερική αποχώρηση από την Ευρώπη.
Στο δεύτερο σενάριο (25%), μια σοβαρή κρίση πριν από το 2028 επιβάλλει πολύ νωρίτερα αυτή την επιλογή. Εάν οι ΗΠΑ επιλέξουν την Ασία, το ΝΑΤΟ μετατρέπεται ουσιαστικά σε ευρωπαϊκή συμμαχία. Εάν επιλέξουν την Ευρώπη, οι ασιατικοί σύμμαχοι αμφισβητούν την αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων, επιταχύνοντας την περιφερειακή ενίσχυση της Κίνας.
Στο τρίτο σενάριο (15%), η αμερικανική ηγεσία αναγνωρίζει εγκαίρως τα νέα δεδομένα και επιλέγει συνειδητά τη στρατηγική αναδίπλωση, περιορίζοντας τις δεσμεύσεις της στα βασικά συμφέροντα της Βόρειας Αμερικής, ζητώντας από τους εύπορους συμμάχους, όπως η Ευρώπη και η Ιαπωνία, να αναλάβουν οι ίδιοι την άμυνά τους και συγκεντρώνοντας τους διαθέσιμους στρατιωτικούς πόρους στην ανάσχεση της Κίνας.

Τι θα δείξουν τα επόμενα χρόνια

Η παγκόσμια αμερικανική κυριαρχία δεν φθίνει επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αδύναμες, αλλά επειδή επιχειρούν, κατά την άποψή του, κάτι δομικά αδύνατο: να λειτουργούν ταυτόχρονα ως περιφερειακή και ως παγκόσμια υπερδύναμη.
Κατά την εκτίμησή του, μέχρι το 2040 οι ΗΠΑ θα αναγκαστούν να επιλέξουν ποιον από τους δύο ρόλους θα διατηρήσουν. Αν αυτό γίνει μέσω μιας νέας στρατηγικής πριν από το 2030, η μετάβαση θα είναι ελεγχόμενη. Αν όχι, θεωρεί ότι μια μεγάλη διεθνής κρίση θα επιβάλει την επιλογή, με πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό κόστος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας