Όταν οι Βάσεις Σιωπούν: Η Αμερικανική Στρατιωτική Παρουσία στον Περσικό Κόλπο Μπαίνει σε Νέα Εποχή

Η διασπορά της αμερικανικής στρατιωτικής διοίκησης, η μεταβολή της
επιχειρησιακής πραγματικότητας στον Περσικό Κόλπο και η επιτάχυνση της
μετάβασης προς μια νέα πολυπολική ισορροπία ισχύος.

Για περισσότερο από μισό αιώνα, η στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στον
Περσικό Κόλπο δεν αποτελούσε απλώς μια διάταξη στρατιωτικών δυνάμεων. Υπήρξε ο
ακρογωνιαίος λίθος μιας ολόκληρης παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ισχύος, η οποία συνέδεσε
την ενεργειακή ασφάλεια, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και την αμερικανική
γεωπολιτική κυριαρχία σε ένα ενιαίο στρατηγικό οικοδόμημα. Οι αμερικανικές βάσεις στο
Κατάρ, στο Κουβέιτ, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στο Μπαχρέιν και στις υπόλοιπες
μοναρχίες του Κόλπου δεν δημιουργήθηκαν απλώς για την προστασία συμμάχων ή τη
διεξαγωγή περιφερειακών επιχειρήσεων. Ήταν η απτή έκφραση της αμερικανικής
εγγύησης ασφαλείας προς το σύστημα που οικοδομήθηκε μετά την πετρελαϊκή κρίση του
1973 και τη στρατηγική σύμπλευση Ουάσιγκτον και Ριάντ, πάνω στην οποία στηρίχθηκε
το καθεστώς του πετροδολαρίου και, κατ’ επέκταση, η μεταψυχροπολεμική διεθνής τάξη.
Η αρχιτεκτονική αυτή δεν εξυπηρετούσε μόνο τα αμερικανικά συμφέροντα στη Μέση
Ανατολή. Αποτελούσε το επιχειρησιακό θεμέλιο της μονοπολικής διεθνούς τάξης που
διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Για πρώτη φορά στην ιστορία, μια
δύναμη διέθετε ταυτόχρονα χρηματοπιστωτική υπεροχή μέσω του δολαρίου, παγκόσμια
στρατιωτική παρουσία μέσω ενός εκτεταμένου δικτύου βάσεων και δυνατότητα πολιτικής
παρέμβασης σχεδόν σε κάθε γεωγραφική περιφέρεια. Από πολυπολική σκοπιά, το
διακύβευμα της σημερινής κρίσης δεν αφορά μόνο την αντιπαράθεση Ηνωμένων

Πολιτειών και Ιράν, αλλά την αμφισβήτηση του ίδιου του μοντέλου πάνω στο οποίο
οικοδομήθηκε η μεταψυχροπολεμική παγκόσμια τάξη.
Για δεκαετίες, η ίδια η ύπαρξη αυτού του δικτύου λειτουργούσε αποτρεπτικά. Η
αξιοπιστία της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος δεν μετριόταν μόνο από τον αριθμό των
αεροσκαφών, των πλοίων ή των στρατιωτών που βρίσκονταν στην περιοχή, αλλά από τη
βεβαιότητα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν, οποιαδήποτε στιγμή, να συντονίσουν
επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας, να προστατεύσουν τις θαλάσσιες οδούς του πετρελαίου
και να επιβάλουν την πολιτική τους βούληση σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Η
επιχειρησιακή συνοχή των βάσεων αποτελούσε τον αόρατο μηχανισμό που διατηρούσε
ζωντανή αυτή την αποτρεπτική ισχύ.
Σήμερα, όμως, το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν ορισμένες βάσεις υπέστησαν ζημιές
ούτε ποια πλευρά σημείωσε περισσότερα τακτικά πλήγματα. Το πραγματικό διακύβευμα
βρίσκεται αλλού: κατά πόσο η συνολική επιχειρησιακή αρχιτεκτονική που στήριζε την
αμερικανική παρουσία στον Περσικό Κόλπο εξακολουθεί να λειτουργεί με την ίδια
αποτελεσματικότητα. Εάν οι βασικοί κόμβοι διοίκησης, επικοινωνιών και συντονισμού
αναγκάζονται να διασπαρούν, εάν κρίσιμες λειτουργίες μεταφέρονται σε εναλλακτικά
κέντρα και εάν η διοίκηση επιχειρεί πλέον υπό διαφορετικές συνθήκες από εκείνες που
επικρατούσαν επί δεκαετίες, τότε η συζήτηση παύει να αφορά αποκλειστικά τη
στρατιωτική τακτική. Αφορά τη σταθερότητα ενός ολόκληρου γεωπολιτικού συστήματος.
Το άρθρο αυτό δεν εξετάζει ποιος «κέρδισε» ή ποιος «έχασε» μια ακόμη αντιπαράθεση
στη Μέση Ανατολή. Εξετάζει εάν βρισκόμαστε μπροστά σε μια βαθύτερη ιστορική
μεταβολή, όπου για πρώτη φορά μετά την εδραίωση της αμερικανικής αρχιτεκτονικής
ασφαλείας στον Περσικό Κόλπο αμφισβητείται η δυνατότητα του ίδιου του μηχανισμού
προβολής ισχύος να λειτουργεί όπως σχεδιάστηκε. Εάν αυτή η μεταβολή αποδειχθεί
διαρκής, τότε οι συνέπειές της δεν θα περιοριστούν στη Μέση Ανατολή. Θα αποτελέσουν
ακόμη μία ένδειξη ότι η μεταπολεμική και, κυρίως, η μεταψυχροπολεμική μονοπολική
τάξη εισέρχεται σε μια περίοδο σταδιακής αναδιάταξης, όπου νέοι πόλοι ισχύος
διεκδικούν χώρο σε ένα διεθνές σύστημα που μεταβάλλεται με ταχύτερο ρυθμό από όσο
πολλοί ήταν διατεθειμένοι να παραδεχθούν.

Από το Πετρελαϊκό Σοκ του 1973 στην Αμερικανική Αρχιτεκτονική Ασφαλείας
Η σημερινή εικόνα στον Περσικό Κόλπο δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν αποκοπεί από
τις ιστορικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική παγκόσμια τάξη. Η
στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή δεν υπήρξε ποτέ
αυτοσκοπός ούτε αποτέλεσμα μιας συγκυριακής επιλογής εξωτερικής πολιτικής. Υπήρξε
το στρατιωτικό σκέλος ενός ευρύτερου γεωοικονομικού συστήματος, το οποίο
οικοδομήθηκε σταδιακά μετά την ενεργειακή κρίση του 1973 και συνέδεσε το πετρέλαιο,
το δολάριο και την αμερικανική στρατηγική ισχύ σε έναν ενιαίο μηχανισμό.
Η πετρελαϊκή κρίση που ακολούθησε τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ αποτέλεσε σημείο
καμπής για το διεθνές σύστημα. Το αραβικό εμπάργκο αποκάλυψε ότι η ενεργειακή
εξάρτηση των βιομηχανικών οικονομιών μπορούσε να μετατραπεί σε όπλο με παγκόσμιες
συνέπειες. Για πρώτη φορά μετά τον Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Δύση αντιλήφθηκε ότι η
οικονομική της σταθερότητα δεν εξαρτιόταν μόνο από τη βιομηχανική παραγωγή ή τη

χρηματοπιστωτική ισχύ, αλλά και από την απρόσκοπτη πρόσβαση στους ενεργειακούς
πόρους της Μέσης Ανατολής.
Την ίδια περίοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούσαν έναν νέο μηχανισμό διατήρησης
της διεθνούς οικονομικής τους πρωτοκαθεδρίας. Η κατάρρευση του συστήματος του
Bretton Woods και η αποσύνδεση του δολαρίου από τον χρυσό είχαν δημιουργήσει ένα
νέο περιβάλλον αβεβαιότητας. Η ανάγκη να διατηρηθεί η παγκόσμια ζήτηση για το
αμερικανικό νόμισμα απέκτησε στρατηγική σημασία, όχι μόνο για την οικονομία των
Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και για τη διατήρηση της συνολικής διεθνούς τους επιρροής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκε η στρατηγική σύμπλευση ανάμεσα στην
Ουάσιγκτον και τη Σαουδική Αραβία. Η συμφωνία υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια μιας
διμερούς συνεργασίας. Από τη μία πλευρά, το σαουδαραβικό πετρέλαιο και, σταδιακά, το
μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου που εξαγόταν από τον Περσικό Κόλπο θα
τιμολογούνταν αποκλειστικά σε δολάρια, ενισχύοντας τη διεθνή θέση του αμερικανικού
νομίσματος και δημιουργώντας έναν συνεχή κύκλο ανακύκλωσης κεφαλαίων προς τις
αμερικανικές αγορές και το χρηματοπιστωτικό τους σύστημα. Από την άλλη, οι Ηνωμένες
Πολιτείες αναλάμβαναν τον ρόλο του τελικού εγγυητή της ασφάλειας των
πετρελαιοπαραγωγών μοναρχιών, προστατεύοντας τόσο τα καθεστώτα όσο και τις
κρίσιμες ενεργειακές υποδομές και τις θαλάσσιες οδούς μεταφοράς.
Έτσι γεννήθηκε μια νέα μορφή στρατηγικής αλληλεξάρτησης. Το πετροδολάριο δεν ήταν
απλώς ένας μηχανισμός τιμολόγησης του πετρελαίου, αλλά η οικονομική έκφραση μιας
βαθύτερης σχέσης ισχύος. Η αξία του στηριζόταν στην πεποίθηση ότι οι Ηνωμένες
Πολιτείες διέθεταν τόσο τη βούληση όσο και την επιχειρησιακή ικανότητα να εγγυώνται
τη σταθερότητα του Περσικού Κόλπου απέναντι σε κάθε εξωτερική ή εσωτερική απειλή.
Η σχέση αυτή δεν στηριζόταν αποκλειστικά στις οικονομικές συμφωνίες. Το πετροδολάριο
απέκτησε πραγματική αξία επειδή συνοδευόταν από την αμερικανική στρατιωτική
εγγύηση ασφαλείας. Οι βάσεις στον Περσικό Κόλπο αποτέλεσαν τον φυσικό μηχανισμό
προστασίας αυτού του συστήματος. Με άλλα λόγια, η οικονομική κυριαρχία του δολαρίου
και η στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών δεν ήταν δύο ανεξάρτητες
πραγματικότητες, αλλά δύο πλευρές της ίδιας γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής.
Από αυτήν ακριβώς την ανάγκη προέκυψε η σταδιακή ανάπτυξη του αμερικανικού
στρατιωτικού αποτυπώματος στην περιοχή. Οι βάσεις που δημιουργήθηκαν τις επόμενες
δεκαετίες δεν ήταν απλές εγκαταστάσεις ανεφοδιασμού ή σημεία στάθμευσης
στρατευμάτων. Αποτελούσαν κόμβους ενός ενιαίου δικτύου διοίκησης, ελέγχου,
πληροφοριών και προβολής ισχύος, σχεδιασμένου να εξασφαλίζει ότι καμία περιφερειακή
κρίση δεν θα μπορούσε να διαταράξει την ενεργειακή ροή ή να αμφισβητήσει την
αμερικανική στρατηγική κυριαρχία.
Η πραγματική σημασία αυτής της αρχιτεκτονικής αποκαλύφθηκε μετά το τέλος του
Ψυχρού Πολέμου. Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες
βρέθηκαν χωρίς ισότιμο στρατηγικό αντίπαλο. Ο Περσικός Κόλπος μετατράπηκε στο
κατεξοχήν πεδίο όπου η νέα μονοπολική πραγματικότητα θα δοκιμαζόταν στην πράξη. Οι
βάσεις που είχαν δημιουργηθεί για να προστατεύσουν το σύστημα του πετροδολαρίου
εξελίχθηκαν πλέον στον βασικό μηχανισμό μέσω του οποίου η Ουάσιγκτον μπορούσε να
προβάλλει στρατιωτική ισχύ σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, καθιστώντας την
αμερικανική εγγύηση ασφαλείας συνώνυμη της ίδιας της περιφερειακής τάξης.

Αυτό είναι το ιστορικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο πρέπει να αξιολογηθεί κάθε σημερινή
εξέλιξη. Διότι όταν τίθεται υπό αμφισβήτηση η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα αυτού
του δικτύου, δεν αμφισβητείται απλώς η λειτουργία ορισμένων στρατιωτικών
εγκαταστάσεων. Αμφισβητείται ο μηχανισμός που επί δεκαετίες στήριξε την οικονομική,
στρατηγική και πολιτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στον Περσικό Κόλπο και, σε
μεγάλο βαθμό, τη διεθνή τάξη που διαμορφώθηκε μετά το 1973.

Από την Desert Storm στη Μονοπολική Στιγμή: Όταν οι Βάσεις Έγιναν το Σύμβολο
της Pax Americana
Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης δεν σηματοδότησε απλώς το τέλος του Ψυχρού
Πολέμου. Σήμανε την ανάδυση μιας διεθνούς πραγματικότητας χωρίς ισοδύναμο αντίπαλο
απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για πρώτη φορά μετά το 1945, και ακόμη περισσότερο
μετά το 1991, η Ουάσιγκτον διέθετε όχι μόνο τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στον
κόσμο, αλλά και την ικανότητα να τη χρησιμοποιεί σχεδόν χωρίς τον κίνδυνο άμεσης
αντιπαράθεσης με άλλη υπερδύναμη.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία αυτής της νέας εποχής υπήρξε ο Πόλεμος του Κόλπου το
1991. Η επιχείρηση Desert Storm δεν αποτέλεσε μόνο μια στρατιωτική εκστρατεία για την
απελευθέρωση του Κουβέιτ από την ιρακινή κατοχή. Αποτέλεσε τη δημόσια επίδειξη ενός
νέου τρόπου άσκησης ισχύος, στον οποίο η τεχνολογική υπεροχή, η διακλαδική
συνεργασία και η δικτυοκεντρική διοίκηση συνδυάζονταν σε έναν επιχειρησιακό
μηχανισμό χωρίς ιστορικό προηγούμενο.
Στο επίκεντρο αυτής της επιτυχίας δεν βρίσκονταν μόνο τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα ή
η αεροπορική ισχύς. Βρίσκονταν οι βάσεις του Περσικού Κόλπου. Από αυτές
οργανώθηκαν οι αεροπορικές επιχειρήσεις, συντονίστηκαν οι χερσαίες δυνάμεις,
διακινήθηκαν πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο και εξασφαλίστηκε η συνεχής
υποστήριξη των συμμαχικών στρατευμάτων. Οι βάσεις μετατράπηκαν σε έναν ενιαίο
επιχειρησιακό οργανισμό, όπου κάθε εγκατάσταση αποτελούσε τμήμα ενός ευρύτερου
δικτύου διοίκησης, επικοινωνιών, επιτήρησης και επιμελητείας.
Από γεωπολιτική άποψη, η Desert Storm σηματοδότησε και κάτι βαθύτερο. Η
αμερικανική θαλασσοκρατία απέδειξε ότι μπορούσε να προβάλλει ισχύ σε ολόκληρη την
ευρασιατική περιφέρεια, διατηρώντας υπό τον έλεγχό της τους βασικούς θαλάσσιους
διαδρόμους ενέργειας και εμπορίου. Η στρατιωτική κυριαρχία στις θάλασσες, σε
συνδυασμό με την οικονομική κυριαρχία του δολαρίου, διαμόρφωσε τη μονοπολική
στιγμή της δεκαετίας του 1990.
Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στον
Περσικό Κόλπο απέκτησε μια διάσταση που ξεπερνούσε κατά πολύ την περιφερειακή
ασφάλεια. Οι βάσεις δεν προστάτευαν πλέον μόνο τις πετρελαϊκές μοναρχίες ούτε
διασφάλιζαν αποκλειστικά τη ροή των ενεργειακών πόρων. Έγιναν το φυσικό κέντρο
βάρους της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή και, κατ’ επέκταση, το θεμέλιο
της μεταψυχροπολεμικής μονοπολικής τάξης.
Η ίδρυση και η σταδιακή ενίσχυση του Κεντρικού Στρατηγείου των Ηνωμένων Πολιτειών
(CENTCOM), η ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων διοίκησης και ελέγχου, η δημιουργία
του Combined Air Operations Center (CAOC) στο Κατάρ και η στενή διασύνδεση όλων

των βάσεων της περιοχής δημιούργησαν ένα επιχειρησιακό πλέγμα μοναδικό στον κόσμο.
Κάθε αεροπορική αποστολή, κάθε ναυτική επιχείρηση, κάθε μετακίνηση στρατευμάτων
μπορούσε να συντονιστεί από ένα ενιαίο δίκτυο, με ταχύτητα και ακρίβεια που καμία άλλη
δύναμη δεν ήταν σε θέση να επιτύχει.
Η εικόνα αυτή ενίσχυσε την αντίληψη ότι η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή ήταν όχι
μόνο ποσοτική αλλά και ποιοτική. Δεν αρκούσε το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες
διέθεταν περισσότερα αεροσκάφη ή μεγαλύτερο στόλο. Η πραγματική τους υπεροχή
βρισκόταν στην ικανότητα να ενοποιούν όλες τις στρατιωτικές δυνατότητες σε ένα κοινό
σύστημα διοίκησης, όπου οι πληροφορίες, οι επικοινωνίες και οι αποφάσεις
κυκλοφορούσαν σχεδόν χωρίς καθυστέρηση. Η αποτελεσματικότητα αυτού του
συστήματος δημιούργησε την εντύπωση ότι η αμερικανική προβολή ισχύος στον Περσικό
Κόλπο ήταν πρακτικά απρόσβλητη.
Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, αυτή η αντίληψη παρέμεινε σχεδόν αδιαμφισβήτητη.
Οι επιχειρήσεις στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και αργότερα στη Συρία πραγματοποιήθηκαν
με σημείο αναφοράς το ίδιο δίκτυο βάσεων. Οι περιφερειακοί σύμμαχοι θεωρούσαν
δεδομένο ότι η αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί άμεσα
σε οποιαδήποτε κρίση. Παράλληλα, οι διεθνείς αγορές αντιμετώπιζαν αυτή τη στρατιωτική
παρουσία ως εγγύηση ότι οι ενεργειακές ροές του Περσικού Κόλπου θα παρέμεναν
ασφαλείς, ακόμη και σε περιόδους έντασης.
Ωστόσο, κάθε σύστημα ισχύος δημιουργεί σταδιακά και τις δικές του ευπάθειες. Όσο
περισσότερο η αμερικανική στρατηγική στηριζόταν στη διασύνδεση συγκεκριμένων
κόμβων διοίκησης, επικοινωνιών και επιμελητείας, τόσο μεγαλύτερη γινόταν η εξάρτησή
της από την απρόσκοπτη λειτουργία αυτών των κόμβων. Η συγκέντρωση της
επιχειρησιακής διοίκησης σε ένα δικτυωμένο σύστημα προσέφερε τεράστια
πλεονεκτήματα υπό συνθήκες απόλυτης υπεροχής, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούσε ένα
νέο είδος στρατηγικής τρωτότητας: εάν ο αντίπαλος κατάφερνε να διαταράξει τη
λειτουργία του ίδιου του δικτύου, δεν θα χρειαζόταν να καταστρέψει ολόκληρη την
αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Θα αρκούσε να μειώσει την αποτελεσματικότητα με την
οποία αυτή μπορούσε να χρησιμοποιηθεί.
Ακριβώς πάνω σε αυτή τη λογική φαίνεται να οικοδομήθηκε σταδιακά η στρατηγική
σκέψη του Ιράν. Αντί να επιδιώξει μια συμβατική αναμέτρηση, στην οποία η αμερικανική
υπεροχή παρέμενε συντριπτική, η Τεχεράνη επένδυσε στην ανάπτυξη μέσων και τακτικών
που θα μπορούσαν να ασκήσουν πίεση στον πυρήνα της αμερικανικής επιχειρησιακής
αρχιτεκτονικής. Η ουσία της αναμέτρησης μετατοπίστηκε έτσι από την ποσότητα της
ισχύος στην ικανότητα λειτουργίας του ίδιου του συστήματος που την παράγει και την
κατευθύνει.
Από αυτό το σημείο και μετά, η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο στρατιωτικές
επιχειρήσεις. Αφορά το κατά πόσο η αρχιτεκτονική που οικοδομήθηκε μετά το 1973 και
εδραιώθηκε μετά το 1991 μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με τους ίδιους όρους σε έναν
κόσμο όπου η μονοπολική στιγμή έχει αρχίσει να δίνει τη θέση της σε μια πιο σύνθετη και
ανταγωνιστική πολυπολική πραγματικότητα.

Η Ευρασιατική Αντίληψη της Ισορροπίας Ισχύος: Από τη
Θαλασσοκρατία στην Πολυπολικότητα

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Περσικό Κόλπο δεν μπορεί να ερμηνευθεί
αποκλειστικά ως αποτέλεσμα περιφερειακών ισορροπιών ή ως μέσο προστασίας των
πετρελαϊκών μοναρχιών. Από την οπτική της ευρασιατικής γεωπολιτικής σχολής, αποτελεί
έκφραση μιας πολύ βαθύτερης ιστορικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις θαλάσσιες και στις
χερσαίες δυνάμεις, μιας αντιπαράθεσης που διατρέχει ολόκληρη τη νεότερη παγκόσμια
ιστορία.

Από τη Βρετανική Αυτοκρατορία έως τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι μεγάλες θαλασσοκρατίες
οικοδόμησαν την ισχύ τους πάνω στον έλεγχο των θαλάσσιων οδών, των εμπορικών
διαδρομών και των στρατηγικών σημείων διέλευσης. Η δυνατότητα διατήρησης ναυτικών
βάσεων, η προβολή στρατιωτικής ισχύος σε μεγάλες αποστάσεις και η επιτήρηση των
παγκόσμιων θαλάσσιων εμπορικών ροών αποτέλεσαν τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού
του μοντέλου ισχύος. Στη σύγχρονη εποχή, ο Περσικός Κόλπος, το Στενό του Ορμούζ, η
Ερυθρά Θάλασσα και οι θαλάσσιες οδοί που συνδέουν την Ασία, την Αφρική και την
Ευρώπη αποτελούν κρίσιμους κόμβους αυτής της παγκόσμιας θαλάσσιας αρχιτεκτονικής.

Απέναντι σε αυτή τη λογική αναπτύχθηκε σταδιακά μια διαφορετική γεωπολιτική
αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η ισορροπία του διεθνούς συστήματος δεν μπορεί να
βασίζεται στην κυριαρχία μιας μοναδικής θαλάσσιας δύναμης. Η ευρασιατική σχολή
θεωρεί ότι η ιστορική σταθερότητα προκύπτει από την ύπαρξη πολλών ανεξάρτητων
κέντρων ισχύος, τα οποία διαθέτουν τη δυνατότητα να προστατεύουν τα δικά τους
στρατηγικά συμφέροντα χωρίς να υπάγονται σε μία και μοναδική παγκόσμια ηγεμονία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν και άλλες αναδυόμενες δυνάμεις δεν
αντιμετωπίζονται ως προσωρινοί αντίπαλοι της Ουάσιγκτον, αλλά ως διακριτοί
γεωπολιτικοί πόλοι που επιδιώκουν τη διαμόρφωση ενός περισσότερο πολυκεντρικού
διεθνούς συστήματος. Η στρατηγική τους δεν στηρίζεται απαραίτητα στην επιδίωξη
άμεσης στρατιωτικής υπεροχής απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, επιδιώκει να
περιορίσει σταδιακά την ικανότητα οποιασδήποτε δύναμης να επιβάλλει μονομερώς τους
όρους λειτουργίας του διεθνούς συστήματος.

Από αυτή την οπτική, ο Περσικός Κόλπος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν αποτελεί μόνο
έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς κόμβους του πλανήτη, αλλά και το σημείο
όπου συναντώνται η οικονομική ισχύς του πετροδολαρίου, η αμερικανική στρατιωτική
παρουσία και η προσπάθεια των αναδυόμενων ευρασιατικών δυνάμεων να οικοδομήσουν
εναλλακτικές μορφές οικονομικής και γεωπολιτικής συνεργασίας. Κάθε μεταβολή στην
ισορροπία αυτής της περιοχής αποκτά, συνεπώς, σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τα
γεωγραφικά όρια της Μέσης Ανατολής.

Υπό αυτή την έννοια, οι πρόσφατες εξελίξεις δεν αποτελούν ένα ακόμη επεισόδιο της
μακράς αντιπαράθεσης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν. Αντανακλούν τη
βαθύτερη μετάβαση από μια εποχή όπου η αμερικανική θαλασσοκρατική υπεροχή

θεωρούνταν σχεδόν αδιαμφισβήτητη προς μια περίοδο όπου ολοένα περισσότερες
δυνάμεις επιδιώκουν να διαμορφώσουν ένα διαφορετικό, πολυπολικό διεθνές περιβάλλον.
Όταν οι Βάσεις Σιωπούν: Η Επιχειρησιακή Παράλυση ως Νέα Μορφή Στρατηγικής
Αντιπαράθεσης
Για περισσότερες από πέντε δεκαετίες, η στρατηγική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών
στον Περσικό Κόλπο στηριζόταν σε μια θεμελιώδη παραδοχή: ότι το δίκτυο διοίκησης,
ελέγχου και συντονισμού των αμερικανικών δυνάμεων θα παρέμενε λειτουργικό ακόμη
και σε συνθήκες πολέμου. Η ισχύς δεν βρισκόταν μόνο στον αριθμό των αεροσκαφών, των
πλοίων ή των στρατιωτών, αλλά στην ικανότητα όλων αυτών των μέσων να λειτουργούν
ως ένα ενιαίο επιχειρησιακό σύστημα.
Η πρόσφατη κλιμάκωση στην περιοχή επανέφερε αυτό το αξίωμα στο επίκεντρο της
συζήτησης. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες και τις αναλύσεις που ακολούθησαν
τα ιρανικά πλήγματα, στόχος δεν υπήρξαν αποκλειστικά στρατιωτικές εγκαταστάσεις με
τη συμβατική έννοια, αλλά κρίσιμοι κόμβοι του αμερικανικού δικτύου διοίκησης και
υποστήριξης. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται το Combined Air Operations Center
(CAOC) στην αεροπορική βάση Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ, καθώς και εγκαταστάσεις στο
Κουβέιτ και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα που συνδέονται με τις επικοινωνίες, την
επιμελητεία και την αεροπορική υποστήριξη.
Η σημασία αυτών των στόχων δεν έγκειται αποκλειστικά στις υλικές ζημιές που ενδέχεται
να προκλήθηκαν. Στη σύγχρονη δικτυοκεντρική πολεμική αντίληψη, η
αποτελεσματικότητα μιας στρατιωτικής δύναμης εξαρτάται από την αδιάλειπτη λειτουργία
του συστήματος διοίκησης, ελέγχου, επικοινωνιών, πληροφοριών και επιτήρησης. Όταν
αυτό το σύστημα υποχρεώνεται να διασπάσει τις λειτουργίες του, να μεταφέρει κέντρα
διοίκησης, να βασιστεί σε εναλλακτικά δίκτυα ή να λειτουργήσει εξ αποστάσεως, η
επιχειρησιακή του απόδοση μεταβάλλεται ακόμη και αν το μεγαλύτερο μέρος των
στρατιωτικών του μέσων παραμένει άθικτο.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να αποτελεί τη σημαντικότερη εξέλιξη της παρούσας κρίσης. Το
κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν καταστράφηκαν ορισμένα κτίρια ή αν επλήγησαν
συγκεκριμένες υποδομές. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το αμερικανικό σύστημα διοίκησης
αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την κανονική του διάταξη και να λειτουργήσει υπό
καθεστώς διασποράς. Εάν αυτό ισχύει, τότε μεταβάλλεται η ίδια η επιχειρησιακή λογική
πάνω στην οποία στηρίχθηκε η αμερικανική παρουσία στον Περσικό Κόλπο επί
περισσότερες από τρεις δεκαετίες.
Από αυτή την οπτική αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η εκτίμηση που επαναλαμβάνεται
ολοένα συχνότερα σε μη δυτικούς αναλυτικούς κύκλους:
«Καμία αμερικανική βάση στον Περσικό Κόλπο δεν είναι πλέον πλήρως λειτουργική.»

Αν αυτή η εκτίμηση αποδειχθεί βάσιμη, τότε το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ τη
στρατιωτική διάσταση. Η αρχιτεκτονική που επί δεκαετίες προστάτευε τις ενεργειακές
ροές του Περσικού Κόλπου και, κατ’ επέκταση, τη διεθνή θέση του δολαρίου, εισέρχεται
σε περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας. Η αποδυνάμωση της επιχειρησιακής βεβαιότητας
μεταφράζεται αναπόφευκτα και σε γεωοικονομική αβεβαιότητα.

Η φράση αυτή δεν υποδηλώνει ότι οι βάσεις έπαψαν να υπάρχουν ή ότι οι Ηνωμένες
Πολιτείες έχασαν τη στρατιωτική τους ικανότητα. Υποδηλώνει ότι το ενιαίο επιχειρησιακό
σύστημα που τις συνέδεε ενδέχεται να μην λειτουργεί πλέον με την αδιαμφισβήτητη
αποτελεσματικότητα που χαρακτήριζε την προηγούμενη περίοδο. Η διασπορά της
διοίκησης, η μεταφορά κρίσιμων λειτουργιών και η ανάγκη αναδιάταξης των
επιχειρησιακών διαδικασιών συνιστούν από μόνες τους ένδειξη ότι ο αντίπαλος
κατόρθωσε να ασκήσει πίεση όχι στην περιφέρεια, αλλά στον πυρήνα της αμερικανικής
στρατιωτικής αρχιτεκτονικής.
Αυτό αποτελεί και τη σημαντικότερη διαφοροποίηση της σημερινής κρίσης από τις
περισσότερες προηγούμενες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Επί δεκαετίες, οι αντίπαλοι
των Ηνωμένων Πολιτειών επιχειρούσαν να αντιπαρατεθούν με την αμερικανική ισχύ
συμμετρικά, αναζητώντας μια ισορροπία που δεν μπορούσαν να επιτύχουν. Η στρατηγική
που φαίνεται να ακολουθεί σήμερα το Ιράν είναι διαφορετική. Δεν επιδιώκει να εξισώσει
τη στρατιωτική ισχύ της Ουάσιγκτον. Επιδιώκει να περιορίσει την αποτελεσματικότητα με
την οποία αυτή η ισχύς μπορεί να οργανωθεί, να συντονιστεί και να χρησιμοποιηθεί.
Η διαφορά είναι ουσιώδης. Μια υπερδύναμη μπορεί να εξακολουθεί να διαθέτει
συντριπτικά μεγαλύτερο οπλοστάσιο από τον αντίπαλό της. Αν όμως ο μηχανισμός που
συντονίζει αυτό το οπλοστάσιο λειτουργεί υπό αυξημένη πίεση, με διασκορπισμένη
διοίκηση και μειωμένη επιχειρησιακή ευελιξία, τότε η στρατιωτική υπεροχή παραμένει
ποσοτικά τεράστια, αλλά ποιοτικά λιγότερο απόλυτη. Και ακριβώς αυτή η μεταβολή
αποτελεί ίσως το σημαντικότερο στρατηγικό μήνυμα της παρούσας κρίσης, καθώς
αποτυπώνει τη μετάβαση από μια εποχή όπου η αμερικανική αποτροπή θεωρούνταν
αυτονόητη σε μια περίοδο όπου η αποτελεσματικότητά της δοκιμάζεται για πρώτη φορά
τόσο άμεσα στον ίδιο τον πυρήνα της περιφερειακής της αρχιτεκτονικής.

Από την Καταστροφή στην Αποδιοργάνωση: Η Νέα Λογική του Σύγχρονου Πολέμου
Οι περισσότερες στρατιωτικές αναλύσεις εξακολουθούν να αξιολογούν μια σύγκρουση με
όρους του εικοστού αιώνα. Μετρούν τον αριθμό των πυραύλων που εκτοξεύθηκαν, των
αεροσκαφών που καταρρίφθηκαν, των εγκαταστάσεων που υπέστησαν ζημιές και των
στρατιωτών που σκοτώθηκαν. Ωστόσο, στον σύγχρονο δικτυοκεντρικό πόλεμο, η φυσική
καταστροφή δεν αποτελεί πάντοτε τον βασικό σκοπό μιας επιχείρησης. Συχνά μεγαλύτερη
σημασία έχει η αποδιοργάνωση του συστήματος που συντονίζει όλες αυτές τις
δυνατότητες.
Αυτό φαίνεται να αποτέλεσε και τη βασική λογική των πρόσφατων ιρανικών πληγμάτων.
Οι αναφορές κάνουν λόγο για επιθέσεις εναντίον του Combined Air Operations Center
(CAOC) στην αεροπορική βάση Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ, καθώς και εναντίον
εγκαταστάσεων στο Κουβέιτ που συνδέονται με δορυφορικές επικοινωνίες, αποθήκες
εξοπλισμού και υπόστεγα αεροσκαφών. Παράλληλα, αναφέρθηκαν πλήγματα σε
στρατιωτικές θέσεις στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ στο ίδιο επιχειρησιακό πλαίσιο
εντάσσονται το Μπαχρέιν, η Ιορδανία και το Ιράκ.
Εφόσον αυτές οι πληροφορίες αντανακλούν την πραγματική επιχειρησιακή εικόνα, τότε
γίνεται φανερό ότι το κέντρο βάρους της επίθεσης δεν ήταν οι ίδιες οι βάσεις ως
γεωγραφικοί χώροι. Στόχος ήταν οι νευραλγικές λειτουργίες που επιτρέπουν στις
αμερικανικές δυνάμεις να επιχειρούν ως ένα ενιαίο σύνολο. Το ζητούμενο δεν ήταν να

καταστραφούν όλες οι εγκαταστάσεις, αλλά να υποχρεωθεί το σύστημα διοίκησης να
εγκαταλείψει τον κανονικό τρόπο λειτουργίας του.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία της στρατηγικής μεταβολής. Ένα σύστημα διοίκησης
μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ακόμη και μετά από σοβαρά πλήγματα. Όμως, όταν
αναγκάζεται να διασπείρει τις λειτουργίες του, να μεταφέρει κρίσιμους κόμβους διοίκησης
σε διαφορετικές τοποθεσίες, να βασιστεί σε εφεδρικά δίκτυα επικοινωνιών και να ασκεί
επιχειρησιακό έλεγχο εξ αποστάσεως, τότε η αποτελεσματικότητά του μεταβάλλεται
αναπόφευκτα. Η λήψη αποφάσεων επιβραδύνεται, η ροή πληροφοριών γίνεται πιο
σύνθετη και η ευελιξία που χαρακτήριζε το προηγούμενο μοντέλο μειώνεται.
Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία η εκτίμηση ότι καμία αμερικανική βάση
στον Περσικό Κόλπο δεν είναι πλέον πλήρως λειτουργική. Η διατύπωση αυτή δεν πρέπει
να εκληφθεί ως ισχυρισμός ότι οι βάσεις έχουν τεθεί εκτός μάχης ή ότι οι Ηνωμένες
Πολιτείες στερούνται πλέον στρατιωτικών δυνατοτήτων στην περιοχή. Η ουσία βρίσκεται
αλλού: η μέχρι πρότινος ενιαία επιχειρησιακή αρχιτεκτονική εμφανίζεται να λειτουργεί
υπό συνθήκες αυξημένης πίεσης, με αναδιάταξη της διοίκησης και μεταφορά κρίσιμων
λειτουργιών σε εναλλακτικές δομές.
Αν αυτή η εκτίμηση ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε πρόκειται για μια εξέλιξη
χωρίς ιστορικό προηγούμενο στη μεταψυχροπολεμική περίοδο. Από τον Πόλεμο του
Κόλπου το 1991 και έπειτα, καμία περιφερειακή δύναμη δεν είχε κατορθώσει να
υποχρεώσει τις αμερικανικές δυνάμεις να αναπροσαρμόσουν σε τέτοιο βαθμό τη διάταξη
της επιχειρησιακής τους διοίκησης στον Περσικό Κόλπο. Η στρατηγική αξία μιας τέτοιας
εξέλιξης δεν μετριέται από τον αριθμό των πληγέντων εγκαταστάσεων, αλλά από το
γεγονός ότι για πρώτη φορά αμφισβητείται η αδιάλειπτη λειτουργία του ίδιου του
μηχανισμού που εξασφάλιζε την αμερικανική προβολή ισχύος.
Η ουσία, επομένως, δεν είναι ποιος διαθέτει περισσότερα όπλα. Η ουσία είναι ποιος
μπορεί να διατηρήσει τον ρυθμό διοίκησης, τον συντονισμό και την επιχειρησιακή συνοχή
σε μια παρατεταμένη κρίση. Στον σύγχρονο πόλεμο, η παράλυση του συστήματος μπορεί
να αποδειχθεί στρατηγικά σημαντικότερη από την καταστροφή των ίδιων των μέσων. Και
αυτή ακριβώς η μετατόπιση, από την αναζήτηση της ολοκληρωτικής καταστροφής προς
την αποδιοργάνωση της επιχειρησιακής λειτουργίας, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες
καινοτομίες της σύγχρονης στρατηγικής αντιπαράθεσης.

Φθορά δεν Σημαίνει Αφοπλισμός: Η Ιρανική Στρατηγική της Επιβίωσης και της
Ανταπόδοσης
Στη δυτική στρατηγική σκέψη, η επιτυχία μιας στρατιωτικής εκστρατείας αξιολογείται
συχνά με βάση την έκταση των ζημιών που προκαλούνται στον αντίπαλο.
Κατεστραμμένες υποδομές, εξουδετερωμένα οπλικά συστήματα και απώλειες προσωπικού
θεωρούνται δείκτες αποδυνάμωσης που, αργά ή γρήγορα, οδηγούν στην κατάρρευση της
αντίστασης. Η λογική αυτή υπήρξε κυρίαρχη στις περισσότερες αμερικανικές επιχειρήσεις
από τον Πόλεμο του Κόλπου μέχρι το Αφγανιστάν.
Η ιρανική στρατηγική φαίνεται να ακολουθεί διαφορετική αντίληψη. Η Τεχεράνη δεν
αντιμετωπίζει την επιβίωση του κράτους ως συνάρτηση της διατήρησης κάθε
στρατιωτικής εγκατάστασης ή κάθε αποθήκης πυρομαχικών. Εκείνο που επιδιώκει να

διαφυλάξει είναι η δυνατότητα συνέχισης του πολέμου και, κυρίως, η ικανότητα να
επιβάλει κόστος στον αντίπαλο ακόμη και μετά από εκτεταμένα πλήγματα.
Από αυτή την οπτική, η διάκριση ανάμεσα στη φθορά και στον αφοπλισμό αποκτά
καθοριστική σημασία. Είναι ευρέως αποδεκτό ότι οι αμερικανικές επιθέσεις προκάλεσαν
σημαντικές ζημιές σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και υποδομές εντός του Ιράν. Ωστόσο,
η πρόκληση ζημιών δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την εξουδετέρωση της συνολικής
στρατιωτικής ικανότητας μιας χώρας. Ένα οπλικό σύστημα μπορεί να υποστεί απώλειες
και, παρ’ όλα αυτά, να διατηρεί την επιχειρησιακή του αξία, εφόσον εξακολουθεί να
μπορεί να πλήξει τον αντίπαλο όταν αυτό κριθεί αναγκαίο.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να επιδιώκει η ιρανική στρατηγική. Αντί να βασίζεται σε μεγάλες,
στατικές εγκαταστάσεις, επενδύει στη διασπορά των εκτοξευτών, στην κινητικότητα των
πυραυλικών μονάδων, στη χρήση υπόγειων υποδομών και στη δυνατότητα μεταφοράς
κρίσιμων μέσων σε διαφορετικά σημεία της επικράτειας. Η λογική αυτή δεν αποσκοπεί
στην αποφυγή κάθε πλήγματος, κάτι πρακτικά αδύνατο απέναντι σε μια υπερδύναμη, αλλά
στη διατήρηση ενός αξιόπιστου πυρήνα αποτρεπτικής ισχύος.
Η ίδια λογική διακρίνεται και στη χρήση μη επανδρωμένων αεροχημάτων. Αντί για
μαζικές επιθέσεις που θα εξαντλούσαν γρήγορα τα διαθέσιμα αποθέματα, το Ιράν φαίνεται
να προκρίνει έναν συνδυασμό περιορισμένων πυραυλικών πληγμάτων και σταδιακής
αξιοποίησης μη επανδρωμένων συστημάτων, διατηρώντας τη δυνατότητα κλιμάκωσης
εφόσον το θεωρήσει απαραίτητο. Η επιχειρησιακή αξία αυτής της προσέγγισης δεν
βρίσκεται μόνο στην οικονομία μέσων, αλλά και στη διατήρηση της αβεβαιότητας για τις
πραγματικές δυνατότητες που εξακολουθούν να βρίσκονται σε εφεδρεία.
Σημαντικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής αποτελεί και η διατήρηση των γραμμών
ανεφοδιασμού. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, το Ιράν εξακολουθεί να έχει
πρόσβαση σε δίκτυα προμήθειας στρατιωτικού υλικού μέσω χερσαίων διαδρόμων, καθώς
και μέσω της Κασπίας Θάλασσας. Παράλληλα, γίνεται λόγος για συνεχιζόμενες επαφές με
τη Ρωσία όσον αφορά πρόσθετα πακέτα στρατιωτικού εξοπλισμού, αλλά και για τη
διάθεση κινεζικών οπλικών συστημάτων, όπως φορητοί αντιαεροπορικοί πύραυλοι και
αντιπλοϊκά βλήματα, μέσω διαδρομών που συνδέονται με το Πακιστάν. Αντίστοιχα,
υπάρχουν αναφορές ότι νέα συστήματα εθνικής αεράμυνας έχουν ήδη ενταχθεί στην
επιχειρησιακή διάταξη του Ιράν, ενισχύοντας την ικανότητά του να απορροφά τις
απώλειες και να ανασυγκροτείται.
Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική στρατηγική καλείται να αντιμετωπίσει μια
διαφορετική πρόκληση. Η διατήρηση επιχειρήσεων μεγάλης έντασης απαιτεί συνεχή
κατανάλωση πυρομαχικών υψηλής τεχνολογίας, όπως πύραυλοι Tomahawk και
αναχαιτιστικά βλήματα Patriot. Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να
στηρίζουν στρατιωτικά τόσο την Ουκρανία όσο και το Ισραήλ, γεγονός που αυξάνει τις
απαιτήσεις σε αποθέματα και βιομηχανική παραγωγή. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι
αναφορές ότι αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις δεν έχουν προχωρήσει σε ευρείας κλίμακας
ενίσχυση της περιοχής, ενώ η παρουσία μονάδων όπως το USS Abraham Lincoln εκτός
του κύριου θεάτρου επιχειρήσεων έχει τροφοδοτήσει συζητήσεις για τον ρυθμό και τις
δυνατότητες αναδιάταξης των αμερικανικών δυνάμεων.
Από πολυπολική σκοπιά, η ουσία δεν βρίσκεται στο ποια πλευρά διαθέτει περισσότερους
πυραύλους ή μεγαλύτερο αμυντικό προϋπολογισμό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια
πλευρά μπορεί να διατηρήσει τον πόλεμο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα χωρίς να

απολέσει τη στρατηγική της συνοχή. Η ιστορία των μεγάλων συγκρούσεων δείχνει ότι η
έκβαση δεν καθορίζεται πάντοτε από την αρχική υπεροχή ισχύος, αλλά από την ικανότητα
μιας δύναμης να αναπληρώνει απώλειες, να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες και να
διατηρεί αξιόπιστη αποτρεπτική δυνατότητα μέχρι το τέλος της αναμέτρησης.
Η στρατηγική αυτή παρακολουθείται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τη Μόσχα και το
Πεκίνο. Για τη Ρωσία, κάθε αύξηση του κόστους της αμερικανικής στρατιωτικής
παρουσίας περιορίζει τη δυνατότητα συγκέντρωσης δυνάμεων σε άλλα μέτωπα. Για την
Κίνα, κάθε παρατεταμένη κρίση που απορροφά αμερικανικούς οικονομικούς και
στρατιωτικούς πόρους δημιουργεί περισσότερο χρόνο για την ανάπτυξη της δικής της
οικονομικής και τεχνολογικής ισχύος. Έτσι, η περιφερειακή σύγκρουση αποκτά σταδιακά
χαρακτηριστικά ευρύτερης γεωπολιτικής αναμέτρησης.
Υπό αυτή την έννοια, η παρούσα κρίση δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως
σύγκρουση στρατιωτικών μέσων. Πρόκειται για αντιπαράθεση δύο διαφορετικών
στρατηγικών αντιλήψεων. Η μία στηρίζεται στην ταχεία επίτευξη συντριπτικής υπεροχής
μέσω της τεχνολογικής και επιχειρησιακής ισχύος. Η άλλη επενδύει στη φθορά, στη
διασπορά, στην ανθεκτικότητα και στη διατήρηση της δυνατότητας ανταπόδοσης. Και
ακριβώς αυτή η σύγκρουση στρατηγικών φιλοσοφιών ίσως αποδειχθεί σημαντικότερη από
οποιοδήποτε μεμονωμένο πλήγμα στο πεδίο των επιχειρήσεων.

Οι Οκτώ Βαθμίδες Κλιμάκωσης: Η Ιρανική Στρατηγική της Σταδιακής Πίεσης
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της ιρανικής στρατηγικής δεν είναι μόνο η
ανάπτυξη προηγμένων πυραυλικών και μη επανδρωμένων συστημάτων, αλλά η ύπαρξη
μιας διαβαθμισμένης αρχιτεκτονικής κλιμάκωσης. Σε αντίθεση με τη λογική της άμεσης
και ολοκληρωτικής σύγκρουσης, η Τεχεράνη φαίνεται να αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως μια
αλληλουχία διαδοχικών επιπέδων πίεσης, όπου κάθε επόμενο βήμα ενεργοποιείται μόνο
εφόσον οι πολιτικοί και στρατηγικοί στόχοι δεν επιτευχθούν στο προηγούμενο.
Η πρώτη βαθμίδα αυτής της στρατηγικής έχει ήδη γίνει ορατή. Στοχευμένα πλήγματα
εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στον Περσικό Κόλπο, όχι με σκοπό
τη γενικευμένη καταστροφή, αλλά την επίδειξη ότι ακόμη και ο πυρήνας της αμερικανικής
στρατιωτικής αρχιτεκτονικής δεν βρίσκεται πλέον εκτός βεληνεκούς. Το μήνυμα είναι
περισσότερο στρατηγικό παρά τακτικό: η αποτροπή δεν είναι πλέον μονόπλευρη.
Η δεύτερη βαθμίδα αφορά την αύξηση της έντασης μέσω της μαζικότερης χρήσης μη
επανδρωμένων συστημάτων. Η εμπειρία των τελευταίων ετών απέδειξε ότι ακόμη και
σχετικά χαμηλού κόστους drones μπορούν να δημιουργήσουν δυσανάλογη πίεση σε πολύ
ακριβότερα συστήματα αεράμυνας. Ένα εκτεταμένο σμήνος UAV, ακόμη και αν μεγάλο
μέρος του αναχαιτιστεί, μπορεί να εξαναγκάσει τον αντίπαλο σε υπέρμετρη κατανάλωση
αναχαιτιστικών πυραύλων, να επιβαρύνει τα συστήματα διοίκησης και να δημιουργήσει
επιχειρησιακή αβεβαιότητα. Η σχέση κόστους μεταξύ επιτιθέμενου και αμυνόμενου
μεταβάλλεται σταδιακά υπέρ εκείνου που διαθέτει μεγαλύτερη δυνατότητα μαζικής
παραγωγής και συνεχούς αναπλήρωσης.
Η τρίτη βαθμίδα περιλαμβάνει τη διεύρυνση του φάσματος των στόχων. Η πίεση δεν
περιορίζεται στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αλλά μπορεί να επεκταθεί σε κέντρα
επιμελητείας, συστήματα επιτήρησης, δίκτυα πληροφοριών και άλλες κρίσιμες υποδομές

που επιτρέπουν τη διατήρηση της επιχειρησιακής συνοχής. Σε ένα δικτυοκεντρικό
περιβάλλον, η διατάραξη των υποστηρικτικών λειτουργιών μπορεί να αποδειχθεί εξίσου
σημαντική με την προσβολή των ίδιων των οπλικών συστημάτων.
Η τέταρτη βαθμίδα αφορά την ενεργοποίηση του περιφερειακού δικτύου συμμαχιών που
το Ιράν οικοδόμησε σταδιακά επί δεκαετίες. Οι οργανώσεις και οι ένοπλες δυνάμεις που
συγκροτούν τον λεγόμενο «Άξονα της Αντίστασης» δεν αποτελούν, υπό αυτή την
αντίληψη, απομονωμένους παράγοντες, αλλά τμήματα μιας ευρύτερης περιφερειακής
αρχιτεκτονικής αποτροπής. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το Ιράκ, όπου η κυβερνητική
προθεσμία για τον αφοπλισμό των φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών λήγει στις 30
Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, οι ίδιες οι οργανώσεις έχουν καταστήσει σαφές ότι θεωρούν ως
προϋπόθεση τον πλήρη τερματισμό της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη χώρα.
Εφόσον αυτό δεν συμβεί, η συγκεκριμένη ημερομηνία ενδέχεται να αποτελέσει νέο
σημείο έντασης και όχι σημείο αποκλιμάκωσης.
Οι επόμενες βαθμίδες μεταφέρουν την αντιπαράθεση πέρα από το καθαρά στρατιωτικό
πεδίο. Η Ερυθρά Θάλασσα, οι ενεργειακές εγκαταστάσεις, οι μονάδες αφαλάτωσης, οι
τερματικοί σταθμοί φόρτωσης πετρελαίου, τα μεγάλα λιμάνια και οι υποθαλάσσιες
υποδομές επικοινωνιών αποτελούν κρίσιμους κόμβους της παγκόσμιας οικονομίας. Η
στρατηγική τους αξία δεν ορίζεται μόνο από τη στρατιωτική σημασία τους, αλλά από την
επίδραση που θα είχε οποιαδήποτε σοβαρή διαταραχή στη διεθνή αγορά ενέργειας και στις
θαλάσσιες μεταφορές.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το Στενό του Ορμούζ. Για δεκαετίες αποτέλεσε το
ισχυρότερο θεωρητικό χαρτί της ιρανικής αποτροπής, χωρίς να χρησιμοποιηθεί στην
πληρότητά του. Η πλήρης διακοπή της ναυσιπλοΐας στο στενό θα συνιστούσε μια από τις
σοβαρότερες ενεργειακές κρίσεις της σύγχρονης εποχής και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο,
αντιμετωπίζεται περισσότερο ως έσχατη στρατηγική επιλογή παρά ως άμεσο
επιχειρησιακό εργαλείο.
Η τελευταία βαθμίδα αφορά το πυρηνικό ζήτημα. Η αποχώρηση από τη Συνθήκη Μη
Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων θα αποτελούσε μια θεμελιώδη μεταβολή της περιφερειακής
ισορροπίας και θα εισήγαγε μια νέα περίοδο στρατηγικής αβεβαιότητας. Μέχρι στιγμής, η
Τεχεράνη διατηρεί μια πολιτική ελεγχόμενης ασάφειας, η οποία λειτουργεί αποτρεπτικά
ακριβώς επειδή δεν επιτρέπει στους αντιπάλους της να γνωρίζουν με βεβαιότητα τα όρια
των πραγματικών της δυνατοτήτων.
Από ευρασιατική σκοπιά, η σημασία αυτής της πολυεπίπεδης στρατηγικής δεν βρίσκεται
μόνο στα επιμέρους μέσα που διαθέτει το Ιράν. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η Τεχεράνη
επιδιώκει να καθορίζει η ίδια τον ρυθμό της κλιμάκωσης, υποχρεώνοντας τον αντίπαλο να
αντιδρά σε μια διαδοχή στρατηγικών διλημμάτων. Σε έναν κόσμο που απομακρύνεται
σταδιακά από τη μονοπολική λογική της απόλυτης στρατιωτικής υπεροχής, η ικανότητα
διαχείρισης του χρόνου, του κόστους και της αβεβαιότητας αναδεικνύεται σε εξίσου
κρίσιμο παράγοντα ισχύος με τα ίδια τα οπλικά συστήματα.

Οι BRICS και η Αποδολαριοποίηση: Η Οικονομική Διάσταση της
Ίδιας Αναμέτρησης

Η αντιπαράθεση στον Περσικό Κόλπο δεν διεξάγεται αποκλειστικά στο στρατιωτικό
πεδίο. Παράλληλα με τη σύγκρουση πυραύλων, συστημάτων αεράμυνας και στρατιωτικών
βάσεων εξελίσσεται μια βαθύτερη οικονομική αναμέτρηση, η οποία αφορά το ίδιο το
νομισματικό και χρηματοπιστωτικό θεμέλιο της μεταψυχροπολεμικής διεθνούς τάξης.
Για περισσότερο από πέντε δεκαετίες, το σύστημα του πετροδολαρίου επέτρεψε στις
Ηνωμένες Πολιτείες να συνδυάζουν τη στρατιωτική ισχύ με την παγκόσμια κυριαρχία του
αμερικανικού νομίσματος. Η υποχρεωτική σχεδόν χρήση του δολαρίου στις διεθνείς
ενεργειακές συναλλαγές δημιούργησε έναν μηχανισμό συνεχούς ζήτησης για το
αμερικανικό νόμισμα, ενισχύοντας τόσο το χρηματοπιστωτικό σύστημα όσο και τη
δυνατότητα της Ουάσιγκτον να χρηματοδοτεί την παγκόσμια στρατιωτική της παρουσία.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, διαμορφώνεται μια διαφορετική τάση. Η διεύρυνση των
BRICS, η αύξηση των διμερών συναλλαγών σε εθνικά νομίσματα και η ανάπτυξη
εναλλακτικών μηχανισμών πληρωμών υποδηλώνουν την πρόθεση πολλών κρατών να
μειώσουν σταδιακά την εξάρτησή τους από το δολάριο. Η διαδικασία αυτή δεν
εξελίσσεται με ρυθμούς ανατροπής ούτε συνεπάγεται την άμεση αντικατάσταση του
αμερικανικού νομίσματος. Ωστόσο, σηματοδοτεί τη σταδιακή εμφάνιση ενός περισσότερο
πολυκεντρικού οικονομικού περιβάλλοντος.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται μεγάλα έργα διασύνδεσης της ευρασιατικής ηπείρου,
όπως οι νέοι χερσαίοι και θαλάσσιοι εμπορικοί διάδρομοι, οι ενεργειακές συμφωνίες εκτός
δολαρίου και οι πρωτοβουλίες για μεγαλύτερη οικονομική ολοκλήρωση μεταξύ των
αναδυόμενων δυνάμεων. Στόχος αυτών των πρωτοβουλιών δεν είναι απαραίτητα η
κατάργηση του υφιστάμενου συστήματος, αλλά η δημιουργία εναλλακτικών επιλογών που
περιορίζουν σταδιακά τη δυνατότητα μιας και μόνο δύναμης να χρησιμοποιεί το διεθνές
χρηματοπιστωτικό σύστημα ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης.
Υπό αυτό το πρίσμα, η σημασία της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στον Περσικό
Κόλπο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Οι βάσεις δεν προστατεύουν μόνο
ενεργειακές εγκαταστάσεις ή θαλάσσιες οδούς. Προστατεύουν και το γεωοικονομικό
περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε το σύστημα του πετροδολαρίου. Αν η
επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα αυτής της αρχιτεκτονικής αμφισβητείται, τότε
ενισχύεται παράλληλα και η πολιτική βούληση ορισμένων κρατών να επιταχύνουν τις
διαδικασίες οικονομικής διαφοροποίησης.
Η στρατιωτική και η οικονομική διάσταση της παρούσας κρίσης δεν αποτελούν,
επομένως, δύο ανεξάρτητα φαινόμενα. Αλληλοτροφοδοτούνται. Κάθε αμφισβήτηση της
αμερικανικής στρατιωτικής κυριαρχίας ενισχύει τις φωνές που επιδιώκουν μεγαλύτερη
νομισματική αυτονομία. Αντίστοιχα, κάθε βήμα προς την αποδολαριοποίηση περιορίζει
σταδιακά ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η
παγκόσμια προβολή της αμερικανικής ισχύος.
Η σημασία αυτής της διαδικασίας δεν βρίσκεται στο αν το δολάριο θα πάψει σύντομα να
αποτελεί το κυρίαρχο διεθνές νόμισμα. Βρίσκεται στο γεγονός ότι, για πρώτη φορά μετά
τη δεκαετία του 1970, η οικονομική και η στρατιωτική αρχιτεκτονική που στήριξαν τη
μονοπολική εποχή αμφισβητούνται ταυτόχρονα, έστω και με διαφορετικούς ρυθμούς. Από
αυτή την άποψη, η συζήτηση για τις βάσεις στον Περσικό Κόλπο δεν αφορά μόνο την
ισορροπία στρατιωτικής ισχύος, αλλά και τη βαθύτερη αναδιαμόρφωση του ίδιου του
διεθνούς συστήματος.

Η Στρατηγική της Αβεβαιότητας: Το Πυρηνικό Ζήτημα ως Μέσο Αποτροπής
Στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις, η αποτροπή δεν οικοδομείται αποκλειστικά πάνω στην
πραγματική στρατιωτική ισχύ. Εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η αβεβαιότητα που
αντιμετωπίζει ο αντίπαλος σχετικά με τις πραγματικές δυνατότητες, τις προθέσεις και τα
όρια κλιμάκωσης μιας χώρας. Η στρατηγική αυτή, γνωστή ως ελεγχόμενη ασάφεια,
επιτρέπει σε ένα κράτος να επηρεάζει τους υπολογισμούς των αντιπάλων του χωρίς να
αποκαλύπτει πλήρως τις επιλογές που διατηρεί στη διάθεσή του.
Στην περίπτωση του Ιράν, το πυρηνικό πρόγραμμα αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο
παράδειγμα αυτής της προσέγγισης. Εδώ και χρόνια, η διεθνής συζήτηση επικεντρώνεται
όχι μόνο στις τεχνικές δυνατότητες της χώρας, αλλά κυρίως στην πολιτική απόφαση που
θα μπορούσε να μεταβάλει ριζικά την περιφερειακή ισορροπία. Η ίδια η αβεβαιότητα
γύρω από το εάν και πότε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια τέτοια επιλογή λειτουργεί
ως στοιχείο στρατηγικής πίεσης.
Στο πλαίσιο της πρόσφατης κρίσης διατυπώθηκαν εκτιμήσεις ότι η ιρανική ηγεσία
εξετάζει το ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης του επιπέδου εμπλουτισμού ουρανίου.
Παράλληλα, άλλες αναλύσεις υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής δημόσιες
ενδείξεις πως έχει ληφθεί οριστική πολιτική απόφαση προς αυτή την κατεύθυνση. Η
συνύπαρξη αυτών των διαφορετικών εκτιμήσεων αναδεικνύει ένα ουσιώδες
χαρακτηριστικό της σημερινής συγκυρίας: η αβεβαιότητα δεν αποτελεί παρενέργεια της
κρίσης, αλλά μέρος της ίδιας της στρατηγικής εξίσωσης.
Για την Τεχεράνη, η διατήρηση πολλαπλών επιλογών μπορεί να αποδειχθεί
αποτελεσματικότερη από μια πρόωρη αποκάλυψη των προθέσεών της. Όσο οι αντίπαλοί
της αδυνατούν να γνωρίζουν με βεβαιότητα πού ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό όριο
των ιρανικών δυνατοτήτων, υποχρεώνονται να σχεδιάζουν τα επόμενα βήματά τους με
βάση το δυσμενέστερο δυνατό σενάριο. Αυτή η αβεβαιότητα αυξάνει το κόστος κάθε
στρατιωτικού σχεδιασμού και περιορίζει την ελευθερία κινήσεων ακόμη και μιας
υπερδύναμης.
Η σημασία αυτής της κατάστασης δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο πυρηνικό πεδίο.
Αφορά συνολικά την αλλαγή της σχέσης μεταξύ ισχύος και αποτροπής. Στη μονοπολική
εποχή, η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή θεωρούνταν επαρκής ώστε να επιβάλλει
πολιτικές αποφάσεις σε περιφερειακές δυνάμεις. Στη σημερινή πραγματικότητα, ακόμη
και η ύπαρξη στρατιωτικής υπεροχής δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα για το πραγματικό
κόστος μιας ευρύτερης σύγκρουσης.
Από ευρασιατική σκοπιά, αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της μετάβασης προς
ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα. Η αποτροπή δεν θεμελιώνεται πλέον αποκλειστικά στην
ποσοτική υπεροχή, αλλά στη δυνατότητα κάθε σημαντικού περιφερειακού δρώντα να
δημιουργεί στρατηγικά διλήμματα για τους αντιπάλους του. Η ισχύς παύει να είναι
μονοπώλιο ενός κράτους και μετατρέπεται σε δυναμική σχέση, όπου η πολιτική βούληση,
η ανθεκτικότητα, η τεχνολογική προσαρμογή και η αβεβαιότητα αποκτούν ολοένα
μεγαλύτερη σημασία.
Ίσως αυτό να αποτελεί και τη βαθύτερη μεταβολή που αποκαλύπτει η παρούσα κρίση. Το
ζήτημα δεν είναι αν το Ιράν διαθέτει σήμερα όλα τα μέσα που του αποδίδονται ούτε αν θα
επιλέξει να τα χρησιμοποιήσει στο μέλλον. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ότι οι Ηνωμένες
Πολιτείες καλούνται πλέον να λαμβάνουν τις στρατηγικές τους αποφάσεις χωρίς τη

βεβαιότητα που χαρακτήριζε τις προηγούμενες δεκαετίες. Και όταν μια υπερδύναμη χάνει
τη βεβαιότητα ότι μπορεί να προβλέψει και να ελέγξει την εξέλιξη μιας κρίσης, τότε η ίδια
η φύση της διεθνούς ισορροπίας αρχίζει να μεταβάλλεται.

Η Ανατροπή που Δεν Ανατρέπεται: Το Τέλος της Ψυχολογικής Ασυμμετρίας
Στις μεγάλες ιστορικές αναμετρήσεις, υπάρχουν στιγμές που η πραγματική αλλαγή δεν
αποτυπώνεται στον αριθμό των κατεστραμμένων στόχων ούτε στον απολογισμό των
απωλειών. Η βαθύτερη μεταβολή συντελείται όταν αλλάζει η ίδια η αντίληψη περί ισχύος.
Όταν αυτό που μέχρι χθες θεωρούνταν αδιανόητο μετατρέπεται σε μέρος της νέας
πραγματικότητας, τότε έχει ήδη επέλθει μια στρατηγική ανατροπή, ανεξάρτητα από την
έκβαση της εκάστοτε σύγκρουσης.
Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Περσικό
Κόλπο στηριζόταν σε μια παραδοχή που ελάχιστοι αμφισβητούσαν. Οι βάσεις των
Ηνωμένων Πολιτειών αποτελούσαν το σταθερό σημείο αναφοράς ολόκληρης της
περιφερειακής ισορροπίας. Ήταν ο χώρος από τον οποίο σχεδιάζονταν επιχειρήσεις,
προβάλλονταν δυνάμεις, ελέγχονταν οι θαλάσσιες οδοί και διασφαλιζόταν η αξιοπιστία
της αμερικανικής εγγύησης ασφαλείας. Η ίδια η ύπαρξή τους λειτουργούσε αποτρεπτικά,
διότι θεωρούνταν ότι κανένας περιφερειακός δρών δεν διέθετε ούτε τη δυνατότητα ούτε τη
βούληση να αμφισβητήσει ευθέως αυτό το σύστημα.
Η ιστορία της Μέσης Ανατολής μετά το 1991 επιβεβαιώνει αυτή την αντίληψη. Κατά τον
Πόλεμο του Κόλπου, το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν επέλεξε να εκτοξεύσει πυραύλους
εναντίον του Ισραήλ και όχι εναντίον του πυρήνα της αμερικανικής στρατιωτικής
αρχιτεκτονικής στον Περσικό Κόλπο. Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία. Αντανακλούσε την
εκτίμηση ότι ένα άμεσο πλήγμα κατά των αμερικανικών βάσεων θα προκαλούσε
συντριπτική απάντηση χωρίς να προσφέρει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος. Λίγα χρόνια
αργότερα, κατά την εισβολή του 2003, το Ιράκ δεν διέθετε πλέον ούτε τις δυνατότητες
ούτε την επιχειρησιακή δομή για να απειλήσει σοβαρά το ίδιο το δίκτυο των αμερικανικών
βάσεων. Η στρατηγική πρωτοβουλία ανήκε ολοκληρωτικά στην Ουάσιγκτον.
Η εμπειρία αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη στην Τεχεράνη. Η ιρανική στρατηγική σκέψη
φαίνεται να κατέληξε σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα: εάν μια περιφερειακή δύναμη
πρόκειται ούτως ή άλλως να βρεθεί αντιμέτωπη με την αμερικανική ισχύ, τότε η
προσπάθεια πρέπει να επικεντρωθεί όχι στην αντιπαράθεση με την υπεροχή πυρός, αλλά
στην αποδόμηση των προϋποθέσεων που επιτρέπουν σε αυτή την υπεροχή να λειτουργεί
αποτελεσματικά.
Υπό αυτή τη λογική, οι πρόσφατες επιχειρήσεις αποκτούν διαφορετική σημασία. Το
ζήτημα δεν είναι αν προκάλεσαν αποφασιστικές στρατιωτικές απώλειες ούτε αν
ανέτρεψαν τον συσχετισμό δυνάμεων. Η ουσία είναι ότι το επίκεντρο της αντιπαράθεσης
μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στον ίδιο τον μηχανισμό προβολής της αμερικανικής
ισχύος. Οι βάσεις, που επί δεκαετίες θεωρούνταν το ασφαλέστερο και πιο σταθερό
στοιχείο της περιφερειακής αρχιτεκτονικής, μετατράπηκαν οι ίδιες σε αντικείμενο
στρατηγικής πίεσης.
Αυτή η μεταβολή έχει πρωτίστως ψυχολογική και πολιτική σημασία. Η αποτροπή δεν
στηρίζεται μόνο στις στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά και στην αντίληψη που

διαμορφώνουν οι αντίπαλοι για αυτές. Όταν η πεποίθηση της απόλυτης ασφάλειας
αντικαθίσταται από την ανάγκη συνεχούς αναπροσαρμογής, διασποράς διοίκησης και
ενίσχυσης της προστασίας κρίσιμων εγκαταστάσεων, τότε η αποτροπή παύει να είναι
αυτονόητη και μετατρέπεται σε διαρκή διαδικασία διαχείρισης κινδύνου.
Από ευρασιατική οπτική, αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη συνέπεια της παρούσας
κρίσης. Η στρατηγική ισχύς δεν μετριέται πλέον αποκλειστικά από το ποιος μπορεί να
καταστρέψει περισσότερους στόχους, αλλά και από το ποιος μπορεί να αναγκάσει τον
αντίπαλό του να αλλάξει τη συμπεριφορά του. Εάν μια υπερδύναμη υποχρεώνεται να
αναδιατάξει το σύστημα διοίκησης, να μεταφέρει κρίσιμες λειτουργίες, να ενισχύσει την
προστασία των βάσεών της και να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο προβάλλει ισχύ,
τότε έχει ήδη συντελεστεί μια ουσιαστική στρατηγική μεταβολή, ανεξάρτητα από το ποια
πλευρά θα επικρατήσει σε μια επιμέρους αναμέτρηση.
Αυτό ακριβώς συνιστά την «ανατροπή που δεν ανατρέπεται». Δεν πρόκειται για την
ανατροπή της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες
εξακολουθούν να διαθέτουν τη μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ στον κόσμο. Εκείνο που
φαίνεται να αλλάζει είναι η αντίληψη ότι αυτή η ισχύς μπορεί να ασκείται χωρίς
ουσιαστική αμφισβήτηση στο γεωγραφικό κέντρο του συστήματος που η ίδια
δημιούργησε μετά το 1973 και εδραίωσε μετά το 1991.
Από τη στιγμή που αυτή η αντίληψη κλονίζεται, η επιστροφή στο προηγούμενο
ψυχολογικό και στρατηγικό περιβάλλον καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη. Ακόμη και αν οι
υποδομές αποκατασταθούν, ακόμη και αν οι επιχειρησιακές δυνατότητες ενισχυθούν, το
προηγούμενο έχει δημιουργηθεί. Οι περιφερειακοί δρώντες γνωρίζουν πλέον ότι η
αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας μπορεί να δεχθεί πίεση στον ίδιο τον πυρήνα της.
Και αυτή η γνώση, περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε μεμονωμένο στρατιωτικό
αποτέλεσμα, αποτελεί τη βαθύτερη ένδειξη ότι η διεθνής τάξη εισέρχεται σε μια νέα
ιστορική φάση, όπου η μονοπολική βεβαιότητα παραχωρεί σταδιακά τη θέση της σε μια
περισσότερο αμφισβητούμενη και πολυκεντρική ισορροπία ισχύος.

Η Μετάβαση σε μια Νέα Γεωπολιτική Εποχή: Όταν η Υπεροχή δεν Αρκεί
Στην ιστορία των διεθνών σχέσεων, οι μεγάλες δυνάμεις σπάνια χάνουν την
πρωτοκαθεδρία τους επειδή εμφανίζεται ξαφνικά κάποιος ισχυρότερος αντίπαλος. Πολύ
συχνότερα, η παρακμή αρχίζει όταν τα μέσα που επί δεκαετίες εξασφάλιζαν την κυριαρχία
τους παύουν να παράγουν τα ίδια στρατηγικά αποτελέσματα. Η στρατιωτική ισχύς
εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά η πολιτική της αποτελεσματικότητα μειώνεται. Η
δυνατότητα επιβολής μετατρέπεται σταδιακά σε ανάγκη διαχείρισης.
Η παρούσα κρίση στον Περσικό Κόλπο φαίνεται να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα
αυτής της μετάβασης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν ασύγκριτα
μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ από οποιαδήποτε περιφερειακή δύναμη. Το παγκόσμιο
δίκτυο βάσεων, η αεροναυτική υπεροχή, οι δυνατότητες στρατηγικών πληγμάτων και η
τεχνολογική τους υπεροχή παραμένουν χωρίς αντίπαλο σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, η
κατοχή ισχύος δεν ταυτίζεται πάντοτε με την ανεμπόδιστη δυνατότητα χρήσης της.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα που προκύπτει από τις εξελίξεις των
τελευταίων μηνών. Η Τεχεράνη δεν επιχείρησε να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες

στο πεδίο όπου εκείνες διατηρούν αδιαμφισβήτητη υπεροχή. Δεν προσπάθησε να
δημιουργήσει μεγαλύτερο στόλο, περισσότερα αεροπλανοφόρα ή ισχυρότερη αεροπορία.
Αντίθετα, επιδίωξε να επιβαρύνει το κόστος λειτουργίας της αμερικανικής στρατιωτικής
παρουσίας, να αυξήσει την αβεβαιότητα γύρω από τη λειτουργία της και να μετατρέψει
κάθε επόμενη απόφαση σε σύνθετο πολιτικό και στρατηγικό δίλημμα.
Από αυτή την άποψη, η ουσία της αντιπαράθεσης δεν βρίσκεται στο ποιος διαθέτει
περισσότερα όπλα, αλλά στο ποιος επιβάλλει τους όρους μέσα στους οποίους θα
χρησιμοποιηθούν αυτά τα όπλα. Η στρατηγική πρωτοβουλία δεν καθορίζεται
αποκλειστικά από την ισχύ πυρός, αλλά από την ικανότητα διαμόρφωσης του
περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Η πραγματική σημασία της φράσης «καμία αμερικανική βάση στον Περσικό Κόλπο δεν
είναι πλέον πλήρως λειτουργική» δεν εξαντλείται, επομένως, στην επιχειρησιακή της
διάσταση. Ανεξάρτητα από την τελική αποτίμηση των ζημιών ή την ταχύτητα
αποκατάστασης των υποδομών, η ίδια η ανάγκη επανεξέτασης της λειτουργίας του
δικτύου βάσεων υποδηλώνει ότι το στρατηγικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί. Το σύστημα
που δημιουργήθηκε για να εγγυάται τη σταθερότητα του αμερικανικού χώρου επιρροής
καλείται πλέον να προσαρμοστεί σε έναν αντίπαλο που δεν επιχειρεί να το καταστρέψει
ολοκληρωτικά, αλλά να το καταστήσει δυσκολότερο, ακριβότερο και πολιτικά πιο
σύνθετο στη χρήση του.
Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά αποκλειστικά τις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.
Παρακολουθείται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τη Ρωσία, την Κίνα, αλλά και από ένα
ευρύτερο σύνολο κρατών του Παγκόσμιου Νότου που επιδιώκουν μεγαλύτερο βαθμό
στρατηγικής αυτονομίας. Για πολλές από αυτές τις χώρες, το κρίσιμο συμπέρασμα δεν
είναι αν η Ουάσιγκτον παραμένει η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη, αλλά αν εξακολουθεί
να μπορεί να επιβάλλει μονομερώς τους όρους της διεθνούς τάξης χωρίς να συναντά
αποτελεσματική αντίσταση.
Ακριβώς εδώ συναντάται η στρατιωτική πραγματικότητα με τη γεωπολιτική θεωρία της
πολυπολικότητας. Ένας πολυπολικός κόσμος δεν προϋποθέτει την εξαφάνιση των μεγάλων
δυνάμεων ούτε την αριθμητική ισότητα μεταξύ τους. Προϋποθέτει την ύπαρξη πολλών
ανεξάρτητων κέντρων ισχύος που μπορούν να αμφισβητήσουν, σε διαφορετικούς βαθμούς
και με διαφορετικά μέσα, την αποκλειστικότητα ενός και μόνο παγκόσμιου ηγεμόνα. Η
μετάβαση αυτή δεν πραγματοποιείται μέσα σε μία σύγκρουση ούτε ολοκληρώνεται με μία
στρατιωτική επιχείρηση. Είναι μια μακρά ιστορική διαδικασία, στην οποία κάθε κρίση
λειτουργεί ως επιταχυντής βαθύτερων μεταβολών.
Υπό αυτό το πρίσμα, η σημερινή αντιπαράθεση στον Περσικό Κόλπο αποκτά σημασία
που υπερβαίνει κατά πολύ τα γεωγραφικά όρια της περιοχής. Δεν αποτελεί μόνο μια
ακόμη περιφερειακή κρίση στη Μέση Ανατολή. Αντανακλά τη σταδιακή μετατόπιση του
διεθνούς συστήματος από μια εποχή όπου η αμερικανική στρατιωτική παρουσία
λειτουργούσε ως αδιαμφισβήτητος άξονας της παγκόσμιας τάξης σε μια νέα περίοδο, όπου
ακόμη και αυτή η αρχιτεκτονική υπόκειται σε δοκιμασίες, προσαρμογές και
αμφισβητήσεις.
Από αυτή την άποψη, η σημερινή κρίση δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως το τέλος της
αμερικανικής ισχύος, αλλά ως η αρχή μιας νέας ιστορικής φάσης όπου η ισχύς αυτή παύει
να είναι αποκλειστική. Η μονοπολική στιγμή που ακολούθησε το 1991 παραχωρεί
σταδιακά τη θέση της σε ένα περισσότερο σύνθετο διεθνές σύστημα, όπου η στρατιωτική,

οικονομική και πολιτική ισχύς κατανέμονται ανάμεσα σε περισσότερα από ένα κέντρα
αποφάσεων. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η δυνατότητα
αμφισβήτησης της αμερικανικής στρατηγικής πρωτοκαθεδρίας παύει να αποτελεί
θεωρητική υπόθεση και μετατρέπεται σε παράγοντα που επηρεάζει έμπρακτα τον
σχεδιασμό όλων των μεγάλων δυνάμεων.
Η ιστορία θα δείξει ποια θα είναι η τελική έκβαση αυτής της μετάβασης. Ωστόσο, ένα
συμπέρασμα μπορεί ήδη να διατυπωθεί με σχετική ασφάλεια. Οι μεγάλες γεωπολιτικές
αλλαγές αρχίζουν όταν μεταβάλλονται οι βεβαιότητες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε μια
ολόκληρη εποχή. Και αν η δεκαετία του 1970 σηματοδότησε τη γέννηση της αμερικανικής
αρχιτεκτονικής ασφαλείας στον Περσικό Κόλπο, ενώ το 1991 αποτέλεσε τη στιγμή της
πλήρους εδραίωσής της, η σημερινή κρίση ίσως καταγραφεί από τους μελλοντικούς
ιστορικούς ως η περίοδος κατά την οποία εμφανίστηκαν οι πρώτες σαφείς ενδείξεις ότι
αυτή η αρχιτεκτονική εισέρχεται πλέον σε μια φάση βαθιάς αναθεώρησης.
Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας