Ο Ντοναλντ Τραμπ στις εκλογές του 2024 είχε έναν εκλογικό θρίαμβο. Πήρε τις εκλογές καθαρά – το 2016 είχε χάσει τη λαϊκή ψήφο, αλλά είχε κερδίσει τους εκλέκτορες – ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι διατήρησαν έλεγχο σε όλο το Κογκρέσο, δηλαδή και στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία. Φαινόταν να είναι ο κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού, με τους αντιπάλους του, τους Δημοκρατικούς, να είναι σε βαθιά κρίση.
Δύο χρόνια μετά ο Ντόναλντ Τραμπ υπέστη μια ταπεινωτική ήττα. Στις ενδιάμεσες εκλογές οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να κερδίσουν και τη Γερουσία και τη Βουλή των αντιπροσώπων, με τους ψηφοφόρους να στέλνουν ένα πολύ σαφές μήνυμα αποδοκιμασίας των πολιτικών του.
Και οι λόγοι της αποδοκιμασίας ήταν πολύ συγκεκριμένοι: Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν κύμα ακρίβειας, μια κρίση κόστους ζωής, που είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτό που τους είχε υποσχεθεί. Ακόμη χειρότερα, ο Τραμπ όχι μόνο δεν τήρησε την υπόσχεση να βάλει ένα τέρμα στους ατέλειωτους πολέμους, αλλά κατάφερε να μπλέξει τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο αυτόν με τον Ιράν, που δεν μπορούν να κερδίσουν και ο οποίος ακριβώς επειδή εκτινάσσει τις τιμές των καυσίμων επιδεινώνει την κρίση κόστους ζωής, την ώρα που επέμεινε σε μια συμμαχία με το Ισραήλ που αποδοκιμάζεται πλέον από σημαντικά τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας.
Η προσπάθειά του για να βάλει την «Αμερική Πρώτα» οδήγησε σε μια εμμονή με τους δασμούς που όμως δεν βελτίωσαν την κατάσταση των νοικοκυριών. Μεγάλα τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας απέρριψαν και τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές του και τον τρόπο που προσπάθησε να δαιμονοποιήσει ακόμη και πολιτικούς αντιπάλους του που ήταν μεταναστευτικής καταγωγής.
Και οι ψηφοφόροι όλα αυτά τα μέτρησαν και όταν ήρθε η ώρα έστειλαν το μήνυμά τους απέναντι σε αυτόν που υποτίθεται ότι ήταν ο κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού. Μήνυμα αποδοκιμασίας και απόρριψης.
Προφανώς και το αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι πολύ διαφορετικό από αυτό των ευρωπαϊκών χωρών. Το να υπάρχουν κυβερνήσεις που δεν ελέγχουν τα νομοθετικά σώματα δεν είναι πρωτόγνωρο, ενώ στην Ευρώπη η απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σημαίνει την πτώση μιας κυβέρνησης στις περισσότερες χώρες. Όμως, διδάγματα που αφορούν και την Ευρώπη μπορούν να βγουν.
Το πρώτο βασικό δίδαγμα είναι ότι η πολιτική σύγκρουση δεν αφορά πρωτίστωςτα ζητήματα πολιτικής ταυτότητας, αλλά τα ζητήματα που αφορούν τις ζωές των ανθρώπων. Και αυτό που κατεξοχήν αφορά τις ζωές των ανθρώπων δεν είναι ούτε η μετανάστευση ούτε η woke ατζέντα, αλλά η ακρίβεια, το κόστος ζωής, η αξιοπρεπής αμοιβή, οι προοπτικές για τη νεολαία.
Το δεύτερο δίδαγμα, είναι ότι οι άνθρωποι δεν αναζητούν την πολιτική δύναμη που θα εκφράσει καλύτερα πολιτικά αντανακλαστικά κοινωνικού κανιβαλισμού, αλλά αυτή που μπορεί να τους δώσει μια ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα.
Το τρίτο δίδαγμα, είναι ότι οι άνθρωποι δεν αναζητούν γενικά το «Κέντρο» και δεν φοβούνται κάποιον που μπορεί να έχει μια περισσότερο αριστερή ταυτότητα, όταν αυτά που λέει απαντούν σε πραγματικά προβλήματα και κοινωνικές ανάγκες.
Το τέταρτο δίδαγμα, που συγκεφαλαιώνει τα παραπάνω, είναι ότι οι κοινωνίες όχι μόνο δεν φοβούνται την αλλαγή, αλλά την επιζητούν κιόλας. Γι’ αυτό και οι προσπάθειες ιδεολογικής τρομοκρατίας δεν μπόρεσαν πιάσουν τόπο.
Αυτά τα διδάγματα έχουν εφαρμογή και στην ελληνική περίπτωση. Γιατί σε πείσμα της προσπάθειας της κυβέρνησης να πείσει ότι είναι η μόνη εφικτή κυβερνητική πρόταση και πως οποιαδήποτε άλλη επιλογή απλώς θα οδηγήσει σε «επικίνδυνες περιπέτειες», αυτό που αναζητούν οι πολίτες – και αυτό φαίνεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις είναι η ανάγκη να απαλλαγούν από τον βραχνά της ακρίβειας και σε αυτό το πλαίσιο ούτε την αλλαγή πολιτικής φοβούνται, ούτε απεχθάνονται όποια δύναμη δεν διεκδικεί να εκπροσωπεί το «Κέντρο», αλλά επιμένει σε μια σύγχρονη προοδευτική κατεύθυνση.
Κάτι που σημαίνει ότι ανεξαρτήτως χειρισμών, η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δύσκολα μπορούν να αποφύγουν ένα αποτέλεσμα που μόνο ως ηχηρή ήττα θα μπορεί να χαρακτηριστεί.














































