Παρατηρώ πώς προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τον μεγάλο κύκλο κοινωνικής αναταραχής, στον οποίο έχουν μπει οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όσοι θεωρούν ότι σήμερα εκπροσωπούν τη «σκέψη των ελίτ» στη χώρα μας.
Είναι εντυπωσιακή η αδυναμία κατανόησης αυτών που συμβαίνουν. Από τη μια, έχουμε αυτούς που βλέπουν απλώς και μόνο μια παραβατικότητα της νεολαίας ή θεωρούν ότι είναι περίπου «εθιμικά» φαινόμενα. Κάπου στη μέση είναι αυτοί που παραδέχονται ότι υπάρχει μια σχέση των κινητοποιήσεων με κοινωνικά προβλήματα, αλλά δεν έχουν καμία διάθεση να παραδεχτούν ότι αυτό οφείλεται στην αποτυχία των πολιτικών που εφαρμόζονται. Και υπάρχουν και αυτοί, πολύ λιγότεροι, που κάπως κατανοούν ότι είναι μια κοινωνική έκρηξη σε εξέλιξη.
Όμως, ακόμη και αυτοί που καταλαβαίνουν ότι υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στις πολιτικές που εφαρμόζονται και τις μεγάλες κινητοποιήσεις, σπεύδουν να «διευκρινίσουν» ότι «όλα αυτά τελικά ευνοούν την Άκρα Δεξιά».
Κατά τη γνώμη μου όλα αυτά απλώς αποτυπώνουν μια μεγάλη αμηχανία απέναντι σε μια κοινωνική δυναμική που όριό της έχει την ανατροπή όλων όσων έχουν συνηθίσει να θεωρούν αυτονόητα για πολλά χρόνια.
Καταρχάς δεν πρόκειται για κινητοποίηση της νεολαίας, αλλά για μια παλλαϊκή κινητοποίηση. Η νεολαία είναι βεβαίως στην αιχμή, γιατί η κρίση της δημόσιας εκπαίδευσης ως αποτέλεσμα των περικοπών δαπανών βιώνεται άμεσα και γιατί η νεολαία δεν κουβαλάει ίσως τις ήττες άλλων γενεών, όμως σήμερα ξεσηκώνεται το σύνολο των κοινωνιών. Γι’ αυτόν τον λόγο και στις διαδηλώσεις κατεβαίνουν και εργαζόμενοι και έχουμε μεγάλες κινητοποιήσεις όπου δεν πρωταγωνιστεί μόνο η νεολαία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στη Γαλλία, βλέπουμε να ενοποιούνται κομμάτια που συνήθως δεν συμπορεύονται, όπως για παράδειγμα τα συνδικάτα με τη νεολαία μεταναστευτικής καταγωγής από τα προάστια, σε πρωτότυπες μορφές λαϊκής ενότητας.
Κατά δεύτερον, έχουμε μια συνολικότερη αμφισβήτηση του κοινωνικού μοντέλου που έχει εμπεδωθεί και που στηρίζεται στην ιδιωτικοποίηση, στην αναίρεση κοινωνικών δικαιωμάτων, στην εξατομίκευση, στον ανταγωνισμό. Αντιθέτως, οι πολίτες επιμένουν στην ανάγκη να υπάρχουν κοινωνικά αγαθά όπως η παιδεία και η υγεία, απαιτούν μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης κόστους ζωής, που σήμερα παροξύνει την κοινωνική ανασφάλεια και αναδιανομή εισοδήματος, ζητούν οι άνθρωποι να μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια από τη δουλειά τους, και δεν ανέχονται να βλέπουν τις κοινωνικές ανισότητες του πλούτου να οξύνονται. Επίσης, οι πολίτες ολοένα και περισσότερο δεν αποδέχονται ότι η λύση για όλα αυτά είναι η ανάπτυξη, ως αύξηση του ΑΕΠ, χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις και χωρίς σαφή μέτρα υπέρ της μεσαίας τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.
Κατά τρίτον, όλα αυτά δεν εκφράζονται μόνο ως συγκεκριμένα αιτήματα, ή μόνο ως οργή και δυσαρέσκεια αλλά και ως απαίτηση για πολιτική αλλαγή, πιο σωστά για μια συνολική αλλαγή πολιτικών που να μπορεί να επαναφέρει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία και στο πολιτικό σύστημα.
Κατά τέταρτον, τα κινήματα αυτά δεν έχουν ενισχύσει την Άκρα Δεξιά, αλλά αντίθετα δείχνουν να δημιουργούν νέες μορφές κοινωνικής ενότητας και αλληλεγγύης που πάνε κόντρα σε αυτό που θέλει η Άκρα Δεξιά. Όταν στη Γαλλία κατεβαίνουν μαθητές μεταναστευτικής καταγωγής που κρατάνε τη γαλλική σημαία, φορώντας ταυτόχρονα παλαιστινιακή μαντίλα, και τραγουδάνε τη «Μασσαλιώτιδα» μαζί με τους συμμαθητές τους γαλλικής καταγωγής είναι σαφές ότι οι διαχωριστικές γραμμές πάνω στις οποίες πατάει η Ακροδεξιά δεν ισχύουν.
Το γεγονός ότι απέναντι σε όλα αυτά η ύστατη γραμμή άμυνας των διάφορων δημοσιολογούντων είναι να πουν ότι «εντάξει όλα αυτά, αλλά οι αγορές δεν θα αφήσουν πολλά περιθώρια» είναι . Ενδεικτικό, άλλωστε, το πώς ήδη χρησιμοποιούν ως επιχείρημα το ζήτημα του χρέους για την περίπτωση της Γαλλίας.
Μόνο που αυτό που κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν είναι ότι εάν σήμερα οι κοινωνίες ξεσηκώνονται είναι ακριβώς επειδή για δεκαετίες θεωρήθηκε αυτονόητο ότι οι αγορές είναι αυτές που πρέπει να υπαγορεύουν τις πολιτικές που θα εφαρμόζουν οι κοινωνίες.
Όλα αυτά εξηγούν γιατί τελικά σήμερα οι πολιτικές ελίτ δεν μπορούν να κατανοήσουν πραγματικά τι συμβαίνει και τι σημαίνει. Και αυτό, με τη σειρά του, εξηγεί γιατί η αυθόρμητη τάση τους είναι τελικά να καταφεύγουν στην αστυνομική καταστολή, ακόμη και όταν κατανοούν ότι αυτό μάλλον θα «ρίξει λάδι στη φωτιά».
Στην πραγματικότητα, ένα ολόκληρο κοινωνικό και πολιτικό μοντέλο, όπως διαμορφώθηκε εδώ και δεκαετίες περνάει μια βαθιά κρίση, που τα σημάδια της ήταν ενεργά ήδη από την περασμένη δεκαετία. Αδυνατεί να απαντήσει στη στασιμότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, αποτυγχάνει απέναντι στην αντιμετώπιση της κρίσης κόστους ζωής, και όταν οι κοινωνίες αντιδρούν έχει να προσφέρει μόνο αστυνομική καταστολή. Καθόλου τυχαία, σε αυτό το τοπίο έχουν αποδεχτεί την ατζέντα της Ακροδεξιάς προσφέροντας αντί για κοινωνική συνοχή την «προστασία» απέναντι στις υποτιθέμενες «ορδές μεταναστών», υιοθετώντας μέτρα που κάποτε θεωρούνταν εκτός οποιουδήποτε δημοκρατικού πλαισίου όπως οι «προωθήσεις» στην Αφρική.
Αυτό που εκκολάπτεται και αυτό που δεν θέλουν να δουν σήμερα όλοι αυτοί που θέλουν απλώς τα πράγματα να μείνουν ως έχουν, δεν είναι απλώς μια κοινωνική έκρηξη, αλλά, πολύ περισσότερο, ένα μεγάλο κίνημα ανατροπής που θα μπορέσει να αποκαταστήσει τη δημοκρατία και να μπορέσει να διαμορφώσει όρους πραγματικής κοινωνικής συνοχής, βάζοντας σε προτεραιότητα τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας και όχι μόνο των αγορών.
Προφανώς η «μετάφραση» όλων των αυτών των κοινωνικών δυναμικών σε ένα συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης δεν είναι εύκολη. Ούτε θα είναι μια εύκολη γρήγορη διαδικασία, εάν αναλογιστούμε το βάθος των αλλαγών που απαιτούνται, τις συγκρούσεις με συμφέροντα, αλλά και την αναμέτρηση με παγιωμένες νοοτροπίες σε όλους τους τομείς. Θα χρειαστεί επίσης την ικανότητα να οικοδομηθούν ευρύτερες συμμαχίες και στο εσωτερικό των χωρών και στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Όμως, άλλος δρόμος για να μην συνεχίσουν να κυλούν οι κοινωνίες σε μια κρίση που από κοινωνική θα γίνεται πολιτισμική δεν υπάρχει.
Όλα αυτά απαιτούν να αλλάξουν τα πράγματα και στη δημόσια σφαίρα, στον ίδιο τον τρόπο που συζητάμε για τις εναλλακτικές. Να το πω διαφορετικά: δεν μπορούμε το 2026 να συζητάμε για τον πληθωρισμό ή την ενεργειακή κρίση ή τη στεγαστική κρίση ή την κρίση της Δύσης με όρους που παραπέμπουν στο… 2015 και την ένδοξη εποχή όταν κάποιοι επί της ουσίας έλεγαν «και εάν δεν υπήρχε η Τρόικα θα έπρεπε να την εφεύρουμε». Ούτε μπορούμε να βλέπουμε κάθε κίνημα ως «ανομία» ή «παραβατικότητα». Χρειαζόμαστε φρέσκια σκέψη και ανθρώπους που να μπορούν να κάνουν αυτή τη συζήτηση με τους όρους που της αναλογεί.
Πάνω από όλα χρειαζόμαστε πολιτικούς που να είναι διατεθειμένοι να ακούσουν την αγωνία της κοινωνίας όχι για να την πείσουν ότι τα πράγματα είναι καλύτερα από όσο δείχνουν, αλλά για να βαδίσουν μαζί της στο δρόμο του αγώνα και της ελπίδας.













































