Ιστορικό-Η Ελλάς ανήκει στις Τράπεζες, τα funds και τους Servicers!!!

1467

Η ολική καταστροφή

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

1. ΥΠΕΡ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ, οι ελληνικές τράπεζες έχουν
χρηματοδοτηθεί με 46 δισ. ευρώ σε τρεις (+1 ακόμη για την Πειραιώς)
διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις τα τελευταία δέκα χρόνια, με τα λεφτά
αυτά να αντιπροσωπεύουν διεθνή δανεισμό και να εγγράφονται στο
δημόσιο χρέος, συν μία ακόμη ανακεφαλαιοποίηση που έγινε το 2009
επί Καραμανλή – Αλογοσκούφη και απορρόφησε 5 δισ. ευρώ. {βλ.πλήρη
10ετή νομική-οικονομική-λογιστική έκθεση Γ.Σαρρή—youtube και ΑΜΚΕ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ).

Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούν να επιτελέσουν τον βασικό τους ρόλο που είναι η
χρηματοδότηση της οικονομίας. Αυτό στη διεθνή βιβλιογραφία φέρεται να
συμβαίνει μόνο σε χώρες του Τρίτου Κόσμου και ειδικά της Αφρικής.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας δείχνουν ότι το 2020, επωφελούμενες από
την έκτακτη πολιτική ρευστότητας της ΕΚΤ λόγω της πανδημίας, οι ελληνικές
τράπεζες άντλησαν ρευστότητα 40 δισ. αλλά από αυτά διέθεσαν 14-15 δισ. για
αγορές ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, άλλα 14 δισ. σε δάνεια ακαθάριστης
ροής λήξεως και με τα υπόλοιπα χρήματα κάλυψαν δικές τους ανάγκες.
Συν τοις άλλοις, από τα 14 δισ. δανείων η καθαρή ροή χρηματοδότησης προς την
πραγματική οικονομία ήταν μόλις 6,5 δισ. ευρώ και πήγαν κατά κύριο λόγο στις
πολύ μεγάλες επιχειρήσεις. Μάλιστα τα δύο πέμπτα από αυτά τα λεφτά δόθηκαν
μέσα από τα προγράμματα εγγυήσεων του δημοσίου της Αναπτυξιακής Τράπεζας,
κατά ένα μέρος σε μικρομεσαίες, κατά ένα μέρος σε μεγάλες. Επομένως δεν
προκύπτει εμφανώς αν χρηματοδότησαν οι τράπεζες μέσω πανδημίας την
πραγματική οικονομία.

Παρά τα 46 δισ. που πήραν οι τράπεζες, δεν έλυσαν το βασικό τους πρόβλημα που
ήταν η δημιουργία ενός τεράστιου όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων, όπως ήταν
φυσικό να γίνει όταν βρισκόντουσαν σε άκρατο δανεισμό από το 2005
παρουσιάζοντας, τα δάνεια που χορηγούσαν (στο κλαδικό τραπεζικό λογιστικό
σύστημα εγγράφονται στο ενεργητικό του ισολογισμού) ως ευρωστία της τράπεζας
και σε μια οικονομία που επί έντεκα χρόνια πήγαινε από το κακό στο χειρότερο,
χάνοντας το 27% του ΑΕΠ σε σχέση με το 2009 και όταν δεν θέλησαν οι ελληνικές
κυβερνήσεις αλλά και οι ξένοι που έδιναν τα χρήματα που εγγράφονται στο δημόσιο
χρέος να προβούν σε βασικές αλλαγές και διώξεις στις διοικήσεις.
Σε όλες τις χώρες του κόσμου, τουλάχιστον, αλλάζουν και διώκονται οι διοικήσεις
από τη στιγμή που μπαίνουν χρήματα των φορολογουμένων. Η μόνη χώρα στην
οποία δεν έγινε αυτό ήταν η Ελλάδα και αυτό είχε συνέπεια να γίνονται όλα αυτά τα
περίεργα πράγματα (αναβαλλόμενος φόρος, hive down, τιτλοποιήσεις «Ηρακλή»,
ΑΜΚ Πειραιώς) που επί της ουσίας λειτούργησαν υπέρ των τραπεζών και εις βάρος
του δημοσίου.

2. ΥΠΕΡ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ ο αναβαλλόμενος φόρος .

Ο αναβαλλόμενος φόρος είναι ένα είδος εγγύησης του δημοσίου για τη μελλοντική
κερδοφορία των τραπεζών που, αν και αέρας κοπανιστός, εγγράφεται στα κεφάλαιά
τους και τον χρησιμοποιούν για την άντληση χαμηλότοκης ρευστότητας από την ΕΚΤ.
Αλλά ο αναβαλλόμενος φόρος λειτουργούσε σαν τροχοπέδη για τη μείωση των
«κόκκινων» δανείων, καθώς αν οι τράπεζες ξεκινούσαν το ξεκαθάρισμα των
ισολογισμών τους από τα «κόκκινα» δάνεια θα περνούσαν σε ζημιές, οπότε, με
βάση τον νόμο περί αναβαλλόμενου φόρου, έπρεπε να εκδώσουν μετοχές του
δημοσίου.
Επειδή όμως οι τραπεζικές διοικήσεις δεν ήθελαν ενίσχυση του ρόλου του
δημοσίου σε βάρος τους ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟ ΤΟ ΑΚΑΤΑΔΙΩΚΤΟ
ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ, οι τράπεζες περίμεναν φορτωμένες με
«κόκκινα» δάνεια, μέχρι να αλλάξει η νομοθεσία υπέρ τους, όπως και έγινε.
Στο σχέδιο «Ηρακλής» το δημόσιο παρέχει εγγυήσεις 12 δισ. ευρώ για το καλύτερο
κομμάτι των «κόκκινων» δανείων που αποτελούν τα senior ομόλογα που δίνουν την
εξασφάλιση στα funds που αγοράζουν τα χειρότερα δάνεια αν δεν επιτύχουν τις
τιμές που έχουν καθοριστεί. Οι ελληνικές τράπεζες περιλαμβάνουν σήμερα (2023)
στα κεφάλαιά τους αναβαλλόμενο φόρο, δηλαδή «αέρα», που με τις

προγραμματισμένες τιτλοποιήσεις και πωλήσεις «κόκκινων» δανείων έχει φτάσει
κοντά στο 75%. που αντιστοιχεί σχεδόν στο 84% των εποπτικών τους κεφαλαίων.
Και αυτό εκτός από ιστορικό ρεκόρ είναι μια ελληνική πρωτοτυπία.
Άρα όταν τα βαρίδια κόκκινων δανείων με τα νομικά τους μορφώματα (σέρβισερς
και φάντς) που δεν νομιμοποιούνταν να απαιτήσουν νομικά και δικαστικά τα
κόκκινα δάνεια – προϊόντα οικονομικού εγκλήματος- άρχισαν να γίνονται εφιάλτης
πνιγμού και οι τράπεζες να έχουν πρόβλημα εποπτικών κεφαλαίων, ως δια
μαγείας εκ βουλής εμφανιζόμενη επήλθε η κυβερνητική πρόβλεψη για το τι θα
γίνει.. ενιαία ερμηνεία των δύο νόμων τιτλοποίησης και διαχείρισης και πλήρη
κάλυψη τραπεζών και νομικών εξωχώριων νομικών μορφωμάτων σύστασης με ένα
ευρώ, συν μπόνους Χριστουγέννων πλήρη ασυλία στελεχών ιδρυμάτων, καθώς ο
καθένας όταν αναλαμβάνει θέση δεν αναλαμβάνει και την ευθύνη των πράξεών
του… δια νόμου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι συμβαίνει γενικότερα στη διακυβέρνηση της
χώρας και σηματοδοτεί την αντίληψη των κυβερνώντων ότι μπορούν να επιτύχουν
τα πάντα χωρίς να δίνουν και μεγάλη σημασία ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ και ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ
επιπτώσεις ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ. Τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις των ελληνικών
τραπεζών που έγιναν στα χρόνια κρίσης έγιναν με «συνθετικούς» τρόπους. Κάθε
νέα ανακεφαλαιοποίηση υποδείκνυε ότι η προηγούμενη είχε αποτύχει. Αντί να
διώκονται και να να αλλάζουν οι διοικήσεις, ακόμη κι αν είχαν κάνει το καλύτερο,
αφού η πραγματικότητα κατ’ ουσίαν διέψευδε, αντ΄αυτού ολοκληρώθηκε η
κορύφωση στρέβλωσης με την κατά κυριολεξία ζογκλερική ΑΜΚ Πειραιώς, η οποία
συνοδεύτηκε από μεθοδευμένη διάλυση τιμής ως μέρος σχεδίου που δεν είχε
όμοιό του σε άλλη χώρα.
ΤΙ ΠΡΟΒΛΕΠΟΥΜΕ
ΥΠΕΡ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ οι τράπεζες να πουλήσουν αναβαλλόμενες
φορολογικές απαιτήσεις σε τρίτους, σε επιχειρήσεις που έχουν υψηλό
φορολογητέο εισόδημα με κάποια έκπτωση κερδίζοντας παράλληλα από την αλλαγή
του φορολογικού συντελεστή κάτι το οποίο είναι σύνηθες στο εξωτερικό, το οποίο
έχει δημοσιονομικές παρενέργειες καθώς επιβαρύνει ανάλογα το Δημόσιο χρέος.

Και… φτάσαμε στο τώρα 04/12/2023.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗΣ στην ουσία ως την εκ νέου
καλυμμένη έμμεση χρηματοδότηση των τραπεζών.
ΥΠΕΡ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ . ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ (ν.***/2003) ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΊΡΙΣΗ
(ν.***/2015)
Η πρόσφατη (4/12/2023) νομοθετική πρωτοβουλία (τροπολογία) από τα
Υπουργεία Οικονομικών και Δικαιοσύνης που θωρακίζει νομικά
τους πλειστηριασμούς που διεξάγουν οι servicers, ύστερα από τις δύο εκ διαμέτρου
αντίθετες ερμηνείες που έδωσαν ισάριθμες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, δίνει τη
δυνατότητα στις εταιρίες, «να ασκούν, ως δικαιούχοι διάδικοι ένδικα βοηθήματα, να
προβαίνουν σε δικαστικές ενέργειες, για είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων,
καθώς και να παρίστανται να συμμετέχουν στις αναφερόμενες διαδικασίες».
Καθορίζονται επίσης τα νομιμοποιητικά έγγραφα που απαιτούνται, προκειμένου να
νομιμοποιείται η άσκηση των παρεχόμενων δικαιωμάτων από τους διαχειριστές
πιστώσεων.
—————————————
Μετά τη δημοσιοποίηση της απόφασης του Α.Π βάσει της οποίας σε συγκεκριμένες
περιπτώσεις οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων δεν νομιμοποιούνται να προχωρούν
σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, υπήρξε η σχετική διαβούλευση μεταξύ servicers,
τραπεζών και υπουργείου Οικονομικών, με σκοπό να τακτοποιηθεί άμεσα νομοθετικά
το θέμα. Με βάση τις ίδιες πηγές, η τροπολογία θα προβλέπει ρητή και
κατηγορηματική εφαρμογή των διατάξεων του νόμου που ψηφίσθηκε το 2015 και
αναμένεται να ξεκαθαρίζει ότι οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers)
εκπροσωπούν νομίμως τα SPV που δημιουργήθηκαν σε κάθε τιτλοποίηση δανείων.
Επιπροσθέτως, η εν λόγω αλλαγή θα έχει αναδρομική ισχύ προκειμένου να θωρακίζει
όλες τις τιτλοποιήσεις που έχουν γίνει.
Υπενθυμίζεται ότι το ζήτημα που ανέκυψε με τις αντικρουόμενες αποφάσεις ως προς
τη νομιμοποίηση των servicers να διενεργούν πράξεις αναγκαστικής
εκτέλεσης, είναι ιδιαίτερα σοβαρό καθώς απειλεί τις τιτλοποιήσεις και κατ’ επέκταση
τον μηχανισμό του «Ηρακλή» και «Ηρακλή ΙΙ».
Το νομοθετικό κενό που δίνει τη δυνατότητα διαφορετικής δικαστικής ερμηνείας ως
προς τις δυνατότητες των servicers προκύπτει, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, από το
γεγονός ότι ο νόμος 4354/2015 δεν ήρθε να διορθώσει τη σχετική διάταξη (σ.σ. περί

τιτλοποιήσεων) του ν.3156/2003. Οι τράπεζες ξεκίνησαν τις τιτλοποιήσεις ενήμερων
δανείων το 2003 ως εργαλείο ενίσχυσης της ρευστότητάς τους ενώ με το νόμο του
2015, όταν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είχαν φθάσει στα ύψη, ήρθε να
διαμορφώσει τη δευτερογενή αγορά διαχείρισης των NPLs.
Στην έντονα ανταγωνιστική αγορά του ευρωπαϊκού χώρου η δυσκολία
χρηματοδότησης των φερέγγυων ελληνικών επιχειρήσεων με έκδοση ομολογιακών
δανείων λόγω του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, ενείχε τον κίνδυνο να
οδηγηθούν οι επιχειρήσεις στην αναζήτηση κεφαλαίων και σε επενδύσεις εκτός
ελληνικής κεφαλαιαγοράς.
Στο πλαίσιο αυτό ήταν απαραίτητη η θέσπιση στην Ελλάδα ενός σύγχρονου, πλήρους,
αλλά και συμβατού με την οικογένεια δικαίων στην οποία ανήκει το ελληνικό δίκαιο,
πλέγματος διατάξεων, που θα διασφαλίσουν τη δημιουργία τόσο της
χρηματιστηριακής όσο και της εξωχρηματιστηριακής αγοράς ομολόγων που
εκδίδονται στα πλαίσια ομολογιακών δανείων ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς επίσης
και η θέσπιση διατάξεων που να επιτρέπουν την τιτλοποίηση επιχειρηματικών
απαιτήσεων και απαιτήσεων από ακίνητα (securitisation). Με τον τρόπο αυτόν, η
Ελληνική Κεφαλαιαγορά θα αποκτήσει πληρότητα προς όφελος των επιχειρήσεων και
της εθνικής οικονομίας.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο ξεκινούν οι γενικές, της Εισηγητικής του νόμου
3156/2003, παρατηρήσεις.
Εκ των σημαντικότερων διατάξεων του νόμου, η εισαγωγή του θεσμού της
τιτλοποίησης απαιτήσεων (securitisation) (άρθρο 10), ενός δηλαδή τρόπου
χρηματοδότησης ιδιαίτερα διαδεδομένου στην αλλοδαπή (ο όρος προέρχεται από τον
αγγλικό όρο «securitisation»). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται
στην εκχώρηση απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας
εταιρίας (π.χ. απαιτήσεις μιας τράπεζας από στεγαστικά δάνεια, που αποτελεί μια από
τις πλέον διαδεδομένες περιπτώσεις τιτλοποιήσεων διεθνώς) προς μια άλλη εταιρία, η
οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το
τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο
πλαίσιο ομολογιακού δανείου που η λήπτρια εταιρεία εκδίδει για τον σκοπό αυτόν.
Σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς, η εκδότρια των ομολογιών
ονομάζεται «εταιρία ειδικού σκοπού», ενώ στα αγγλικά αναφέρεται με τον όρο
«special purpose vehicle» ή «special purpose company» και με τα ακρωνύμια «SPV»
ή «SPC».

Η νομοθετική ρύθμιση της τιτλοποίησης, κρίθηκε τόσο απαραίτητη για τον
εκσυγχρονισμό των χρηματοδοτικών τεχνικών στην Ελλάδα προς όφελος των
ελληνικών επιχειρήσεων και της εθνικής οικονομίας, ώστε συνοδεύτηκε από ειδικό
φορολογικό καθεστώς (άρθρο 14) και επί μέρους ρυθμίσεις, κατά παρέκκλιση των
κοινών διατάξεων, επιλύοντας ορισμένα προβλήματα τα οποία θα καθιστούσαν την
τιτλοποίηση πρακτικά ανέφικτη (π.χ. λόγω κόστους) ή ιδιαίτερα δυσχερή (π.χ. λόγω
περίπλοκων καταχωρίσεων σε δημόσια βιβλία ή επί μέρους κοινοποιήσεων σε μεγάλο
αριθμό οφειλετών) είτε διότι θα βελτίωναν την οικονομική κατάσταση της εταιρίας
που θα τιτλοποιούσε τις απαιτήσεις της. Άλλωστε, εάν με τον προσδιορισμό των
επιχειρηματικών κερδών το αποτέλεσμα είναι ζημία εντός του φορολογικού έτους, η
ζημία αυτή θα μεταφέρετο για να συμψηφισθεί με τα επιχειρηματικά κέρδη διαδοχικά
στα επόμενα πέντε (5) φορολογικά έτη (παράγραφος 1 άρθρου 27 νόμου 4172/2013 –
Α’ 167: [Φορολογία Εισοδήματος]).
Η τελευταία προσδοκία, αυτή δηλαδή της βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης της
εταιρίας που θα τιτλοποιούσε τις απαιτήσεις της, αποδείχθηκε όχι απλά εσφαλμένη
αλλά καταστροφική. Και ναι μεν η αναζήτηση θεσμικών ευθυνών από τα κάθε είδους
νομικά πρόσωπα θα προσέκρουε στον λεγόμενο «συστηματικό επενδυτικό κίνδυνο»,
που λόγω έλλειψης οικονομοτεχνικής παιδείας, εύκολα συγχέεται με τον λεγόμενο
«επιχειρηματικό κίνδυνο», στην περίπτωση όμως των νομικών προσώπων που
εκπροσωπούν το Χρηματοπιστωτικό Θεσμό, οι συνέπειες θα ήταν μη αναστρέψιμες
για το σύνολο της ζώνης του ευρώ. Αναγνωρίζοντας, προφανώς, το αναπόφευκτο,
εισήχθησαν για πρώτη φορά οι έννοιες της «Αναβαλλόμενης Φορολογικής
Απαίτησης» και της «Οριστικής Ζημίας», λόγω πιστωτικού κινδύνου, τραπεζών,
εταιρειών χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρειών πρακτορείας επιχειρηματικών
απαιτήσεων (factoring).
Η αρχή θα γινόταν με τον νόμο 4302 (Α΄225/8.10.2014) που αφορούσε μεν τη
ρύθμιση θεμάτων Εφοδιαστικής, στις λοιπές δε διατάξεις και ειδικότερα στο άρθρο
23, προβλέφθηκε προσθήκη, μετά το άρθρο 27 του Ν.4172/2013 (Α΄ 167), άρθρου
27Α, με το οποίο εισήχθη ως προελέχθη η έννοια της «αναβαλλόμενης φορολογικής
απαίτησης», σε περιπτώσεις πτώχευσης, διαδικασίας εξυγίανσης, ειδικής εκκαθάρισης
ή εκκαθάρισης του νομικού προσώπου, που τυχόν προκαλούντο από την ανταλλαγή
ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ή εταιρικών ομολόγων με εγγύηση του
Ελληνικού Δημοσίου [PSI: Private Sector Involvement – Εμπλοκή Ιδιωτικού Τομέα),
διήρκησε δε εννέα μόλις ημέρες καθώς με το άρθρο 5 του νόμου 4303
(Α΄231/17.10.214), τροποποιήθηκε με αναδρομική ισχύ (εκ νέου δε με το άρθρο 4 του
νόμου 4340 (Α' 134/01.11.2015)]. Η συνέχεια έγινε με τον νόμο 4307 (Α΄

246/15.11.2014), με τον οποίο ενσωματώθηκαν μεν οι Αποφάσεις-Πλαίσιο του
Συμβουλίου (α.2008/909/ΔΕΥ/27-11-2008 και β.2008/947/ΔΕΥ/27-11-2008, όπως
τροποποιήθηκαν στις 26-02-2009 με την Απόφαση – Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ και
γ.2009/829/ΔΕΥ/23-10-2009), με το άρθρο 78, όμως, οι παράγραφοι 3 και 4 στο
άρθρο 27 του ν. 4172/2013 (Α`167), αναριθμήθηκαν ως παράγραφοι 4 και 5,
προστέθηκε δε παράγραφος 3 με την οποία εισήχθη, ως ανωτέρω, η έννοια της
«οριστικής ζημίας» τραπεζών, εταιρειών χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρειών
πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring).
Ήδη, το 2015 το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων είχε καταστεί μείζον
κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα. Η οικονομική ύφεση των προηγουμένων ετών,
σε συνδυασμό με τον υπερδανεισμό που προηγήθηκε υπαιτιότητα των τραπεζών,
άλλως θα μιλάγαμε για υφαρπαγή δανείων από την εγκληματική οργάνωση
δανειοληπτών, οδήγησαν σε μία ραγδαία αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Αποτέλεσμα της αύξησης αυτής ήταν η καταγραφή μεγάλων ζημιών των πιστωτικών
ιδρυμάτων, γεγονός που είχε σοβαρές επιπτώσεις στη σταθερότητα του τραπεζικού
συστήματος. Παράλληλα, ολοένα και περισσότεροι οφειλέτες έφταναν στα όρια της
απόγνωσης, καθώς τα πιστωτικά ιδρύματα δεν πρότειναν προτάσεις ρύθμισης των
δανείων δυνάμενες να γίνουν αποδεκτές από τους οφειλέτες, καθώς μία ευνοϊκή για
τον οφειλέτη πρόταση ρύθμισης ΔΗΘΕΝ θα εξέθετε τον εκπρόσωπο του πιστωτικού
ιδρύματος σε κίνδυνο κατηγορίας για απιστία, [αδίκημα που ΔΗΘΕΝ κατέστη κατ’
έγκληση διωκόμενο με τις τροποποιήσεις που επέφερε στον Ποινικό Κώδικα ο νόμος
4637/2019 (παράγραφος 3 άρθρου 12)] και επομένως τα πιστωτικά ιδρύματα ήταν
ΔΗΘΕΝ αναγκασμένα να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση κατά των οφειλετών,
λύση ΔΗΘΕΝ μη συμφέρουσα για τον οφειλέτη διότι στερείτο των περιουσιακών του
στοιχείων, στην ουσία το πιστωτικό ίδρυμα εισέπραττε μικρό μόνο μέρος της
ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗΣ αξίωσής του.
Στο πρόβλημα, λοιπόν, των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η νέα πρόφαση λύση πάλι
και πάντα για τις τράπεζες (ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ), θα έδινε η δημιουργία
δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων. Κατά το αφήγημα η δημιουργία
μιας τέτοιας αγοράς θα ήταν ωφέλιμη για τα πιστωτικά ιδρύματα που θα μπορούσε
να ενισχύσει άμεσα τη ρευστότητά τους μετά την κατασπατάληση των
αποταμιεύσεων των Ελλήνων φορολογούμενων και των θαλασσοδανείων που
αφειδώς και ασύστολα χορηγούσαν. Όσο και για τους οφειλέτες το αφήγημα
δικαιολογίας ήταν μυθιστόρημα. Ο δανειολήπτης θα μπορούσε να λάβει από τον
εκδοχέα πολύ ευνοϊκότερες προτάσεις ρύθμισης, απ’ ότι θα μπορούσε να λάβει από το
πιστωτικό ίδρυμα, διότι (κατά το αφήγημα) ο εκδοχέας θα έχει αγοράσει την

απαίτηση σε τιμή μικρότερη της ονομαστικής της αξίας και επομένως μία πρόταση
ρύθμισης, που θα ήταν ζημιογόνα για το πιστωτικό ίδρυμα και δεν θα μπορούσε να
προταθεί από αυτό, θα ήταν κερδοφόρα για τον εκδοχέα.
Την κερδοσκοπία μετά την εγκληματική διασπάθιση δημόσιου χρήματος την
ονόμασαν ωφέλεια για τα δύο μέρη (εκδοχέα-δανειολήπτη).
Παράλληλα, θα θεσπίζετο καθεστώς αυστηρής εποπτείας των εταιριών διαχείρισης
και μεταβίβασης των απαιτήσεων και υποχρέωσή τους να τηρούν τον Κώδικα
Δεοντολογίας Τραπεζών, ώστε να διασφαλίζεται ότι σε κάθε περίπτωση δεν θα
χειροτερεύσει η νομική ή πραγματική θέση του οφειλέτη μόνο και μόνο λόγω της
μεταβίβασης της οφειλής του ή της ανάθεσής της προς διαχείριση.
Σημειωτέο ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας δεν δεσμεύει απλά συμβουλεύει τις τράπεζες
να ακολουθούν το σαβουάρ βιβρ (τρόπους συμπεριφοράς).
Με τα αμέσως δύο ανωτέρω περιεχόμενα, ξεκίναγε η αιτιολογική έκθεση του νόμου
4354 (Α΄176/16.12.2015).
Μετά την ψήφιση του νόμου 4354/2015, το πιστωτικό ίδρυμα μπορούσε όντως να
ενισχύσει άμεσα τη ρευστότητά του εισπράττοντας άμεσα ένα τμήμα της αμοιβής του,
τα οικονομικά του όμως μεγέθη θα κατέρρεαν λόγω της πώλησης σε τιμή μικρότερη
των ονομαστικών αξιών. ΥΠΕΡ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ λύση δόθηκε με
συνεχείς τροποποιήσεις των ως άνω άρθρων που εισήγαγαν τις έννοιες
«Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης» που αναφέραμε ανωτέρω, και
«Οριστικής Ζημίας», λόγω πιστωτικού κινδύνου, τραπεζών, εταιρειών
χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρειών πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων
(factoring).
Έτσι, η παράγραφος 3 του άρθρου 27, θα τροποποιηθεί με την παράγραφο 1 του
άρθρου 43 του νόμου 4465/2017, εκ νέου με την παράγραφο 3 του άρθρου 27 του
νόμου 4701/2020 και μέχρις νεωτέρας με το άρθρο 125 του νόμου 4831/2021.
Οι δε παράγραφοι 2,4,9 και 10 του άρθρου 27Α, θα τροποποιηθούν με την παράγραφο
2 του άρθρου 43 του νόμου 4465/2017. Η παράγραφος 12 του άρθρου 27Α, θα
τροποποιηθεί με την παράγραφο 3 του άρθρου 80 του νόμου 4484/2017. Η
παράγραφος 6 του άρθρου 27Α, θα τροποποιηθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 114
του νόμου 4549/2018. Μέχρις δε νεωτέρας, η παράγραφος 3 του άρθρου 27Α, θα
τροποποιηθεί με με το άρθρο 13 του νόμου 4722/2020.

ΥΠΕΡ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ συνοπτικά, εδόθη,
Πρώτον, λύση και έμμεση ανακεφαλαιοποίση για τα πιστωτικά ιδρύματα που
ξεπούλησαν τις απαιτήσεις τους εκ δανείων και πιστώσεων, σε τιμές μικρότερες των
ονομαστικών τους αξιών, χρεώνοντας (κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 27 του
νόμου 4173/2013, ως ισχύει) το συνολικό ποσό της ζημίας που προέκυψε από τη
μεταβίβαση, κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015 (Α’ 176) ή του ν. 3156/2003 (Α’
157), στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ως οιωνεί εγγυητής εκάστου δανειολήπτη,
αντιλογίζει την ως άνω ζημία μέσω της «αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης» για
είκοσι έτη, κατ’ άρθρον 27Α του νόμου 4172/2013, ως ισχύει.
Όπως αναφέραμε ανωτέρω οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις δεν είναι
άμεσα καταβεβλημένο κεφάλαιο. Πρόκειται για μια δέσμευση του ελληνικού
Δημοσίου να τις καταβάλει άμεσα ή έμμεσα (με τη μη καταβολή φόρου από τις
τράπεζες), αλλά υπολογίζεται στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών. Η
αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση προκύπτει με βάση τη ζημία που προέκυψε το
2012 λόγω του PSI και η οποία προβλέπεται να αποσβεστεί σε 30 χρόνια, καθώς και
τις ζημίες που εγγράφουν οι τράπεζες λόγω τιτλοποιήσεων στο πλαίσιο της
εξυγίανσης από τα κόκκινα δάνεια και οι οποίες αποσβένονται σε ορίζοντα
20ετίας. Βασικό σηµείο ευαλωτότητας των συστηµικών τραπεζών καθώς η
αναβαλλόµενη φορολογία, ανέρχεται (Μάρτιος 2023) από 85% που ήταν στο 70%
περίπου του ισολογισµού τους.
{Το ύψος του DTC (αναβαλλόμενος φόρος) έχει μειωθεί τα τελευταία δύο χρόνια
κατά περίπου 2 δισ. ευρώ (τον Δεκέμβριο του 2020 ήταν 15,1 δισ. ευρώ),
περισσότερο λόγω του ύψους κερδοφορίας των τραπεζών (αύξηση των επιτοκίων
δανεισμού – μείωση των επιτοκίων καταθέσεων) και λιγότερο λόγω των ετησίων
αποσβέσεων. Το ερώτημα είναι πόσο θα συνεχίσουν και με ποια προοπτική να έχουν
κερδοφορία}.
ΥΠΕΡ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ δεν εδόθη λύση για τον δανειολήπτη, που
σε αντίθεση με την αιτιολογική του νόμου 4354/2015 έκθεση, δεν ελάμβανε ούτε θα
λαμβάνει από τον εκδοχέα ευνοϊκότερες προτάσεις ρύθμισης, αν και ο εκδοχέας έχει
αγοράσει την απαίτηση σε τιμή μικρότερη της ονομαστικής της αξίας και επομένως
μία πρόταση ρύθμισης, (όπως ήταν το αφήγημα) που θα ήταν ζημιογόνα για το
πιστωτικό ίδρυμα και δεν θα μπορούσε να προταθεί από αυτό, θα ήταν κερδοφόρα για
τον εκδοχέα. Ούτε όμως και για την Εθνική Οικονομία, (ΤΕΛΙΚΑ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ
ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ), που απολύει έσοδα από τους εκδοχείς των
τραπεζικών απαιτήσεων, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι τα φορολογικά οφέλη των

διατάξεων του νόμου 3156/2003, της αποστερούν περαιτέρω έσοδα με την
αναγκαστική είσπραξη των εν λόγω απαιτήσεων στις ονομαστικές τους αξίες την
στιγμή που η προκληθείσα από τις μεταβιβάσεις αυτές ζημία έχει μεγεθύνει το
Δημόσιο Έλλειμμα σε περισσότερο από 58 δις. ευρώ που αναλογεί στους
αναλογούντες 14 φόρους που φοροαπαλάχτηκαν με τον ν.3156/2003.
Ο κατά το άρθρο 14, Ν. 3156/2003, κατά προσέγγιση υπολογισμός και προσδιορισμός
του συνόλου των αναλογουσών απαλλαγών που αντιστοιχούν στους εξής άμεσους και
έμμεσους φόρους, τέλη και δικαιώματα:
⦁ Φόρος Μεταβίβασης
⦁ Φόρος Εισοδήματος Νομικών Προσώπων
⦁ Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ)
⦁ Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) – Συμπληρωματικός Φόρος
⦁ Τέλη Χαρτοσήμου από το εισόδημα των εξασφαλισθέντων ακινήτων
⦁ Φόρος από τα κέρδη πώλησης των εξασφαλισθέντων ακινήτων (Φόρος Υπεραξίας)
⦁ Φόρος Κεφαλαιοποίησης/Διανομής στους Μετόχους του Αφορολόγητου
Αποθεματικού
⦁ Τέλη Χαρτοσήμου
⦁ Εισφορά Ν. 128/1975
⦁ Δικαιώματα υπέρ ΚΑΠ (Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών)
⦁ Τέλη και Δικαιώματα Υποθ/κείου, Ενεχ/κείου
⦁ Δικαιώματα υπέρ Δημοσίου
⦁ Δικαιώματα Συμβολαιογράφων
⦁ Δικαιώματα Ταμείου Νομικών.
Εκτός των ανωτέρω, που έχουν επιτευχτεί με πίεση ΥΠΕΡ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ από τα τραπεζικά ιδρύματα, τους σέρβιρες και φαντς (εκδοχείς)
προς την εκάστοτε κυβέρνηση ως εγγυητή της κερδοσκοπικής πρακτικής τους, οι
εκδοχείς, ενώ έχουν αποκτήσει τιτλοποιημένες απαιτήσεις κατά τις διατάξεις του
νόμου 3156/2003 και προβαίνουν σε πωλήσεις των απαιτήσεων αυτών κατά τις
διατάξεις του νόμου 4354/2015, δεν προέβησαν, τουλάχιστον προγενέστερα, ούτε
στην αποτιτλοποίησή τους όπως ορίζεται και προβλέπεται τραπεζικά-
χρηματοπιστωτικά.
Συλλογή  γνωμών και θέσεων από διάφορους νομικούς συγγραφείς για τους
εκχωρείς και την πρόσφατη τροπολογία.

<< Ακόμη και η αναδρομική ex lege απονομή στις ΕΔΑΔΠ της εξουσίας επίσπευσης
δικαστικών ενεργειών (εξουσία μη δικαιούχου διαδίκου) θίγει τη συμβατική
ελευθερία των ΕΑΑΔΠ. Και τούτο, διότι οι ΕΑΑΔΠ δεν παραχώρησαν στις ΕΔΑΔΠ,
με τις συμβάσεις ανάθεσης της διαχείρισης που συνήψαν με τις τελευταίες, την
εξουσία επίσπευσης δικαστικών ενεργειών. Ούτε θα μπορούσαν άλλωστε, διότι η
εξαιρετική νομιμοποίηση μόνο από τον νόμο μπορεί να προβλέπεται. Ωστόσο, ο
νόμος δεν μπορεί αναδρομικά να προβλέψει τέτοια εξουσία, διότι ανατρέπει το
δικαιοπρακτικό θεμέλιο επί του οποίου η ΕΑΑΔΠ στήριξε τη σύναψη της σύμβασης
ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων. Επομένως, τυχόν ρύθμιση μόνο για το μέλλον θα
μπορεί να ισχύσει. Ως προς τις συναφθείσες κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος της
ρύθμισης συμβάσεις ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, θα πρέπει να συναφθούν νέες
συμβάσεις τροποποιητικές συμβάσεις, προκειμένου οι ΕΔΑΔΠ να αποκτήσουν την
εξουσία επιχείρησης δικαστικών ενεργειών. Διότι μόνο έτσι οι αναθέτουσες ΕΑΑΔΠ
θα έχουν προ οφθαλμών το νέο νομοθετικό πλαίσιο και θα γνωρίζουν ότι η σύναψη
της τροποποιητικής σύμβασης θα έχει ως αυτόθροη συνέπεια την υπαγωγή στον Ν.
3156/2003, που προβλέπει εξαιρετική νομιμοποίηση της ΕΔΑΔΠ.
Η δε αναδρομική δύναμη του νόμου σε εκκρεμείς δίκες δημιουργεί ζήτημα επέμβασης
της νομοθετικής λειτουργίας στο έργο της δικαστικής, ώστε να τίθεται ζήτημα
παραβίασης της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των λειτουργιών (βλ. Δ.
Παπαστερίου, Γενικές αρχές αστικού δικαίου, 2009, § 10, σελ. 124-126, υποσημ. 175).
Κατά την απολύτως κρατούσα άποψη, καταρχήν δεν αμφισβητείται η δυνατότητα του
νομοθέτη να επεμβαίνει και σε εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων υποθέσεις, όταν
όμως αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος
(βλ. Π. Λαδά, Γενικές αρχές αστικού δικαίου, τόμος 1, 2007, § 5, σ. 128, αρ. 40).
Εν προκειμένω, δεν υφίσταται τέτοιος λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου
συμφέροντος, που να δικαιολογεί την επέμβαση του νομοθέτη και επί των εκκρεμών
δικών. Η ρύθμιση αυτή εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα των ΕΔΑΔΠ
διαμορφώνοντας ένα νομικό πλαίσιο με στόχο την αγοραπωλησία των μη
εξυπηρετούμενων δανείων με φοροαπαλλαγή.
Με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: “Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον
του νόμου”. Η αρχή της ισότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο αυτό του
Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη,
όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες
προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός
χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με
την επιβολή μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που

αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται
από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν ή επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου,
κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, δημιουργουμένης διαφορετικά ανισότητας στη
νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας. Η παραβίαση της συνταγματικής
αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του
κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους
όρους. Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος
της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η
ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή
πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες
κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε
μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια,
που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης. Πρέπει, όμως, η
επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της
ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων που
τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων
που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Και μπορεί μεν, σε όλως
εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη
συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές
ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος,
είναι πρόσφορες για την επίτευξη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας