Από τις μυστικές διαπραγματεύσεις και τη σύγκρουση στο Στενό του Ορμούζ μέχρι την πολιτική κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αντιπαράθεση με το Ιράν αποκαλύπτει τα όρια της δυτικής στρατηγικής και επιταχύνει τη μετάβαση προς έναν πολυπολικό κόσμο.
Εισαγωγή
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν έχει εισέλθει σε μια νέα και εξαιρετικά επικίνδυνη φάση. Το Στενό του Ορμούζ, ένας από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη, έχει μετατραπεί σε επίκεντρο μιας σύγκρουσης όπου η στρατιωτική ισχύς, η οικονομία, η ενέργεια και η διπλωματία λειτουργούν ταυτόχρονα.
Τις τελευταίες ημέρες, πληροφορίες για ένα προσχέδιο συμφωνίας με τη μεσολάβηση του Κατάρ προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στις διεθνείς αγορές. Ωστόσο, μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα μια οριστική συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης. Οι δύο πλευρές εξακολουθούν να εξετάζουν προτάσεις, ενώ οι όροι που θέτει το Ιράν φαίνεται ότι αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για οποιαδήποτε πραγματική αποκλιμάκωση.
Την ίδια στιγμή, η ένταση δεν περιορίζεται στις διαπραγματεύσεις. Πληροφορίες για περιορισμένα στρατιωτικά πλήγματα, περιστατικά στη θάλασσα και αυξημένη στρατιωτική ετοιμότητα δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο ένα μεμονωμένο γεγονός θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη κλιμάκωση. Ορισμένες από αυτές τις πληροφορίες έχουν επιβεβαιωθεί δημόσια, ενώ άλλες παραμένουν ανεπιβεβαίωτες και πρέπει να αντιμετωπίζονται με την απαραίτητη επιφύλαξη.
Πίσω όμως από τις στρατιωτικές κινήσεις βρίσκεται μια πολύ βαθύτερη γεωπολιτική σύγκρουση. Το Ιράν δεν βρίσκεται μόνο απέναντι στην αμερικανική πίεση. Η Ρωσία και η Κίνα παρακολουθούν και συμμετέχουν διπλωματικά στη διαμόρφωση των εξελίξεων, ενώ περιφερειακές δυνάμεις όπως το Κατάρ και το Πακιστάν επιχειρούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη μεσολάβηση και στη διαμόρφωση των νέων ισορροπιών.
Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν αποτελεί έτσι μια δοκιμασία για ολόκληρη τη διεθνή τάξη. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η προσπάθεια της Ουάσινγκτον να διατηρήσει την πολιτική και στρατιωτική της επιρροή σε μια περιοχή ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια οικονομία. Από την άλλη, διαμορφώνεται σταδιακά ένα πολυπολικό περιβάλλον, στο οποίο κράτη και δυνάμεις εκτός του δυτικού μπλοκ διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία και καθοριστικότερο ρόλο.
Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το αν θα υπάρξει συμφωνία ή νέος πόλεμος. Αφορά το κατά πόσο η στρατηγική της πίεσης, των κυρώσεων και της στρατιωτικής απειλής μπορεί ακόμη να επιβληθεί σε έναν κόσμο που αλλάζει.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη διάσταση της σημερινής κρίσης: η αντιπαράθεση στο Ιράν και στο Στενό του Ορμούζ δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή. Αποτελεί μία ακόμη μεγάλη σύγκρουση για το ποιος θα καθορίσει τους κανόνες της νέας παγκόσμιας τάξης.
Κεφάλαιο 1. Η Μέση Ανατολή στο χείλος μιας νέας σύγκρουσης
Η κρίση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν εξελίσσεται πλέον μέσα από μία μόνο γραμμή αντιπαράθεσης. Διπλωματικές διαπραγματεύσεις, στρατιωτικές κινήσεις, ενεργειακή πίεση και επιχειρήσεις περιορισμένης κλίμακας συνυπάρχουν ταυτόχρονα, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Στενό του Ορμούζ. Η περιοχή δεν αποτελεί απλώς έναν γεωγραφικό διάδρομο, αλλά έναν από τους σημαντικότερους κόμβους της παγκόσμιας ενεργειακής οικονομίας. Κάθε σοβαρή διακοπή ή περιορισμός της ναυσιπλοΐας μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, τη μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου και το κόστος της παγκόσμιας ναυτιλίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι πληροφορίες για πιθανή συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης προκάλεσαν άμεσες αντιδράσεις στις αγορές. Η πτώση της τιμής του πετρελαίου μετά τη δημοσιοποίηση πληροφοριών για ένα προσχέδιο συμφωνίας έδειξε πόσο ευαίσθητη παραμένει η παγκόσμια οικονομία απέναντι στις εξελίξεις στην περιοχή.
Ωστόσο, μέχρι τη στιγμή της δημοσιοποίησης των συγκεκριμένων πληροφοριών, δεν είχε ανακοινωθεί επίσημη και οριστική συμφωνία.
Αυτό είναι το πρώτο κρίσιμο στοιχείο της σημερινής κατάστασης: υπήρχε προσχέδιο και διαπραγμάτευση, αλλά όχι επιβεβαιωμένη τελική συμφωνία.
Το Κατάρ εμφανίζεται να έχει αναλάβει σημαντικό ρόλο στη μεταφορά προτάσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, η Ντόχα έχει παρουσιάσει ένα πλαίσιο που επιχειρεί να συνδέσει την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης με τη σταδιακή επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ.
Παράλληλα, η ιρανική πλευρά έχει συνδέσει οποιαδήποτε ουσιαστική αποκλιμάκωση με ευρύτερα ζητήματα ασφαλείας και οικονομικής πίεσης, συμπεριλαμβανομένου του τερματισμού των εχθροπραξιών, της χαλάρωσης ή άρσης των κυρώσεων και της παροχής εγγυήσεων για την εφαρμογή οποιασδήποτε συμφωνίας. Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει επιβεβαίωση ότι οι βασικές αυτές απαιτήσεις έχουν γίνει δεκτές στο σύνολό τους.
Η στρατιωτική ένταση, την ίδια στιγμή, δεν έχει εξαφανιστεί.
Στο νησί Κεσμ έχουν αναφερθεί περιστατικά που συνδέονται με αμερικανικές επιχειρήσεις εναντίον ιρανικών στρατιωτικών στόχων. Ορισμένες βασικές πτυχές του περιστατικού έχουν επιβεβαιωθεί μέσα από δημόσιες πολιτικές δηλώσεις, ενώ η πλήρης εικόνα για τις ζημιές, τις απώλειες και τον ακριβή αριθμό προηγούμενων επιχειρήσεων παραμένει ασαφής.
Αυτός ο περιορισμένος χαρακτήρας των συγκρούσεων έχει ιδιαίτερη σημασία.
Καμία πλευρά, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν φαίνεται να επιδιώκει δημόσια την άμεση μετάβαση σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Αντίθετα, διαμορφώνεται ένα μοντέλο ελεγχόμενης κλιμάκωσης, όπου στρατιωτικές ενέργειες μπορούν να παρουσιάζονται ως αμυντικές, περιορισμένες ή μεμονωμένες.
Όμως αυτή η στρατηγική κρύβει έναν εξαιρετικά σοβαρό κίνδυνο.
Όσο περισσότερο οι δύο πλευρές πραγματοποιούν ενέργειες που βρίσκονται κάτω από το όριο μιας επίσημης πολεμικής σύγκρουσης, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος λανθασμένης ερμηνείας. Μια περιορισμένη επίθεση μπορεί να θεωρηθεί από την άλλη πλευρά ως προετοιμασία για ευρύτερη στρατιωτική εκστρατεία. Μια αμυντική αντίδραση μπορεί, αντίστοιχα, να παρουσιαστεί ή να εκληφθεί ως έναρξη νέας κλιμάκωσης.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται σήμερα η Μέση Ανατολή.
Η περιοχή δεν βρίσκεται ούτε σε πλήρη ειρήνη ούτε σε έναν επίσημα κηρυγμένο γενικευμένο πόλεμο. Βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση, όπου η διπλωματία συνεχίζεται ενώ παράλληλα διατηρείται η στρατιωτική πίεση. Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνται την ίδια στιγμή που οι στρατιωτικές δυνάμεις παραμένουν σε αυξημένη ετοιμότητα και οι ενεργειακές αγορές αντιδρούν σε κάθε νέα πληροφορία.
Το αποτέλεσμα είναι μια κρίση στην οποία ακόμη και μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία μπορεί να επηρεάσει τις τιμές του πετρελαίου, να αυξήσει τα ασφάλιστρα των πλοίων και να προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η επόμενη εξέλιξη, επομένως, δεν θα καθοριστεί μόνο από το αν θα υπογραφεί μια συμφωνία. Θα εξαρτηθεί και από το αν η Ουάσινγκτον και η Τεχεράνη θα μπορέσουν να βρουν έναν μηχανισμό αποκλιμάκωσης πριν ένα νέο περιστατικό καταστήσει τη διπλωματία δευτερεύουσα μπροστά στη στρατιωτική δυναμική.
Και όσο το Στενό του Ορμούζ παραμένει στο επίκεντρο της σύγκρουσης, η κρίση δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν. Αφορά την ενεργειακή ασφάλεια ολόκληρου του πλανήτη και, ευρύτερα, τη σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικές αντιλήψεις για τη διεθνή τάξη που διαμορφώνεται.
Κεφάλαιο 2. Δεν υπήρχε συμφωνία: το σχέδιο του Κατάρ και ο πόλεμος των όρων
Στο επίκεντρο της πρόσφατης κρίσης βρέθηκε η πληροφορία ότι το Κατάρ είχε αναλάβει ρόλο μεσολαβητή ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη, επιχειρώντας να διαμορφώσει ένα πλαίσιο αποκλιμάκωσης. Η πληροφορία αυτή δημιούργησε την εντύπωση ότι οι δύο πλευρές βρίσκονταν κοντά σε μια συμφωνία. Η πραγματική εικόνα, όμως, φαίνεται να ήταν περισσότερο σύνθετη.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, υπήρχε προσχέδιο και διαδικασία διαπραγμάτευσης, αλλά δεν υπήρχε επίσημα ανακοινωμένη και οριστική συμφωνία. Η διάκριση αυτή είναι ουσιαστική. Ένα προσχέδιο μπορεί να αποτελέσει βάση συζήτησης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι πλευρές έχουν αποδεχθεί τους όρους του ή ότι έχει επιτευχθεί πολιτική συμφωνία.
Η Ντόχα, αξιοποιώντας τις σχέσεις της τόσο με την Τεχεράνη όσο και με την Ουάσινγκτον, φαίνεται ότι επιχείρησε να λειτουργήσει ως δίαυλος επικοινωνίας σε μια περίοδο κατά την οποία η άμεση αντιπαράθεση είχε φτάσει σε εξαιρετικά επικίνδυνο επίπεδο. Ο ρόλος αυτός δεν περιοριζόταν απλώς στη μεταφορά μηνυμάτων. Στο τραπέζι βρισκόταν η προσπάθεια να συνδεθεί η πολιτική αποκλιμάκωση με τη σταθεροποίηση της κατάστασης στο Στενό του Ορμούζ.
Αυτό, όμως, ήταν και το σημείο όπου άρχιζε η πραγματική σύγκρουση.
Για την Τεχεράνη, η αποκλιμάκωση δεν μπορούσε να περιοριστεί σε μια προσωρινή παύση της έντασης. Οι ιρανικές θέσεις, όπως παρουσιάστηκαν μέσα από τις διαθέσιμες πληροφορίες και δημόσιες τοποθετήσεις, συνδέονταν με πολύ ευρύτερα ζητήματα. Μεταξύ αυτών βρίσκονταν ο τερματισμός της στρατιωτικής πίεσης, η παύση των επιθετικών ενεργειών, η αντιμετώπιση του ζητήματος των κυρώσεων και η παροχή ουσιαστικών εγγυήσεων ασφαλείας.
Με άλλα λόγια, η Τεχεράνη δεν αντιμετώπιζε το ζήτημα του Ορμούζ ως ένα μεμονωμένο τεχνικό πρόβλημα της διεθνούς ναυσιπλοΐας. Το συνέδεε με το συνολικό πλαίσιο της αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Από την άλλη πλευρά, η Ουάσινγκτον είχε κάθε λόγο να επιδιώκει την αποκατάσταση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας και την αποφυγή μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης. Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί κρίσιμο σημείο για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μια παρατεταμένη κρίση στην περιοχή θα είχε συνέπειες όχι μόνο για τις χώρες της Μέσης Ανατολής, αλλά και για τις διεθνείς αγορές, τις τιμές της ενέργειας και τις μεγάλες οικονομίες της Ασίας.
Εδώ ακριβώς βρισκόταν η βασική αντίφαση των διαπραγματεύσεων.
Η αμερικανική πλευρά μπορούσε να επιδιώκει μια άμεση σταθεροποίηση της ναυσιπλοΐας, ενώ η ιρανική πλευρά φαίνεται ότι συνέδεε οποιαδήποτε ουσιαστική αποκλιμάκωση με μια ευρύτερη πολιτική διευθέτηση. Έτσι, το ζήτημα δεν ήταν απλώς αν θα «άνοιγε» ή θα «έκλεινε» το Στενό του Ορμούζ. Το πραγματικό ερώτημα ήταν ποιος θα έκανε τις πρώτες και ουσιαστικότερες παραχωρήσεις.
Αυτό εξηγεί γιατί η εμφάνιση πληροφοριών για προσχέδιο συμφωνίας μπορούσε να προκαλέσει αισιοδοξία στις αγορές χωρίς να σημαίνει ότι η κρίση είχε πραγματικά τελειώσει.
Οι αγορές αντιδρούν στις προσδοκίες. Η πολιτική και η στρατηγική, δυστυχώς για όσους επενδύουν στην ιδέα ότι όλα λύνονται με ένα δελτίο Τύπου, απαιτούν κάτι περισσότερο από προσδοκίες.
Μια προσωρινή συμφωνία ή ένα πλαίσιο αρχών θα μπορούσε να μειώσει την ένταση. Δεν θα έλυνε όμως αυτομάτως τα βαθύτερα προβλήματα που βρίσκονται πίσω από τη σύγκρουση. Οι κυρώσεις, η στρατιωτική παρουσία, το πυρηνικό ζήτημα, οι περιφερειακές ισορροπίες και η ίδια η θέση του Ιράν στη νέα διεθνή πραγματικότητα αποτελούν ζητήματα που δεν μπορούν να εξαφανιστούν μέσα από μια συμφωνία περιορισμένης εμβέλειας.
Παράλληλα, η διαδικασία των διαπραγματεύσεων αποκάλυψε και κάτι ακόμη: το γεγονός ότι η διαχείριση της κρίσης δεν πραγματοποιείται πλέον αποκλειστικά μέσα από τους παραδοσιακούς δυτικούς μηχανισμούς.
Το Κατάρ εμφανίστηκε ως σημαντικός περιφερειακός μεσολαβητής, ενώ παράλληλα η Ρωσία, η Κίνα και άλλες δυνάμεις παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και διατηρούν δικούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη. Η κρίση αυτή, επομένως, δεν είναι μόνο μια διμερής διαμάχη ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν.
Είναι μια διαπραγμάτευση μέσα σε ένα ευρύτερο πολυπολικό περιβάλλον.
Το Κατάρ επιχειρεί να αποτρέψει μια καταστροφική περιφερειακή σύγκρουση. Η Κίνα έχει άμεσο ενδιαφέρον για τη σταθερότητα των ενεργειακών διαδρομών. Η Ρωσία παρακολουθεί τις συνέπειες της κρίσης τόσο για τη Μέση Ανατολή όσο και για τη συνολική ισορροπία ισχύος απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Πακιστάν, λόγω της γεωγραφικής και πολιτικής του θέσης, μπορεί επίσης να αποκτήσει ιδιαίτερο ρόλο στις περιφερειακές διεργασίες.
Έτσι, το λεγόμενο σχέδιο του Κατάρ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια απλή διπλωματική πρωτοβουλία. Αποτελεί μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης προσπάθειας να αποφευχθεί η μετάβαση από την ελεγχόμενη κλιμάκωση σε έναν πόλεμο του οποίου οι συνέπειες θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να περιοριστούν.
Μέχρι να υπάρξει επίσημη, σαφής και αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη.
Η ύπαρξη διαπραγματεύσεων είναι ασφαλώς σημαντική. Δεν αποτελεί όμως από μόνη της εγγύηση ειρήνης.
Στην πραγματικότητα, όσο οι δύο πλευρές συνεχίζουν να διαφωνούν στους βασικούς όρους της αποκλιμάκωσης, κάθε προσχέδιο συμφωνίας παραμένει ακριβώς αυτό που είναι: ένα προσχέδιο.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάσταση της παρούσας φάσης. Η κρίση δεν βρίσκεται ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη με έναν καθαρό τρόπο. Βρίσκεται σε μια γκρίζα ζώνη, όπου η διπλωματία, η στρατιωτική πίεση και η γεωοικονομική ισχύς χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.
Το επόμενο μεγάλο πεδίο αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκεται στο ίδιο το Στενό του Ορμούζ. Εκεί όπου η γεωγραφία μετατρέπεται σε στρατηγικό όπλο και όπου ο έλεγχος της ναυσιπλοΐας μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη πολιτική σημασία ακόμη και από μια μεμονωμένη στρατιωτική σύγκρουση.
Κεφάλαιο 2 έτοιμο. Κρατάει τη γραμμή που συμφωνήσαμε και οδηγεί οργανικά στο επόμενο:
Κεφάλαιο 3. Το Στενό του Ορμούζ ως όπλο γεωοικονομικής ισχύος
Εκεί θα αναπτύξουμε αναλυτικά:
- πετρέλαιο και LNG,
- δεξαμενόπλοια και εμπορική ναυτιλία,
- περιορισμούς και άδειες διέλευσης,
- την οικονομική πίεση μέσω της ναυσιπλοΐας,
- τον τρόπο με τον οποίο το Ιράν μπορεί να μετατρέψει τη γεωγραφική του θέση σε στρατηγικό πλεονέκτημα,
- και τις συνέπειες για Κίνα, Ασία και παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Εκεί αρχίζει να φαίνεται καθαρά η πραγματική διάσταση της σύγκρουσης: δεν πρόκειται μόνο για στρατιωτική αντιπαράθεση, αλλά για γεωγραφία που μετατρέπεται σε οικονομική και πολιτική ισχύ. Και, όπως πάντα, ένας στενός θαλάσσιος διάδρομος καταφέρνει να κρατάει όμηρη την παγκόσμια οικονομία. Θαυμάσιο σύστημα σχεδιασμού, πραγματικά.
Κεφάλαιο 3. Το Στενό του Ορμούζ ως όπλο γεωοικονομικής ισχύος
Το Στενό του Ορμούζ δεν αποτελεί απλώς ένα γεωγραφικό πέρασμα ανάμεσα στον Περσικό Κόλπο και τον Κόλπο του Ομάν. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κόμβους του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος. Μέσα από αυτή τη σχετικά περιορισμένη θαλάσσια περιοχή περνά ένα μεγάλο μέρος των ενεργειακών φορτίων που συνδέουν τη Μέση Ανατολή με τις αγορές της Ασίας και του υπόλοιπου κόσμου.
Γι’ αυτό και κάθε κρίση γύρω από το Ορμούζ έχει συνέπειες πολύ μεγαλύτερες από τα γεωγραφικά όρια της περιοχής.
Η σημασία του Στενού βρίσκεται πρωτίστως στη σχέση του με τη μεταφορά πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Οι χώρες του Περσικού Κόλπου εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη θαλάσσια πρόσβαση μέσω αυτού του διαδρόμου για την εξαγωγή των ενεργειακών τους προϊόντων. Ταυτόχρονα, μεγάλες ασιατικές οικονομίες εξαρτώνται από τη συνεχή και ασφαλή ροή αυτών των φορτίων.
Μια σοβαρή διαταραχή της ναυσιπλοΐας θα μπορούσε επομένως να δημιουργήσει αλυσιδωτές συνέπειες. Οι τιμές της ενέργειας θα μπορούσαν να αυξηθούν, το κόστος ασφάλισης των πλοίων να εκτοξευθεί και οι εταιρείες να αναγκαστούν να επανεξετάσουν τις διαδρομές και τις συνθήκες μεταφοράς.
Όμως η στρατηγική σημασία του Ορμούζ δεν περιορίζεται στην πιθανότητα ενός πλήρους αποκλεισμού.
Αντίθετα, η πραγματική γεωοικονομική ισχύς μπορεί να βρίσκεται σε πιο σύνθετες μορφές ελέγχου.
Η επιβολή περιορισμών, η αύξηση του κινδύνου για συγκεκριμένα πλοία, οι έλεγχοι στη ναυσιπλοΐα, η ανάγκη ειδικών αδειών ή η επιλεκτική διαχείριση της διέλευσης μπορούν να δημιουργήσουν σημαντική οικονομική πίεση χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η επίσημη ανακοίνωση ενός ολοκληρωτικού αποκλεισμού.
Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο της σημερινής αντιπαράθεσης.
Η διακοπή της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας θα αποτελούσε μια εξαιρετικά ακραία επιλογή, με σοβαρές συνέπειες και για το ίδιο το Ιράν. Μια πιο περιορισμένη ή επιλεκτική μορφή πίεσης, αντίθετα, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μέσο στρατηγικής διαπραγμάτευσης.
Η γεωγραφία επιτρέπει στο Ιράν να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ασφάλεια του Στενού. Οι ιρανικές ακτές και τα νησιά της περιοχής βρίσκονται σε θέσεις που προσδίδουν στην Τεχεράνη σημαντική στρατηγική δυνατότητα επιτήρησης και επιρροής πάνω στη θαλάσσια δραστηριότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν μπορεί να ελέγξει μονομερώς και χωρίς συνέπειες ολόκληρη τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Σημαίνει όμως ότι διαθέτει τη δυνατότητα να επηρεάσει δραματικά το επίπεδο κινδύνου στην περιοχή.
Και στις παγκόσμιες αγορές, ο κίνδυνος έχει οικονομική αξία.
Ακόμη και η πιθανότητα μιας επίθεσης, μιας σύγκρουσης ή ενός περιορισμού μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των ασφαλίστρων. Τα δεξαμενόπλοια μπορεί να χρειάζονται πρόσθετη ασφάλιση, οι ναυτιλιακές εταιρείες να αλλάζουν επιχειρησιακούς σχεδιασμούς και οι αγοραστές ενέργειας να αναζητούν εναλλακτικές προμήθειες.
Έτσι, η στρατηγική ισχύς δεν ασκείται μόνο μέσω της φυσικής διακοπής της κυκλοφορίας.
Μπορεί να ασκηθεί μέσω της αβεβαιότητας.
Η αβεβαιότητα μετατρέπεται σε κόστος. Και το κόστος μετατρέπεται σε πολιτική πίεση.
Η οικονομική αυτή διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία για τις μεγάλες ασιατικές δυνάμεις. Η Κίνα, ως μία από τις μεγαλύτερες ενεργειακές οικονομίες του πλανήτη, έχει προφανές ενδιαφέρον για τη σταθερότητα των ενεργειακών διαδρομών. Το ίδιο ισχύει για πολλές χώρες της Ασίας που εξαρτώνται από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από την περιοχή του Περσικού Κόλπου.
Για τον λόγο αυτό, η κρίση στο Ορμούζ δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ως πρόβλημα της Μέσης Ανατολής.
Είναι ένα πρόβλημα που συνδέει άμεσα την ασφάλεια της περιοχής με την οικονομική σταθερότητα της Ευρασίας και της παγκόσμιας οικονομίας.
Στο πλαίσιο αυτό, η θέση της Κίνας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το Πεκίνο έχει κάθε συμφέρον να αποτρέψει μια γενικευμένη σύγκρουση που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή ενεργειακή αναστάτωση. Ταυτόχρονα, όμως, η Κίνα δεν έχει συμφέρον να αποδεχθεί ένα μοντέλο στο οποίο η ασφάλεια των σημαντικότερων ενεργειακών διαδρόμων καθορίζεται αποκλειστικά από τη στρατιωτική παρουσία μιας εξωτερικής δύναμης.
Εδώ βρίσκεται μία από τις βαθύτερες γεωπολιτικές αντιθέσεις της εποχής.
Η ασφάλεια του Ορμούζ αφορά τη διεθνή οικονομία, αλλά το ερώτημα είναι ποιος θα έχει τον καθοριστικό λόγο στη διαμόρφωση αυτής της ασφάλειας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν διατηρήσει επί δεκαετίες ισχυρή στρατιωτική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή, παρουσιάζοντας τη ναυτική τους ισχύ ως εγγύηση για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Από την πλευρά του, το Ιράν αντιμετωπίζει την παρουσία αυτή ως στρατηγική απειλή κοντά στα δικά του σύνορα.
Η σύγκρουση αυτή δημιουργεί ένα παράδοξο.
Κάθε πλευρά μπορεί να παρουσιάζει τις δικές της στρατιωτικές κινήσεις ως αμυντικές. Για την Ουάσινγκτον, η παρουσία δυνάμεων μπορεί να θεωρείται μέσο προστασίας της διεθνούς ναυσιπλοΐας. Για την Τεχεράνη, η ίδια παρουσία μπορεί να θεωρείται προετοιμασία στρατιωτικής πίεσης ή επίθεσης.
Και όταν δύο πλευρές θεωρούν ότι ενεργούν αμυντικά, η πιθανότητα κλιμάκωσης δεν εξαφανίζεται. Συχνά αυξάνεται.
Η στρατηγική αξία του Ορμούζ προσφέρει στο Ιράν ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε αυτή την αντιπαράθεση. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να διαθέτει παγκόσμια στρατιωτική παρουσία για να επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία.
Αρκεί η γεωγραφική της θέση.
Αυτή είναι η ουσία της γεωοικονομικής ισχύος.
Ένα κράτος μπορεί να είναι στρατιωτικά ισχυρό σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά να βρίσκεται αντιμέτωπο με έναν γεωγραφικό περιορισμό που δεν μπορεί εύκολα να εξαλείψει. Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί ακριβώς έναν τέτοιο περιορισμό.
Γι’ αυτό και η κρίση γύρω από τη ναυσιπλοΐα δεν αφορά μόνο το αν θα περάσει ή δεν θα περάσει ένα συγκεκριμένο πλοίο.
Αφορά το κατά πόσο η γεωγραφική θέση ενός περιφερειακού κράτους μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο αντίστασης απέναντι σε μια πολύ μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη.
Στην περίπτωση του Ιράν, το Ορμούζ λειτουργεί ως ένας φυσικός πολλαπλασιαστής ισχύος.
Και αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η περιοχή βρίσκεται τόσο συχνά στο επίκεντρο διεθνών κρίσεων.
Ένας πλήρης αποκλεισμός του Στενού θα μπορούσε να προκαλέσει τεράστιες συνέπειες και θα αποτελούσε ακραίο σενάριο. Η σημερινή πραγματικότητα, όμως, δείχνει ότι η οικονομική και πολιτική πίεση μπορεί να ασκηθεί και χωρίς να φτάσει η κατάσταση σε αυτό το σημείο.
Η επιλεκτική διαχείριση της ναυσιπλοΐας, η αβεβαιότητα γύρω από την ασφάλεια των πλοίων και η δυνατότητα αύξησης του επιχειρησιακού κόστους αποτελούν από μόνες τους εργαλεία πίεσης.
Το Στενό του Ορμούζ έχει μετατραπεί έτσι σε κάτι περισσότερο από έναν ενεργειακό διάδρομο.
Έχει μετατραπεί σε πεδίο γεωοικονομικής αντιπαράθεσης.
Και όσο η σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν παραμένει ανοιχτή, η γεωγραφία του Ορμούζ θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που μπορούν να καθορίσουν την πορεία της κρίσης.
Το ερώτημα που ακολουθεί είναι ακόμη πιο επικίνδυνο.
Τι συμβαίνει όταν η οικονομική πίεση και η διπλωματική σύγκρουση συνοδεύονται από πραγματικά στρατιωτικά περιστατικά;
Η απάντηση βρίσκεται στην επόμενη διάσταση της κρίσης: στη σιωπηλή σύγκρουση των περιορισμένων επιχειρήσεων, στα περιστατικά γύρω από το Κεσμ και στον διαρκώς αυξανόμενο κίνδυνο ένα μεμονωμένο χτύπημα να οδηγήσει σε γενικευμένο πόλεμο.
Κεφάλαιο 4: Η Διπλωματική Μάχη, το Σχέδιο του Κατάρ και οι Όροι της Τεχεράνης
Πίσω από τη στρατιωτική ένταση και τις εξελίξεις στο Στενό του Ορμούζ εξελίσσεται μια δεύτερη, λιγότερο ορατή σύγκρουση: η μάχη για τους όρους μιας πιθανής συμφωνίας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν συγκεντρωθεί, δεν υπάρχει ακόμη επιβεβαιωμένη τελική συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης. Υπάρχουν, όμως, προτάσεις διαμεσολάβησης και ένα σχέδιο που φέρεται να έχει μεταφερθεί από το Κατάρ προς την ιρανική πλευρά.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ένα σχέδιο συμφωνίας δεν αποτελεί συμφωνία. Και αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, όσο οι αγορές και η διεθνής πολιτική αντιδρούν συχνά σε διαρροές πριν ακόμη υπάρξουν επίσημες αποφάσεις. Άλλο ένα από τα μικρά θαύματα της εποχής μας: μια φήμη μπορεί να μετακινήσει δισεκατομμύρια, ενώ η πραγματικότητα ακολουθεί αρκετές ώρες αργότερα, αν αποφασίσει να εμφανιστεί.
Το σχέδιο διαμεσολάβησης του Κατάρ
Το Κατάρ φαίνεται να έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο στη μεταφορά προτάσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, το σχέδιο περιλαμβάνει μια σταδιακή διαδικασία αποκλιμάκωσης.
Στο πλαίσιο αυτό έχουν αναφερθεί:
- ενδεχόμενα βήματα σχετικά με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα,
- πιθανή μερική αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων,
- χαλάρωση ορισμένων οικονομικών περιορισμών,
- μείωση της έντασης και των στρατιωτικών ενεργειών,
- και σταδιακή αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ.
Ωστόσο, η πλήρης μορφή του κειμένου δεν έχει δημοσιοποιηθεί επίσημα, ενώ αρκετές λεπτομέρειες που έχουν κυκλοφορήσει προέρχονται από δημοσιογραφικές πληροφορίες και πηγές κοντά στις διαπραγματεύσεις.
Για τον λόγο αυτό, πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ανεπιβεβαίωτες ή μερικώς επιβεβαιωμένες πληροφορίες, μέχρι να υπάρξει επίσημη δημοσίευση του κειμένου ή κοινή ανακοίνωση των εμπλεκομένων πλευρών.
Οι όροι της Τεχεράνης
Από την ιρανική πλευρά, οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι η Τεχεράνη δεν αντιμετωπίζει την επαναλειτουργία του Ορμούζ ως ένα μεμονωμένο τεχνικό ζήτημα.
Για το Ιράν, το ζήτημα συνδέεται με ένα ευρύτερο πακέτο πολιτικών και στρατηγικών απαιτήσεων.
Μεταξύ των όρων που έχουν αναφερθεί βρίσκονται:
- η άρση ή ουσιαστική χαλάρωση του οικονομικού και ενεργειακού αποκλεισμού,
- η μείωση των εχθροπραξιών,
- η ελάφρυνση των κυρώσεων,
- η απελευθέρωση δεσμευμένων ιρανικών κεφαλαίων,
- και ευρύτερες εγγυήσεις για την περιφερειακή ασφάλεια.
Έχει επίσης αναφερθεί η ιρανική απαίτηση η όποια συμφωνία να μην περιορίζεται αποκλειστικά στη σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά να λαμβάνει υπόψη το ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης στον Λίβανο.
Ορισμένες από αυτές τις θέσεις έχουν παρουσιαστεί δημόσια από Ιρανούς αξιωματούχους, ενώ άλλες προέρχονται από πληροφορίες και διαρροές γύρω από τις διαπραγματεύσεις. Επομένως, δεν έχουν όλες τον ίδιο βαθμό επιβεβαίωσης.
Το ζήτημα της εγγύησης και η κρίση εμπιστοσύνης
Το βαθύτερο πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι απλώς το περιεχόμενο μιας συμφωνίας.
Είναι το ερώτημα: ποιος εγγυάται ότι θα τηρηθεί;
Από την ιρανική οπτική, η εμπειρία των προηγούμενων πυρηνικών συμφωνιών έχει δημιουργήσει μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στην Ουάσινγκτον.
Η μονομερής αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη συμφωνία JCPOA το 2018 αποτέλεσε καθοριστικό γεγονός για την ιρανική στρατηγική αντίληψη. Για την Τεχεράνη, μια νέα αμερικανική υπογραφή δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή εγγύηση.
Εδώ εντάσσεται και η σημασία τρίτων χωρών.
Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες που έχουν περιέλθει στο υλικό μας, η ιρανική πλευρά επιθυμεί την παρουσία ενός κράτους που δεν θα λειτουργεί απλώς ως μεταφορέας μηνυμάτων, αλλά ως πολιτικός εγγυητής ή ουσιαστικός παράγοντας της διαδικασίας.
Το Πακιστάν έχει αναφερθεί ως πιθανός σημαντικός δίαυλος επικοινωνίας. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος ρόλος και η έκταση της συμμετοχής του στις διαπραγματεύσεις δεν έχουν επιβεβαιωθεί πλήρως από δημόσια στοιχεία.
Κατάρ, Πακιστάν και Ομάν: οι διάδρομοι της διαμεσολάβησης
Η γεωγραφία της διπλωματίας είναι εξίσου σημαντική με τη γεωγραφία του πολέμου.
Το Κατάρ διαθέτει άμεση επικοινωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και σημαντικό ρόλο στις περιφερειακές διαμεσολαβήσεις.
Το Ομάν διατηρεί εδώ και δεκαετίες ιδιαίτερους διαύλους επικοινωνίας με το Ιράν και τη Δύση.
Το Πακιστάν βρίσκεται σε μια ακόμη πιο σύνθετη θέση. Διατηρεί κοινά σύνορα με το Ιράν, στενές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία και στρατηγική σημασία για την Κίνα και την ευρύτερη Ευρασία.
Μια ενδεχόμενη ενεργότερη συμμετοχή του Πακιστάν θα μπορούσε να αλλάξει τη φύση της διαμεσολάβησης.
Δεν θα επρόκειτο πλέον μόνο για μια διαδικασία επικοινωνίας μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης μέσω ενός αραβικού κράτους του Κόλπου, αλλά για μια ευρύτερη περιφερειακή αρχιτεκτονική διαπραγμάτευσης.
Αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που προκαλεί ενδιαφέρον: η κρίση φαίνεται να ωθεί τις περιφερειακές δυνάμεις να αναζητούν λύσεις έξω από το παραδοσιακό μοντέλο όπου η Δύση καθόριζε μονομερώς τους όρους.
Η κινεζική παρουσία και η νέα διπλωματική πραγματικότητα
Η Κίνα παρακολουθεί τις εξελίξεις όχι ως απομακρυσμένος παρατηρητής, αλλά ως δύναμη με άμεσο ενεργειακό και στρατηγικό ενδιαφέρον.
Η σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο είναι κρίσιμη για την κινεζική οικονομία και για τις ενεργειακές της σχέσεις με τη Μέση Ανατολή.
Η κινεζική διπλωματία έχει ήδη ενισχύσει την παρουσία της στην περιοχή τα τελευταία χρόνια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διαμεσολάβηση για την επαναπροσέγγιση μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν.
Η σημερινή κρίση μπορεί επομένως να αποτελέσει μια νέα δοκιμασία για τη μετάβαση προς ένα διαφορετικό διεθνές σύστημα, στο οποίο η επίλυση περιφερειακών συγκρούσεων δεν θα αποτελεί αποκλειστικό πεδίο των Ηνωμένων Πολιτειών και των δυτικών συμμάχων τους.
Η Ρωσία και το ευρασιατικό γεωπολιτικό πλαίσιο
Η Ρωσία παρακολουθεί επίσης στενά την εξέλιξη της κρίσης.
Μια γενικευμένη σύγκρουση εναντίον του Ιράν θα είχε άμεσες συνέπειες στη στρατηγική ισορροπία της Ευρασίας και στις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας, Κίνας και των κρατών της Μέσης Ανατολής.
Η συνεργασία μεταξύ Μόσχας και Τεχεράνης έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ η Κίνα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς και ενεργειακούς εταίρους του Ιράν.
Έτσι, η πιθανή σύγκρουση δεν αφορά πλέον μόνο δύο κράτη.
Αφορά την ευρύτερη αντιπαράθεση μεταξύ ενός συστήματος που επιδιώκει να διατηρήσει τη μονοπολική του δυνατότητα παρέμβασης και ενός κόσμου όπου νέοι πόλοι ισχύος επιδιώκουν μεγαλύτερη αυτονομία.
Δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία, υπάρχει όμως διαπραγμάτευση
Το βασικό συμπέρασμα μέχρι αυτή τη στιγμή είναι σαφές:
Δεν υπάρχει επιβεβαιωμένη τελική συμφωνία.
Υπάρχουν όμως σχέδια, προτάσεις, μεσολαβητές και πολιτική πίεση για να αποφευχθεί μια γενικευμένη σύγκρουση.
Το αν η διαδικασία θα οδηγήσει σε συμφωνία ή σε νέα στρατιωτική κλιμάκωση εξαρτάται από κάτι βαθύτερο από τις τεχνικές λεπτομέρειες ενός κειμένου.
Εξαρτάται από το αν η Τεχεράνη θεωρεί ότι οι εγγυήσεις είναι πραγματικές.
Και από το αν η Ουάσινγκτον είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί μια συμφωνία στην οποία δεν θα καθορίζει μόνη της τους όρους.
Η μάχη για το Ορμούζ διεξάγεται στη θάλασσα. Η μάχη για την επόμενη ημέρα διεξάγεται στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων. Και το αποτέλεσμα της δεύτερης μπορεί τελικά να καθορίσει αν θα υπάρξει η πρώτη σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.
Κεφάλαιο 5: Το Πυρηνικό Ζήτημα, το Pickaxe Mountain και τα 440 Κιλά Εμπλουτισμένου Ουρανίου
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται ξανά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Ωστόσο, πίσω από τις δημόσιες απειλές και τα σενάρια στρατιωτικών πληγμάτων υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα:
Ποιος είναι πραγματικά ο στόχος και τι ακριβώς θα μπορούσε να καταστρέψει μια στρατιωτική επίθεση;
Η συζήτηση έχει επικεντρωθεί σε μια ορεινή εγκατάσταση γνωστή στις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί ως Pickaxe Mountain. Έχουν διατυπωθεί ισχυρισμοί ακόμη και για πιθανότητα χρήσης πυρηνικού όπλου εναντίον της.
Μέχρι σήμερα, όμως, δεν υπάρχει επιβεβαιωμένο δημόσιο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι επίκειται αμερικανικό πυρηνικό πλήγμα.
Οι σχετικοί ισχυρισμοί στηρίζονται σε ανώνυμες πηγές και ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες. Αντίθετα, οι δημόσιες τοποθετήσεις της αμερικανικής ηγεσίας που αναφέρονται στο συγκεκριμένο σενάριο παραπέμπουν σε χρήση συμβατικών στρατιωτικών μέσων.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη.
Η απειλή ενός στρατιωτικού πλήγματος μπορεί να είναι πραγματική.
Η απειλή χρήσης πυρηνικού όπλου, όμως, παραμένει ανεπιβεβαίωτη και αμφισβητούμενη.
Το ερώτημα: είναι άραγε η εγκατάσταση ακόμη επιχειρησιακή;
Δορυφορικές εικόνες και αναλύσεις που έχουν δημοσιοποιηθεί δείχνουν ότι τμήματα των εισόδων της εγκατάστασης εμφανίζονται σφραγισμένα ή καλυμμένα με χώμα.
Αυτό, όμως, μπορεί να ερμηνευθεί με διαφορετικούς τρόπους.
Μπορεί να σημαίνει ότι η εγκατάσταση έχει σφραγιστεί και παραμένει προστατευμένη.
Μπορεί να σημαίνει ότι έχουν μεταφερθεί κρίσιμα υλικά.
Μπορεί επίσης να αποτελεί μέρος μέτρων παραπλάνησης ή προστασίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο υλικό μας, υπάρχουν ανεπιβεβαίωτες αναφορές ότι η εγκατάσταση ενδέχεται να έχει ήδη εκκενωθεί από κρίσιμο υλικό και εξοπλισμό.
Δεν υπάρχουν, ωστόσο, δημόσια στοιχεία που να επιβεβαιώνουν οριστικά ότι αυτό έχει συμβεί.
Επομένως, η κατάσταση του Pickaxe Mountain παραμένει ένα από τα σημαντικότερα ανοιχτά ερωτήματα.
Τα 440 κιλά και το πραγματικό πρόβλημα της επιθεώρησης
Η σημαντικότερη πληροφορία αφορά την ποσότητα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου που, σύμφωνα με στοιχεία τα οποία αποδίδονται στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας, δεν μπορεί σήμερα να επαληθευτεί πλήρως από τους επιθεωρητές.
Η ποσότητα που αναφέρεται φτάνει περίπου τα 440 κιλά.
Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το Ιράν έχει αποφασίσει να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο.
Σημαίνει, όμως, ότι υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα επιβεβαίωσης σχετικά με το πού βρίσκεται το υλικό και σε ποια κατάσταση βρίσκεται.
Η διαφορά είναι ουσιαστική.
Δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως επιβεβαιωμένο γεγονός ότι η Τεχεράνη κατασκευάζει πυρηνική βόμβα.
Μπορεί όμως να θεωρηθεί επιβεβαιωμένο, εφόσον επιβεβαιώνεται από τις επίσημες αναφορές του ΔΟΑΕ, ότι η δυνατότητα πλήρους επαλήθευσης συγκεκριμένου υλικού έχει περιοριστεί.
Αυτό δημιουργεί ένα στρατηγικό παράδοξο για την Ουάσινγκτον.
Μια επίθεση σε μια γνωστή εγκατάσταση μπορεί να προκαλέσει τεράστια στρατιωτική και πολιτική κλιμάκωση, χωρίς να εξασφαλίζει ότι θα εντοπιστεί ή θα καταστραφεί το υλικό που αποτελεί τον πραγματικό πυρήνα της πυρηνικής ανησυχίας.
Μπορεί ένα πλήγμα να επιτύχει τον στόχο του;
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στρατηγικό ερώτημα.
Αν η εγκατάσταση έχει πράγματι εκκενωθεί, όπως υποστηρίζουν ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, τότε ένα μεγάλο πλήγμα θα μπορούσε να καταστρέψει υποδομές χωρίς να εξαλείψει το κρίσιμο πυρηνικό υλικό.
Αν το υλικό έχει μεταφερθεί σε άγνωστες τοποθεσίες, η στρατιωτική επίθεση δεν θα έλυνε το πρόβλημα.
Θα το έκανε ενδεχομένως ακόμη πιο δύσκολο να παρακολουθηθεί.
Η ιστορία έχει δείξει ότι η στρατιωτική πίεση μπορεί να προκαλέσει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει.
Μια χώρα που αισθάνεται ότι απειλείται υπαρξιακά έχει ισχυρότερο κίνητρο να αποκτήσει αποτρεπτικές δυνατότητες.
Επομένως, ένα πλήγμα που υποτίθεται ότι αποσκοπεί στην αποτροπή της πυρηνικής διάδοσης θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να ενισχύσει τις πολιτικές δυνάμεις μέσα στο Ιράν που υποστηρίζουν την εγκατάλειψη των υφιστάμενων περιορισμών.
Η Συνθήκη Μη Διάδοσης και η πολιτική πίεση
Στο εσωτερικό του Ιράν έχουν αναφερθεί πρωτοβουλίες και προτάσεις που αφορούν τη θέση της χώρας απέναντι στη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων.
Οι πληροφορίες αναφέρονται σε περίπου δέκα κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες ή προτάσεις σχετικά με πιθανή αποχώρηση από τη Συνθήκη.
Ωστόσο, δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι έχει ληφθεί τελική απόφαση για αποχώρηση, ούτε ότι οι συγκεκριμένες προτάσεις έχουν οδηγήσει σε ψηφοφορία που αλλάζει επίσημα την πυρηνική πολιτική της χώρας.
Παράλληλα, έχουν υπάρξει δημόσιες τοποθετήσεις από Ιρανούς αξιωματούχους ότι δεν έχει ανακοινωθεί νέα επίσημη απόφαση για αλλαγή του πυρηνικού δόγματος.
Αυτό δημιουργεί μια λεπτή ισορροπία.
Η Τεχεράνη διατηρεί τη στρατηγική της ασάφεια.
Οι αντίπαλοί της επικαλούνται τον κίνδυνο.
Και η στρατιωτική πίεση ενισχύει το εσωτερικό επιχείρημα εκείνων που θεωρούν ότι οι διεθνείς συμφωνίες δεν παρέχουν πλέον πραγματική ασφάλεια.
Η αποτυχία της λογικής του στρατιωτικού εκβιασμού
Από γεωπολιτική άποψη, η περίπτωση του Ιράν αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα της δυτικής στρατηγικής.
Η λογική της μονομερούς στρατιωτικής απειλής βασίζεται στην υπόθεση ότι ο αντίπαλος θα υποχωρήσει όταν αυξηθεί η πίεση.
Αυτό δεν λειτουργεί πάντοτε.
Στην περίπτωση του Ιράν, δεκαετίες κυρώσεων, οικονομικού αποκλεισμού, πολιτικής απομόνωσης και στρατιωτικών απειλών δεν οδήγησαν στην κατάρρευση του κράτους ούτε στην εγκατάλειψη της ανεξάρτητης στρατηγικής του.
Αντίθετα, η χώρα έχει ενισχύσει τις σχέσεις της με τη Ρωσία, την Κίνα και άλλες δυνάμεις του αναδυόμενου πολυπολικού κόσμου.
Το ερώτημα για την Ουάσινγκτον δεν είναι απλώς αν μπορεί να βομβαρδίσει μια εγκατάσταση.
Μπορεί.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να βομβαρδίσει μια χώρα και ταυτόχρονα να ελέγξει τις πολιτικές συνέπειες της επίθεσης.
Η στρατηγική σημασία της αβεβαιότητας
Η μεγαλύτερη δύναμη του Ιράν στο συγκεκριμένο ζήτημα ίσως βρίσκεται πλέον στην αβεβαιότητα.
Κανείς δεν γνωρίζει με πλήρη βεβαιότητα πού βρίσκεται όλο το κρίσιμο υλικό.
Κανείς δεν μπορεί να αποδείξει ότι το Pickaxe Mountain είναι ακόμη ο πραγματικός κόμβος του προγράμματος.
Και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πώς θα αντιδρούσε η Τεχεράνη σε μια μεγάλης κλίμακας επίθεση.
Αυτή η αβεβαιότητα λειτουργεί αποτρεπτικά.
Μια στρατιωτική δύναμη μπορεί να καταστρέψει έναν γνωστό στόχο.
Δεν μπορεί όμως εύκολα να καταστρέψει κάτι που δεν μπορεί να εντοπίσει.
Συμπέρασμα
Η συζήτηση για το Pickaxe Mountain κινδυνεύει να αποπροσανατολίσει από το πραγματικό στρατηγικό πρόβλημα.
Ένα βουνό μπορεί να βομβαρδιστεί.
Το ερώτημα είναι αν το υλικό που θεωρείται κρίσιμο βρίσκεται εκεί.
Η πιθανότητα ότι η εγκατάσταση έχει εκκενωθεί παραμένει ανεπιβεβαίωτη. Η αδυναμία πλήρους επαλήθευσης της κατάστασης του εμπλουτισμένου υλικού αποτελεί το ουσιαστικότερο ζήτημα.
Και αυτό οδηγεί σε ένα επικίνδυνο συμπέρασμα:
Μια επίθεση μπορεί να προκαλέσει πόλεμο χωρίς να λύσει το πρόβλημα που χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την επίθεση.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η στρατιωτική κλιμάκωση δεν θα αποτελούσε λύση στο πυρηνικό ζήτημα.
Θα μπορούσε να αποτελέσει τον μηχανισμό που θα το οδηγήσει σε μια εντελώς νέα και πολύ πιο επικίνδυνη φάση.
Κεφάλαιο 6: Η Κίνα και η Ρωσία μπροστά στη Νέα Κρίση της Ευρασίας
Η κρίση γύρω από το Ιράν και το Στενό του Ορμούζ δεν εξελίσσεται πλέον σε ένα απομονωμένο περιφερειακό περιβάλλον. Οι επιπτώσεις της αγγίζουν ολόκληρη την Ευρασία και, αναπόφευκτα, δύο από τις σημαντικότερες δυνάμεις του αναδυόμενου πολυπολικού συστήματος: την Κίνα και τη Ρωσία.
Για το Πεκίνο και τη Μόσχα, η πιθανότητα μιας μεγάλης αμερικανικής στρατιωτικής εκστρατείας εναντίον του Ιράν δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στη Μέση Ανατολή.
Θα αποτελούσε μια βαθιά γεωπολιτική μεταβολή.
Το Ιράν βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο της ευρασιατικής γεωγραφίας. Συνδέει τον Περσικό Κόλπο, την Κεντρική Ασία, τον Καύκασο, τη Νότια Ασία και τις εμπορικές διαδρομές προς την Κίνα και τη Ρωσία.
Η αποσταθεροποίησή του θα επηρέαζε ολόκληρο το ευρασιατικό σύστημα ασφαλείας.
Η Κίνα και το ενεργειακό συμφέρον
Η Κίνα έχει άμεσο και ουσιαστικό ενδιαφέρον για τη σταθερότητα του Περσικού Κόλπου.
Ως μία από τις μεγαλύτερες καταναλώτριες ενέργειας στον κόσμο, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις ενεργειακές ροές της ευρύτερης περιοχής.
Μια παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας ή μια γενικευμένη πολεμική σύγκρουση στο Ορμούζ θα είχε συνέπειες:
- στις τιμές της ενέργειας,
- στις εμπορικές διαδρομές,
- στην παγκόσμια ναυτιλία,
- και στη σταθερότητα της διεθνούς οικονομίας.
Αυτό εξηγεί γιατί η κινεζική προσέγγιση επικεντρώνεται στη διατήρηση της περιφερειακής σταθερότητας και στην πολιτική επίλυση των συγκρούσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, έχουν αναφερθεί συναντήσεις υψηλόβαθμων Κινέζων αξιωματούχων με Ιρανούς και Σαουδάραβες εκπροσώπους για τις εξελίξεις στην περιοχή.
Η κινεζική θέση, όπως αποτυπώνεται στη δημόσια διπλωματική της ρητορική, επιδιώκει να αποτρέψει τη μετατροπή του Περσικού Κόλπου σε πεδίο ανεξέλεγκτης αντιπαράθεσης μεγάλων δυνάμεων.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η Κίνα δεν έχει συμφέρον να δει την περιοχή να μετατρέπεται σε μια νέα ζώνη μόνιμου πολέμου.
Έχει συμφέρον να παραμείνει ένας χώρος εμπορίου, ενέργειας και συνδεσιμότητας.
Από τη μεσολάβηση στη στρατηγική παρουσία
Η κινεζική διπλωματία στη Μέση Ανατολή έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια.
Η προσέγγιση μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας με τη συμβολή του Πεκίνου έδειξε ότι η Κίνα μπορεί να διαδραματίσει ρόλο πέρα από το οικονομικό πεδίο.
Η σημερινή κρίση αποτελεί μια νέα δοκιμασία αυτής της στρατηγικής.
Το Πεκίνο επιχειρεί να διατηρήσει σχέσεις με όλες τις μεγάλες δυνάμεις της περιοχής.
Με το Ιράν.
Με τη Σαουδική Αραβία.
Με το Ομάν.
Με τα κράτη του Κόλπου.
Αυτή η πολυδιάστατη πολιτική του επιτρέπει να λειτουργεί ως δύναμη σταθεροποίησης χωρίς να ταυτίζεται πλήρως με ένα μόνο στρατόπεδο.
Σε αντίθεση με το παλαιότερο μοντέλο στρατιωτικής παρέμβασης, η κινεζική προσέγγιση στηρίζεται κυρίως στη διπλωματία, στις οικονομικές σχέσεις και στη δημιουργία αμοιβαίων συμφερόντων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κίνα ενεργεί από φιλανθρωπία. Κανένα μεγάλο κράτος δεν λειτουργεί έτσι, δυστυχώς. Σημαίνει όμως ότι τα συμφέροντά της ταυτίζονται περισσότερο με τη σταθερότητα παρά με τη μόνιμη στρατιωτική αναταραχή.
Η Ρωσία και η στρατηγική ασφάλεια της Ευρασίας
Η Ρωσία αντιμετωπίζει την πιθανότητα ενός πολέμου εναντίον του Ιράν μέσα από ένα διαφορετικό, αλλά εξίσου σημαντικό στρατηγικό πλαίσιο.
Η αποσταθεροποίηση του Ιράν θα μπορούσε να δημιουργήσει συνέπειες:
- στον Καύκασο,
- στην Κασπία,
- στην Κεντρική Ασία,
- στις ενεργειακές αγορές,
- και στη συνολική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρασίας.
Οι σχέσεις Μόσχας και Τεχεράνης έχουν ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Η συνεργασία αφορά οικονομικές σχέσεις, μεταφορές, ενέργεια και ζητήματα ασφαλείας.
Ωστόσο, οι πληροφορίες που κυκλοφορούν για συγκεκριμένες ρωσικές στρατιωτικές μεταφορές ή μεταβιβάσεις οπλικών συστημάτων προς το Ιράν πρέπει να εξετάζονται με προσοχή.
Ορισμένοι σχετικοί ισχυρισμοί δεν έχουν επιβεβαιωθεί επαρκώς και δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως δεδομένα.
Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με μεγαλύτερη βεβαιότητα είναι ότι η στρατηγική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών έχει αποκτήσει σαφώς μεγαλύτερη σημασία.
Η Μόσχα ως παράγοντας ισορροπίας
Η Ρωσία έχει ισχυρό ενδιαφέρον να αποφευχθεί μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση.
Ένας πόλεμος θα μπορούσε να δημιουργήσει προσωρινά υψηλότερες ενεργειακές τιμές, αλλά η μακροχρόνια αποσταθεροποίηση της Ευρασίας δεν εξυπηρετεί τη ρωσική στρατηγική.
Η Μόσχα επιδιώκει μια διαφορετική αρχιτεκτονική ασφαλείας, στην οποία οι περιφερειακές δυνάμεις δεν θα αντιμετωπίζονται ως παθητικά αντικείμενα αποφάσεων που λαμβάνονται στην Ουάσινγκτον.
Το Ιράν, η Κίνα, η Ρωσία και άλλες ευρασιατικές δυνάμεις έχουν κάθε λόγο να αποτρέψουν την επιστροφή σε ένα σύστημα όπου η στρατιωτική υπεροχή χρησιμοποιείται ως μηχανισμός μονομερούς επιβολής.
Η στρατηγική σημασία της συνεργασίας Πεκίνου, Μόσχας και Τεχεράνης
Η τριμερής σχέση Κίνας, Ρωσίας και Ιράν δεν αποτελεί επίσημη στρατιωτική συμμαχία με τη μορφή του ΝΑΤΟ.
Αυτό πρέπει να γίνει σαφές.
Υπάρχει όμως μια αυξανόμενη σύγκλιση συμφερόντων.
Και οι τρεις χώρες:
- αντιτίθενται στην πολιτική των μονομερών κυρώσεων,
- επιδιώκουν μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τους δυτικούς χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς,
- υποστηρίζουν την ενίσχυση των ευρασιατικών εμπορικών δικτύων,
- και επιδιώκουν μια πιο πολυκεντρική διεθνή αρχιτεκτονική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν ταυτόσημα συμφέροντα σε όλα τα ζητήματα.
Οι μεγάλες δυνάμεις δεν χρειάζονται να αγαπιούνται για να συνεργάζονται. Ευτυχώς, γιατί η διεθνής πολιτική θα ήταν πολύ κακή τηλεοπτική σειρά.
Η ουσία είναι ότι η κοινή αντίθεση στη μονοπολική κυριαρχία δημιουργεί ένα ευρύτερο πεδίο συνεργασίας.
Το Πεκίνο ως πιθανός χώρος συνεννόησης
Οι διεθνείς συναντήσεις και τα πολυμερή φόρουμ μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη σημασία εάν η κρίση συνεχίσει.
Έχει αναφερθεί το ενδεχόμενο η κινεζική διπλωματία να αποτελέσει έναν από τους χώρους όπου διαφορετικές πλευρές θα μπορούσαν να διατηρήσουν έμμεσους διαύλους επικοινωνίας.
Ωστόσο, οποιαδήποτε συγκεκριμένη πληροφορία για τριμερή ή πολυμερή συνάντηση μεταξύ ηγετών ή υψηλόβαθμων αξιωματούχων πρέπει να θεωρείται ανεπιβεβαίωτη, εκτός εάν ανακοινωθεί επίσημα.
Το σημαντικότερο, πάντως, είναι η αλλαγή του ίδιου του γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
Πριν από δύο δεκαετίες, μια κρίση αυτού του μεγέθους θα αντιμετωπιζόταν σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το δίπολο Ουάσινγκτον και των δυτικών συμμάχων της.
Σήμερα υπάρχουν άλλοι πόλοι.
Η Κίνα έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει οικονομικά και διπλωματικά την περιοχή.
Η Ρωσία παραμένει καθοριστική δύναμη της ευρασιατικής ασφάλειας.
Το Ιράν διαθέτει σημαντική περιφερειακή στρατιωτική και γεωγραφική ισχύ.
Και τα κράτη της Μέσης Ανατολής επιχειρούν όλο και περισσότερο να ακολουθήσουν ανεξάρτητες πολιτικές.
Η πραγματική αλλαγή: από τη μονοπολικότητα στην πολυκεντρική ισορροπία
Η μεγαλύτερη γεωπολιτική αλλαγή που αποκαλύπτει η παρούσα κρίση δεν είναι μόνο στρατιωτική.
Είναι η αδυναμία μιας μόνο δύναμης να ελέγξει πλήρως την εξέλιξη των γεγονότων.
Η Ουάσινγκτον μπορεί να διαθέτει τεράστια στρατιωτική ισχύ.
Δεν μπορεί όμως να αγνοήσει:
- την κινεζική οικονομική δύναμη,
- τη ρωσική γεωπολιτική παρουσία,
- την ιρανική περιφερειακή ισχύ,
- και την αυξανόμενη αυτονομία των κρατών της Μέσης Ανατολής.
Αυτό είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της μετάβασης προς έναν πολυπολικό κόσμο.
Όχι η εξαφάνιση των μεγάλων δυνάμεων.
Αλλά η αδυναμία μιας μόνο δύναμης να αποφασίζει για όλες.
Συμπέρασμα
Η κρίση γύρω από το Ιράν αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δοκιμασίες του νέου ευρασιατικού γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
Η Κίνα επιδιώκει τη σταθερότητα και την προστασία των ενεργειακών και εμπορικών της συμφερόντων.
Η Ρωσία επιδιώκει να αποτρέψει μια νέα μεγάλη εστία αποσταθεροποίησης στην ευρύτερη ευρασιατική περιφέρεια.
Το Ιράν προσπαθεί να διατηρήσει την κυριαρχία και τη στρατηγική του αυτονομία απέναντι σε τεράστια εξωτερική πίεση.
Και η Δύση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αγνοηθεί:
η εποχή κατά την οποία μια αμερικανική απόφαση μπορούσε από μόνη της να καθορίσει την πορεία ολόκληρης της περιοχής έχει αρχίσει να τελειώνει.
Η τελική έκβαση της κρίσης δεν θα καθορίσει μόνο τη σχέση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.
Θα αποτελέσει ακόμη μία δοκιμή για το ερώτημα που βρίσκεται πλέον στο κέντρο της παγκόσμιας πολιτικής:
μπορεί ο κόσμος να περάσει σε μια πολυπολική ισορροπία χωρίς να χρειαστεί πρώτα να περάσει μέσα από έναν γενικευμένο πόλεμο;
Κεφάλαιο 7: Το Εκλογικό Σοκ στις Ηνωμένες Πολιτείες και η Πολιτική Τιμή της Σύγκρουσης
Οι εξελίξεις στο Ιράν και στη Μέση Ανατολή δεν μπορούν να εξεταστούν ανεξάρτητα από το πολιτικό αποτέλεσμα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η εξωτερική πολιτική και οι πόλεμοι, όσο κι αν οι κυβερνήσεις προσπαθούν να τους παρουσιάζουν ως ζητήματα «εθνικής ασφάλειας» αποκομμένα από την καθημερινή πολιτική, τελικά επιστρέφουν στο εσωτερικό μέτωπο.
Και το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, πολιτικό μήνυμα.
Η αποτυχία της στρατηγικής της πίεσης
Η αμερικανική στρατηγική απέναντι στο Ιράν βασίστηκε επί χρόνια σε έναν συνδυασμό:
- οικονομικών κυρώσεων,
- πολιτικής και διπλωματικής πίεσης,
- στρατιωτικής απειλής,
- περιορισμού των ιρανικών ενεργειακών δυνατοτήτων,
- και προσπάθειας απομόνωσης της Τεχεράνης.
Σύμφωνα με την οπτική που προκύπτει από τις διαθέσιμες πληροφορίες, η στρατηγική αυτή δεν πέτυχε τον βασικό της στόχο: να εξαναγκάσει το Ιράν σε πλήρη πολιτική υποχώρηση.
Αντίθετα, η Τεχεράνη παρέμεινε ενεργός και αποφασιστικός παράγοντας της περιοχής.
Η κρίση στο Στενό του Ορμούζ έδειξε επίσης κάτι ακόμη: ότι η γεωγραφική θέση και οι περιφερειακές δυνατότητες του Ιράν του επιτρέπουν να δημιουργεί τεράστιο οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος ακόμη και χωρίς να εμπλέκεται σε έναν συμβατικό πόλεμο πλήρους κλίμακας.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό πολιτικά για την Ουάσινγκτον.
Μια υπερδύναμη μπορεί να κερδίσει μια στρατιωτική σύγκρουση και ταυτόχρονα να χάσει τη στρατηγική μάχη.
Η ιστορία έχει προσφέρει αρκετά τέτοια παραδείγματα, επειδή η ανθρωπότητα επιμένει να μαθαίνει τα ίδια μαθήματα με ολοένα και ακριβότερο τρόπο.
Το Ιράν ως πολιτικό πρόβλημα της Ουάσινγκτον
Η κρίση δημιούργησε πίεση στην αμερικανική πολιτική ηγεσία.
Οι ενεργειακές αγορές αντέδρασαν.
Οι τιμές του πετρελαίου επηρεάστηκαν από τις πληροφορίες για τις διαπραγματεύσεις και την πιθανότητα αποκλιμάκωσης.
Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή επηρέασε τη διεθνή οικονομία.
Και η προοπτική μιας νέας στρατιωτικής εκστρατείας δημιούργησε πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι δεν υπάρχει δημόσια και οριστική απόδειξη πως το εκλογικό αποτέλεσμα προκλήθηκε κυρίως από την πολιτική απέναντι στο Ιράν.
Αυτό πρέπει να διαχωριστεί καθαρά από την πολιτική ανάλυση.
Ωστόσο, είναι εύλογο να εξεταστεί η κρίση ως ένας από τους παράγοντες που επιβάρυναν το πολιτικό περιβάλλον.
Η εξωτερική πολιτική δεν λειτουργεί μέσα σε κενό.
Όταν συνδυάζεται με:
- οικονομική αβεβαιότητα,
- αυξημένες ενεργειακές τιμές,
- φόβους για έναν νέο πόλεμο,
- στρατιωτικές εντάσεις,
- και αμφιβολίες για τη στρατηγική αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης,
μπορεί να μετατραπεί σε εκλογικό βάρος.
Η πολιτική ήττα του αμερικανικού παρεμβατισμού
Από αυτή την οπτική, το εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί να ερμηνευθεί ως ευρύτερη πολιτική αποδοκιμασία της στρατηγικής του αμερικανικού παρεμβατισμού.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για μια ψήφο υπέρ του Ιράν.
Ούτε για μια άμεση και μονοθεματική ψήφο εναντίον μιας συγκεκριμένης στρατιωτικής επιχείρησης.
Είναι όμως πιθανό να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης κόπωσης απέναντι σε μια πολιτική που συνδέεται με συνεχείς διεθνείς κρίσεις και στρατιωτικές αντιπαραθέσεις.
Οι αμερικανικές κοινωνίες έχουν περάσει τις τελευταίες δεκαετίες μέσα από:
- πολέμους στη Μέση Ανατολή,
- επεμβάσεις,
- οικονομικές κρίσεις,
- τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες,
- και μια συνεχή αίσθηση ότι η εξωτερική πολιτική δεν παράγει πάντοτε τα αποτελέσματα που υπόσχεται.
Το Ιράν έρχεται να προστεθεί σε αυτό το ήδη βαρύ πολιτικό υπόβαθρο.
Ο ισχυρισμός για τον «αμερικανοεβραϊκό άξονα»
Εδώ απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.
Ο όρος «αμερικανοεβραϊκός άξονας» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως περιγραφή ενός ενιαίου εθνοτικού ή θρησκευτικού μπλοκ που λειτουργεί συντονισμένα. Μια τέτοια γενίκευση δεν τεκμηριώνεται και μετατρέπει την πολιτική ανάλυση σε συλλογική απόδοση ευθύνης σε μια ολόκληρη κοινότητα.
Η πολιτική κριτική μπορεί, αντίθετα, να αφορά συγκεκριμένους:
- κυβερνητικούς μηχανισμούς,
- πολιτικούς παράγοντες,
- ομάδες πίεσης,
- στρατηγικά δόγματα,
- οργανώσεις και λόμπι,
- ή τη στενή σχέση συγκεκριμένων κυβερνήσεων και κρατικών συμφερόντων.
Η πολιτική σχέση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ αποτελεί αντικείμενο απολύτως θεμιτής γεωπολιτικής ανάλυσης.
Το ίδιο ισχύει για την επιρροή συγκεκριμένων λόμπι και ομάδων πίεσης στην αμερικανική πολιτική.
Αυτό, όμως, διαφέρει ουσιαστικά από την απόδοση συλλογικής πολιτικής ευθύνης στους Εβραίους ως σύνολο.
Η σχέση Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ υπό πίεση
Η κρίση με το Ιράν έφερε ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της στρατηγικής σχέσης Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες και τις αναλύσεις που εξετάζουμε, υπήρξαν πολιτικές πιέσεις για μια πιο αποφασιστική στρατιωτική γραμμή απέναντι στην Τεχεράνη.
Ορισμένες πληροφορίες για συγκεκριμένα σχέδια μεγάλης κλίμακας, όπως οι αναφορές για εκτεταμένες αεροπορικές επιχειρήσεις, παραμένουν ανεπιβεβαίωτες.
Δεν μπορούν επομένως να παρουσιαστούν ως γεγονότα.
Το πολιτικό πρόβλημα, όμως, είναι ευρύτερο.
Η Ουάσινγκτον βρίσκεται ανάμεσα σε δύο αντίθετες πιέσεις:
Από τη μία πλευρά, υπάρχει η στρατηγική επιθυμία διατήρησης της αξιοπιστίας και της στρατιωτικής ισχύος.
Από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος μιας νέας μεγάλης πολεμικής σύγκρουσης που μπορεί να έχει τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος.
Αυτός ο διχασμός περιορίζει την ελευθερία κινήσεων της αμερικανικής ηγεσίας.
Η εκλογική κάλπη και η γεωπολιτική πραγματικότητα
Η εκλογική ήττα, σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να θεωρηθεί ως πολιτική ένδειξη ότι η αμερικανική κοινωνία δεν είναι ανεπηρέαστη από τις συνέπειες της εξωτερικής πολιτικής.
Η σύνδεση δεν είναι αποδεδειγμένα άμεση.
Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι ψηφοφόροι ψήφισαν αποκλειστικά εξαιτίας του Ιράν.
Μπορούμε όμως να πούμε ότι η κρίση συνέπεσε με μια περίοδο έντονης πολιτικής πίεσης και επιβάρυνε την εικόνα μιας κυβέρνησης που βρέθηκε αντιμέτωπη με πολλαπλά μέτωπα.
Η γεωπολιτική αποτυχία, όταν συνδυάζεται με οικονομική πίεση, μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική αποτυχία.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάσταση της υπόθεσης.
Η στρατηγική νίκη δεν μετριέται μόνο στο πεδίο της μάχης
Για το Ιράν, η ίδια η αποφυγή πλήρους στρατιωτικής υποταγής μπορεί να παρουσιαστεί ως σημαντικό αποτέλεσμα.
Για την Κίνα και τη Ρωσία, η αδυναμία της Δύσης να επιβάλει μονομερώς τη βούλησή της αποτελεί ένδειξη των ορίων της μονοπολικής ισχύος.
Και για την Ουάσινγκτον, η κρίση δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα.
Αν προχωρήσει σε κλιμάκωση, κινδυνεύει να εμπλακεί σε έναν νέο και απρόβλεπτο πόλεμο.
Αν υποχωρήσει, αντιμετωπίζει το πολιτικό και στρατηγικό κόστος της αποτυχίας.
Αυτή είναι η ουσία του αδιεξόδου.
Συμπέρασμα
Το εκλογικό αποτέλεσμα στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να αποδοθεί μονοδιάστατα στην κρίση με το Ιράν.
Μπορεί όμως να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο όπου η στρατηγική της πίεσης, της στρατιωτικής απειλής και της συνεχούς εξωτερικής παρέμβασης δημιουργεί ολοένα και μεγαλύτερο κόστος.
Η κρίση με το Ιράν αποκάλυψε τα όρια μιας πολιτικής που πίστευε ότι η οικονομική πίεση και η στρατιωτική ισχύς αρκούν για να αναγκάσουν μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη σε υποχώρηση.
Το αποτέλεσμα δεν είναι ακόμη οριστικό.
Όμως ένα πράγμα γίνεται ήδη εμφανές:
η αποτυχία μιας στρατηγικής στη Μέση Ανατολή δεν παραμένει στη Μέση Ανατολή. Επιστρέφει στην Ουάσινγκτον, περνά μέσα από την οικονομία, την πολιτική και τελικά φτάνει μέχρι την κάλπη.
Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί μία από τις σημαντικότερες πολιτικές συνέπειες της σύγκρουσης με το Ιράν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8
Πακιστάν, Κίνα και Ρωσία: Οι δυνάμεις πίσω από τη διπλωματική και γεωπολιτική σύγκρουση
Η κρίση γύρω από το Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ και την αμερικανική στρατιωτική πίεση δεν εξελίσσεται πλέον αποκλειστικά μεταξύ της Ουάσιγκτον και της Τεχεράνης. Πίσω από τις επίσημες δηλώσεις, τις στρατιωτικές απειλές και τις διαπραγματεύσεις διαμορφώνεται ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πεδίο στο οποίο το Πακιστάν, η Κίνα και η Ρωσία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Οι τρεις αυτές δυνάμεις δεν έχουν ταυτόσημα συμφέροντα ούτε αποτελούν ένα ενιαίο στρατιωτικό μπλοκ. Ωστόσο, η συνέχιση της σύγκρουσης δημιουργεί αντικειμενικά μια σύγκλιση συμφερόντων απέναντι σε μια νέα μονομερή στρατιωτική επέμβαση της Ουάσιγκτον.
Για την Τεχεράνη, το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο αν θα υπάρξει συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι ποιος θα εγγυηθεί ότι μια συμφωνία θα εφαρμοστεί και δεν θα ακυρωθεί μονομερώς στο μέλλον.
Το Πακιστάν: Από μεσολαβητής σε πιθανό εγγυητή;
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του διπλωματικού παρασκηνίου αφορά τον ρόλο του Πακιστάν.
Επιβεβαιωμένο είναι ότι το Ισλαμαμπάντ έχει συμμετάσχει στη διαδικασία διαμεσολάβησης μαζί με το Κατάρ. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί έχει αναφερθεί σε εντατικές διαβουλεύσεις μέσω μεσολαβητών, συμπεριλαμβανομένων του Κατάρ και του Πακιστάν, σχετικά με την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την επανέναρξη διαπραγματεύσεων.
Οι διαβουλεύσεις φαίνεται επίσης ότι συνέβαλαν στην αναθεώρηση της αρχικής ιρανικής πρότασης. Η αρχική διαδικασία, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, περιλάμβανε ένα χρονοδιάγραμμα αρκετών ημερών, ενώ μεταγενέστερες επαφές με μεσολαβητές συνέβαλαν στη δημιουργία ενός συντομότερου σχεδίου.
Ωστόσο, οι πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση μας πηγαίνουν ένα βήμα παραπέρα.
Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, η Τεχεράνη δεν επιθυμεί απλώς έναν αγγελιοφόρο μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά έναν πραγματικό εγγυητή της διαδικασίας.
Στο πλαίσιο αυτό, το Πακιστάν φέρεται να θεωρείται από την ιρανική πλευρά ως ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας.
Σύμφωνα με αυτές τις πληροφορίες, η Τεχεράνη επιθυμεί το Ισλαμαμπάντ να βρίσκεται ουσιαστικά μέσα στη διαδικασία όταν η Ουάσιγκτον μεταφέρει ή αποδέχεται όρους και όχι να παραμείνει η διαμεσολάβηση αποκλειστικά υπό τον έλεγχο του Κατάρ.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι το Πακιστάν έχει λάβει άδεια από την Τεχεράνη να μεταφέρει την ιρανική θέση απευθείας προς τον Αμερικανό αντιπρόεδρο JD Vance.
Η συγκεκριμένη πληροφορία δεν έχει επιβεβαιωθεί δημόσια και παραμένει ανεπιβεβαίωτη.
Αν όμως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εξηγεί κάτι πολύ σημαντικό για τη στρατηγική της Τεχεράνης.
Το Ιράν δεν επιδιώκει πλέον απλώς μια συμφωνία στα χαρτιά.
Επιδιώκει έναν μηχανισμό που θα αυξήσει το πολιτικό και διπλωματικό κόστος μιας μελλοντικής μονομερούς αμερικανικής υπαναχώρησης.
Γιατί η Τεχεράνη χρειάζεται εγγυητή και όχι απλώς μεσολαβητή
Η διαφορά ανάμεσα στον μεσολαβητή και τον εγγυητή είναι θεμελιώδης.
Ένας μεσολαβητής μεταφέρει προτάσεις.
Ένας εγγυητής συνδέει το πολιτικό του κύρος με την εφαρμογή μιας συμφωνίας.
Από την ιρανική οπτική, η δυσπιστία απέναντι στην Ουάσιγκτον δεν αφορά μόνο τη σημερινή κυβέρνηση. Αφορά το κατά πόσο οποιαδήποτε συμφωνία μπορεί να επιβιώσει από αλλαγές στην αμερικανική πολιτική.
Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο υλικό μας, η Τεχεράνη θεωρεί ότι η αμερικανική υπογραφή από μόνη της δεν αποτελεί πλέον επαρκή εγγύηση.
Η λογική αυτή εξηγεί και τη σημασία που μπορεί να αποκτήσει το Πακιστάν.
Το Ισλαμαμπάντ έχει ιδιαίτερη σχέση με τον μουσουλμανικό κόσμο, διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Σαουδική Αραβία, έχει άμεσο γεωγραφικό ενδιαφέρον για τη σταθερότητα του Ιράν και ταυτόχρονα αποτελεί πυρηνική δύναμη με σημαντικό πολιτικό βάρος στην ευρύτερη περιοχή.
Μια πακιστανική παρουσία σε μια μελλοντική συμφωνία θα μπορούσε, θεωρητικά, να δημιουργήσει έναν πολύ διαφορετικό μηχανισμό από μια απλή διμερή συμφωνία Ουάσιγκτον–Τεχεράνης.
Το Πακιστάν και ο κίνδυνος μιας γενικευμένης σύγκρουσης
Το Πακιστάν έχει άμεσο συμφέρον να αποτρέψει την επέκταση του πολέμου.
Η χώρα διαθέτει μακρά χερσαία σύνορα με το Ιράν. Μια γενικευμένη σύγκρουση θα δημιουργούσε άμεση αστάθεια στα δυτικά της σύνορα και θα επηρέαζε τις ενεργειακές και οικονομικές της ανάγκες.
Στο υλικό που εξετάζουμε αναφέρονται επίσης επαφές υψηλού επιπέδου μεταξύ πακιστανικών και ιρανικών αξιωματούχων.
Επιβεβαιωμένο είναι ότι ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού, στρατάρχης Asim Munir, βρέθηκε στην Τεχεράνη κατά την περίοδο της κρίσης και συμμετείχε σε επαφές με την ιρανική ηγεσία.
Οι πληροφορίες του υλικού αναφέρουν ειδικότερα επισκέψεις στις 20 και 26 Οκτωβρίου.
Η πολιτική σημασία αυτών των επαφών είναι προφανής.
Το Πακιστάν δεν έχει συμφέρον να μετατραπεί το Ιράν σε πεδίο μιας ανεξέλεγκτης στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.
Παράλληλα, η ενεργειακή ασφάλεια του Πακιστάν επηρεάζεται άμεσα από τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο.
Σύμφωνα με το υλικό μας, το πακιστανικό ενδιαφέρον συνδέεται και με την ασφάλεια των ενεργειακών προμηθειών της χώρας, καθώς και με την ευρύτερη σταθερότητα των θαλάσσιων διαδρομών.
Για το Ισλαμαμπάντ, επομένως, η μεσολάβηση δεν αποτελεί πράξη ουδετερότητας από φιλανθρωπία, αυτό το σπάνιο προϊόν που συνήθως εξαφανίζεται μόλις αρχίσει η γεωπολιτική. Αποτελεί ζήτημα άμεσου εθνικού συμφέροντος.
Η Κίνα περνά από τις δηλώσεις στις κινήσεις
Η κινεζική δραστηριότητα αποτελεί ένα από τα πλέον σημαντικά επιβεβαιωμένα στοιχεία της περιόδου.
Στις 2 Νοεμβρίου, ο Wang Yi συναντήθηκε στο Πεκίνο με τον Ali Bagheri Kani, αναπληρωτή γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν.
Η κινεζική πλευρά υπογράμμισε ότι η συνέχιση της στρατιωτικής αντιπαράθεσης δεν αποτελεί λύση και ότι ο δρόμος προς τη σταθερότητα περνά μέσα από τον διάλογο και τις διαπραγματεύσεις.
Το Πεκίνο δήλωσε επίσης ότι στηρίζει το Ιράν στην υπεράσπιση της κυριαρχίας και της ασφάλειάς του.
Η συνάντηση αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Η Κίνα δεν περιορίστηκε σε μια γενική έκκληση για «αυτοσυγκράτηση». Έθεσε το ζήτημα της ιρανικής κυριαρχίας και ασφάλειας στο επίκεντρο της θέσης της.
Την ίδια ημέρα, ο Wang Yi είχε ξεχωριστή συνάντηση με τον σύμβουλο εθνικής ασφάλειας της Σαουδικής Αραβίας, Musaed Al-Aiban.
Σύμφωνα με την κινεζική θέση, η περιοχή βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι μεταξύ πολέμου και ειρήνης και οι διαφορές πρέπει να αντιμετωπιστούν πολιτικά, με παράλληλη προστασία της ενεργειακής ασφάλειας και των θαλάσσιων εμπορικών διαδρομών.
Αυτό δείχνει ότι το Πεκίνο επιχειρεί να διατηρήσει ταυτόχρονα ενεργό δίαυλο με την Τεχεράνη και με τα αραβικά κράτη του Κόλπου.
Η αποστολή του Zhai Jun και η κινεζική διπλωματική πρωτοβουλία
Η κινεζική διπλωματική δραστηριότητα δεν σταμάτησε στις συναντήσεις του Πεκίνου.
Επιβεβαιώθηκε ότι ο ειδικός απεσταλμένος της κινεζικής κυβέρνησης για ζητήματα Μέσης Ανατολής, Zhai Jun, θα επισκεφθεί το Ιράν, το Ομάν και τη Σαουδική Αραβία κατά τις αρχές και τα μέσα Νοεμβρίου.
Σύμφωνα με την κινεζική πλευρά, οι επισκέψεις αυτές έχουν στόχο την προώθηση των ειρηνευτικών συνομιλιών, τη μείωση της έντασης και τη διατήρηση της περιφερειακής σταθερότητας.
Η επιλογή των τριών χωρών είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική.
Ιράν: ο βασικός στόχος της αμερικανικής στρατιωτικής πίεσης.
Ομάν: παραδοσιακός δίαυλος επικοινωνίας και διαμεσολάβησης.
Σαουδική Αραβία: μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις του Κόλπου και κρίσιμος ενεργειακός παράγοντας.
Η Κίνα, επομένως, δεν επιχειρεί να δημιουργήσει έναν αποκλειστικό φιλοϊρανικό μηχανισμό.
Επιχειρεί να τοποθετηθεί ως δύναμη που μπορεί να συνομιλεί ταυτόχρονα με όλες τις βασικές πλευρές.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τη νέα πολυπολική πραγματικότητα.
Το Πεκίνο δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στο Ιράν και τη Σαουδική Αραβία.
Μπορεί να διατηρεί σχέσεις και με τις δύο πλευρές, ενώ ταυτόχρονα αντιτίθεται στη στρατιωτική λύση και στην περαιτέρω κλιμάκωση.
Το μήνυμα του Xi Jinping για τον Περσικό Κόλπο
Παράλληλα με τις επαφές του Wang Yi, ο Xi Jinping συζήτησε με τον Σουλτάνο του Ομάν, Haitham bin Tariq, για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή και στον Περσικό Κόλπο.
Η κινεζική θέση ήταν σαφής:
Η περιοχή δεν πρέπει να μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων και γεωπολιτικής σύγκρουσης.
Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος όταν εξετάζεται υπό το πρίσμα της σημερινής κρίσης.
Για την Κίνα, τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν απλώς ένα περιφερειακό πρόβλημα.
Αποτελούν κρίσιμο ενεργειακό και εμπορικό πέρασμα.
Μια παρατεταμένη στρατιωτική σύγκρουση θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο το Ιράν και τις αραβικές μοναρχίες, αλλά ολόκληρη την παγκόσμια ενεργειακή οικονομία.
Το Πεκίνο έχει επομένως άμεσο συμφέρον να αποτραπεί τόσο η πλήρης κατάρρευση της ασφάλειας στον Κόλπο όσο και η δημιουργία ενός συστήματος στο οποίο μία μόνο εξωτερική δύναμη θα ελέγχει τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες της Ευρασίας.
Η Ρωσία παρακολουθεί και διατηρεί το δικό της στρατηγικό βάρος
Η ρωσική στάση είναι λιγότερο δημόσια και λιγότερο θορυβώδης από την κινεζική.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Μόσχα βρίσκεται εκτός της κρίσης.
Η Ρωσία και το Ιράν έχουν αναπτύξει τα τελευταία χρόνια στενή στρατηγική συνεργασία σε πολιτικό, οικονομικό και αμυντικό επίπεδο.
Στο υλικό μας αναφέρεται ότι περίπου 165 εργαζόμενοι της Rosatom βρίσκονται και πάλι στο Μπουσέρ.
Η συγκεκριμένη πληροφορία εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της συνεχιζόμενης ρωσοϊρανικής συνεργασίας στον πυρηνικό τομέα.
Η παρουσία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς υπενθυμίζει ότι μια γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν δεν θα επηρέαζε μόνο ιρανικές εγκαταστάσεις.
Θα μπορούσε να δημιουργήσει άμεσους κινδύνους και για ρωσικό προσωπικό και ρωσικά συμφέροντα.
Στο υλικό μας αναφέρεται επίσης ότι η Μόσχα παρακολουθεί τις εξελίξεις ενόψει των επαφών που αναμένονται στο Άμπου Ντάμπι και της συνάντησης στο Shenzhen.
Η πιθανότητα μιας ευρύτερης τριμερούς ή πολυμερούς διπλωματικής επαφής στο πλαίσιο των διεθνών συναντήσεων έχει αναφερθεί ως σενάριο.
Μέχρι στιγμής, όμως, δεν υπάρχει δημόσια επιβεβαίωση για συγκεκριμένη τριμερή συνάντηση Κίνας, Ρωσίας και Ιράν στο πλαίσιο αυτό και η πληροφορία πρέπει να θεωρείται ανεπιβεβαίωτη.
Οι ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες για ρωσική και κινεζική στήριξη
Στο ευρύτερο υλικό που εξετάζουμε υπάρχουν αναφορές ότι οι ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες έχουν ενισχυθεί μέσω κινεζικής και ρωσικής υποστήριξης.
Η γενική στρατηγική συνεργασία των τριών χωρών αποτελεί πραγματικότητα.
Ωστόσο, οι συγκεκριμένες αναφορές για ορισμένες ειδικές μεταφορές οπλικών συστημάτων ή στρατιωτικών δυνατοτήτων δεν έχουν επιβεβαιωθεί επαρκώς.
Για τον λόγο αυτό, δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως δεδομένα.
Το ίδιο ισχύει και για πληροφορίες περί συγκεκριμένων ρωσικών διπλωματικών επαφών ή τηλεφωνικών επικοινωνιών που δεν εμφανίζονται στον δημόσιο απολογισμό των γεγονότων.
Οι πληροφορίες αυτές παραμένουν στο πλαίσιο των ανεπιβεβαίωτων στοιχείων.
Αυτό όμως δεν αναιρεί το βασικό στρατηγικό γεγονός:
η Ρωσία και η Κίνα έχουν κάθε λόγο να μην επιθυμούν την κατάρρευση του Ιράν υπό αμερικανική στρατιωτική πίεση.
Η πολυπολική διάσταση της κρίσης
Η κρίση αποκαλύπτει ένα βασικό χαρακτηριστικό της νέας διεθνούς πραγματικότητας.
Το Ιράν δεν βρίσκεται πλέον στο ίδιο επίπεδο διεθνούς απομόνωσης στο οποίο βρισκόταν πριν από δεκαετίες.
Διαθέτει στρατηγικές σχέσεις με τη Ρωσία.
Διαθέτει ισχυρούς οικονομικούς και πολιτικούς δεσμούς με την Κίνα.
Διατηρεί επαφές και διαύλους με το Πακιστάν, το Ομάν, το Κατάρ και άλλες περιφερειακές δυνάμεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι χώρες θα πολεμούσαν αυτόματα στο πλευρό της Τεχεράνης σε περίπτωση νέας αμερικανικής επίθεσης.
Μια τέτοια υπόθεση θα ήταν απλούστευση.
Σημαίνει όμως ότι το κόστος μιας νέας μονομερούς στρατιωτικής επιχείρησης δεν περιορίζεται πλέον στη στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ιράν.
Η Κίνα θα αντιμετωπίσει ενεργειακές και οικονομικές συνέπειες.
Η Ρωσία θα αντιμετωπίσει νέες γεωπολιτικές ανατροπές στην ευρασιατική περιφέρεια.
Το Πακιστάν θα βρεθεί δίπλα σε μια πιθανή ζώνη γενικευμένης αστάθειας.
Τα κράτη του Κόλπου θα βρεθούν αντιμέτωπα με τον κίνδυνο η επικράτειά τους να χρησιμοποιηθεί ή να θεωρηθεί βάση για περαιτέρω επιθέσεις.
Συμπέρασμα: Η μάχη δεν αφορά πλέον μόνο το Ιράν
Η διπλωματική κινητικότητα των τελευταίων ημερών δείχνει ότι η σύγκρουση γύρω από το Ιράν έχει μετατραπεί σε ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα.
Το Πακιστάν εμφανίζεται ως σημαντικός μεσολαβητής και, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, ως πιθανός παράγοντας εγγύησης μιας μελλοντικής συμφωνίας.
Η Κίνα έχει ήδη περάσει από τις γενικές δηλώσεις σε συγκεκριμένες διπλωματικές κινήσεις, πραγματοποιώντας επαφές με Ιρανούς και Σαουδάραβες αξιωματούχους και στέλνοντας ειδικό απεσταλμένο σε Ιράν, Ομάν και Σαουδική Αραβία.
Η Ρωσία παραμένει λιγότερο δημόσια, αλλά η στρατηγική της σχέση με την Τεχεράνη και η παρουσία ρωσικών συμφερόντων στο Ιράν σημαίνουν ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις ως μια μακρινή περιφερειακή κρίση.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Είναι ποιος θα διαμορφώσει τους όρους της επόμενης περιφερειακής τάξης πραγμάτων.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διατηρήσει τη δυνατότητα μονομερούς στρατιωτικής πίεσης.
Η Τεχεράνη επιχειρεί να αυξήσει το κόστος αυτής της πίεσης.
Η Κίνα προσπαθεί να αποτρέψει τη μετατροπή του Κόλπου σε πεδίο ανεξέλεγκτης σύγκρουσης και να ενισχύσει τον πολιτικό της ρόλο.
Η Ρωσία παρακολουθεί την κρίση ως μέρος της ευρύτερης σύγκρουσης για την ισορροπία ισχύος στην Ευρασία.
Και το Πακιστάν βρίσκεται σε μια θέση όπου η διαμεσολάβηση δεν είναι απλώς διπλωματική πρωτοβουλία, αλλά ζήτημα άμεσης εθνικής ασφάλειας.
Η κρίση του Ιράν έχει έτσι μετατραπεί σε μία από τις σημαντικότερες δοκιμασίες της πολυπολικής εποχής.
Το αν θα επικρατήσει η διαπραγμάτευση ή μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον του Ιράν και των Στενών του Ορμούζ, αλλά και το κατά πόσο η νέα διεθνής πραγματικότητα μπορεί πράγματι να περιορίσει τη μονομερή χρήση στρατιωτικής ισχύος.
Κεφάλαιο 9. Συμπέρασμα: Από τη μονομερή επιβολή στη σύγκρουση με την πολυπολικότητα
Η κρίση γύρω από το Ιράν, το Στενό του Ορμούζ και την ευρύτερη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως μία ακόμη περιφερειακή σύγκρουση.
Τα γεγονότα που εξετάστηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια, από τις στρατιωτικές εξελίξεις και τη διπλωματική κινητικότητα μέχρι το πυρηνικό ζήτημα και τη διεθνή αντίδραση, αποκαλύπτουν μια βαθύτερη αντιπαράθεση.
Στο επίκεντρό της βρίσκεται ένα θεμελιώδες ερώτημα:
ποιος διαθέτει πλέον τη δυνατότητα να καθορίζει τους όρους της διεθνούς τάξης και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να επιβάλλει τη βούλησή του στους υπόλοιπους;
Η κρίση του Ιράν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων της μονομερούς πίεσης.
Οι κυρώσεις, η οικονομική πίεση, οι στρατιωτικές απειλές και η προσπάθεια πολιτικής απομόνωσης δεν οδήγησαν στην πλήρη στρατηγική υποχώρηση της Τεχεράνης. Αντίθετα, το Ιράν παρέμεινε ένας καθοριστικός περιφερειακός παράγοντας, διατηρώντας τη δυνατότητα να επηρεάζει τις εξελίξεις σε μια περιοχή κρίσιμη για την παγκόσμια οικονομία.
Το Ορμούζ και η δύναμη της γεωγραφίας
Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας.
Η σημασία του δεν περιορίζεται σε μια τοπική στρατιωτική αντιπαράθεση. Από την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας εξαρτώνται ενεργειακές ροές με παγκόσμια σημασία, ενώ κάθε σοβαρή διατάραξη επηρεάζει:
- τις τιμές της ενέργειας,
- τη διεθνή ναυτιλία,
- το κόστος ασφάλισης των πλοίων,
- τις εμπορικές διαδρομές,
- και τη σταθερότητα ολόκληρων οικονομιών.
Η γεωγραφία εξακολουθεί να δημιουργεί ισχύ.
Στην περίπτωση του Ιράν, η γεωγραφική θέση της χώρας μετατρέπεται σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Η δυνατότητα επηρεασμού μιας από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη σημαίνει ότι η αντιπαράθεση με την Τεχεράνη δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απομονωμένη σύγκρουση.
Οι συνέπειές της μεταφέρονται άμεσα στην παγκόσμια οικονομία.
Η διπλωματία μιας πολυκεντρικής εποχής
Η διαδικασία των διαπραγματεύσεων δείχνει επίσης ότι η διεθνής πραγματικότητα έχει γίνει πολύ πιο σύνθετη.
Το Κατάρ, το Ομάν και το Πακιστάν εμφανίζονται ως σημαντικοί δίαυλοι επικοινωνίας και διαμεσολάβησης, ενώ η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τον διπλωματικό της ρόλο στην περιοχή.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, παραμένει ένας κρίσιμος στρατηγικός παράγοντας λόγω των ευρύτερων ευρασιατικών συμφερόντων της και της σχέσης της με την Τεχεράνη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί ένα ενιαίο αντιδυτικό ή στρατιωτικό μπλοκ.
Τα συμφέροντα της Κίνας, της Ρωσίας, του Ιράν και των περιφερειακών δυνάμεων δεν είναι πάντοτε ταυτόσημα.
Υπάρχει όμως μια σημαντική αλλαγή:
μια κρίση αυτού του μεγέθους δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά μέσα από τις αποφάσεις της Ουάσινγκτον και των δυτικών συμμάχων της.
Υπάρχουν πλέον περισσότεροι παράγοντες με αρκετή οικονομική, στρατιωτική ή γεωγραφική ισχύ ώστε να επηρεάζουν το αποτέλεσμα.
Το πυρηνικό ζήτημα και τα όρια της στρατιωτικής λύσης
Το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας.
Όπως προκύπτει από την εξέταση των διαθέσιμων στοιχείων, μια στρατιωτική επίθεση σε συγκεκριμένες εγκαταστάσεις δεν συνεπάγεται απαραίτητα την επίλυση του ευρύτερου στρατηγικού προβλήματος.
Εάν κρίσιμο υλικό ή υποδομές δεν μπορούν να εντοπιστούν και να επαληθευτούν πλήρως, η καταστροφή γνωστών στόχων μπορεί να έχει περιορισμένο στρατηγικό αποτέλεσμα.
Ταυτόχρονα, μια μεγάλης κλίμακας επίθεση θα μπορούσε να δημιουργήσει ακριβώς τις συνθήκες που υποτίθεται ότι επιχειρεί να αποτρέψει.
Η στρατιωτική πίεση μπορεί να ενισχύσει τις πολιτικές δυνάμεις που υποστηρίζουν την περαιτέρω στρατηγική και πυρηνική αυτονομία.
Έτσι δημιουργείται ένα επικίνδυνο παράδοξο:
μια στρατιωτική επιχείρηση μπορεί να προκαλέσει τεράστια κλιμάκωση χωρίς να εξαλείψει το πρόβλημα που χρησιμοποιείται ως αιτιολογία για την ίδια την επίθεση.
Η παλιά τάξη αμφισβητείται χωρίς να έχει ακόμη αντικατασταθεί
Η πολυκεντρική πραγματικότητα που διαμορφώνεται δεν σημαίνει ότι έχει ήδη δημιουργηθεί μια σταθερή νέα διεθνής τάξη.
Αντίθετα, η σημερινή περίοδος χαρακτηρίζεται από μια επικίνδυνη μετάβαση.
Η παλαιότερη μονοπολική αρχιτεκτονική αμφισβητείται.
Η νέα ισορροπία, όμως, δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί.
Και ακριβώς σε αυτή τη μεταβατική περίοδο βρίσκεται ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους.
Όταν περισσότερες δυνάμεις διεκδικούν ρόλο, όταν οι παλαιοί μηχανισμοί ελέγχου αποδυναμώνονται και όταν η στρατιωτική ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εργαλείο πολιτικής, αυξάνεται ο κίνδυνος λανθασμένων υπολογισμών.
Περιορισμένα πλήγματα μπορούν να οδηγήσουν σε ευρύτερη κλιμάκωση.
Μια ενέργεια που παρουσιάζεται ως αμυντική μπορεί να θεωρηθεί επιθετική από την άλλη πλευρά.
Μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία μπορεί να δημιουργήσει πολιτική ή στρατιωτική πίεση πριν ακόμη εξακριβωθεί η πραγματικότητα.
Και μια κρίση που ξεκινά ως περιφερειακή μπορεί να αποκτήσει διεθνείς διαστάσεις.
Η ισχύς αλλάζει μορφή
Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι η ισχύς δεν εξαφανίζεται.
Αλλάζει μορφή και κατανέμεται διαφορετικά.
Η στρατιωτική υπεροχή εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Δεν είναι όμως πλέον πάντοτε αρκετή από μόνη της για να επιβάλει πολιτικά αποτελέσματα.
Η οικονομική αλληλεξάρτηση, οι ενεργειακοί δρόμοι, η γεωγραφία, οι περιφερειακές συνεργασίες και η δυνατότητα δημιουργίας νέων διεθνών δικτύων περιορίζουν τη δυνατότητα οποιασδήποτε δύναμης να ενεργεί χωρίς συνέπειες.
Η Κίνα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας.
Για το Πεκίνο, η σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή ασφάλεια και τις εμπορικές του διαδρομές.
Η Ρωσία, αντίστοιχα, αντιμετωπίζει την κρίση μέσα από το ευρύτερο πλαίσιο της ευρασιατικής ασφάλειας και της γεωπολιτικής ισορροπίας.
Το Πακιστάν και άλλες περιφερειακές δυνάμεις δεν μπορούν να αγνοήσουν τις συνέπειες μιας γενικευμένης σύγκρουσης στα σύνορά τους ή στις ζωτικές οικονομικές τους διαδρομές.
Το Ιράν, επομένως, δεν βρίσκεται απέναντι μόνο σε μια στρατιωτική ή διπλωματική πίεση.
Βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης για τη δομή του διεθνούς συστήματος.
Η μεγάλη εικόνα
Η τελική έκβαση της κρίσης παραμένει ανοιχτή.
Οι πληροφορίες που εξετάστηκαν σε αυτή την ανάλυση δεν έχουν όλες τον ίδιο βαθμό βεβαιότητας. Περιλαμβάνουν επιβεβαιωμένα γεγονότα, επίσημες τοποθετήσεις, πληροφορίες που δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί και γεωπολιτικές εκτιμήσεις.
Η διάκριση αυτή είναι ουσιαστική.
Μια σοβαρή γεωπολιτική ανάλυση δεν πρέπει να μετατρέπει μια διαρροή σε γεγονός ούτε μια πολιτική εκτίμηση σε απόδειξη.
Όμως, ακόμη και μέσα στην αβεβαιότητα, η μεγάλη εικόνα γίνεται όλο και πιο καθαρή.
Ο κόσμος δεν βρίσκεται πλέον στην εποχή της αδιαμφισβήτητης μονοπολικής κυριαρχίας.
Η δυνατότητα μιας δύναμης να επιβάλλει μονομερώς τους όρους της συναντά πλέον αντίσταση από κράτη και κέντρα ισχύος που διαθέτουν στρατιωτικά, οικονομικά, ενεργειακά και γεωγραφικά μέσα για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους.
Η Μέση Ανατολή βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης.
Και η κρίση γύρω από το Ιράν μπορεί να αποδειχθεί μία από τις χαρακτηριστικότερες συγκρούσεις της εποχής μας.
Όχι μόνο ως αντιπαράθεση μεταξύ συγκεκριμένων κρατών.
Αλλά ως σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη διεθνή τάξη.
Η μία στηρίζεται στη διατήρηση της δυνατότητας μονομερούς επιβολής μέσω οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος.
Η άλλη διεκδικεί έναν κόσμο στον οποίο η ισχύς κατανέμεται ανάμεσα σε περισσότερα κέντρα και καμία δύναμη δεν μπορεί να καθορίζει μόνη της τους όρους για όλους τους υπόλοιπους.
Το αν αυτή η μετάβαση θα οδηγήσει σε μια πιο σταθερή πολυπολική ισορροπία ή σε μια ακολουθία νέων και επικίνδυνων συγκρούσεων παραμένει το μεγάλο ερώτημα της επόμενης εποχής.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό διακύβευμα της κρίσης: όχι μόνο ποιος θα επικρατήσει στην επόμενη σύγκρουση, αλλά αν το διεθνές σύστημα μπορεί να μάθει να λειτουργεί με περισσότερα κέντρα ισχύος χωρίς να χρειαστεί πρώτα να περάσει μέσα από μια γενικευμένη καταστροφή.
Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών













































