Ιράν: Αντίστροφη μέτρηση για πόλεμο ή στρατηγικός εκβιασμός;

Οι αμερικανικοί σχεδιασμοί μετά τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, η ισραηλινή στρατηγική, το μέτωπο Σαουδικής Αραβίας και Χούθι και ο ρόλος της Ρωσίας. Ποια στοιχεία δείχνουν κλιμάκωση και ποιες κρίσιμες πληροφορίες παραμένουν ανεπιβεβαίωτες;

 

Ιράν: Αντίστροφη μέτρηση για πόλεμο ή αμερικανικός στρατηγικός εκβιασμός;

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο μιας μεγάλης πολεμικής αναμέτρησης. Στο επίκεντρο βρίσκεται το Ιράν, μια χώρα που επί δεκαετίες αντιμετωπίζει αμερικανικές κυρώσεις, στρατιωτική πίεση και προσπάθειες διπλωματικής απομόνωσης. Οι εξελίξεις γύρω από την Τεχεράνη δεν αφορούν μόνο το πυρηνικό της πρόγραμμα ή την ασφάλεια του Ισραήλ. Αγγίζουν ένα ευρύτερο ζήτημα: το δικαίωμα ενός κράτους να χαράσσει ανεξάρτητη στρατηγική σε μια περιοχή όπου η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή στρατιωτική παρουσία και εκτεταμένο δίκτυο συμμαχιών.

Η αντιπαράθεση με το Ιράν εντάσσεται σε μια βαθύτερη σύγκρουση για τη διαμόρφωση της διεθνούς τάξης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να διατηρήσουν τον καθοριστικό τους ρόλο στην ασφάλεια της Μέσης Ανατολής, ενώ η Τεχεράνη αντιστέκεται στην προσπάθεια περιορισμού της περιφερειακής της επιρροής. Παράλληλα, η ενίσχυση των σχέσεων του Ιράν με τη Ρωσία και την Κίνα συνδέει την κρίση με τη σταδιακή ανάδυση ενός πολυπολικού συστήματος, στο οποίο περισσότερα κράτη διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία στις διεθνείς τους σχέσεις.

Από αυτή την οπτική, η ιρανική αντίσταση δεν μπορεί να ερμηνεύεται αυτομάτως ως απειλή για τη διεθνή σταθερότητα. Αποτελεί επίσης προσπάθεια διατήρησης της εθνικής κυριαρχίας απέναντι σε μια πολύ ισχυρότερη δύναμη. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιλογή της Τεχεράνης είναι εξ ορισμού ορθή ή ότι οι ενέργειές της πρέπει να εξαιρούνται από την κριτική. Σημαίνει ότι η αξιολόγησή τους οφείλει να λαμβάνει υπόψη τους συσχετισμούς ισχύος, το ιστορικό της αντιπαράθεσης και τα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων, αντί να υιοθετεί άκριτα τις επίσημες ερμηνείες της Ουάσιγκτον και των συμμάχων της.

Η 3η Νοεμβρίου προβάλλει ως σημαντικό χρονικό ορόσημο στις εκτιμήσεις για τις επόμενες αμερικανικές κινήσεις, καθώς συμπίπτει με τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αναφορές συνδέουν το διάστημα μετά την εκλογική αναμέτρηση με την πιθανότητα εντατικοποίησης των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν. Εάν τέτοιοι σχεδιασμοί επιβεβαιωθούν, θα αναδειχθεί η αντίφαση ανάμεσα στη δημόσια επίκληση της διπλωματίας και στην προετοιμασία στρατιωτικών επιλογών. Ωστόσο, η ύπαρξη επιχειρησιακών σχεδίων δεν αποδεικνύει ότι έχει ληφθεί οριστική απόφαση για επίθεση. Το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εκτίμηση που χρειάζεται τεκμηρίωση και όχι ως βεβαιότητα.

Η στρατηγική σημασία του Ιράν εξηγεί γιατί μια πιθανή σύγκρουση δεν θα περιοριζόταν εύκολα σε ένα διμερές μέτωπο. Η γεωγραφική του θέση συνδέει τον Περσικό Κόλπο με την Κασπία και τις οδούς προς την Κεντρική και τη Νότια Ασία. Οι ενεργειακοί του πόροι, οι περιφερειακές του σχέσεις και η συνεργασία του με μη δυτικές δυνάμεις το καθιστούν κρίσιμο παράγοντα για την ισορροπία ισχύος. Μια προσπάθεια στρατιωτικής ή πολιτικής υποταγής της Τεχεράνης θα μπορούσε, επομένως, να προκαλέσει αντιδράσεις πολύ ευρύτερες από εκείνες που θα προέβλεπε ένας στενά στρατιωτικός υπολογισμός.

Η Ρωσία και η Κίνα έχουν ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την εξίσωση. Οι σχέσεις τους με το Ιράν διευρύνουν τις διπλωματικές και οικονομικές επιλογές της Τεχεράνης και δυσκολεύουν την πλήρη απομόνωσή της. Δεν πρέπει, ωστόσο, να θεωρείται δεδομένο ότι η συνεργασία αυτή ισοδυναμεί με αυτόματη στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση πολέμου. Η πολυπολικότητα δεν αποτελεί ενιαίο στρατόπεδο με κοινές αποφάσεις για κάθε κρίση. Αποτυπώνει, πρωτίστως, τη διεύρυνση των δυνατοτήτων των κρατών να αναπτύσσουν εναλλακτικές συνεργασίες και να περιορίζουν την εξάρτησή τους από μία μόνο δύναμη.

Η περιφερειακή εικόνα περιπλέκεται περαιτέρω από τη σύγκρουση της Σαουδικής Αραβίας με τους Χούθι, τις απειλές κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων και τις ανησυχίες για τη ναυσιπλοΐα. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν κρίσιμη αρτηρία για τις διεθνείς ενεργειακές ροές. Μια παρατεταμένη διαταραχή της λειτουργίας τους θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές του πετρελαίου, να επιβαρύνει τις οικονομίες πολλών χωρών και να μεταφέρει το κόστος μιας περιφερειακής σύγκρουσης πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή. Η ενεργειακή ασφάλεια, συνεπώς, δεν είναι απλώς παράπλευρη συνέπεια της κρίσης, αλλά μέρος του γεωπολιτικού της διακυβεύματος.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι οικονομικές κυρώσεις, τα παγωμένα ιρανικά κεφάλαια και οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα. Όταν οι οικονομικοί περιορισμοί συνδυάζονται με στρατιωτικές απειλές, οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται υπό συνθήκες έντονης ανισορροπίας ισχύος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν επιδιώκεται μια αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία που θα μειώσει τον κίνδυνο πολέμου ή αν η διπλωματία χρησιμοποιείται για να επιβληθούν στην Τεχεράνη όροι που θα περιορίσουν μακροπρόθεσμα την ανεξάρτητη πολιτική της.

Μια στρατιωτική αναμέτρηση δεν είναι αναπόφευκτη, αλλά οι συνέπειές της θα μπορούσαν να ξεπεράσουν κατά πολύ τους αρχικούς υπολογισμούς των εμπλεκομένων. Επίθεση κατά του Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα εναντίον αμερικανικών δυνάμεων και περιφερειακών συμμάχων, να διευρύνει τις απειλές κατά ενεργειακών υποδομών και να ανοίξει πολλαπλά μέτωπα. Η στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται πολιτική νίκη, όπως και η καταστροφή στρατιωτικών στόχων δεν εξασφαλίζει ότι μια χώρα θα αποδεχθεί τους όρους του αντιπάλου της.

Η ανάλυση, ωστόσο, απαιτεί αυστηρή διάκριση ανάμεσα στα επιβεβαιωμένα γεγονότα, στους επίσημους ισχυρισμούς, στις ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες και στις εκτιμήσεις. Οι αναφορές για μυστικές επαφές, ρωσικές στρατιωτικές μεταφορές, έκτακτες εντολές και παρασκηνιακές συμφωνίες μπορεί να έχουν σημασία, αλλά δεν αποτελούν αποδείξεις μόνο και μόνο επειδή ταιριάζουν σε ένα εύλογο σενάριο. Η αντιηγεμονική προσέγγιση δεν χρειάζεται να παρακάμπτει την τεκμηρίωση. Αντιθέτως, οφείλει να εξετάζει κριτικά τόσο τις δυτικές αφηγήσεις όσο και τους ισχυρισμούς των υπόλοιπων εμπλεκομένων.

Στα οκτώ κεφάλαια που ακολουθούν, η κρίση εξετάζεται μέσα από τις στρατιωτικές προετοιμασίες, τους ισραηλινούς υπολογισμούς, το μέτωπο της Σαουδικής Αραβίας, την ιρανική αμυντική στρατηγική, τις σχέσεις της Τεχεράνης με τη Μόσχα και το Πεκίνο, τις διπλωματικές πρωτοβουλίες και την ενεργειακή διάσταση. Στόχος είναι να αποσαφηνιστεί όχι μόνο πόσο πιθανή είναι μια νέα πολεμική αναμέτρηση, αλλά και ποια συμφέροντα διακυβεύονται, ποιες επιλογές παραμένουν ανοικτές και ποιοι κίνδυνοι ενδέχεται να υποτιμώνται.

Η βασική θέση είναι ότι η ασφάλεια της Μέσης Ανατολής δεν μπορεί να στηρίζεται στην απαίτηση πολιτικής συμμόρφωσης των κρατών της περιοχής ούτε στη διαρκή απειλή στρατιωτικής επέμβασης. Μια βιώσιμη περιφερειακή τάξη προϋποθέτει σεβασμό της κυριαρχίας, ισορροπία δυνάμεων και διπλωματικές διευθετήσεις που λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα των ίδιων των περιφερειακών κρατών. Το Ιράν έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται την ανεξαρτησία του, όπως και οι γειτονικές χώρες έχουν δικαίωμα να επιδιώκουν ασφάλεια χωρίς να μετατρέπονται σε εργαλεία ευρύτερων ανταγωνισμών.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει επίθεση μετά τις 3 Νοεμβρίου. Είναι αν η κρίση θα οδηγήσει σε μια νέα απόπειρα επιβολής στρατηγικών όρων μέσω της στρατιωτικής ισχύος ή αν οι εμπλεκόμενες δυνάμεις θα αναγνωρίσουν ότι η περιφερειακή σταθερότητα απαιτεί πολιτικές λύσεις και αποδοχή των νέων συσχετισμών. Η απάντηση θα εξαρτηθεί από τις πραγματικές αποφάσεις των κυβερνήσεων, όχι από τις ημερομηνίες και τα σενάρια που κυκλοφορούν. Το βέβαιο είναι ότι μια νέα σύγκρουση θα δοκίμαζε όχι μόνο την αντοχή του Ιράν, αλλά και τα όρια της στρατιωτικής ισχύος ως μέσου επιβολής πολιτικών αποτελεσμάτων.

 

Κεφάλαιο 1: Η αντίστροφη μέτρηση που ίσως δεν υπάρχει

Το πραγματικό χρονοδιάγραμμα μιας πιθανής επίθεσης στο Ιράν

Η 3η Νοεμβρίου έχει αναδειχθεί σε κομβική ημερομηνία για την πορεία της αντιπαράθεσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν. Καθώς πλησιάζουν οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, η συζήτηση για το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι απλώς αν η Ουάσιγκτον διαθέτει σχέδια για την επανέναρξη των επιθέσεων. Είναι αν έχει αποφασίσει να τα εφαρμόσει και αν θεωρεί ότι μια νέα πολεμική επιχείρηση μπορεί να επιτύχει όσα δεν εξασφάλισε η προηγούμενη στρατιωτική και οικονομική πίεση.

Από την έναρξη του πολέμου στην πιθανότητα νέας κλιμάκωσης

Για την ορθή αξιολόγηση των εξελίξεων, είναι απαραίτητο να διακρίνουμε την έναρξη της σύγκρουσης από το ενδεχόμενο μιας νέας ή ευρύτερης στρατιωτικής φάσης. Στο χρονολόγιο του υλικού που εξετάζουμε, η 28η Φεβρουαρίου 2026 καταγράφεται ως αφετηρία της πολεμικής αναμέτρησης. Επομένως, το σημερινό ερώτημα δεν αφορά αποκλειστικά το αν θα ξεκινήσει ένας πόλεμος, αλλά αν η ήδη υπάρχουσα σύγκρουση θα περάσει σε νέα φάση κλιμάκωσης.

Η διάκριση αυτή αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνευθεί η 3η Νοεμβρίου. Η ημερομηνία δεν αποτελεί αυτομάτως την πιθανή έναρξη ενός πολέμου, αλλά ένα πολιτικό ορόσημο μετά το οποίο ενδέχεται να μεταβληθούν οι αμερικανικοί υπολογισμοί. Το διάστημα από τις ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου έως τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συμπίπτει με κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις και στις δύο χώρες.

Ένα ευρύτερο χρονικό παράθυρο έως το τέλος Νοεμβρίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αναλυτικός ορίζοντας παρακολούθησης των εξελίξεων. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παρουσιάζεται ως επιβεβαιωμένη προθεσμία επίθεσης. Χωρίς συγκεκριμένα επιχειρησιακά στοιχεία, η μετατροπή ενός χρονικού ορίζοντα σε βεβαιότητα θα ήταν αυθαίρετη.

Η διάκριση είναι ουσιώδης. Ένας στρατιωτικός σχεδιασμός μπορεί να αποτελεί προετοιμασία για ενδεχόμενη σύγκρουση, μέσο αποτροπής ή εργαλείο άσκησης πίεσης στις διαπραγματεύσεις. Δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη ότι έχει δοθεί εντολή επίθεσης. Αντίστοιχα, οι δημόσιες προειδοποιήσεις της ιρανικής ηγεσίας αποτυπώνουν τη στάση αποτροπής της Τεχεράνης, αλλά δεν αρκούν από μόνες τους για να αποδείξουν ότι επίκειται συγκεκριμένη στρατιωτική ενέργεια.

Για να κατανοήσουμε την κατάσταση, πρέπει να εξετάσουμε τα δημόσια μηνύματα των δύο πλευρών, τις πολιτικές σκοπιμότητες που επηρεάζουν τις αποφάσεις τους και τα όρια των διαθέσιμων πληροφοριών. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε μια περίοδο αυξημένης έντασης σε μια υποτιθέμενη αντίστροφη μέτρηση, της οποίας το τέλος δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι προαποφασισμένο.

Η εκλογική ημερομηνία και οι υπολογισμοί της Ουάσιγκτον

Στις 8 Οκτωβρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε δημόσια ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιτεθούν στο Ιράν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Παράλληλα, χαρακτήρισε παραγωγικές τις συνομιλίες με την Τεχεράνη, υποστηρίζοντας ότι εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο διπλωματικής διευθέτησης.

Την ίδια στιγμή, όμως, διατήρησε την αμερικανική πίεση προς το Ιράν, δηλώνοντας ότι ο αποκλεισμός θα συνεχιστεί. Η συνύπαρξη αυτών των δύο μηνυμάτων αποκαλύπτει τη βασική αντίφαση της αμερικανικής προσέγγισης: η Ουάσιγκτον εμφανίζεται πρόθυμη να διαπραγματευτεί, αλλά δεν εγκαταλείπει τα μέσα οικονομικού και στρατιωτικού εξαναγκασμού.

Η δημόσια δέσμευση για αποχή από επιθέσεις πριν από τις εκλογές δημιουργεί ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο. Δεν αποτελεί, ωστόσο, υπόσχεση ότι θα ακολουθήσει επίθεση αμέσως μετά. Η ημερομηνία της 3ης Νοεμβρίου σηματοδοτεί τη λήξη ενός δηλωμένου περιορισμού, όχι την επιβεβαιωμένη έναρξη μιας νέας επιχείρησης.

Η αξιολόγηση της αμερικανικής στάσης πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τη μεταβολή της δημόσιας ρητορικής. Η δήλωση της 8ης Οκτωβρίου ότι δεν θα υπάρξει επίθεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές δεν ισοδυναμεί με δέσμευση αποχής από στρατιωτικές επιχειρήσεις μετά τις 3 Νοεμβρίου. Αντίστοιχα, μεταγενέστερες αόριστες δηλώσεις ή δημοσιεύματα για πιθανή επίθεση μέσα σε συγκεκριμένο Σαββατοκύριακο δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι έχει ληφθεί τελική απόφαση.

Για να μετατραπεί μια εκτίμηση σε ισχυρότερη προειδοποίηση, θα χρειαζόταν συνδυασμός ενδείξεων: συγκεκριμένες στρατιωτικές μετακινήσεις, επίσημες οδηγίες ασφαλείας, μεταβολές στη λειτουργία διπλωματικών αποστολών και σαφής επιδείνωση ή διακοπή των διαπραγματεύσεων. Ακόμη και τότε, κάθε ένδειξη θα έπρεπε να εξετάζεται στο πλαίσιο της περιφερειακής κατάστασης. Μια εκκένωση προσωπικού στον Κόλπο, για παράδειγμα, θα μπορούσε να σχετίζεται με τον κίνδυνο επέκτασης της σύγκρουσης στην Υεμένη και όχι κατ’ ανάγκην με επικείμενη άμεση επίθεση κατά του Ιράν.

Το εκλογικό ημερολόγιο έχει αναμφίβολα πολιτική σημασία. Μια νέα πολεμική κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει την οικονομία, τις τιμές της ενέργειας και την πολιτική θέση της αμερικανικής κυβέρνησης. Αντίστοιχα, η αναβολή μιας επίθεσης μπορεί να προσφέρει χρόνο για διαπραγματεύσεις ή για την προετοιμασία στρατιωτικών επιλογών.

Δεν διαθέτουμε, όμως, επαρκή στοιχεία για να συμπεράνουμε ότι η αμερικανική ηγεσία έχει ήδη επιλέξει μία από αυτές τις διαδρομές. Η πολιτική σκοπιμότητα μιας απόφασης δεν αποδεικνύει ότι η απόφαση έχει ληφθεί.

Στρατιωτικά σχέδια χωρίς αποδεδειγμένη εντολή επίθεσης

Οι αναφορές για προετοιμασία νέων επιχειρήσεων κατά του Ιράν έχουν εντείνει την ανησυχία στην περιοχή. Στο δημόσιο πεδίο έχουν εμφανιστεί ισχυρισμοί για σχεδιαζόμενες επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, πυρηνικές υποδομές και στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης.

Ωστόσο, οι συγκεκριμένες πληροφορίες χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή. Ορισμένα δημοσιεύματα μη ιρανικών μέσων που αναπαράχθηκαν από κινεζικά και ρωσικά πρακτορεία στηρίζονταν σε ανώνυμες πηγές και σε αναφορές άλλων δημοσιογραφικών οργανισμών. Η αναπαραγωγή τους από ένα δεύτερο μέσο δεν συνιστά ανεξάρτητη επιβεβαίωση.

Για τον λόγο αυτό, δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε ως εξακριβωμένο γεγονός ούτε το ακριβές περιεχόμενο ενός υποτιθέμενου αμερικανοϊσραηλινού σχεδίου ούτε την ημερομηνία κατά την οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί.

Η διάκριση δεν μειώνει τη σοβαρότητα της απειλής. Αντιθέτως, επιτρέπει να αξιολογήσουμε τον κίνδυνο χωρίς να συγχέουμε την προετοιμασία με την εκτέλεση. Η στρατιωτική ετοιμότητα μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα μιας επιχείρησης, αλλά η τελική απόφαση εξαρτάται από πολιτικούς υπολογισμούς, τις εκτιμήσεις για την αντίδραση του αντιπάλου και το κόστος που ενδέχεται να ακολουθήσει.

Επιπλέον, μια επίθεση δεν θα αξιολογούνταν μόνο βάσει της δυνατότητας καταστροφής συγκεκριμένων στόχων. Θα έπρεπε να εξεταστεί και το κατά πόσο θα μπορούσε να επιτύχει τον επιδιωκόμενο πολιτικό σκοπό. Η καταστροφή εγκαταστάσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως την αποδοχή των αμερικανικών όρων από την ιρανική ηγεσία. Ούτε εγγυάται ότι η Τεχεράνη θα εγκαταλείψει τη στρατηγική της ή ότι η περιφερειακή αστάθεια θα περιοριστεί.

Η ιρανική αποτροπή και το μήνυμα προς την Ουάσιγκτον

Στις 18 Οκτωβρίου, ο Μοχσέν Ρεζαΐ, γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, δήλωσε ότι οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν προετοιμάσει σχέδιο αντίδρασης που, σύμφωνα με τον ίδιο, θα είναι πιο καταστροφικό από τις προηγούμενες πολεμικές αναμετρήσεις.

Την ίδια ημέρα, ο επικεφαλής του ιρανικού στρατιωτικού επιτελείου, Αλί Αμπντολαχί, προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε νέα ενέργεια των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ θα αντιμετωπιστεί με πολύ σκληρότερη απάντηση.

Οι δηλώσεις αυτές αποτελούν σαφές μήνυμα αποτροπής. Η Τεχεράνη επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι μια νέα επίθεση δεν θα εξελιχθεί αναγκαστικά σύμφωνα με τους υπολογισμούς εκείνων που θα την εξαπολύσουν.

Χρειάζεται, ωστόσο, να διαχωρίσουμε το περιεχόμενο των δηλώσεων από την ανεξάρτητη αξιολόγηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων που περιγράφουν. Το γεγονός ότι η ιρανική ηγεσία ανακοινώνει την ύπαρξη νέου επιχειρησιακού σχεδίου δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε το ακριβές περιεχόμενό του, τον βαθμό ετοιμότητας ή τις επιχειρησιακές επιλογές που έχουν εγκριθεί.

Η στρατηγική λογική της αποτροπής είναι σαφής: εάν ο αντίπαλος αναμένει ότι μια επίθεση θα προκαλέσει σοβαρές απώλειες και θα διευρύνει τη σύγκρουση, το κόστος της απόφασης αυξάνεται. Η αποτελεσματικότητα αυτής της λογικής εξαρτάται, όμως, από τις πραγματικές δυνατότητες, την ανθεκτικότητα των υποδομών, τη λειτουργία της διοίκησης και την ικανότητα διατήρησης της στρατιωτικής δράσης υπό πίεση.

Από την πλευρά της Τεχεράνης, επομένως, το ζητούμενο είναι να αποτρέψει μια νέα επίθεση χωρίς να υποχρεωθεί να αποδεχθεί όρους που θεωρεί ότι υπονομεύουν την εθνική κυριαρχία και την ασφάλειά της. Από την πλευρά της Ουάσιγκτον, το ζήτημα είναι αν η στρατιωτική πίεση μπορεί πράγματι να οδηγήσει σε πολιτικές παραχωρήσεις ή αν θα προκαλέσει μια νέα σύγκρουση με απρόβλεπτες συνέπειες.

Η διπλωματία υπό τη σκιά της στρατιωτικής απειλής

Παρά την ένταση, οι διπλωματικές επαφές δεν έχουν αποκλειστεί. Στις 8 Οκτωβρίου, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δήλωσε ότι η Τεχεράνη εξετάζει την αμερικανική πρόταση και ότι τα μηνύματα μεταξύ των δύο πλευρών εξακολουθούν να ανταλλάσσονται μέσω διαμεσολαβητών.

Η θέση αυτή έχει σημασία, επειδή δείχνει ότι η ιρανική πλευρά δεν αντιμετωπίζει τη διπλωματία ως οδό που έχει εγκαταλειφθεί οριστικά. Η συνέχιση των επαφών, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι υπάρχει συμφωνία ή ότι οι διαφορές μπορούν να ξεπεραστούν εύκολα.

Στις 21 Οκτωβρίου, ο Ρεζαΐ υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να λάβουν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης πριν από οποιαδήποτε νέα διαπραγμάτευση. Παράλληλα, επανέλαβε ότι το Ιράν δεν πρόκειται να απομακρύνει το εμπλουτισμένο ουράνιό του από τη χώρα.

Οι τοποθετήσεις αυτές δείχνουν ότι η Τεχεράνη συνδέει τις διαπραγματεύσεις με ζητήματα κυριαρχίας, εμπιστοσύνης και εθνικής ασφάλειας. Από τη δική της οπτική, μια συμφωνία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε ιρανικές παραχωρήσεις, ενώ η άλλη πλευρά διατηρεί την απειλή νέων επιθέσεων και την οικονομική πίεση.

Η ουσία του προβλήματος βρίσκεται στην ανισορροπία των μέσων που χρησιμοποιούνται. Όταν η στρατιωτική ισχύς και οι κυρώσεις λειτουργούν ως εργαλεία επιβολής, η διαπραγμάτευση κινδυνεύει να μετατραπεί από διαδικασία αμοιβαίου συμβιβασμού σε προσπάθεια εξαναγκασμού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μια συμφωνία είναι αδύνατη. Σημαίνει ότι η πιθανότητά της εξαρτάται από το αν οι δύο πλευρές μπορούν να προσδιορίσουν όρους που δεν θα εκλαμβάνονται ως άμεση απειλή για τη μελλοντική τους ασφάλεια.

Το βαθύτερο διακύβευμα: κυριαρχία και περιφερειακή ισορροπία

Η κρίση δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά μέσα από το στρατιωτικό ημερολόγιο της Ουάσιγκτον. Το Ιράν αποτελεί σημαντικό περιφερειακό παράγοντα, με γεωγραφική θέση που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με την Κεντρική και τη Νότια Ασία, σημαντικούς ενεργειακούς πόρους και σχέσεις συνεργασίας με δυνάμεις που επιδιώκουν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η προσπάθεια να περιοριστεί η ιρανική επιρροή, επομένως, συνδέεται με το ευρύτερο ζήτημα της κατανομής ισχύος στη Μέση Ανατολή. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει τον καθοριστικό ρόλο της στην περιφερειακή ασφάλεια, ενώ η Τεχεράνη διεκδικεί το δικαίωμα να χαράσσει τη δική της στρατηγική και να αναπτύσσει συνεργασίες χωρίς να αποδέχεται εξωτερική κηδεμονία.

Από μια πολυπολική σκοπιά, η ανεξαρτησία των κρατών δεν μπορεί να θεωρείται θεμιτή μόνο όταν συμβαδίζει με τις προτεραιότητες μιας ισχυρότερης δύναμης. Το ίδιο ισχύει και για το Ιράν. Η αξιολόγηση της πολιτικής του πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις δικές του επιλογές και ευθύνες, αλλά και το περιβάλλον στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις του.

Μια νέα επίθεση θα μπορούσε να ενισχύσει προσωρινά τη στρατιωτική πίεση προς την Τεχεράνη, αλλά δεν θα εξασφάλιζε από μόνη της το επιθυμητό πολιτικό αποτέλεσμα. Θα μπορούσε επίσης να προκαλέσει αντίποινα, να επεκτείνει τη σύγκρουση σε περισσότερα μέτωπα και να επιβαρύνει την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής.

Η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά δεν ισοδυναμεί με απεριόριστη δυνατότητα πολιτικής επιβολής. Αυτό είναι το κρίσιμο μάθημα που πρέπει να ληφθεί υπόψη πριν από οποιαδήποτε νέα αναμέτρηση.

Συμπέρασμα: Η ημερομηνία δεν προδικάζει την έκβαση

Με βάση τα δημόσια στοιχεία που εξετάζουμε, η 3η Νοεμβρίου αποτελεί σημαντικό πολιτικό ορόσημο, όχι επιβεβαιωμένη ημερομηνία έναρξης νέας επίθεσης.

Η αμερικανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν θα επιτεθεί πριν από τις εκλογές. Η ιρανική ηγεσία έχει προειδοποιήσει ότι μια νέα επίθεση θα προκαλέσει ισχυρότερη αντίδραση. Παράλληλα, οι διπλωματικές επαφές συνεχίζονται, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί συμφωνία.

Οι πληροφορίες για συγκεκριμένα στρατιωτικά σχέδια παραμένουν αντικείμενο προσεκτικής αξιολόγησης. Χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση, δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι έχει δοθεί οριστική εντολή επίθεσης ή ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα αρχίσουν αμέσως μετά τις εκλογές.

Η ουσία βρίσκεται στη σύγκρουση δύο διαφορετικών επιδιώξεων: από τη μία, η αμερικανική προσπάθεια να επιτύχει στρατηγικούς στόχους μέσω πίεσης και διαπραγμάτευσης· από την άλλη, η ιρανική επιδίωξη να διατηρήσει την κυριαρχία και την αποτρεπτική της ικανότητα χωρίς να αποδεχθεί μονομερώς επιβαλλόμενους όρους.

Η νέα πολεμική αναμέτρηση δεν είναι αναπόφευκτη. Είναι, όμως, ένας υπαρκτός κίνδυνος, του οποίου η σοβαρότητα απαιτεί να εξετάζουμε τα γεγονότα χωρίς υπερβολές και χωρίς να υιοθετούμε άκριτα τις αφηγήσεις οποιασδήποτε πλευράς.

Η 3η Νοεμβρίου δεν είναι το τέλος μιας αντίστροφης μέτρησης. Είναι ένα σημείο στο οποίο θα πρέπει να αξιολογηθούν εκ νέου οι πραγματικές αποφάσεις των εμπλεκομένων. Το αν θα ακολουθήσει αποκλιμάκωση ή νέα σύγκρουση θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η στρατιωτική πίεση θα υπερισχύσει της διπλωματίας και από το αν οι εμπλεκόμενες δυνάμεις θα αναγνωρίσουν τα όρια της ισχύος τους.

 

Κεφάλαιο 2: Η Σαουδική Αραβία στο επίκεντρο: Οι Χούθι, οι επιθέσεις και ο κίνδυνος αμερικανικής εμπλοκής

Ένα περιφερειακό μέτωπο που απειλεί να διευρυνθεί

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και το κίνημα Ανσαράλα, γνωστότερο ως Χούθι, δεν αποτελεί πλέον μια περιφερειακή σύγκρουση περιορισμένη στα σύνορα της Υεμένης. Οι επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών στόχων, τα πλήγματα της σαουδαραβικής αεροπορίας στην Υεμένη και η απειλή για κρίσιμες ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο μια νέα στρατιωτική κρίση θα μπορούσε να επηρεάσει ολόκληρη την Αραβική Χερσόνησο και τις θαλάσσιες οδούς της περιοχής.

Οι εξελίξεις του Οκτωβρίου 2026 δείχνουν ότι η ένταση έχει περάσει σε ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση. Οι Χούθι έχουν ανακοινώσει επανειλημμένες επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον αεροδρομίων, στρατιωτικών εγκαταστάσεων και ενεργειακών υποδομών στη Σαουδική Αραβία. Από την άλλη πλευρά, η σαουδαραβική στρατιωτική εκστρατεία στην Υεμένη έχει ενταθεί, με αεροπορικά πλήγματα σε περιοχές υπό τον έλεγχο των Χούθι.

Στις 24 Οκτωβρίου, οι Χούθι ανακοίνωσαν ότι εξαπέλυσαν επτά επιθέσεις εναντίον στόχων σε σαουδαραβικές πόλεις, μεταξύ των οποίων το Ριάντ, η Γιανμπού, η Ραμπίγκ και η Νταμάμ. Στους στόχους που ανέφεραν περιλαμβάνονταν εγκαταστάσεις της Saudi Aramco, αεροδρόμια και στρατιωτική βάση. Παράλληλα, υποστήριξαν ότι οι επιχειρήσεις τους αποτελούσαν απάντηση σε περίπου εκατό σαουδαραβικές αεροπορικές επιδρομές μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο.

Οι αναφορές αυτές χρειάζονται ξεχωριστή επιβεβαίωση ως προς τον ακριβή στόχο, τη φύση του περιστατικού, τις ζημιές και το εάν επρόκειτο για επιτυχημένο πλήγμα ή για αναχαίτιση. Η σημασία τους, εφόσον επιβεβαιωθούν, δεν θα περιορίζεται στις στρατιωτικές απώλειες. Θα αφορά την πίεση που ασκείται στην ενεργειακή ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας και την πιθανότητα μεταφοράς της σύγκρουσης σε υποδομές με διεθνή οικονομική σημασία.

Οι συγκεκριμένοι αριθμοί και οι ισχυρισμοί για τα αποτελέσματα των επιθέσεων δεν μπορούν να θεωρηθούν όλοι ανεξάρτητα επιβεβαιωμένοι. Ωστόσο, η διαδοχή των ανακοινωμένων επιχειρήσεων, οι αναφορές για αναχαιτίσεις πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών και η εντατικοποίηση των αεροπορικών επιχειρήσεων καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση δεν βρίσκεται σε φάση αποκλιμάκωσης.

Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα καταφέρει να προκαλέσει μεγαλύτερες απώλειες στον αντίπαλο. Είναι αν η Σαουδική Αραβία θα επιλέξει να συνεχίσει έναν πόλεμο που δεν έχει κατορθώσει να επιλύσει πολιτικά επί χρόνια ή αν η κλιμάκωση θα την οδηγήσει σε αναζήτηση ευρύτερης στρατιωτικής υποστήριξης, με πιθανές συνέπειες για την αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.

Η στρατηγική σημασία των σαουδαραβικών υποδομών

Η επιλογή των στόχων έχει ιδιαίτερη σημασία. Τα αεροδρόμια, οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις και οι ενεργειακές υποδομές δεν αποτελούν ισοδύναμους στόχους, αλλά η ταυτόχρονη απειλή εναντίον τους δημιουργεί πολλαπλή πίεση στο σαουδαραβικό κράτος.

Η διακοπή της λειτουργίας ενός αεροδρομίου μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στις μεταφορές, στον τουρισμό, στις επιχειρηματικές δραστηριότητες και στην εικόνα ασφάλειας της χώρας. Αντίστοιχα, η απειλή εναντίον εγκαταστάσεων πετρελαίου και διυλιστηρίων μεταφέρει τη σύγκρουση από το στρατιωτικό πεδίο στην οικονομία. Ακόμη και όταν δεν προκαλείται μακροχρόνια διακοπή της παραγωγής, η αβεβαιότητα μπορεί να αυξήσει το κόστος ασφάλισης, να δυσκολέψει τις μεταφορές και να επηρεάσει τις προσδοκίες των αγορών.

Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει να διατηρεί την εικόνα μιας χώρας που μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια των επενδύσεων, των ενεργειακών εγκαταστάσεων και των διεθνών μεταφορών. Η επαναλαμβανόμενη απειλή κατά αυτών των στόχων πλήττει ακριβώς αυτή την εικόνα. Δεν χρειάζεται να καταστραφεί μια πετρελαϊκή εγκατάσταση για να δημιουργηθεί οικονομικό κόστος. Αρκεί να θεωρείται ότι μπορεί να πληγεί ξανά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ανακοίνωση των Χούθι για επιτυχημένο πλήγμα πρέπει να γίνεται αποδεκτή ως γεγονός. Σημαίνει ότι η στρατηγική πίεση μπορεί να είναι σημαντική ακόμη και όταν η έκταση των υλικών ζημιών παραμένει ασαφής. Η απειλή επανάληψης των επιθέσεων αναγκάζει τη Σαουδική Αραβία να διαθέτει περισσότερους πόρους στην άμυνα, στην προστασία των υποδομών και στην επιχειρησιακή ετοιμότητα.

Η ίδια λογική έχει εφαρμογή και στην αντίθετη κατεύθυνση. Οι σαουδαραβικές αεροπορικές επιχειρήσεις μπορούν να προκαλέσουν απώλειες και καταστροφές στην Υεμένη, αλλά δεν εξασφαλίζουν αυτομάτως την πολιτική υποταγή των Χούθι. Η στρατιωτική υπεροχή ενός κράτους δεν μετατρέπεται πάντα σε στρατηγική νίκη, ιδιαίτερα όταν ο αντίπαλος μπορεί να συνεχίζει να πολεμά με σχετικά χαμηλότερο κόστος και να διατηρεί την ικανότητα να απειλεί κρίσιμες υποδομές.

Αυτό είναι ένα από τα βασικά μαθήματα του πολέμου στην Υεμένη: η δυνατότητα πρόκλησης ζημιών δεν ταυτίζεται με τη δυνατότητα επιβολής μιας βιώσιμης πολιτικής λύσης.

Οι Χούθι και η λογική της ασύμμετρης αποτροπής

Η στρατηγική των Χούθι βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ασυμμετρία. Δεν χρειάζεται να διαθέτουν στρατιωτική ισχύ αντίστοιχη με εκείνη της Σαουδικής Αραβίας για να επιβάλλουν σημαντικό κόστος. Χρειάζεται να διατηρούν επαρκή δυνατότητα εκτόξευσης πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, να αναγκάζουν τον αντίπαλο να επενδύει σε αεράμυνα και να αποδεικνύουν ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον τους δεν εξαλείφουν την απειλή.

Η στρατηγική αυτή δεν είναι χωρίς όρια. Οι επιθέσεις σε πολιτικές υποδομές, οι απώλειες αμάχων και η απειλή κατά των διεθνών αερομεταφορών μπορούν να προκαλέσουν ευρύτερη απομόνωση των Χούθι και να ενισχύσουν τη νομιμοποίηση μιας στρατιωτικής απάντησης εναντίον τους. Η πίεση που ασκούν στο Ριάντ μπορεί να δημιουργήσει διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα, αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει τη Σαουδική Αραβία σε σκληρότερη στάση.

Η πιθανή αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στην Υεμένη πρέπει να εξεταστεί ως ξεχωριστό ενδεχόμενο και όχι μόνο ως προέκταση μιας ενδεχόμενης επίθεσης κατά του Ιράν. Εάν η Ουάσιγκτον αποφασίσει να πλήξει άμεσα θέσεις των Χούθι, η σύγκρουση θα μπορούσε να διευρυνθεί ακόμη και χωρίς να έχει προηγηθεί νέα αμερικανική επίθεση στο ιρανικό έδαφος.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Τεχεράνη θα έπρεπε να αξιολογήσει αν η αμερικανική επιχείρηση αποτελεί περιορισμένη ενέργεια κατά της Ανσάρ Αλλάχ ή μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής πίεσης προς το Ιράν και τους περιφερειακούς του εταίρους. Η απάντηση δεν θα ήταν υποχρεωτικά μια άμεση ιρανική επίθεση. Θα μπορούσε, όμως, να περιλαμβάνει ενίσχυση της αποτροπής, διπλωματική κινητοποίηση ή άλλες μορφές περιφερειακής αντίδρασης.

Η βασική αβεβαιότητα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο κάθε πλευρά θα ερμήνευε τις κινήσεις της άλλης. Μια επιχείρηση που θα παρουσιαζόταν από την Ουάσιγκτον ως περιορισμένη δράση κατά των Χούθι θα μπορούσε να εκληφθεί από την Τεχεράνη ως προάγγελος ευρύτερης εκστρατείας. Αντίστοιχα, μια ιρανική αντίδραση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως αιτιολόγηση για νέα αμερικανικά πλήγματα.

Αυτός ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους της κρίσης: η περιφερειακή κλιμάκωση μπορεί να προκύψει μέσα από διαδοχικές αποφάσεις και λανθασμένες εκτιμήσεις, ακόμη και αν δεν υπάρχει εξαρχής ενιαίο σχέδιο γενικευμένου πολέμου.

Εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση της ασύμμετρης αποτροπής. Μια ένοπλη δύναμη επιδιώκει να καταστήσει το κόστος της συνέχισης του πολέμου δυσβάστακτο για τον αντίπαλο. Αν όμως οι επιθέσεις της προκαλέσουν μεγάλες απώλειες σε αμάχους ή επεκταθούν σε κρίσιμες πολιτικές υποδομές, μπορεί να δημιουργήσουν τις συνθήκες για μια ακόμη πιο εκτεταμένη στρατιωτική εκστρατεία εναντίον της.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι αναπόφευκτη, αλλά αποτελεί έναν από τους βασικούς κινδύνους της σημερινής κλιμάκωσης.

Επιπλέον, δεν είναι ορθό να αντιμετωπίζονται οι Χούθι ως απλό εκτελεστικό όργανο της Τεχεράνης. Το Ιράν διατηρεί σχέσεις και πολιτική επιρροή, όμως αυτό δεν αποδεικνύει ότι κάθε απόφαση ή κάθε επίθεση των Χούθι υπαγορεύεται απευθείας από την ιρανική ηγεσία. Το κίνημα έχει τη δική του πολιτική ατζέντα, τις δικές του προτεραιότητες και τη δική του ιστορία σύγκρουσης με τη Σαουδική Αραβία.

Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης για την κατανόηση της κρίσης. Αν κάθε επίθεση των Χούθι ερμηνεύεται αυτομάτως ως απόφαση της Τεχεράνης, τότε δημιουργείται μια απλουστευτική εικόνα σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε στρατιωτική απάντηση στην Υεμένη αποτελεί ταυτόχρονα πλήγμα κατά του Ιράν. Αυτή η εξίσωση μπορεί να εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της τεκμηριωμένη περιγραφή των σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών.

Η Σαουδική Αραβία ανάμεσα στην ασφάλεια και στον κίνδυνο γενικευμένου πολέμου

Για τη σαουδαραβική ηγεσία, η σημερινή κατάσταση δημιουργεί ένα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα. Η συνέχιση των επιθέσεων από την Υεμένη απειλεί την εσωτερική ασφάλεια, την οικονομική δραστηριότητα και το σχέδιο μετασχηματισμού της χώρας. Η κλιμάκωση, ωστόσο, μπορεί να οδηγήσει σε έναν παρατεταμένο πόλεμο που θα απαιτεί ολοένα περισσότερους στρατιωτικούς και οικονομικούς πόρους.

Το Ριάντ έχει ισχυρούς λόγους να αναζητήσει αποτελεσματικότερη προστασία των υποδομών του και να περιορίσει τη δυνατότητα των Χούθι να πλήττουν στόχους στο εσωτερικό της χώρας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η σαουδαραβική ηγεσία επιθυμεί αναγκαστικά έναν άμεσο πόλεμο με το Ιράν. Η επιδίωξη αποτροπής των Χούθι και η επιλογή μιας ευρύτερης σύγκρουσης με την Τεχεράνη είναι δύο διαφορετικές στρατηγικές αποφάσεις.

Η διάκριση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας των σχέσεων της Σαουδικής Αραβίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Κόλπο, η συνεργασία στον τομέα της άμυνας και η σημασία των ενεργειακών υποδομών δημιουργούν τις προϋποθέσεις για αμερικανική εμπλοκή σε περίπτωση σοβαρής επιδείνωσης της κατάστασης. Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι το Ριάντ έχει αποφασίσει να συμμετάσχει σε μια αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν ή ότι έχει εγκρίνει τη χρήση του εδάφους του για έναν τέτοιο σκοπό.

Μια τέτοια απόφαση θα είχε σοβαρό κόστος. Αν η Σαουδική Αραβία επέτρεπε τη χρήση του εδάφους ή των υποδομών της για επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν, θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με αντίποινα και να μετατρέψει το έδαφός της σε άμεσο πεδίο της σύγκρουσης. Η προστασία της χώρας θα γινόταν δυσκολότερη ακριβώς τη στιγμή που θα επιχειρούσε να ενισχύσει την ασφάλειά της.

Από την άλλη πλευρά, η αδυναμία αποτελεσματικής προστασίας από τις επιθέσεις των Χούθι θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση για στρατιωτική υποστήριξη από την Ουάσιγκτον. Έτσι, το Ριάντ κινδυνεύει να βρεθεί ανάμεσα σε δύο επιλογές με σημαντικό κόστος: να συνεχίσει μια στρατιωτική εκστρατεία χωρίς εγγυημένη πολιτική λύση ή να ενισχύσει την εξάρτησή του από μια αμερικανική στρατηγική που ενδέχεται να διευρύνει τη σύγκρουση.

Η επιλογή δεν είναι απλώς στρατιωτική. Είναι και ζήτημα στρατηγικής αυτονομίας. Ένα κράτος μπορεί να συνεργάζεται με μια ισχυρότερη δύναμη και ταυτόχρονα να επιδιώκει να αποτρέψει την εμπλοκή του σε έναν πόλεμο που δεν εξυπηρετεί τα δικά του μακροπρόθεσμα συμφέροντα.

Η Ουάσιγκτον και το ενδεχόμενο διεύρυνσης του πολέμου

Η αμερικανική εμπλοκή στο μέτωπο της Υεμένης μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές. Η ενίσχυση της αεράμυνας της Σαουδικής Αραβίας, η παροχή πληροφοριών, η υποστήριξη στην αναχαίτιση πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών ή η συμμετοχή σε επιλεγμένες επιχειρήσεις δεν είναι ισοδύναμες με μια άμεση αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν.

Η διάκριση αυτή πρέπει να διατηρηθεί, επειδή η σύγχυση ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα εμπλοκής μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα για το πραγματικό εύρος των αμερικανικών σχεδιασμών.

Η Ουάσιγκτον έχει λόγους να επιδιώκει την προστασία των συμμάχων της και των θαλάσσιων μεταφορών. Ταυτόχρονα, μια γενικευμένη σύγκρουση με το Ιράν θα μπορούσε να ανοίξει νέα μέτωπα, να απειλήσει ενεργειακές υποδομές και να αυξήσει το κόστος της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή. Επομένως, η υποστήριξη προς το Ριάντ δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η αμερικανική ηγεσία θα επιλέξει την πιο επιθετική δυνατή στρατηγική.

Το πραγματικό σημείο κινδύνου βρίσκεται στην πιθανότητα αλληλουχίας αντιποίνων. Μια επίθεση των Χούθι προκαλεί σαουδαραβικά πλήγματα. Τα πλήγματα προκαλούν νέες επιθέσεις. Η Σαουδική Αραβία ζητά πρόσθετη υποστήριξη και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναλαμβάνουν ενεργότερο ρόλο. Αν στη συνέχεια η Ουάσιγκτον αποδώσει στο Ιράν άμεση ευθύνη για τις επιθέσεις, η κρίση στην Υεμένη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέρος της ευρύτερης αντιπαράθεσης με την Τεχεράνη.

Αυτό είναι ένα πιθανό σενάριο κλιμάκωσης, όχι αποδεδειγμένο σχέδιο. Για να εκτιμηθεί αν μετατρέπεται σε πραγματική στρατηγική επιλογή, θα χρειαστεί να εξεταστούν συγκεκριμένες ενδείξεις: επίσημες αποφάσεις, μεταβολές στη στρατιωτική διάταξη, ανακοινώσεις για επιχειρησιακή συνεργασία και σαφείς αλλαγές στη στάση των εμπλεκόμενων κυβερνήσεων. Η απλή ύπαρξη αμερικανικών βάσεων ή η στενή αμυντική συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι προετοιμάζεται επίθεση κατά του Ιράν.

Η διαφορά ανάμεσα στην επιχειρησιακή δυνατότητα και στην πολιτική απόφαση είναι καθοριστική. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να διαθέτουν μέσα για να εμπλακούν βαθύτερα στη σύγκρουση, χωρίς να έχουν αποφασίσει να το κάνουν.

Η διπλωματική πρωτοβουλία της Τεχεράνης

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία έχει η δημόσια πρόταση του Ιράν να συμβάλει στην έναρξη διαλόγου μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Υεμένης. Στις 11 Οκτωβρίου, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί συνομίλησε τηλεφωνικά με τον Σαουδάραβα ομόλογό του, Φαϊσάλ μπιν Φαρχάν, και εξέφρασε την ετοιμότητα της Τεχεράνης να βοηθήσει στην προώθηση μιας πολιτικής λύσης. Την επόμενη ημέρα, ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών επανέλαβε δημόσια την πρόταση.

Η πρωτοβουλία αυτή δεν αποδεικνύει ότι η Τεχεράνη μπορεί να εξασφαλίσει την αποδοχή των Χούθι ή να τερματίσει τη σύγκρουση με μια διπλωματική παρέμβαση. Δείχνει, ωστόσο, ότι το Ιράν επιδιώκει να εμφανιστεί ως περιφερειακός παράγοντας που μπορεί να συμβάλει στη διαχείριση της κρίσης, αντί να περιορίζεται στον ρόλο που του αποδίδουν οι αντίπαλοί του.

Η πολιτική σημασία της πρότασης είναι διπλή. Πρώτον, η Τεχεράνη επιχειρεί να υπογραμμίσει ότι οι συγκρούσεις της περιοχής δεν μπορούν να επιλυθούν αποκλειστικά με στρατιωτικά μέσα. Δεύτερον, προβάλλει την αρχή ότι η ασφάλεια της Δυτικής Ασίας πρέπει να οικοδομηθεί από τα κράτη της ίδιας της περιοχής και όχι να εξαρτάται αποκλειστικά από τις αποφάσεις εξωτερικών δυνάμεων.

Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με μια ευρύτερη πολυπολική αντίληψη των διεθνών σχέσεων. Η περιφερειακή σταθερότητα δεν προϋποθέτει ότι όλα τα κράτη θα έχουν τις ίδιες συμμαχίες ή τις ίδιες πολιτικές θέσεις. Προϋποθέτει, όμως, ότι οι διαφορές τους δεν θα μετατρέπονται διαρκώς σε αφορμή για εξωτερική στρατιωτική παρέμβαση.

Η Τεχεράνη έχει προφανώς και δικά της στρατηγικά συμφέροντα. Η αποκλιμάκωση μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Χούθι θα μπορούσε να μειώσει την πίεση στην περιοχή και να περιορίσει τον κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί το μέτωπο της Υεμένης ως αφετηρία μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης με το Ιράν. Αυτό δεν ακυρώνει τη διπλωματική πρωτοβουλία, αλλά εξηγεί γιατί πρέπει να αξιολογείται ως συνδυασμός πολιτικής πρότασης και στρατηγικού υπολογισμού.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η πρόταση θα αποκτήσει πρακτικό περιεχόμενο. Για να υπάρξει ουσιαστική διαμεσολάβηση, θα απαιτηθούν αποδοχή από τις εμπλεκόμενες πλευρές, συγκεκριμένοι όροι για τον τερματισμό των επιθέσεων και συμφωνία για την ασφάλεια των συνόρων, των θαλάσσιων οδών και των πολιτικών υποδομών.

Η Υεμένη ως πιθανός καταλύτης μιας ευρύτερης σύγκρουσης

Η κρίση στην Υεμένη συνδέεται άμεσα με τη γεωγραφία της περιοχής. Η Ερυθρά Θάλασσα και το στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αποτελούν κρίσιμα σημεία για τη διεθνή ναυσιπλοΐα, ενώ οι σαουδαραβικές ενεργειακές εγκαταστάσεις και τα λιμάνια της χώρας έχουν στρατηγική σημασία για τις παγκόσμιες αγορές. Η ταυτόχρονη πίεση σε αυτές τις περιοχές αυξάνει τον κίνδυνο η τοπική σύγκρουση να αποκτήσει διεθνείς οικονομικές συνέπειες.

Αν οι επιθέσεις επεκταθούν ή προκαλέσουν παρατεταμένη διακοπή λειτουργίας σημαντικών εγκαταστάσεων, η κρίση θα μπορούσε να επηρεάσει τις ενεργειακές ροές, τα ασφάλιστρα μεταφοράς και τη ναυτιλιακή δραστηριότητα. Αντίστοιχα, μια βαθύτερη αμερικανική εμπλοκή θα μπορούσε να μετατρέψει την προστασία των σαουδαραβικών υποδομών σε μέρος μιας ευρύτερης στρατιωτικής αντιπαράθεσης με το Ιράν.

Δεν υπάρχει, όμως, λόγος να θεωρείται ότι αυτή η εξέλιξη είναι αναπόφευκτη. Η ίδια η ένταση δημιουργεί κίνητρα για διπλωματική παρέμβαση, ιδίως όταν το οικονομικό κόστος του πολέμου αρχίζει να υπερβαίνει τα προσδοκώμενα οφέλη. Η επιλογή ανάμεσα στην κλιμάκωση και στη διαπραγμάτευση θα εξαρτηθεί από τις πολιτικές αποφάσεις των εμπλεκόμενων πλευρών και από το κατά πόσο μπορούν να διαμορφώσουν μια συμφωνία που να περιορίζει την απειλή χωρίς να απαιτεί την πλήρη συνθηκολόγηση του αντιπάλου.

Το μέτωπο της Υεμένης αποτελεί, επομένως, κρίσιμο παράγοντα για την εκτίμηση του κινδύνου ευρύτερου πολέμου. Δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι επίκειται αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν. Δημιουργεί, όμως, ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο μια λανθασμένη εκτίμηση, ένα ιδιαίτερα αιματηρό πλήγμα ή μια πολιτική απόφαση για διεύρυνση της στρατιωτικής εμπλοκής θα μπορούσε να συνδέσει τις δύο κρίσεις.

Για την Τεχεράνη, το ζητούμενο είναι να αποτρέψει τη μετατροπή των περιφερειακών συγκρούσεων σε μηχανισμό στρατηγικής περικύκλωσης. Για το Ριάντ, είναι να προστατεύσει την επικράτεια και την οικονομία του χωρίς να παγιδευτεί σε έναν πόλεμο απεριόριστης διάρκειας. Για την Ουάσιγκτον, το δίλημμα είναι αν θα επιδιώξει τον περιορισμό της κρίσης ή αν θα αποδεχθεί τον κίνδυνο μιας ευρύτερης σύγκρουσης.

Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στα πεδία των μαχών. Βρίσκεται και στη διπλωματία, στις επιλογές των περιφερειακών κρατών και στην ικανότητά τους να αρνηθούν τη λογική ότι κάθε πρόβλημα ασφαλείας απαιτεί περισσότερη στρατιωτική ισχύ.

Η διπλωματική διάσταση δεν πρέπει να παραβλέπεται. Η ιρανική πλευρά έχει δηλώσει ότι είναι διατεθειμένη να συμβάλει σε διάλογο μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Υεμένης. Η πρωτοβουλία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή δείχνει ότι η Τεχεράνη επιδιώκει να παρουσιάσει την περιφερειακή ασφάλεια ως ζήτημα πολιτικής διευθέτησης και όχι αποκλειστικά ως στρατιωτική αντιπαράθεση.

Η προσφορά διαμεσολάβησης δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει ήδη συμφωνία ούτε ότι όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές είναι έτοιμες να συμμετάσχουν. Δημιουργεί, ωστόσο, ένα διπλωματικό σημείο αναφοράς που πρέπει να αξιολογηθεί παράλληλα με τις στρατιωτικές εξελίξεις.

Για το Ριάντ, η επιλογή είναι δύσκολη. Η συνέχιση της στρατιωτικής πίεσης μπορεί να επιδιώκει τον περιορισμό των επιθέσεων, αλλά αυξάνει και τον κίνδυνο αντιποίνων κατά κρίσιμων υποδομών. Μια πολιτική διαδικασία θα απαιτούσε παραχωρήσεις και εγγυήσεις, αλλά θα μπορούσε να περιορίσει το κόστος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης. Το ερώτημα είναι αν οι εμπλεκόμενοι θα θεωρήσουν τη διαπραγμάτευση αποδεκτή εναλλακτική ή αν θα συνεχίσουν να επιδιώκουν στρατιωτικό αποτέλεσμα που παραμένει αβέβαιο.

Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: η κλιμάκωση στην Υεμένη αυξάνει τον κίνδυνο περιφερειακού πολέμου, αλλά δεν συνιστά απόδειξη ότι έχει ήδη ληφθεί απόφαση για αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν. Η διάκριση ανάμεσα σε πραγματικά γεγονότα, επίσημους ισχυρισμούς και πιθανά σενάρια πρέπει να παραμείνει στο κέντρο της ανάλυσης. Διαφορετικά, η εκτίμηση του κινδύνου μετατρέπεται σε αναπαραγωγή φόβων, κάτι που μπορεί να εξυπηρετεί την πολιτική προπαγάνδα, αλλά δεν βοηθά στην κατανόηση της στρατηγικής πραγματικότητας.

 

Κεφάλαιο 3: Ο παράγοντας Ισραήλ: Οι εκλογές, ο Νετανιάχου και οι στρατηγικοί υπολογισμοί

Η Τεχεράνη ως κεντρικός άξονας της προεκλογικής εκστρατείας

Στις 27 Οκτωβρίου 2026, οι Ισραηλινοί προσέρχονται στις κάλπες σε μια περίοδο κατά την οποία η σύγκρουση με το Ιράν έχει αναδειχθεί σε κεντρικό ζήτημα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, η αντιπαράθεση με την Τεχεράνη δεν αποτελεί απλώς ένα ζήτημα εξωτερικής πολιτικής. Είναι ταυτόχρονα πεδίο προβολής της προσωπικής του εικόνας ως ηγέτη που υπόσχεται ασφάλεια, μέσο συσπείρωσης της δεξιάς εκλογικής βάσης και εργαλείο για να παρουσιάσει τη συνέχιση της πολιτικής του ως αναγκαία επιλογή.

Στις 20 Οκτωβρίου, ο Νετανιάχου δήλωσε δημόσια ότι η ανατροπή της ιρανικής κυβέρνησης παραμένει βασικός στόχος του Ισραήλ και ότι είχε συζητήσει το ζήτημα με τον Ντόναλντ Τραμπ. Η δήλωση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή δεν περιορίζεται στην αποτροπή μιας πυρηνικής απειλής ή στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων. Περιγράφει έναν πολύ ευρύτερο πολιτικό στόχο: την αλλαγή της εξουσίας σε ένα κυρίαρχο κράτος.

Η διαφορά είναι ουσιώδης. Η αποτροπή αποσκοπεί στον περιορισμό της δυνατότητας ενός αντιπάλου να επιτεθεί. Η επιδίωξη ανατροπής της κυβέρνησής του μετατρέπει τη σύγκρουση σε προσπάθεια αναμόρφωσης του ίδιου του πολιτικού συστήματος της χώρας. Για την Τεχεράνη, αυτό δεν είναι απλώς μια διαφωνία σχετικά με την περιφερειακή ασφάλεια. Είναι ευθεία αμφισβήτηση της κυριαρχίας της.

Η ρητορική του Νετανιάχου πρέπει να εξεταστεί και μέσα στο εκλογικό περιβάλλον. Η προεκλογική αντιπαράθεση περιστρέφεται γύρω από την ασφάλεια, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, την ευθύνη για τις αποτυχίες που προηγήθηκαν της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου 2023 και την αξιοπιστία της πολιτικής ηγεσίας. Προβάλλοντας την αντιπαράθεση με το Ιράν ως ανολοκλήρωτη αποστολή, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από την πολιτική λογοδοσία στη συνέχιση της στρατιωτικής στρατηγικής του.

Αυτή η τακτική δεν αποδεικνύει ότι κάθε απόφαση του Νετανιάχου καθορίζεται από την εκλογική του επιβίωση. Δείχνει, όμως, ότι η σύγκρουση με την Τεχεράνη προσφέρει ένα ισχυρό πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να παρουσιάσει τις προηγούμενες επιλογές του ως αναγκαίες και τις μελλοντικές επιχειρήσεις ως συνέχεια μιας αποστολής που δεν έχει ολοκληρωθεί.

Η εκλογική αβεβαιότητα και το προσωπικό πολιτικό διακύβευμα

Η ισραηλινή πολιτική σκηνή δεν βρίσκεται σε κατάσταση σταθερότητας. Η αναμέτρηση διεξάγεται ανάμεσα στο μπλοκ του Νετανιάχου και σε μια αντιπολίτευση που διεκδικεί την εξουσία, με τον Γκάντι Άιζενκοτ να αποτελεί έναν από τους βασικούς ανταγωνιστές του. Οι δημοσκοπήσεις που είχαν δημοσιοποιηθεί πριν από την ψηφοφορία έδειχναν ότι κανένα από τα δύο κύρια μπλοκ δεν εξασφάλιζε με βεβαιότητα την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Το ισραηλινό εκλογικό σύστημα καθιστά καθοριστική τη συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού. Ακόμη και αν ένα κόμμα αναδειχθεί πρώτο, δεν είναι δεδομένο ότι ο αρχηγός του θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση. Οι μικρότεροι εταίροι, τα θρησκευτικά κόμματα και οι διαφωνίες στο εσωτερικό των πολιτικών μπλοκ μπορούν να αποδειχθούν αποφασιστικοί παράγοντες.

Για τον Νετανιάχου, επομένως, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η εκλογική επίδοση του Λικούντ. Είναι η δυνατότητα να διατηρήσει την εξουσία και να συνεχίσει να καθορίζει την ισραηλινή πολιτική ατζέντα. Η δικαστική του υπόθεση και οι απαιτήσεις για διερεύνηση των αποτυχιών ασφαλείας επιβαρύνουν επιπλέον την πολιτική του θέση.

Σε αυτό το περιβάλλον, η παρουσίαση της χώρας ως κράτους που βρίσκεται αντιμέτωπο με μια υπαρξιακή απειλή μπορεί να λειτουργήσει συσπειρωτικά. Όταν η πολιτική συζήτηση επικεντρώνεται στον εξωτερικό εχθρό, τα ζητήματα ευθύνης, κοινωνικής συνοχής και εσωτερικής διακυβέρνησης κινδυνεύουν να υποχωρήσουν σε δεύτερο πλάνο.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η προεκλογική ρητορική γύρω από το Ιράν χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Δεν αρκεί να εξετάζεται μόνο το περιεχόμενό της. Πρέπει να αξιολογείται και η πολιτική στιγμή κατά την οποία διατυπώνεται, καθώς και το εσωτερικό ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται.

Ο στόχος της ανατροπής και τα όρια της στρατιωτικής ισχύος

Η δημόσια επιδίωξη ανατροπής της ιρανικής κυβέρνησης αποκαλύπτει μια βαθύτερη αντίφαση της ισραηλινής στρατηγικής. Από τη μία πλευρά, το Ισραήλ επικαλείται την ανάγκη να εξουδετερώσει απειλές για την ασφάλειά του. Από την άλλη, όταν ο δηλωμένος στόχος επεκτείνεται στην αλλαγή της πολιτικής εξουσίας ενός άλλου κράτους, η στρατιωτική δράση ξεπερνά τη στενή λογική της αποτροπής.

Η εξουδετέρωση συγκεκριμένων στρατιωτικών εγκαταστάσεων δεν ισοδυναμεί με την ανατροπή μιας κυβέρνησης. Η καταστροφή υποδομών δεν εγγυάται πολιτική κατάρρευση. Και η πρόκληση οικονομικών ή στρατιωτικών απωλειών δεν σημαίνει ότι ένας λαός θα αποδεχθεί την πολιτική λύση που επιδιώκει ο αντίπαλός του.

Η ιρανική περίπτωση παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες για μια στρατηγική που βασίζεται στην εξωτερική επιβολή. Το Ιράν διαθέτει μεγάλη γεωγραφική έκταση, σημαντικό πληθυσμό, κρατικούς θεσμούς και στρατιωτικές δυνατότητες που δεν εξαλείφονται αυτομάτως με αεροπορικά πλήγματα. Επιπλέον, η εξωτερική επίθεση μπορεί να ενισχύσει αισθήματα εθνικής συσπείρωσης, ακόμη και ανάμεσα σε πολίτες που διαφωνούν με επιμέρους κυβερνητικές πολιτικές.

Δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί με βεβαιότητα πώς θα αντιδρούσε η ιρανική κοινωνία σε μια νέα πολεμική σύγκρουση. Είναι, όμως, εξίσου αβάσιμο να θεωρείται δεδομένο ότι η στρατιωτική πίεση θα οδηγούσε σε πολιτική κατάρρευση. Η επιθυμία ενός εξωτερικού παράγοντα να αλλάξει την κυβέρνηση μιας χώρας δεν αποτελεί απόδειξη ότι διαθέτει και την ικανότητα να το πετύχει.

Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, παρουσιάζει την άμυνα της εθνικής κυριαρχίας ως κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής της. Η θέση αυτή δεν απαιτεί να υιοθετήσει κανείς άκριτα κάθε επίσημη ιρανική ανακοίνωση. Απαιτεί, όμως, να αναγνωρίσει τη θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στην αποτροπή μιας στρατιωτικής απειλής και στην επιδίωξη επιβολής πολιτικής αλλαγής από το εξωτερικό.

Από αυτή την άποψη, η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τη στρατιωτική ισορροπία. Αφορά και το ποιος θεωρεί ότι δικαιούται να καθορίζει την πολιτική πορεία της περιοχής.

Η αμερικανοϊσραηλινή σύμπραξη και το ζήτημα της στρατηγικής αυτονομίας

Ο Νετανιάχου έχει επενδύσει πολιτικά στη στενή σχέση του με τον Ντόναλντ Τραμπ. Η αμερικανική υποστήριξη προσφέρει στο Ισραήλ στρατιωτικά μέσα, διπλωματική κάλυψη και πρόσβαση σε μια ευρύτερη στρατηγική υποδομή. Η δημόσια υποστήριξη του Τραμπ προς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό πριν από τις εκλογές ενίσχυσε το επιχείρημα ότι η προσωπική τους σχέση αποτελεί πλεονέκτημα για την ισραηλινή ασφάλεια.

Η σύμπραξη αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι τα συμφέροντα των δύο χωρών ταυτίζονται σε κάθε ζήτημα. Το Ισραήλ μπορεί να επιδιώκει μια μακρά στρατηγική αντιπαράθεση με την Τεχεράνη, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση πρέπει να υπολογίζει το κόστος μιας ευρύτερης σύγκρουσης, τις επιπτώσεις στις ενεργειακές αγορές, την ασφάλεια των αμερικανικών δυνάμεων και τις εσωτερικές πολιτικές συνέπειες.

Η αμερικανική στρατηγική διαθέτει, επομένως, δικούς της περιορισμούς. Μια επιχείρηση που εξυπηρετεί την πολιτική εικόνα του Ισραηλινού πρωθυπουργού δεν είναι κατ’ ανάγκη η καλύτερη επιλογή για την Ουάσιγκτον. Αντίστοιχα, η αμερικανική επιθυμία να περιορίσει την ιρανική ισχύ δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι έτοιμη να αναλάβει οποιοδήποτε κόστος προκειμένου να επιτύχει τον μέγιστο δυνατό στόχο.

Η χρονική συγκυρία είναι κρίσιμη. Οι ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου προηγούνται κατά μία εβδομάδα των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου. Οι δύο ημερομηνίες δημιουργούν ένα πυκνό πολιτικό περιβάλλον, στο οποίο οι κυβερνητικές αποφάσεις θα αξιολογούνται και με βάση τις εσωτερικές πολιτικές τους συνέπειες.

Δεν αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι οι εκλογές έχουν ορίσει ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα επίθεσης κατά του Ιράν. Η πολιτική πίεση μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις, αλλά δεν υποκαθιστά τα στρατιωτικά, διπλωματικά και επιχειρησιακά δεδομένα που απαιτούνται για μια τέτοια επιλογή.

Η υπόθεση της προβοκάτσιας και τα όρια της τεκμηρίωσης

Στις 3 Οκτωβρίου, το ιρανικό πρακτορείο Tasnim δημοσίευσε ισχυρισμό ανώνυμης πηγής, σύμφωνα με τον οποίο ο Νετανιάχου φέρεται να επιδίωκε να δημιουργήσει ένα περιστατικό που θα αποδιδόταν στο Ιράν, με σκοπό να παρασύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε νέα πολεμική σύγκρουση. Η αναφορά περιλάμβανε ισχυρισμούς για υποτιθέμενο σχέδιο αεροπορικού περιστατικού και για πολιτικά κίνητρα που συνδέονταν με τις ισραηλινές εκλογές.

Η πληροφορία είναι σημαντική ως μέρος της ιρανικής δημόσιας αφήγησης για τον κίνδυνο προβοκάτσιας, αλλά δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ώστε να παρουσιαστεί ως επιβεβαιωμένο γεγονός. Η ύπαρξη δημοσιεύματος που επικαλείται ανώνυμη πηγή δεν αποδεικνύει ότι το υποτιθέμενο σχέδιο υπήρξε ή ότι υλοποιήθηκε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η πιθανότητα ενός περιστατικού που θα μπορούσε να προκαλέσει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση πρέπει να αποκλειστεί εκ των προτέρων. Σημαίνει ότι χρειάζεται να διακρίνουμε ανάμεσα στην καταγραφή μιας προειδοποίησης και στην απόδειξη της κατηγορίας που περιλαμβάνει.

Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία κάθε πλευρά προσπαθεί να επηρεάσει την αντίληψη για τις προθέσεις του αντιπάλου. Αν μια τέτοια υπόθεση επιβεβαιωνόταν με ανεξάρτητα στοιχεία, θα είχε σοβαρές συνέπειες για την εκτίμηση των κινδύνων. Μέχρι τότε, πρέπει να παραμείνει σαφώς χαρακτηρισμένη ως ανεπιβεβαίωτος ισχυρισμός.

Η ίδια αυστηρότητα πρέπει να εφαρμόζεται και στους ισχυρισμούς της ισραηλινής πλευράς για τις προθέσεις και τις δυνατότητες του Ιράν. Η αναπαραγωγή μιας κατηγορίας από πολλά μέσα δεν μετατρέπει αυτομάτως την κατηγορία σε αποδεδειγμένο γεγονός.

Τι σημαίνει η ισραηλινή εκλογική αναμέτρηση για το Ιράν

Το αποτέλεσμα της ισραηλινής κάλπης μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο θα παρουσιαστεί και θα εφαρμοστεί η πολιτική απέναντι στην Τεχεράνη. Δεν είναι, όμως, βέβαιο ότι μια αλλαγή κυβέρνησης θα οδηγήσει σε ουσιαστική μεταβολή της στρατηγικής κατεύθυνσης.

Η αντιπολίτευση του Νετανιάχου ασκεί κριτική στην αποτελεσματικότητα της κυβέρνησής του, στις αποτυχίες ασφαλείας και στην απουσία συνεκτικού σχεδιασμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι αντίπαλοί του προτείνουν μια πολιτική συνεννόησης με το Ιράν. Σε κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας, διαφορετικές ισραηλινές πολιτικές δυνάμεις μπορεί να διαφωνούν για τη διαχείριση και το κόστος της στρατιωτικής στρατηγικής, χωρίς να αμφισβητούν τον βασικό προσανατολισμό της.

Για την Τεχεράνη, συνεπώς, η παρακολούθηση των ισραηλινών εκλογών δεν πρέπει να περιορίζεται στο ερώτημα αν θα παραμείνει ο Νετανιάχου στην εξουσία. Μεγαλύτερη σημασία έχουν οι συγκεκριμένες αποφάσεις που θα ακολουθήσουν: αν θα διατηρηθεί η επιδίωξη ανατροπής της ιρανικής κυβέρνησης, αν θα ενταθούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, αν θα υπάρξουν κινήσεις αποκλιμάκωσης και αν η αμερικανοϊσραηλινή συνεργασία θα μετατραπεί σε νέα πολεμική πρωτοβουλία.

Το Ιράν έχει κάθε λόγο να αντιμετωπίζει σοβαρά τις δημόσιες απειλές, να διατηρεί την αμυντική του ετοιμότητα και να επιδιώκει διπλωματικές διεξόδους. Δεν έχει, όμως, λόγο να αποδέχεται ως αναπόφευκτο κάθε σενάριο που προβάλλεται από την προεκλογική αντιπαράθεση.

Η βασική στρατηγική αντίφαση παραμένει: η ισραηλινή ηγεσία παρουσιάζει την επιδίωξη ανατροπής της ιρανικής κυβέρνησης ως δρόμο προς την ασφάλεια, ενώ μια τέτοια επιδίωξη αυξάνει τον κίνδυνο παρατεταμένης σύγκρουσης και περιφερειακής αποσταθεροποίησης.

Το συμπέρασμα είναι ότι οι ισραηλινές εκλογές αποτελούν σημαντικό πολιτικό ορόσημο, όχι απόδειξη επικείμενης επίθεσης. Η προεκλογική αξιοποίηση της ιρανικής απειλής, η δημόσια διακήρυξη του στόχου ανατροπής της κυβέρνησης της Τεχεράνης και η στενή σχέση Νετανιάχου και Τραμπ δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου. Το αν αυτό θα οδηγήσει σε νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα εξαρτηθεί από τις πραγματικές αποφάσεις των κυβερνήσεων, όχι μόνο από τη ρητορική τους.

Για το Ιράν, το κεντρικό ζήτημα είναι η υπεράσπιση της κυριαρχίας του απέναντι σε μια στρατηγική που δεν περιορίζεται στην αποτροπή, αλλά διακηρύσσει ανοιχτά την πολιτική ανατροπή ως επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Για την ευρύτερη περιοχή, το ζητούμενο είναι αν η ασφάλεια θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζεται ως μονομερές δικαίωμα στρατιωτικής επιβολής ή αν θα αναγνωριστεί ότι μια βιώσιμη περιφερειακή τάξη απαιτεί την αποδοχή της κυριαρχίας και των νόμιμων συμφερόντων όλων των κρατών.

 

Κεφάλαιο 4: Η Τεχεράνη προετοιμάζεται: Ιρανική πολεμική ετοιμότητα, στρατιωτικό δόγμα και πιθανά σενάρια αντίδρασης

Από την άμυνα στην αποτροπή μέσω του κόστους

Για την ιρανική ηγεσία, το ενδεχόμενο μιας νέας αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης δεν αντιμετωπίζεται ως ένα περιστατικό που θα μπορούσε να λήξει με την καταστροφή ορισμένων στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Η Τεχεράνη επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι μια νέα επίθεση θα προκαλούσε αντίδραση με ευρύτερες συνέπειες, αυξάνοντας το στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτικό κόστος για όσους θα την επέλεγαν.

Αυτή είναι η βασική λογική της ιρανικής αποτροπής. Το ζητούμενο δεν είναι απαραίτητα να επιτευχθεί στρατιωτική υπεροχή έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι να καταστεί σαφές ότι η αμερικανική υπεροχή σε αεροπορικά μέσα, τεχνολογία και συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες δεν εξασφαλίζει μια γρήγορη, φθηνή ή πολιτικά ελεγχόμενη νίκη.

Στις 18 Οκτωβρίου, ο γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, Μοχσέν Ρεζαΐ, δήλωσε ότι οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν προετοιμάσει σχέδιο αντίδρασης το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, θα είναι καταστροφικότερο από εκείνα που εφαρμόστηκαν στις προηγούμενες πολεμικές αναμετρήσεις. Υποστήριξε επίσης ότι το νέο επιχειρησιακό σχέδιο δεν θα ακολουθήσει τους κανόνες που έχουν συνηθίσει οι αντίπαλοι της Τεχεράνης.

Η δήλωση έχει σαφή αποτρεπτικό χαρακτήρα. Δεν αποκαλύπτει τις λεπτομέρειες του σχεδίου ούτε επιτρέπει την ανεξάρτητη αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς του. Φανερώνει, όμως, ότι το Ιράν θέλει να αποτρέψει την επανάληψη μιας σύγκρουσης υπό τους όρους που θα επέλεγαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.

Η ουσία είναι ότι η Τεχεράνη επιχειρεί να μεταβάλει τον υπολογισμό του αντιπάλου. Όσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα μιας σύγκρουσης με πολλαπλές συνέπειες, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παρουσιαστεί μια νέα επίθεση ως περιορισμένη και ελεγχόμενη επιχείρηση.

Το διαθέσιμο υλικό αναφέρεται επίσης σε συνάντηση του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ με τον Μοχάμαντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ στις 21 Οκτωβρίου, κατά την οποία φέρεται να συζητήθηκαν ο πόλεμος, η εθνική ενότητα, οι οικονομικές πιέσεις και οι στρατηγικές συνεργασίες. Εφόσον η συνάντηση και το περιεχόμενό της επιβεβαιωθούν από αξιόπιστη δημόσια πηγή, θα μπορούσαν να προσφέρουν στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο η ιρανική ηγεσία συνδέει την εσωτερική αντοχή με την εξωτερική αποτροπή.

Χρειάζεται, ωστόσο, να διακρίνουμε την επιβεβαίωση μιας συνάντησης από τη γνώση του περιεχομένου της. Η πραγματοποίηση επαφών μεταξύ ανώτερων αξιωματούχων δεν αποδεικνύει ότι έχει εγκριθεί συγκεκριμένο σχέδιο πολέμου ούτε ότι έχουν ληφθεί οριστικές αποφάσεις για τη μορφή των αντιποίνων.

Το ουσιαστικό στρατηγικό ζήτημα είναι ότι η ιρανική αποτροπή δεν εξαρτάται μόνο από το οπλοστάσιο. Εξαρτάται επίσης από τη συνέχεια της κρατικής λειτουργίας, τη συνοχή της πολιτικής ηγεσίας, την αντοχή της οικονομίας και την ικανότητα της χώρας να διατηρήσει επιχειρησιακές δυνατότητες υπό συνθήκες πίεσης.

Οι πύραυλοι και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη ως εργαλεία στρατηγικής εξισορρόπησης

Το Ιράν έχει επενδύσει επί δεκαετίες στην ανάπτυξη εγχώριων πυραυλικών συστημάτων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Η επιλογή αυτή συνδέεται άμεσα με τις συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύχθηκε η ιρανική αμυντική στρατηγική: μακροχρόνιες κυρώσεις, περιορισμένη πρόσβαση σε ορισμένες δυτικές στρατιωτικές τεχνολογίες και η ανάγκη να αντιμετωπιστούν αντίπαλοι με σημαντικά μεγαλύτερες συμβατικές δυνατότητες.

Η ανάπτυξη εγχώριων συστημάτων προσφέρει στην Τεχεράνη τη δυνατότητα να μειώσει την εξάρτησή της από εξωτερικούς προμηθευτές και να διατηρήσει μέσα αντίδρασης ακόμη και υπό συνθήκες οικονομικής πίεσης. Παράλληλα, οι πύραυλοι και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη δημιουργούν ένα διαφορετικό είδος στρατιωτικού προβλήματος για έναν αντίπαλο που διαθέτει ακριβότερα συστήματα αεράμυνας.

Η αναχαίτιση μιας επίθεσης δεν είναι πάντοτε οικονομικά συμμετρική με την εκτόξευσή της. Η διατήρηση αποτελεσματικής αεράμυνας απαιτεί αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων, συνεχή επιτήρηση, συντονισμό διαφορετικών συστημάτων και επαρκή επιχειρησιακή διαθεσιμότητα. Σε μια παρατεταμένη σύγκρουση, η διάρκεια μπορεί να αποκτήσει εξίσου μεγάλη σημασία με την τεχνολογική υπεροχή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ιρανικά συστήματα μπορούν να παρακάμπτουν κάθε αντίπαλη άμυνα ή ότι η τεχνολογική διαφορά έχει εξαφανιστεί. Η πραγματική αποτελεσματικότητα εξαρτάται από παράγοντες όπως η ακρίβεια, η αξιοπιστία, η διαθεσιμότητα αποθεμάτων, η ποιότητα των πληροφοριών και η ικανότητα κάθε πλευράς να προσαρμόζεται στις συνθήκες του πεδίου μάχης.

Το στρατηγικό πλεονέκτημα που επιδιώκει η Τεχεράνη είναι διαφορετικό: να διαθέτει αρκετές δυνατότητες ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η εξουδετέρωση της ιρανικής αντίδρασης με ένα πρώτο κύμα επιθέσεων.

Η σημασία αυτής της προσέγγισης αυξάνεται όταν η σύγκρουση δεν περιορίζεται σε στρατιωτικούς στόχους, αλλά απειλεί να επεκταθεί σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, στρατιωτικές βάσεις και θαλάσσιες μεταφορές. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η αποτροπή δεν εξαρτάται μόνο από το πόσα όπλα διαθέτει κάθε πλευρά, αλλά και από το πόσο ευάλωτα θεωρεί ότι είναι τα συμφέροντά της.

Το δόγμα της ασύμμετρης αντίδρασης

Η ιρανική στρατηγική δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη χρήση συμβατικών στρατιωτικών μέσων. Περιλαμβάνει την αξιοποίηση της γεωγραφίας, την ανάπτυξη διαφορετικών κατηγοριών οπλικών συστημάτων και την επιδίωξη να δημιουργηθεί αβεβαιότητα στον επιχειρησιακό σχεδιασμό του αντιπάλου.

Η γεωγραφική θέση του Ιράν είναι κρίσιμη. Η χώρα βρίσκεται δίπλα στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται σημαντικό μέρος του διεθνούς εμπορίου πετρελαίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε στρατιωτική κρίση θα οδηγήσει αναγκαστικά στο κλείσιμο των Στενών. Σημαίνει ότι η περιοχή διαθέτει στρατηγική σημασία πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθος ενός τοπικού πεδίου μάχης.

Για την Τεχεράνη, η γεωγραφία λειτουργεί ως παράγοντας αποτροπής. Μια σύγκρουση κοντά σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς μπορεί να δημιουργήσει συνέπειες για τις διεθνείς μεταφορές, τις ενεργειακές αγορές και την ασφάλεια των κρατών του Κόλπου. Αυτές οι συνέπειες μπορούν να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις ακόμη και χωρών που δεν συμμετέχουν άμεσα στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Η ιρανική στρατηγική επιχειρεί, συνεπώς, να συνδέσει το κόστος μιας επίθεσης με το ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον. Η Ουάσιγκτον δεν θα έπρεπε να υπολογίζει μόνο τις πιθανές ζημιές στις δικές της στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αλλά και τον κίνδυνο παρατεταμένης αστάθειας, αύξησης του ενεργειακού κόστους και εμπλοκής περιφερειακών συμμάχων.

Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική αντίφαση. Η ίδια γεωγραφία που προσφέρει στην Τεχεράνη αποτρεπτικά πλεονεκτήματα μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές οικονομικές συνέπειες και για το ίδιο το Ιράν. Μια παρατεταμένη διαταραχή της ναυσιπλοΐας θα μπορούσε να επιβαρύνει το διεθνές εμπόριο, να προκαλέσει πρόσθετες πιέσεις στην ιρανική οικονομία και να ενισχύσει τη στρατιωτική αντίδραση των αντιπάλων του.

Επομένως, η δυνατότητα πρόκλησης ευρύτερου κόστους δεν πρέπει να συγχέεται με μια επιλογή χωρίς συνέπειες για την ίδια την Τεχεράνη. Η αποτροπή είναι αποτελεσματικότερη όταν ο αντίπαλος θεωρεί ότι το κόστος της επίθεσης θα είναι υψηλό. Γίνεται πιο επικίνδυνη όταν η αλληλουχία των αντιποίνων μπορεί να οδηγήσει σε μια σύγκρουση που καμία πλευρά δεν θα ελέγχει πλήρως.

Η προετοιμασία για έναν διαφορετικό πόλεμο

Οι ιρανικές στρατιωτικές δηλώσεις των τελευταίων εβδομάδων δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην προσαρμογή της πολεμικής προετοιμασίας. Στις 22 Οκτωβρίου, ο διοικητής του ιρανικού Στρατού δήλωσε ότι οι ένοπλες δυνάμεις είναι πλήρως προετοιμασμένες για ασύμμετρο πόλεμο και αναφέρθηκε στην ενίσχυση των δυνατοτήτων τους στα μη επανδρωμένα συστήματα.

Αντίστοιχα, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Άμυνας, Ρεζά Ταλαεΐ-Νικ, είχε δηλώσει τον Αύγουστο ότι η εμπειρία των προηγούμενων συγκρούσεων είχε οδηγήσει στην προσαρμογή της στρατιωτικής προετοιμασίας, με έμφαση σε νέα συστήματα, τεχνολογίες και τακτικές. Σύμφωνα με την ιρανική πλευρά, ορισμένες από αυτές τις δυνατότητες παραμένουν απόρρητες και δεν προορίζονται να αποκαλυφθούν πριν από τη χρήση τους.

Οι δηλώσεις αυτές δείχνουν την κατεύθυνση της ιρανικής στρατιωτικής σκέψης, αλλά δεν αρκούν για να επιβεβαιώσουν την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα κάθε συστήματος που αναφέρεται. Η πραγματική δοκιμασία μιας στρατιωτικής δυνατότητας είναι η απόδοσή της σε συνθήκες σύγκρουσης, όχι η ανακοίνωση ότι έχει αναπτυχθεί.

Παράλληλα, η έννοια της ασύμμετρης αντίδρασης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Τεχεράνη θα επιλέξει την άμεση και ευρύτερη δυνατή σύγκρουση. Μπορεί να επιδιώξει μια απάντηση που να αποκαθιστά την αποτρεπτική αξιοπιστία της, διατηρώντας ταυτόχρονα περιθώρια διπλωματικής αποκλιμάκωσης.

Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ιρανικής στρατηγικής: η στρατιωτική ετοιμότητα παρουσιάζεται ως προϋπόθεση διαπραγμάτευσης και όχι ως απόδειξη ότι η διπλωματία έχει εγκαταλειφθεί.

Τρία πιθανά επίπεδα ιρανικής αντίδρασης

Εφόσον σημειωθεί νέα αμερικανική ή ισραηλινή επίθεση, η αντίδραση της Τεχεράνης θα εξαρτηθεί από την έκταση των πληγμάτων, τους στόχους που θα επιλεγούν, τις απώλειες και το πολιτικό μήνυμα που θα επιδιώξει να στείλει η κάθε πλευρά. Με βάση τη δημόσια ιρανική ρητορική και τη γεωγραφία της αντιπαράθεσης, μπορούν να εξεταστούν τρία γενικά σενάρια.

Πρώτο σενάριο: περιορισμένη αλλά ορατή στρατιωτική απάντηση.

Σε αυτή την περίπτωση, η Τεχεράνη θα επιδιώξει να αποδείξει ότι δεν μπορεί να δεχθεί νέα επίθεση χωρίς αντίδραση, περιορίζοντας παράλληλα τον κίνδυνο γενικευμένου πολέμου. Η απάντηση θα μπορούσε να συνοδευτεί από διπλωματικές προειδοποιήσεις και μηνύματα προς τρίτες χώρες ότι το Ιράν δεν επιδιώκει απεριόριστη κλιμάκωση, αλλά δεν πρόκειται να αποδεχθεί μονομερή επιβολή όρων.

Το πλεονέκτημα αυτής της επιλογής θα ήταν η διατήρηση περιθωρίων αποκλιμάκωσης. Ο κίνδυνος θα βρισκόταν στην πιθανότητα οι αντίπαλοι να θεωρήσουν την αντίδραση ανεπαρκή και να συνεχίσουν τις επιθέσεις.

Δεύτερο σενάριο: ευρύτερη περιφερειακή αντιπαράθεση.

Εάν τα πλήγματα προκαλέσουν σοβαρές απώλειες ή εάν η Τεχεράνη θεωρήσει ότι απειλείται η ίδια η επιβίωση του κράτους, η σύγκρουση θα μπορούσε να επεκταθεί πέρα από τα αρχικά πεδία επιχειρήσεων. Σε αυτή την περίπτωση, οι αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην περιοχή, οι υποδομές υποστήριξης και η ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών θα αποκτούσαν μεγαλύτερη σημασία.

Η εξέλιξη αυτή θα αύξανε το κόστος για όλες τις πλευρές και θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρατεταμένη στρατιωτική αντιπαράθεση. Δεν αποτελεί βεβαιότητα ούτε μπορεί να συναχθεί μόνο από τις δημόσιες προειδοποιήσεις της ιρανικής ηγεσίας.

Τρίτο σενάριο: στρατιωτική αποτροπή σε συνδυασμό με διπλωματική πρωτοβουλία.

Η Τεχεράνη θα μπορούσε να συνδυάσει την επίδειξη ετοιμότητας με την αναζήτηση διαμεσολάβησης μέσω τρίτων κρατών. Η λογική θα ήταν να διατηρήσει την ικανότητα αντίδρασης, ενώ ταυτόχρονα θα επιχειρούσε να μεταφέρει το κόστος της συνέχισης του πολέμου στον πολιτικό υπολογισμό των αντιπάλων.

Το σενάριο αυτό δεν προϋποθέτει υποχώρηση από τις βασικές ιρανικές θέσεις. Θα απαιτούσε, όμως, συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την αποκλιμάκωση, όπως τον τερματισμό των επιθέσεων, την αποκατάσταση της ελευθερίας των οικονομικών συναλλαγών και την αποδοχή μιας διαδικασίας διαπραγμάτευσης χωρίς εκ των προτέρων απαίτηση πολιτικής συνθηκολόγησης.

Τα τρία σενάρια δεν είναι απολύτως διακριτά. Μια σύγκρουση μπορεί να αρχίσει με περιορισμένη αντίδραση και να εξελιχθεί σε ευρύτερη αντιπαράθεση, εάν οι επόμενες κινήσεις εκληφθούν ως νέα επίθεση. Αντίστοιχα, ακόμη και μετά από σοβαρά πλήγματα μπορεί να ανοίξει διπλωματικό παράθυρο, εφόσον οι εμπλεκόμενες πλευρές θεωρήσουν ότι η περαιτέρω κλιμάκωση δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.

Στο υλικό που εξετάζεται περιλαμβάνονται επίσης ισχυρισμοί για πιθανούς στόχους και σενάρια αντιποίνων σε περίπτωση ακραίας κλιμάκωσης. Μεταξύ αυτών αναφέρονται μια πιθανή συμβατική επίθεση κατά στόχων στην περιοχή της Ντιμόνα, εάν προηγηθεί ισραηλινή πυρηνική επίθεση, καθώς και κατάλογοι εκατοντάδων υποτιθέμενων στόχων σε χώρες του Κόλπου και στον νότιο Ινδικό Ωκεανό.

Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν πρέπει να ενταχθούν στην ανάλυση ως επιβεβαιωμένα επιχειρησιακά σχέδια χωρίς σαφή τεκμηρίωση. Δεν αρκεί η αναπαραγωγή μιας πληροφορίας από περισσότερα μέσα, εάν όλα στηρίζονται στην ίδια μη επαληθευμένη αναφορά.

Για την αξιολόγηση της ιρανικής αποτροπής, ασφαλέστερη βάση αποτελούν οι επίσημες δημόσιες προειδοποιήσεις, οι επιβεβαιωμένες στρατιωτικές δυνατότητες και η γεωγραφία των πιθανών μετώπων. Η εξέταση των πιθανών αντιποίνων πρέπει να δείχνει τι θα μπορούσε να συμβεί, χωρίς να παρουσιάζει ως γνωστό κάτι που παραμένει απόρρητο ή ανεπιβεβαίωτο.

 

Η ιρανική αποτροπή και η πολυπολική ισορροπία

Η στρατιωτική προετοιμασία της Τεχεράνης δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη βαθύτερη διαμάχη για την περιφερειακή τάξη. Η αμερικανική παρουσία στον Περσικό Κόλπο και η στρατηγική συνεργασία Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ αποτελούν βασικά στοιχεία του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων. Το Ιράν, αντίθετα, επιδιώκει να διατηρήσει την αυτονομία του και να εμποδίσει τη μετατροπή της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής σε δικαίωμα καθορισμού της πολιτικής πορείας της χώρας.

Αυτή η αντιπαράθεση εντάσσεται στη μετάβαση προς ένα περισσότερο πολυπολικό διεθνές σύστημα, στο οποίο οι περιφερειακές δυνάμεις επιδιώκουν να διευρύνουν τα περιθώρια ανεξάρτητης δράσης τους. Η πολυπολικότητα, ωστόσο, δεν εγγυάται από μόνη της την ειρήνη. Μπορεί να δημιουργήσει νέες ισορροπίες, αλλά μπορεί επίσης να αυξήσει τον ανταγωνισμό, εάν οι μεγάλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν κάθε ανεξάρτητη στρατηγική ως απειλή για την επιρροή τους.

Η ιρανική θέση είναι ότι η ασφάλεια της περιοχής δεν μπορεί να στηρίζεται στην απαίτηση να αποδεχθεί η Τεχεράνη μια μόνιμη στρατιωτική και πολιτική υποταγή. Από αυτή την άποψη, η ανάπτυξη εγχώριων αμυντικών δυνατοτήτων και η διατήρηση αξιόπιστης αποτροπής αποτελούν μέσα προστασίας της εθνικής κυριαρχίας.

Η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής θα κριθεί, όμως, όχι μόνο από τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν, αλλά και από την ικανότητά του να αποφύγει μια σύγκρουση που θα προκαλούσε δυσανάλογο κόστος στον πληθυσμό και στην οικονομία του. Η αντοχή σε μια επίθεση είναι σημαντική, αλλά εξίσου σημαντική είναι η δυνατότητα να αποτραπεί η επανάληψή της.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Τεχεράνη δηλώνει έτοιμη για πόλεμο. Είναι αν οι αντίπαλοί της πιστεύουν ότι μπορούν να επιτύχουν τους πολιτικούς τους στόχους χωρίς να προκαλέσουν μια σύγκρουση της οποίας οι συνέπειες θα ξεπεράσουν τα αρχικά τους σχέδια.

Η ιρανική στρατιωτική ετοιμότητα λειτουργεί ως μήνυμα αποτροπής, όχι ως απόδειξη ότι η επίθεση έχει αποφασιστεί ή ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Η Τεχεράνη επιχειρεί να καταστήσει σαφές ότι μια νέα επίθεση δεν θα είναι μια μονομερής επιχείρηση με ελεγχόμενο κόστος. Το αν αυτό το μήνυμα θα αποτρέψει την κλιμάκωση ή θα ενταχθεί σε μια νέα αλυσίδα αντιποίνων θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις όλων των εμπλεκομένων.

Η στρατιωτική ισχύς μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για διαπραγμάτευση. Δεν μπορεί, από μόνη της, να εγγυηθεί την ειρήνη.

 

Κεφάλαιο 5: Μόσχα και Τεχεράνη: Ρωσικές μεταφορές, στρατηγική συνεργασία και τα όρια των διαθέσιμων στοιχείων

Η ρωσοϊρανική σχέση σε μια περίοδο πολεμικής πίεσης

Η σχέση Ρωσίας και Ιράν αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Τεχεράνη αντιμετωπίζει την πιθανότητα νέας αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης. Για τις δύο χώρες, η συνεργασία δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση μιας συγκεκριμένης κρίσης. Συνδέεται με την προσπάθεια να ενισχύσουν την πολιτική και οικονομική τους αυτονομία απέναντι στις δυτικές κυρώσεις και να διαμορφώσουν εναλλακτικές μορφές συνεργασίας σε ένα διεθνές σύστημα που μεταβάλλεται.

Στις 19 Οκτωβρίου, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ επισκέφθηκε την Τεχεράνη και συναντήθηκε με τον Ιρανό ομόλογό του Αμπάς Αραγτσί. Οι συνομιλίες αφορούσαν την περιφερειακή κρίση, την αποκλιμάκωση, την οικονομική συνεργασία και την εφαρμογή της συνολικής στρατηγικής συμφωνίας των δύο χωρών.

Η ιρανική πλευρά παρουσίασε τη συνεργασία με τη Μόσχα ως στοιχείο μιας ευρύτερης στρατηγικής αντίστασης στην εξωτερική πίεση. Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν υπογράμμισε την ανάγκη να επιταχυνθούν οι συμφωνίες στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, του εμπορίου και της ηλεκτροπαραγωγής. Παράλληλα, ευχαρίστησε τη ρωσική πλευρά για την υποστήριξή της κατά τη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.

Από την πλευρά του, ο Λαβρόφ επανέλαβε ότι η Μόσχα είναι διατεθειμένη να συμβάλει στην αναζήτηση πολιτικής λύσης και να ενισχύσει τη συνεργασία με την Τεχεράνη. Στις 23 Οκτωβρίου, οι δύο πλευρές συνέχισαν τις επαφές τους για τον συντονισμό των θέσεών τους στο πλαίσιο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης.

Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι η ρωσοϊρανική σχέση έχει αποκτήσει θεσμικό βάθος. Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι η Μόσχα έχει δεσμευτεί να συμμετάσχει στρατιωτικά σε μια ενδεχόμενη νέα σύγκρουση ή ότι έχει ήδη αποστείλει συγκεκριμένα οπλικά συστήματα για την αντιμετώπισή της. Η διάκριση ανάμεσα στη στρατηγική συνεργασία και στην άμεση στρατιωτική συνδρομή είναι απαραίτητη για να εκτιμηθεί σωστά ο ρόλος της Ρωσίας.

Το ζήτημα των ρωσικών οπλικών συστημάτων

Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα αφορά το ενδεχόμενο μεταφοράς ρωσικών όπλων στο Ιράν, ιδίως συστημάτων αεράμυνας, αεροσκαφών και άλλου στρατιωτικού εξοπλισμού που θα μπορούσε να ενισχύσει την ιρανική αποτροπή.

Την 1η Σεπτεμβρίου, ο επικεφαλής της ρωσικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Στρατιωτικής και Τεχνικής Συνεργασίας, Ντμίτρι Σουγκάγιεφ, δήλωσε ότι τα συστήματα αεράμυνας αποτελούν βασικό πεδίο της στρατιωτικοτεχνικής συνεργασίας με το Ιράν. Ανέφερε επίσης ότι συζητούνται και άλλες κατηγορίες οπλισμού, μεταξύ των οποίων αεροσκάφη και φορητά όπλα.

Στις 3 Οκτωβρίου, ο αντιπρόεδρος του Ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας Ντμίτρι Μεντβέντεφ επιβεβαίωσε ότι η αμυντική συνεργασία βρίσκεται στην ατζέντα των δύο χωρών, μαζί με την αεροδιαστημική τεχνολογία και άλλους τομείς υψηλής τεχνολογίας.

Οι δηλώσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι η στρατιωτικοτεχνική συνεργασία αποτελεί πραγματικό πεδίο των διμερών σχέσεων. Δεν αρκούν, ωστόσο, για να αποδείξουν ότι συγκεκριμένα νέα συστήματα έχουν ήδη παραδοθεί ή ότι βρίσκονται σε επιχειρησιακή χρήση από τις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις.

Η διαφορά είναι σημαντική. Η συζήτηση μιας προμήθειας, η υπογραφή σύμβασης, η φυσική παράδοση του εξοπλισμού, η εκπαίδευση του προσωπικού και η πλήρης επιχειρησιακή ένταξη ενός συστήματος είναι διαφορετικά στάδια. Η παρουσίαση όλων αυτών ως ενός ενιαίου γεγονότος δημιουργεί μια εικόνα στρατιωτικής ενίσχυσης που ενδέχεται να υπερβαίνει όσα είναι πραγματικά γνωστά.

Η Ρωσία διαθέτει τεχνογνωσία σε συστήματα αεράμυνας και σε άλλους τομείς που ενδιαφέρουν την Τεχεράνη. Για το Ιράν, η πιθανή απόκτηση πρόσθετων δυνατοτήτων θα μπορούσε να ενισχύσει την προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων και να αυξήσει το κόστος μιας αεροπορικής επίθεσης. Για τη Μόσχα, η συνεργασία προσφέρει τη δυνατότητα διεύρυνσης των σχέσεων με έναν σημαντικό περιφερειακό εταίρο.

Δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται η στρατηγική χρησιμότητα μιας πιθανής προμήθειας με την επιβεβαίωση ότι αυτή έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Μέχρι να υπάρξουν σαφείς επίσημες ανακοινώσεις ή αξιόπιστα στοιχεία για συγκεκριμένες παραδόσεις, η έκταση της πρόσθετης ρωσικής στρατιωτικής υποστήριξης παραμένει ανοιχτό ζήτημα.

Στο πρόσθετο υλικό εμφανίζεται ο ισχυρισμός ότι πραγματοποιήθηκαν δεκατέσσερις πτήσεις ρωσικών μεταγωγικών αεροσκαφών τύπου Ιλιούσιν προς το Ιράν μετά την επίσκεψη του Σεργκέι Λαβρόφ στην Τεχεράνη. Η πληροφορία, εάν επιβεβαιωθεί, θα μπορούσε να έχει σημασία για την αξιολόγηση της υλικοτεχνικής συνεργασίας των δύο χωρών σε περίοδο αυξημένης στρατιωτικής πίεσης.

Ωστόσο, ο αριθμός των πτήσεων από μόνος του δεν αποδεικνύει ούτε το φορτίο τους ούτε τον στρατιωτικό χαρακτήρα της μεταφοράς. Για ασφαλέστερο συμπέρασμα θα απαιτούνταν στοιχεία όπως οι αριθμοί πτήσεων, τα αναγνωριστικά των αεροσκαφών, οι διαδρομές και αξιόπιστες πληροφορίες για το μεταφερόμενο φορτίο.

Μέχρι να προκύψουν τέτοια στοιχεία, ο ισχυρισμός πρέπει να παραμείνει ανεπιβεβαίωτος. Δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη ότι η Ρωσία έχει ήδη αποστείλει πυραύλους, εξαρτήματα ή συγκεκριμένα συστήματα αεράμυνας στο Ιράν.

Γιατί η Μόσχα έχει συμφέρον από ένα ισχυρό και κυρίαρχο Ιράν

Η ρωσοϊρανική συνεργασία δεν εξηγείται μόνο από τις κοινές τους αντιρρήσεις απέναντι στην αμερικανική πολιτική. Οι δύο χώρες έχουν ευρύτερα συμφέροντα που αφορούν την ενεργειακή ασφάλεια, τις εμπορικές διαδρομές, την Κασπία Θάλασσα, τον Καύκασο και την ανάπτυξη εναλλακτικών οικονομικών δικτύων.

Η αποδυνάμωση του Ιράν μέσω μιας παρατεταμένης πολεμικής σύγκρουσης θα μπορούσε να προκαλέσει αστάθεια σε μια περιοχή με άμεση σημασία για τη ρωσική στρατηγική. Θα δημιουργούσε κινδύνους για τις μεταφορές, θα περιέπλεκε τις ενεργειακές ισορροπίες και θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενισχυμένη αμερικανική στρατιωτική παρουσία κοντά στις νότιες περιφέρειες της Ρωσίας.

Από αυτή την άποψη, η διατήρηση της ιρανικής κρατικής υπόστασης και της στρατηγικής αυτονομίας της Τεχεράνης εξυπηρετεί συγκεκριμένα ρωσικά συμφέροντα. Η Μόσχα δεν χρειάζεται να συμφωνεί με κάθε ιρανική επιλογή για να θεωρεί ότι η επιβολή μιας κυβέρνησης μέσω εξωτερικής στρατιωτικής ισχύος θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο.

Η αρχή αυτή έχει ευρύτερη σημασία για ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα. Αν μια μεγάλη δύναμη μπορεί να χρησιμοποιεί τη στρατιωτική της υπεροχή για να καθορίζει την πολιτική ηγεσία ενός άλλου κράτους, τότε η κυριαρχία των μικρότερων και μεσαίων δυνάμεων εξαρτάται από την ανοχή του ισχυρότερου.

Η ρωσική αντίθεση σε αυτή τη λογική δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως απουσία ιδιοτελών συμφερόντων. Η Μόσχα επιδιώκει τη δική της επιρροή και τη δική της ασφάλεια. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η συνεργασία με την Τεχεράνη μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην αμερικανική προσπάθεια διατήρησης της κυριαρχίας της στην περιοχή.

Η οικονομική και ενεργειακή διάσταση της συνεργασίας

Η στρατηγική σχέση δεν εξαντλείται στα όπλα. Στις 20 Οκτωβρίου, ο Πεζεσκιάν ζήτησε από τον Λαβρόφ να επιταχυνθεί η εφαρμογή των συμφωνιών στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, του εμπορίου και της ηλεκτροπαραγωγής. Οι συνομιλίες περιλάμβαναν επίσης το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, τις επικοινωνίες και την επιστημονική συνεργασία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προοπτική συνεργασίας στις μεταφορές και στις εμπορικές διαδρομές που συνδέουν τη Ρωσία με το Ιράν και την ευρύτερη Ασία. Η ανάπτυξη τέτοιων υποδομών μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από ορισμένες δυτικά ελεγχόμενες διαδρομές και να δημιουργήσει εναλλακτικές δυνατότητες εμπορίου για χώρες που αντιμετωπίζουν κυρώσεις.

Στις 25 Οκτωβρίου, η ιρανική πλευρά ανακοίνωσε ότι μια συμφωνία ανταλλαγής φυσικού αερίου μεταξύ Ρωσίας και Ιράν βρίσκεται στο τελικό στάδιο. Εφόσον ολοκληρωθεί και εφαρμοστεί, μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να ενισχύσει τη συνεργασία των δύο χωρών σε έναν τομέα στον οποίο αμφότερες διαθέτουν σημαντικούς πόρους και τεχνική εμπειρία.

Παράλληλα, η συνεργασία στον πυρηνικό τομέα παραμένει σημαντική, με τη ρωσική τεχνική παρουσία στο έργο του πυρηνικού σταθμού του Μπουσέρ. Η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει στη Μόσχα και στην Τεχεράνη ένα πρακτικό πεδίο αμοιβαίου οφέλους, πέρα από τις κοινές πολιτικές τους τοποθετήσεις.

Η παρουσία ρωσικού προσωπικού στο Μπουσέρ έχει και διάσταση ασφάλειας. Το υλικό αναφέρεται στην απομάκρυνση προσωπικού της Rosatom κατά την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου. Μια νέα απομάκρυνση προσωπικού από το εργοστάσιο, εάν επιβεβαιωνόταν, θα αποτελούσε αξιοσημείωτη ένδειξη επιδείνωσης της εκτίμησης κινδύνου γύρω από τις πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέουμε μια προηγούμενη απομάκρυνση με μια νέα εντολή εκκένωσης. Στο παρόν στάδιο, το πρόσθετο υλικό δεν τεκμηριώνει ότι έχει αποφασιστεί νέα αποχώρηση προσωπικού. Επομένως, η εξέλιξη αυτή πρέπει να παρακολουθείται ως πιθανός δείκτης προειδοποίησης και όχι να περιγραφεί ως ήδη συντελεσμένο γεγονός.

Ωστόσο, οι συμφωνίες δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως ήδη ολοκληρωμένα έργα. Η πραγματική τους σημασία θα εξαρτηθεί από την υλοποίηση, τη χρηματοδότηση, τις τεχνικές δυνατότητες και την ικανότητα των δύο χωρών να περιορίσουν τις επιπτώσεις των κυρώσεων. Η στρατηγική σύγκλιση είναι σημαντική, αλλά η μετατροπή της σε απτά οικονομικά αποτελέσματα απαιτεί χρόνο και συγκεκριμένες αποφάσεις.

Τα όρια της ρωσικής υποστήριξης

Η στενή συνεργασία δεν σημαίνει ότι η Ρωσία είναι διατεθειμένη να αναλάβει οποιοδήποτε κόστος για την υπεράσπιση του Ιράν. Η Μόσχα πρέπει να υπολογίζει τις δικές της στρατιωτικές προτεραιότητες, τις οικονομικές πιέσεις και τις σχέσεις της με άλλα κράτη της περιοχής. Επομένως, η πολιτική υποστήριξη, η διπλωματική διαμεσολάβηση, οι εμπορικές συμφωνίες και η άμεση στρατιωτική εμπλοκή πρέπει να εξετάζονται χωριστά.

Η ρωσική διπλωματία έχει δηλώσει ότι είναι έτοιμη να συμβάλει στην αναζήτηση λύσης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Λαβρόφ υπογράμμισε την ανάγκη επιστροφής σε μια κατάσταση που θα διασφαλίζει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και θα αποτρέπει την επανάληψη της κρίσης στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ.

Η στάση αυτή δείχνει ότι η Μόσχα επιδιώκει να διατηρήσει διπλωματικό ρόλο. Δεν αποτελεί, όμως, εγγύηση ότι θα παρέμβει στρατιωτικά αν ξεκινήσει νέα επίθεση. Ούτε η συνολική στρατηγική συμφωνία των δύο χωρών πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως ισοδύναμη με μια δεσμευτική υπόσχεση αμοιβαίας στρατιωτικής υπεράσπισης.

Για την Τεχεράνη, η συνεργασία με τη Ρωσία είναι σημαντική ακριβώς επειδή προσφέρει περισσότερες επιλογές. Η αξία της δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το αν η Μόσχα θα στείλει άμεσα όπλα σε μια κρίσιμη στιγμή. Εξαρτάται επίσης από τη διπλωματική υποστήριξη, την οικονομική συνεργασία, τη μεταφορά τεχνογνωσίας και τη δυνατότητα δημιουργίας εναλλακτικών διεθνών δικτύων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρωσία μπορεί να αντικαταστήσει όλες τις δυνατότητες που χρειάζεται το Ιράν. Η ιρανική αμυντική βιομηχανία και η εγχώρια παραγωγή παραμένουν κρίσιμες για τη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία της χώρας. Η υπερβολική εξάρτηση από οποιονδήποτε εξωτερικό προμηθευτή θα δημιουργούσε νέους περιορισμούς.

Η στρατηγική σημασία για την πολυπολική τάξη

Η σχέση Μόσχας και Τεχεράνης αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να ενισχυθούν οι σχέσεις μεταξύ κρατών που αντιτίθενται στην επιβολή μονομερών πολιτικών μέσω κυρώσεων και στρατιωτικής πίεσης. Η συνεργασία τους σε διεθνείς οργανισμούς, όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και οι BRICS, προσφέρει πλατφόρμες συντονισμού και οικονομικής διασύνδεσης.

Δεν πρόκειται για μια συμμαχία χωρίς αντιθέσεις ούτε για ένα ενιαίο μπλοκ με απόλυτα κοινές προτεραιότητες. Η Ρωσία και το Ιράν διατηρούν διαφορετικά συμφέροντα σε ορισμένα περιφερειακά ζητήματα. Η συνεργασία τους, ωστόσο, μπορεί να αυξήσει τα περιθώρια δράσης και των δύο, ιδιαίτερα όταν οι δυτικές κυρώσεις επιχειρούν να περιορίσουν την πρόσβασή τους σε αγορές, τεχνολογία και χρηματοδότηση.

Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν αποτελεί, συνεπώς, κάτι περισσότερο από μια διμερή κρίση. Αφορά το κατά πόσο οι περιφερειακές δυνάμεις μπορούν να διατηρούν ανεξάρτητη στρατηγική και να αναπτύσσουν συνεργασίες χωρίς να αντιμετωπίζουν τη διαφωνία τους με την Ουάσιγκτον ως λόγο για εξωτερική ανατροπή της πολιτικής τους τάξης.

Η πολυπολικότητα δεν θα κριθεί από τις διακηρύξεις περί φιλίας ή από τις φωτογραφίες κοινών συναντήσεων. Θα κριθεί από το αν οι συνεργασίες αυτές παράγουν πραγματικές οικονομικές, τεχνολογικές και διπλωματικές δυνατότητες, καθώς και από το αν μπορούν να διατηρηθούν όταν αυξάνεται το κόστος.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Ρωσία αποτελεί σημαντικό στρατηγικό εταίρο του Ιράν, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως εγγυητής μιας συγκεκριμένης στρατιωτικής έκβασης. Οι δύο χώρες ενισχύουν τη συνεργασία τους στην άμυνα, στην ενέργεια, στις μεταφορές και στη διπλωματία. Οι δημόσιες δηλώσεις επιβεβαιώνουν ότι οι στρατιωτικές προμήθειες συζητούνται, όχι ότι κάθε αναφερόμενη παράδοση έχει πραγματοποιηθεί.

Για την Τεχεράνη, η πραγματική πρόκληση είναι να μετατρέψει τη στρατηγική συνεργασία σε μακροπρόθεσμη ενίσχυση της δικής της αυτονομίας. Για τη Μόσχα, είναι να διατηρήσει έναν σημαντικό περιφερειακό εταίρο χωρίς να αναλάβει απεριόριστες δεσμεύσεις. Και για το διεθνές σύστημα, η ρωσοϊρανική σχέση αποτελεί μία ακόμη ένδειξη ότι η προσπάθεια μονομερούς επιβολής της πολιτικής βούλησης συναντά ολοένα περισσότερα εμπόδια.

 

  1. Η διπλωματική σκακιέρα: Πακιστάν, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Τουρκία και οι προσπάθειες διαμεσολάβησης

Η διπλωματία συνεχίζεται, αλλά οι όροι της σύγκρουσης παραμένουν ανοιχτοί

Όταν η στρατιωτική κλιμάκωση απειλεί να μετατρέψει μια περιφερειακή σύγκρουση σε ευρύτερο πόλεμο, η διπλωματία δεν εξαφανίζεται απαραίτητα. Συχνά μεταφέρεται σε διαύλους που δεν είναι δημόσιοι, σε ανταλλαγές μηνυμάτων μέσω τρίτων χωρών και σε διαπραγματεύσεις όπου κάθε πλευρά προσπαθεί να εξασφαλίσει πλεονέκτημα πριν καθίσει επίσημα στο τραπέζι. Η σημερινή αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό αυτή τη λογική.

Παρά τις απειλές, τις στρατιωτικές προετοιμασίες και τη βαθιά δυσπιστία, οι επαφές μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον δεν έχουν διακοπεί οριστικά. Το Πακιστάν και το Κατάρ έχουν αναδειχθεί στους βασικούς διαμεσολαβητές, ενώ το Ομάν εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό περιφερειακό δίαυλο. Η Ρωσία συμμετέχει σε ένα ευρύτερο διπλωματικό πλαίσιο, ιδίως σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας και πυρηνικής πολιτικής.

Το γεγονός ότι οι επαφές συνεχίζονται δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι μια συμφωνία βρίσκεται προ των πυλών. Οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν ως προς τις προϋποθέσεις των διαπραγματεύσεων, τις εγγυήσεις που θα τις συνοδεύουν, το καθεστώς των κυρώσεων, το πυρηνικό πρόγραμμα και την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Η διπλωματική κινητικότητα αποδεικνύει ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο συνεννόησης, όχι ότι έχουν επιλυθεί οι αιτίες της σύγκρουσης.

Το Πακιστάν έχει ιδιαίτερη θέση στη διαμεσολαβητική προσπάθεια, επειδή διατηρεί επαφές με το Ιράν και παράλληλα διαθέτει σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο υλικό του Οκτωβρίου αναφέρεται επίσκεψη του αρχηγού του πακιστανικού στρατού, Ασίμ Μουνίρ, στην Τεχεράνη στις 20 Οκτωβρίου. Η επίσκεψη εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια διατήρησης διαύλων επικοινωνίας σε μια περίοδο κατά την οποία μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει ολόκληρη την περιοχή.

Η σημασία του Πακιστάν δεν περιορίζεται στη μεταφορά μηνυμάτων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Το Ισλαμαμπάντ έχει επίσης συμφέρον να αποτρέψει μια περιφερειακή σύγκρουση που θα επιβάρυνε τις σχέσεις του με τους γείτονές του, θα δημιουργούσε κινδύνους για τις εμπορικές διαδρομές και θα αύξανε τις πιέσεις στην περιφερειακή ασφάλεια.

Στο ίδιο πλαίσιο έχουν αναφερθεί σχεδιαζόμενες επαφές του Πακιστανού αξιωματούχου με τη σαουδαραβική ηγεσία και η μεταφορά μηνυμάτων προς το Ριάντ. Οι συγκεκριμένες επαφές πρέπει να διαχωριστούν από τις ήδη αναφερόμενες επισκέψεις και να θεωρούνται επιβεβαιωμένες μόνο εφόσον τεκμηριώνονται από αξιόπιστες ανακοινώσεις.

Η αποτελεσματικότητα της πακιστανικής διαμεσολάβησης θα κριθεί από το εάν μπορεί να μετατρέψει τις ανταλλαγές μηνυμάτων σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις: περιορισμό των στρατιωτικών ενεργειών, συμφωνία για τα οικονομικά μέτρα και σαφή διαδικασία επανέναρξης των διαπραγματεύσεων.

Το Πακιστάν: Ο βασικός δίαυλος ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσιγκτον

Το Πακιστάν έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της δυνατότητάς του να διατηρεί επαφές και με τις δύο πλευρές. Η γεωγραφική του θέση, οι σχέσεις του με το Ιράν, οι δεσμοί του με τις χώρες του Κόλπου και η συνεργασία του με τις Ηνωμένες Πολιτείες τού επιτρέπουν να λειτουργεί ως ενδιάμεσος σε μια κρίση όπου η απευθείας πολιτική επικοινωνία παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.

Στις 21 Οκτωβρίου, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί επανέλαβε ότι η Τεχεράνη έχει διατυπώσει πρόταση προς την αμερικανική πλευρά, υπογραμμίζοντας ότι η πρόοδος απαιτεί την αποδοχή των ιρανικών προϋποθέσεων. Οι δηλώσεις του έγιναν μετά την επίσκεψη του αρχηγού του πακιστανικού στρατού, στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ, στην Τεχεράνη, όπου πραγματοποιήθηκαν συνομιλίες για τις διμερείς σχέσεις, τις περιφερειακές εξελίξεις και τον ενδεχόμενο διαμεσολαβητικό ρόλο του Ισλαμαμπάντ.

Η επίσκεψη έχει σημασία επειδή δείχνει ότι το Πακιστάν δεν περιορίζεται σε μια γενική έκκληση για αποκλιμάκωση. Συμμετέχει στη μεταφορά θέσεων και προτάσεων, επιχειρώντας να διατηρήσει έναν δίαυλο επικοινωνίας τη στιγμή που η στρατιωτική πίεση μπορεί να καταστήσει κάθε συμβιβασμό πολιτικά δυσκολότερο.

Για την ιρανική πλευρά, όμως, η διαμεσολάβηση δεν ισοδυναμεί με αποδοχή των αμερικανικών απαιτήσεων. Η Τεχεράνη επιμένει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική διαπραγμάτευση εάν η Ουάσιγκτον συνεχίζει να συνδυάζει τις διπλωματικές προτάσεις με στρατιωτικές απειλές και οικονομικό καταναγκασμό. Από αυτή την οπτική, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να ξαναρχίσουν οι συνομιλίες, αλλά να αλλάξουν οι συνθήκες μέσα στις οποίες διεξάγονται.

Το Πακιστάν έχει συνεπώς δύο παράλληλους στόχους: να αποτρέψει την επανέναρξη ενός πολέμου που θα αποσταθεροποιούσε ευρύτερα την περιοχή και να διατηρήσει τον ρόλο του ως αξιόπιστου περιφερειακού παράγοντα. Η επιτυχία του, ωστόσο, εξαρτάται από κάτι που δεν ελέγχει πλήρως: την πολιτική βούληση της Ουάσιγκτον και της Τεχεράνης να αποδεχθούν αμοιβαίους περιορισμούς.

Το Κατάρ: Διαμεσολάβηση ανάμεσα στην ειρήνη και στην περιφερειακή ασφάλεια

Το Κατάρ αποτελεί τον δεύτερο βασικό πυλώνα της διπλωματικής προσπάθειας. Η Ντόχα έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει ότι συνεχίζονται οι επαφές και η ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών. Στις 20 Οκτωβρίου, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών του Κατάρ δήλωσε ότι οι διπλωματικές προσπάθειες δεν έχουν σταματήσει και ότι μια βιώσιμη λύση μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω διαλόγου.

Το Κατάρ έχει συγκεκριμένους λόγους να επιδιώκει την αποκλιμάκωση. Η ασφάλεια του Κόλπου συνδέεται άμεσα με την οικονομία του, τις ενεργειακές εξαγωγές, τις θαλάσσιες μεταφορές και τη σταθερότητα των περιφερειακών επενδύσεων. Ένας γενικευμένος πόλεμος θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές συνέπειες πολύ πέρα από τα άμεσα πεδία των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η διπλωματική θέση της Ντόχα δεν είναι, πάντως, ταυτόσημη με εκείνη της Τεχεράνης. Το Κατάρ έχει διατηρήσει στρατηγικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και παράλληλα υποστηρίζει τη διαμεσολάβηση, τη διατήρηση της ναυσιπλοΐας και την περιφερειακή σταθερότητα. Υποστηρίζει επίσης την ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας και έχει εκφράσει την αντίθεσή του στις επιθέσεις των Χούθι εναντίον σαουδαραβικών στόχων.

Αυτή η διπλή πραγματικότητα εξηγεί γιατί το Κατάρ μπορεί να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής χωρίς να υιοθετεί όλες τις θέσεις οποιασδήποτε πλευράς. Η χρησιμότητά του προκύπτει ακριβώς από την ικανότητά του να διατηρεί ανοικτούς διαύλους με διαφορετικούς και συχνά ανταγωνιστικούς παράγοντες.

Για την Τεχεράνη, η συμμετοχή του Κατάρ έχει πρακτική αξία, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Η ιρανική πλευρά ζητά συγκεκριμένες δεσμεύσεις και όχι απλώς επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις περί καλής θέλησης. Η διαμεσολάβηση μπορεί να μεταφέρει προτάσεις και να περιορίσει τον κίνδυνο παρεξηγήσεων. Δεν μπορεί, όμως, να εγγυηθεί ότι μια μελλοντική αμερικανική κυβέρνηση ή η ίδια κυβέρνηση υπό διαφορετικές πολιτικές συνθήκες δεν θα ανατρέψει μια συμφωνία.

Ένα από τα πιο συγκεκριμένα ζητήματα που εμφανίζονται στο πρόσθετο υλικό αφορά πρόταση που αποδίδεται στο Κατάρ και στο Πακιστάν για τους τόκους των παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων που βρίσκονται στο Κατάρ. Η διάκριση είναι ουσιώδης: η αναφορά αφορά την πιθανή αξιοποίηση των τόκων και όχι κατ’ ανάγκην την άμεση αποδέσμευση του συνόλου των έξι δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η πρόταση, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως περιορισμένο μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Δεν θα ισοδυναμούσε με συνολική άρση των κυρώσεων ούτε θα έλυνε αυτομάτως τις διαφορές γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα και τη ναυσιπλοΐα. Θα δημιουργούσε, όμως, ένα πρακτικό πεδίο στο οποίο θα μπορούσε να δοκιμαστεί η δυνατότητα αμοιβαίων κινήσεων χωρίς να απαιτηθεί εξαρχής συνολική συμφωνία.

Το ακριβές ποσό των τόκων, το επιτόκιο και οι όροι της υποτιθέμενης πρότασης δεν πρέπει να παρουσιαστούν ως δεδομένα χωρίς τεκμηρίωση. Εξίσου σημαντικό είναι να διαπιστωθεί εάν πρόκειται για επίσημη πρόταση, προκαταρκτική ιδέα των διαμεσολαβητών ή απλώς για πληροφορία που δεν έχει επιβεβαιωθεί από τις εμπλεκόμενες πλευρές.

Η πολιτική σημασία του ζητήματος βρίσκεται στο ότι τα παγωμένα κεφάλαια δεν αποτελούν μόνο οικονομικό μέγεθος. Αποτελούν και διαπραγματευτικό εργαλείο. Η αξιοποίησή τους θα μπορούσε να δείξει εάν η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να προσφέρει συγκεκριμένο οικονομικό αντάλλαγμα ή εάν επιδιώκει να διατηρήσει την οικονομική πίεση μέχρι να εξασφαλίσει ευρύτερες παραχωρήσεις από την Τεχεράνη.

Ομάν και Ρωσία: Συμπληρωματικοί ρόλοι, διαφορετικές δυνατότητες

Το Ομάν διατηρεί διαχρονικά μια θέση που ευνοεί την παρασκηνιακή διπλωματία. Η πολιτική του παράδοση στη διαμεσολάβηση και οι σχέσεις του με τις χώρες του Κόλπου το καθιστούν χρήσιμο δίαυλο όταν οι δημόσιες τοποθετήσεις των αντιμαχόμενων πλευρών δεν αφήνουν πολλά περιθώρια υποχώρησης.

Ιρανικές κοινοβουλευτικές πηγές έχουν αναφερθεί σε έμμεσες επαφές μέσω Κατάρ και Ομάν, με ανταλλαγή όρων και προϋποθέσεων. Αυτό δείχνει ότι η διπλωματική διαδικασία δεν περιορίζεται σε μία μόνο πρωτεύουσα. Οι διαφορετικοί δίαυλοι μπορούν να μεταφέρουν μηνύματα, να διερευνούν πιθανούς συμβιβασμούς και να διατηρούν την επικοινωνία ακόμη και όταν ένας συγκεκριμένος γύρος επαφών δεν αποδίδει αποτέλεσμα.

Η Ρωσία, από την άλλη, διαθέτει διαφορετικά εργαλεία. Οι επαφές της με την ιρανική ηγεσία, η συνεργασία των δύο χωρών σε ενεργειακά και στρατηγικά ζητήματα και η συμμετοχή τους σε ευρύτερα πολυμερή σχήματα δημιουργούν ένα πλαίσιο συνεννόησης που υπερβαίνει την άμεση κρίση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Μόσχα έχει δηλώσει ότι υποστηρίζει τις διπλωματικές προσπάθειες και επιδιώκει την αποκλιμάκωση. Για την Τεχεράνη, η ρωσική συμμετοχή έχει αξία επειδή προσφέρει ένα επιπλέον διπλωματικό αντίβαρο σε μια διαδικασία που διαφορετικά θα μπορούσε να διαμορφωθεί σχεδόν αποκλειστικά από τις αμερικανικές απαιτήσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρωσία μπορεί να επιβάλει λύση στην Ουάσιγκτον ή να εγγυηθεί την τήρηση μιας συμφωνίας. Ούτε προκύπτει ότι όλες οι ρωσικές και ιρανικές προτεραιότητες ταυτίζονται σε κάθε ζήτημα. Η στρατηγική συνεργασία προσφέρει δυνατότητες, αλλά δεν καταργεί τα διαφορετικά εθνικά συμφέροντα.

Σαουδική Αραβία και Τουρκία: Ανάμεσα στην αποτροπή και στον κίνδυνο διεύρυνσης του πολέμου

Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Από τη μία πλευρά, έχει άμεσο συμφέρον να προστατεύσει τις πόλεις, τις ενεργειακές εγκαταστάσεις και τις μεταφορικές υποδομές της. Από την άλλη, μια ευρύτερη σύγκρουση στον Κόλπο θα μπορούσε να πλήξει την οικονομική της στρατηγική και να αυξήσει το κόστος της περιφερειακής αστάθειας.

Η ιρανική πλευρά έχει προτείνει να συμβάλει στον διάλογο μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Υεμένης. Η πρόταση αυτή έχει σημασία επειδή υποδηλώνει ότι η Τεχεράνη επιδιώκει να παρουσιάσει την περιφερειακή ασφάλεια ως ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με πολιτικές συμφωνίες και όχι αποκλειστικά με στρατιωτική πίεση. Παραμένει, ωστόσο, πρόταση και δεν πρέπει να συγχέεται με ολοκληρωμένη συμφωνία ή με αποδεδειγμένη αποδοχή από το Ριάντ.

Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από το αμυντικό σύμφωνο της Μέκκας, στο οποίο συμμετέχουν η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και η Τουρκία. Οι υπογράφουσες πλευρές το παρουσιάζουν ως μέσο αμυντικής συνεργασίας και ενίσχυσης της αποτροπής. Η πραγματική στρατηγική του σημασία, όμως, θα κριθεί από το περιεχόμενο της εφαρμογής του, τις υποχρεώσεις που θα αναλάβουν τα μέλη του και τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης.

Η Τουρκία έχει λόγους να αποφεύγει έναν γενικευμένο πόλεμο. Η γεωγραφική της θέση, οι οικονομικές σχέσεις της με τις χώρες της περιοχής και η ευρύτερη στρατηγική της την υποχρεώνουν να υπολογίζει τις συνέπειες μιας παρατεταμένης σύγκρουσης. Ταυτόχρονα, η συμμετοχή της σε αμυντικές συνεργασίες με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν δείχνει ότι δεν αντιμετωπίζει την περιφερειακή ασφάλεια μόνο μέσα από τη διπλωματία, αλλά και μέσω μηχανισμών αποτροπής.

Για το Ιράν, το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτές οι συνεργασίες θα λειτουργήσουν ως πραγματικές εγγυήσεις ασφάλειας ή αν, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο στρατιωτικό μέτωπο. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρηθεί δεδομένο ότι το σύμφωνο στρέφεται εναντίον της Τεχεράνης. Αντίστοιχα, οι διαβεβαιώσεις ότι έχει αποκλειστικά αμυντικό χαρακτήρα δεν αρκούν από μόνες τους για να εξαφανίσουν κάθε στρατηγική ανησυχία.

Η διάκριση είναι ουσιώδης: άλλο η ύπαρξη μιας αμυντικής συμφωνίας και άλλο η απόδειξη ότι τα μέλη της έχουν αποφασίσει να συμμετάσχουν σε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Ιράν. Η δεύτερη θέση απαιτεί συγκεκριμένα στοιχεία, όχι υποθέσεις που παρουσιάζονται ως βεβαιότητες.

Τι μπορεί να πετύχει η διπλωματία και πού βρίσκονται τα όριά της

Η διπλωματική κινητικότητα αποκαλύπτει ότι κανένας από τους βασικούς περιφερειακούς παράγοντες δεν μπορεί να αγνοήσει το κόστος μιας γενικευμένης σύγκρουσης. Το Πακιστάν και το Κατάρ επιχειρούν να διατηρήσουν την επικοινωνία μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον. Το Ομάν προσφέρει πρόσθετους διαύλους. Η Ρωσία υποστηρίζει μια πολιτική διευθέτηση και διατηρεί στρατηγική συνεργασία με το Ιράν. Η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία προσπαθούν να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένης ανασφάλειας.

Ωστόσο, η ύπαρξη πολλών διαμεσολαβητών δεν εγγυάται επιτυχία. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιμένουν σε όρους που η Τεχεράνη θεωρεί ασύμβατους με την κυριαρχία και την ασφάλειά της, ενώ παράλληλα διατηρούν στρατιωτικές απειλές και οικονομική πίεση, οι διπλωματικές επαφές κινδυνεύουν να μετατραπούν σε διαδικασία διαχείρισης της κρίσης χωρίς πραγματική επίλυση των αιτίων της.

Από την άλλη πλευρά, η ιρανική ηγεσία καλείται να σταθμίσει το κόστος της συνέχισης της αντιπαράθεσης έναντι των πιθανών ωφελειών μιας συμφωνίας που θα περιλαμβάνει ουσιαστικές εγγυήσεις. Η διατήρηση της αποτρεπτικής ικανότητας και η διεκδίκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν αποκλείουν τη διαπραγμάτευση. Αντίθετα, μια βιώσιμη διπλωματική διαδικασία απαιτεί οι πλευρές να αναγνωρίζουν ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην ικανότητα του ισχυρότερου να επιβάλλει τους όρους του.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας. Αυτοί υπάρχουν. Είναι εάν μπορούν να οδηγήσουν σε μια συμφωνία που θα αντιμετωπίζει τις αιτίες της σύγκρουσης και όχι μόνο τα προσωρινά συμπτώματά της.

Για την Τεχεράνη, μια συμφωνία χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς ένα διάλειμμα πριν από την επόμενη κρίση. Για την Ουάσιγκτον, η αποδοχή ουσιαστικών περιορισμών στη στρατιωτική και οικονομική πίεση θα σήμαινε ότι η διπλωματία δεν θα λειτουργεί ως μονομερές εργαλείο επιβολής. Για τις χώρες της περιοχής, το ζητούμενο είναι να μην καταστούν ξανά το πεδίο όπου συγκρούονται στρατηγικές που αποφασίζονται μακριά από τις κοινωνίες τους.

Η ουσία της ιρανικής θέσης δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο των απαιτήσεων, αλλά και στη σειρά με την οποία η Τεχεράνη επιδιώκει να αντιμετωπιστούν. Στο υλικό που εξετάζουμε, οι όροι αποτυπώνουν μια διαπραγματευτική λογική σύμφωνα με την οποία η παύση των εχθροπραξιών, η οικονομική ανακούφιση και η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας πρέπει να προηγηθούν της τελικής διευθέτησης του πυρηνικού ζητήματος.

Η ακολουθία μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

  1. Παύση των εχθροπραξιών σε όλα τα μέτωπα, με αναφορά όχι μόνο στο Ιράν, αλλά και στις συγκρούσεις που συνδέονται με τη Γάζα και τον Λίβανο.
  2. Αντιμετώπιση των οικονομικών περιορισμών, με έμφαση στην αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων και στην άρση κυρώσεων.
  3. Διευθέτηση του ζητήματος των Στενών του Ορμούζ, με όρους που η Τεχεράνη συνδέει με την ασφάλεια και τον τερματισμό της πολεμικής πίεσης.
  4. Μεταγενέστερη διαπραγμάτευση του πυρηνικού φακέλου, αντί να αποτελεί το μοναδικό ή πρώτο αντικείμενο συζήτησης.

Η ακριβής διατύπωση και η πλήρης σειρά των επτά όρων πρέπει να διασταυρωθούν με την πρωτογενή ανακοίνωση στην οποία αποδίδονται. Η παραπάνω σύνοψη αποτυπώνει τη βασική ακολουθία που προκύπτει από το υλικό, αλλά δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως αυτούσιο επίσημο κείμενο επτά σημείων χωρίς επιβεβαίωση.

Η διαφορά με την αμερικανική διαπραγματευτική λογική φαίνεται να αφορά κυρίως το ποιος θα αναλάβει πρώτος το πολιτικό κόστος. Εάν η Ουάσιγκτον απαιτεί προηγούμενες πυρηνικές παραχωρήσεις πριν από την άρση των οικονομικών μέτρων, ενώ η Τεχεράνη ζητά πρώτα χειροπιαστές ενέργειες που θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη, τότε το αδιέξοδο δεν αφορά μόνο το τελικό περιεχόμενο μιας συμφωνίας. Αφορά και την αλληλουχία εφαρμογής της.

Αυτό είναι κρίσιμο για την αξιολόγηση των προοπτικών αποκλιμάκωσης. Μια συμφωνία μπορεί να παραμείνει ανέφικτη ακόμη και όταν οι δύο πλευρές δηλώνουν ότι επιθυμούν διαπραγματεύσεις, εάν καθεμία απαιτεί από την άλλη να κάνει πρώτη τις κινήσεις που θεωρεί αναγκαίες για την ασφάλειά της.

Η επόμενη περίοδος θα δείξει εάν το Πακιστάν, το Κατάρ και οι υπόλοιποι διαμεσολαβητές μπορούν να μετατρέψουν τις ανταλλαγές μηνυμάτων σε συγκεκριμένη συμφωνία. Μέχρι τότε, η διπλωματία παραμένει ενεργή, αλλά εύθραυστη. Και όσο η στρατιωτική απειλή χρησιμοποιείται ως βασικό μέσο διαπραγμάτευσης, κάθε πρόοδος θα κινδυνεύει να ανατραπεί από την ίδια τη λογική της κλιμάκωσης.

 

  1. Ο πυρηνικός φάκελος και ο ενεργειακός πόλεμος: Κυρώσεις, παγωμένα κεφάλαια, Ορμούζ και πετρέλαιο

Το πυρηνικό πρόγραμμα ως ζήτημα κυριαρχίας και στρατηγικής ισχύος

Η αντιπαράθεση γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένη από τη συνολικότερη σύγκρουση για την πολιτική και στρατηγική αυτονομία της χώρας. Για την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, ο περιορισμός των πυρηνικών δυνατοτήτων της Τεχεράνης αποτελεί κεντρική προτεραιότητα ασφαλείας. Για το Ιράν, αντίθετα, η δυνατότητα ειρηνικής πυρηνικής ανάπτυξης συνδέεται με την επιστημονική πρόοδο, την ενεργειακή πολιτική και το δικαίωμα μιας ανεξάρτητης χώρας να αναπτύσσει τεχνολογίες χωρίς να υπόκειται σε μονομερείς εξωτερικές απαγορεύσεις.

Η διαφωνία δεν αφορά μόνο τις τεχνικές παραμέτρους του εμπλουτισμού ουρανίου. Αφορά επίσης το ποιος δικαιούται να θέτει τους κανόνες και εάν αυτοί εφαρμόζονται ισότιμα ή προσαρμόζονται στις προτεραιότητες των ισχυρότερων κρατών.

Στις 8 Οκτωβρίου 2026, ο επικεφαλής του Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας του Ιράν, Μοχαμάντ Εσλαμί, επανέλαβε ότι ο εμπλουτισμός ουρανίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πυρηνικής βιομηχανίας και ότι η Τεχεράνη δεν πρόκειται να εγκαταλείψει αυτό το δικαίωμα. Υποστήριξε επίσης ότι το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει ειρηνικό και εντός του πλαισίου της Συνθήκης Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων.

Η θέση αυτή αποτελεί την επίσημη ιρανική τοποθέτηση και δεν υποκαθιστά την ανεξάρτητη τεχνική επαλήθευση της κατάστασης των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Ωστόσο, αναδεικνύει το βασικό σημείο σύγκρουσης: η Τεχεράνη απορρίπτει την απαίτηση να εγκαταλείψει εκ των προτέρων μια τεχνολογική δυνατότητα που θεωρεί κυριαρχικό της δικαίωμα, προκειμένου να εξασφαλίσει οικονομική ανακούφιση ή να αποφύγει νέες στρατιωτικές επιθέσεις.

Η διαφωνία έγινε εντονότερη στις 20 Οκτωβρίου, όταν ο γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, Μοχσέν Ρεζαΐ, δήλωσε ότι κανένα εμπλουτισμένο πυρηνικό υλικό δεν πρόκειται να μεταφερθεί εκτός της χώρας. Η δήλωση αποκλείει, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, μια λύση που θα βασιζόταν στην απομάκρυνση του υλικού από το ιρανικό έδαφος.

Για την Ουάσιγκτον, η τύχη του εμπλουτισμένου ουρανίου και η δυνατότητα ελέγχου του πυρηνικού προγράμματος αποτελούν βασικά ζητήματα μιας ενδεχόμενης συμφωνίας. Για την Τεχεράνη, η απομάκρυνση του υλικού χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις θα μπορούσε να εκληφθεί ως μονομερής παραχώρηση υπό καθεστώς πίεσης.

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του αδιεξόδου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν περιορισμούς που θα θεωρούν επαρκείς για τη δική τους αντίληψη ασφαλείας. Το Ιράν απαιτεί, παράλληλα, αναγνώριση των δικαιωμάτων του, άρση των οικονομικών περιορισμών και εγγυήσεις ότι μια νέα συμφωνία δεν θα ανατραπεί όταν αλλάξουν οι πολιτικές προτεραιότητες στην Ουάσιγκτον.

Η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας και το ζήτημα των επιθεωρήσεων

Η λειτουργία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας αποτελεί ξεχωριστό και κρίσιμο πεδίο αντιπαράθεσης. Οι επιθεωρήσεις και οι μηχανισμοί επαλήθευσης είναι απαραίτητοι για την αξιολόγηση των πυρηνικών δραστηριοτήτων. Δεν μπορούν, όμως, να αντιμετωπίζονται σαν να λειτουργούν ανεξάρτητα από τις συνθήκες ασφαλείας, τις στρατιωτικές επιθέσεις και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Η ιρανική πλευρά υποστηρίζει ότι οι επιθέσεις κατά πυρηνικών εγκαταστάσεων έχουν δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα. Τον Αύγουστο, ο Εσλαμί δήλωσε ότι οι επιθεωρήσεις εγκαταστάσεων που υπέστησαν πλήγματα δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς ειδικά συμφωνημένα πρωτόκολλα για την ασφάλεια, την πρόσβαση και τη διαχείριση των ζημιών. Τον Σεπτέμβριο, η ιρανική αντιπροσωπεία υποστήριξε ότι οι συνθήκες πολέμου καθιστούν αδύνατη την απλή επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς επιθεωρήσεων.

Αυτή είναι η επίσημη θέση της Τεχεράνης. Δεν σημαίνει ότι οι διεθνείς ανησυχίες για την επαλήθευση του πυρηνικού προγράμματος παύουν να υφίστανται. Σημαίνει ότι η επαλήθευση πρέπει να εξετάζεται μαζί με το ζήτημα της ασφάλειας των εγκαταστάσεων και της προστασίας του προσωπικού, καθώς και με τις υποχρεώσεις όλων των πλευρών.

Η ιρανική κριτική επικεντρώνεται επίσης στην αντιμετώπιση του Ισραήλ. Η Τεχεράνη επισημαίνει ότι το Ισραήλ δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων και ότι το πυρηνικό του οπλοστάσιο δεν υπόκειται στο ίδιο ολοκληρωμένο καθεστώς διασφαλίσεων που εφαρμόζεται σε κράτη χωρίς πυρηνικά όπλα τα οποία συμμετέχουν στη Συνθήκη.

Αυτό δημιουργεί ένα πραγματικό πρόβλημα περιφερειακής ασφάλειας: η πυρηνική πολιτική της Μέσης Ανατολής δεν μπορεί να συζητείται αποκλειστικά μέσα από τις απαιτήσεις που απευθύνονται στο Ιράν, ενώ το ευρύτερο ζήτημα της πυρηνικής ισχύος στην περιοχή παραμένει άνισα ρυθμισμένο.

Η απαίτηση για επαλήθευση δεν είναι από μόνη της παράλογη. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η επαλήθευση μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής πίεσης και όταν η ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων ενός κράτους δεν προστατεύεται από στρατιωτικές επιθέσεις. Μια βιώσιμη συμφωνία χρειάζεται τεχνικούς ελέγχους, αλλά και αμοιβαίες δεσμεύσεις που θα αποκλείουν τη χρήση στρατιωτικής βίας ως μέσου επιβολής.

Η αντιπαράθεση γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα δεν αφορά μόνο το τελικό περιεχόμενο μιας συμφωνίας. Αφορά και τη σειρά με την οποία θα εφαρμοστούν οι αμοιβαίες δεσμεύσεις. Η ιρανική θέση, όπως προκύπτει από το υλικό που εξετάζεται, συνδέει την πρόοδο προς μια συμφωνία με συγκεκριμένες ενέργειες για τον τερματισμό των εχθροπραξιών, την οικονομική ανακούφιση και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.

Από αυτή την οπτική, η άρση κυρώσεων και η αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων δεν αποτελούν απλώς ανταμοιβή που θα δοθεί στο τέλος μιας μακράς διαπραγμάτευσης. Αποτελούν πιθανά μέσα για να αποδειχθεί ότι η διπλωματική διαδικασία παράγει απτά αποτελέσματα και ότι η οικονομική πίεση μπορεί να περιοριστεί εφόσον υπάρξει συμφωνία.

Η αμερικανική πλευρά, σύμφωνα με τις αναφορές που περιλαμβάνονται στο υλικό, φαίνεται να επιδιώκει διαφορετική ακολουθία, στην οποία οι πυρηνικές δεσμεύσεις του Ιράν θα έχουν κεντρικό ρόλο πριν από την πλήρη οικονομική ανακούφιση. Η ακριβής διαπραγματευτική θέση κάθε πλευράς πρέπει να αποδίδεται βάσει των συγκεκριμένων προτάσεων και όχι μόνο των δημόσιων δηλώσεων.

Η διαφωνία αυτή δημιουργεί ένα πρόβλημα αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Η Τεχεράνη δεν θέλει να παραχωρήσει ένα βασικό στρατηγικό πλεονέκτημα χωρίς να εξασφαλίσει ότι οι οικονομικοί περιορισμοί θα αρθούν. Η Ουάσιγκτον, από την άλλη πλευρά, δεν θέλει να περιορίσει τα εργαλεία πίεσης πριν εξασφαλίσει τις δεσμεύσεις που επιδιώκει.

Επομένως, το πραγματικό εμπόδιο δεν είναι απαραίτητα η απουσία κάθε περιθωρίου συμφωνίας. Είναι η δυσκολία να σχεδιαστεί μια διαδικασία στην οποία καμία πλευρά δεν θα θεωρεί ότι αναλαμβάνει πρώτη έναν κίνδυνο χωρίς επαρκές αντάλλαγμα.

Οι κυρώσεις και τα δεσμευμένα κεφάλαια: Η οικονομία ως μέτωπο πολέμου

Το οικονομικό σκέλος της αντιπαράθεσης είναι εξίσου σημαντικό με το πυρηνικό. Οι αμερικανικές κυρώσεις περιορίζουν την πρόσβαση του Ιράν σε διεθνείς χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, δυσχεραίνουν τις εμπορικές συναλλαγές και επιβαρύνουν την αξιοποίηση των ενεργειακών του πόρων. Η ναυτική πίεση και ο περιορισμός των εξαγωγών προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο οικονομικού καταναγκασμού.

Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει τις κυρώσεις ως μέσο πίεσης για την αλλαγή της ιρανικής συμπεριφοράς. Από την πλευρά της Τεχεράνης, όμως, η συνέχιση των κυρώσεων ενώ απαιτούνται νέες πυρηνικές παραχωρήσεις συνιστά προσπάθεια επιβολής μιας συμφωνίας με άνισους όρους.

Στις 12 Οκτωβρίου, ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγαΐ δήλωσε ότι οι αμερικανικές προτάσεις δεν ικανοποιούσαν τις ιρανικές απαιτήσεις. Ανάμεσα στα ζητήματα που έθεσε ήταν η άρση του ναυτικού αποκλεισμού, ο τερματισμός των εχθροπραξιών και η αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων. Επισήμανε επίσης ότι οι νέες κυρώσεις που επιβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της διπλωματικής διαδικασίας επιβάρυναν περαιτέρω το κλίμα.

Τα δεσμευμένα κεφάλαια έχουν ιδιαίτερη σημασία, επειδή συνδέονται με τη δυνατότητα της χώρας να χρησιμοποιεί πόρους που θεωρεί δικούς της. Η αποδέσμευσή τους δεν αποτελεί απλώς τεχνική τραπεζική διευθέτηση. Είναι μέρος της ευρύτερης διαπραγμάτευσης για την αποκατάσταση της οικονομικής δραστηριότητας και την αξιοπιστία οποιασδήποτε συμφωνίας.

Η Τεχεράνη ζητά επίσης την άρση των περιορισμών στις εξαγωγές πετρελαίου. Η απαίτηση αυτή έχει διπλή διάσταση. Από τη μία πλευρά, αφορά τα κρατικά έσοδα και τη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας. Από την άλλη, αφορά το εάν μια χώρα με σημαντικούς ενεργειακούς πόρους μπορεί να συμμετέχει στην παγκόσμια αγορά χωρίς να εξαρτάται από τις μονομερείς αποφάσεις μιας εξωτερικής δύναμης.

Η οικονομική πίεση μπορεί να περιορίσει τις επιλογές μιας κυβέρνησης, αλλά δεν εγγυάται ότι θα την οδηγήσει στις πολιτικές παραχωρήσεις που επιδιώκει ο αντίπαλός της. Μπορεί, αντίθετα, να ενισχύσει την αντίληψη ότι η διαπραγμάτευση χρησιμοποιείται για την επιβολή στρατηγικών όρων και όχι για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης.

Για αυτόν τον λόγο, οι κυρώσεις, τα δεσμευμένα κεφάλαια και οι ενεργειακές εξαγωγές δεν αποτελούν δευτερεύοντα οικονομικά ζητήματα. Είναι βασικά εργαλεία της σύγκρουσης και, ταυτόχρονα, πιθανά στοιχεία μιας συμφωνίας αποκλιμάκωσης.

Τα Στενά του Ορμούζ: Η γεωγραφία ως στρατηγικό πλεονέκτημα

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το σημαντικότερο σημείο σύνδεσης του Περσικού Κόλπου με τις διεθνείς θαλάσσιες ενεργειακές διαδρομές. Η σημασία τους υπερβαίνει κατά πολύ τη γεωγραφία: επηρεάζουν τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, το κόστος μεταφοράς, τις ασφαλιστικές τιμές των πλοίων και τις προσδοκίες των ενεργειακών αγορών.

Η δυνατότητα διατάραξης της ναυσιπλοΐας δημιουργεί στρατηγική πίεση πολύ πέρα από την περιοχή. Ακόμη και χωρίς να καταστραφούν ενεργειακές εγκαταστάσεις, η αβεβαιότητα για την ασφαλή διέλευση πλοίων μπορεί να αυξήσει τα ασφάλιστρα, να καθυστερήσει παραδόσεις και να ενισχύσει τις προσδοκίες για υψηλότερες τιμές.

Η Τεχεράνη χρησιμοποιεί τη γεωγραφική της θέση ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Στις 18 Οκτωβρίου, ο Αραγτσί δήλωσε ότι το ιρανικό σχέδιο για την επαναλειτουργία των Στενών εξακολουθεί να βρίσκεται στο τραπέζι. Σύμφωνα με την πρόταση που παρουσίασε η ιρανική πλευρά, η εκπλήρωση των προϋποθέσεών της θα μπορούσε να οδηγήσει στην επαναλειτουργία της θαλάσσιας οδού την έκτη ημέρα και στην επανέναρξη διαπραγματεύσεων την έβδομη.

Οι προϋποθέσεις που έχουν ανακοινωθεί περιλαμβάνουν τον τερματισμό των εχθροπραξιών, την άρση του ναυτικού αποκλεισμού, την αποδέσμευση κεφαλαίων και την άρση περιορισμών στις εξαγωγές πετρελαίου. Η ιρανική πρόταση συνδέει, επομένως, την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας με την ευρύτερη διευθέτηση της σύγκρουσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η πρόταση έχει γίνει αποδεκτή ή ότι η επαναλειτουργία μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Η ίδια η Τεχεράνη έχει δηλώσει ότι οι απαντήσεις που έλαβε από την Ουάσιγκτον δεν κάλυπταν όλες τις απαιτήσεις της.

Στις 19 και 20 Οκτωβρίου, το κινεζικό πρακτορείο Xinhua μετέδωσε ανακοινώσεις των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων για δεξαμενόπλοια που, σύμφωνα με τους Ιρανούς αξιωματούχους, επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν μη εγκεκριμένες διαδρομές και υπέστησαν εκρήξεις έπειτα από επαφή με ναυτικές νάρκες. Οι ανακοινώσεις αυτές τεκμηριώνουν την επίσημη ιρανική εκδοχή των περιστατικών. Δεν αποτελούν από μόνες τους ανεξάρτητη επιβεβαίωση όλων των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβησαν.

Η εξέλιξη υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι η κρίση έχει περάσει από το επίπεδο των πολιτικών απειλών σε ένα περιβάλλον άμεσου κινδύνου για τη ναυσιπλοΐα. Όσο αυξάνονται οι στρατιωτικοί περιορισμοί και οι ανταγωνιστικές αξιώσεις ελέγχου, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πιθανότητα ενός περιστατικού που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα κλιμάκωση.

Πετρέλαιο, διεθνείς αγορές και το κόστος της σύγκρουσης

Η ενεργειακή διάσταση της κρίσης εξηγεί γιατί οι συνέπειές της δεν περιορίζονται στις σχέσεις ΗΠΑ και Ιράν. Οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές επηρεάζουν τις προσδοκίες των αγορών, την τιμολόγηση των φορτίων και το κόστος ασφάλισης. Η αβεβαιότητα μπορεί να μεταφερθεί στις τιμές των καυσίμων, στις μεταφορές και τελικά στο κόστος παραγωγής και κατανάλωσης.

Οι συνέπειες δεν κατανέμονται ισότιμα. Οι εισαγωγικές οικονομίες που εξαρτώνται από τις θαλάσσιες ενεργειακές διαδρομές αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος, ενώ οι χώρες του Κόλπου κινδυνεύουν να δουν τις εξαγωγές τους να περιορίζονται ή να καθίστανται ακριβότερες. Η ίδια η παγκόσμια αγορά επιβαρύνεται από την αβεβαιότητα, ακόμη και όταν δεν υπάρχει πλήρης διακοπή των ροών.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ενεργειακή διάσταση έχει και εσωτερική πολιτική σημασία. Η αύξηση του κόστους καυσίμων μπορεί να επηρεάσει το κλίμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι αμερικανικές αποφάσεις καθορίζονται αποκλειστικά από τις εκλογικές ανάγκες. Αποτελεί, όμως, έναν παράγοντα που η κυβέρνηση δεν μπορεί να αγνοήσει.

Για το Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν τρόπο να καταστήσει σαφές ότι η στρατιωτική και οικονομική πίεση εναντίον του δεν θα παραμείνει απαραίτητα περιορισμένη στο ιρανικό έδαφος. Η γεωγραφία μετατρέπει μια φαινομενικά διμερή σύγκρουση σε ζήτημα διεθνούς οικονομικής ασφάλειας.

Η χρήση αυτού του πλεονεκτήματος, ωστόσο, συνοδεύεται από κινδύνους. Μια παρατεταμένη διαταραχή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες και για την ίδια την ιρανική οικονομία, ενώ αυξάνει την πιθανότητα στρατιωτικής επέμβασης ή νέων περιορισμών. Το στρατηγικό πλεονέκτημα δεν είναι απεριόριστο ούτε χωρίς κόστος.

Αυτό εξηγεί γιατί η ιρανική πρόταση για σταδιακή επαναλειτουργία των Στενών έχει ιδιαίτερη σημασία. Επιδιώκει να μετατρέψει ένα γεωγραφικό πλεονέκτημα σε διαπραγματευτικό αποτέλεσμα: αποκλιμάκωση, άρση του αποκλεισμού, αποδέσμευση κεφαλαίων και επανέναρξη συνομιλιών.

Η πραγματική σύγκρουση πίσω από τον πυρηνικό και ενεργειακό φάκελο

Ο πυρηνικός φάκελος, οι κυρώσεις και το Ορμούζ συνδέονται σε ένα ενιαίο στρατηγικό πλαίσιο. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει τις ιρανικές δυνατότητες και να διατηρήσει την πίεση μέχρι να εξασφαλίσει όρους που θεωρεί αποδεκτούς. Η Τεχεράνη επιχειρεί να αποτρέψει μια συμφωνία που θα περιόριζε τις δυνατότητές της χωρίς να προσφέρει ουσιαστική οικονομική και στρατηγική ανταπόδοση.

Η σύγκρουση αφορά, επομένως, περισσότερα από το ποσοστό εμπλουτισμού ουρανίου ή την ημερομηνία άρσης μιας κύρωσης. Αφορά τη σχέση ανάμεσα στην κυριαρχία, στην ασφάλεια και στην οικονομική αυτονομία.

Μια βιώσιμη διευθέτηση θα απαιτούσε συγκεκριμένες και αμοιβαίες δεσμεύσεις: σαφείς κανόνες για το πυρηνικό πρόγραμμα, εφαρμόσιμες διαδικασίες επαλήθευσης, αξιόπιστα μέτρα άρσης των κυρώσεων, διευθέτηση του ζητήματος των δεσμευμένων κεφαλαίων και εγγυήσεις για τη ναυσιπλοΐα. Θα απαιτούσε επίσης να αποκλειστεί η επανάληψη στρατιωτικών επιθέσεων εναντίον πυρηνικών εγκαταστάσεων ως μέσο επιβολής πολιτικών απαιτήσεων.

Εάν η διπλωματία περιοριστεί στην απαίτηση μονομερών παραχωρήσεων από την ιρανική πλευρά, η πιθανότητα μιας σταθερής συμφωνίας θα παραμείνει περιορισμένη. Αντίθετα, εάν αναγνωριστεί ότι η περιφερειακή ασφάλεια δεν μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μέσω απειλών και αποκλεισμών, θα υπάρχει περιθώριο για μια πιο ανθεκτική διευθέτηση.

Το Ορμούζ αποκαλύπτει την ουσία του προβλήματος. Η ασφάλεια μιας διεθνούς θαλάσσιας οδού δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ασφάλεια των κρατών που βρίσκονται γύρω της. Και η ενεργειακή σταθερότητα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη όταν μια χώρα αντιμετωπίζει διαρκώς τον κίνδυνο στρατιωτικής επίθεσης και οικονομικού αποκλεισμού.

Η επόμενη φάση της κρίσης θα κριθεί από το εάν οι δύο πλευρές μπορούν να μετατρέψουν τα στρατηγικά τους πλεονεκτήματα σε διαπραγματευτικά εργαλεία ή εάν θα συνεχίσουν να τα χρησιμοποιούν για να επιβάλουν η μία στην άλλη όρους που η άλλη θεωρεί απαράδεκτους. Στη δεύτερη περίπτωση, ο πυρηνικός φάκελος θα παραμείνει ανοιχτός, οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως όπλο και το Ορμούζ θα παραμένει σημείο πιθανής ανάφλεξης με διεθνείς συνέπειες.

 

  1. Το παράθυρο της κλιμάκωσης: Δείκτες προειδοποίησης, τρία σενάρια και οι συνέπειες για την περιοχή

Η 3η Νοεμβρίου δεν είναι ημερομηνία πολέμου, αλλά πολιτικό ορόσημο

Η ημερομηνία των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση της επόμενης φάσης της σύγκρουσης. Η 3η Νοεμβρίου 2026 αποτελεί ένα σαφές πολιτικό ορόσημο, όχι όμως επιβεβαιωμένη ημερομηνία έναρξης νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η διάκριση είναι ουσιώδης. Η προεκλογική περίοδος επηρεάζει τους υπολογισμούς του Λευκού Οίκου, αλλά δεν καθορίζει από μόνη της τις στρατιωτικές αποφάσεις. Μια επιχείρηση εναντίον του Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει αύξηση των τιμών ενέργειας, αντίποινα εναντίον αμερικανικών εγκαταστάσεων, νέες απώλειες και σοβαρές πολιτικές συνέπειες στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Αντίστοιχα, η αναβολή μιας επίθεσης δεν θα σήμαινε κατ’ ανάγκη εγκατάλειψη της στρατηγικής πίεσης.

Στις 8 Οκτωβρίου, σύμφωνα με δημοσίευμα του κινεζικού πρακτορείου Xinhua, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιτεθούν στο Ιράν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Η δήλωση αυτή αποτελεί πολιτική δέσμευση όπως διατυπώθηκε δημόσια, όχι εγγύηση ότι δεν θα υπάρξει επίθεση μετά τις εκλογές ή ότι δεν θα μεταβληθεί η αμερικανική στάση εάν αλλάξουν οι συνθήκες.

Παράλληλα, η Τεχεράνη εξακολουθεί να δηλώνει ότι είναι έτοιμη για διαπραγματεύσεις, εφόσον η Ουάσιγκτον αποδείξει ότι επιδιώκει πραγματική συμφωνία. Στις 22 Οκτωβρίου, ο Αμπάς Αραγτσί επανέλαβε ότι το Ιράν είναι διατεθειμένο να δώσει ακόμη μία ευκαιρία στη διπλωματία, προειδοποιώντας όμως ότι μια νέα αμερικανική στρατιωτική ενέργεια θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική αποτυχία για τις ΗΠΑ.

Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι ούτε αυτή μιας επικείμενης ειρήνης ούτε εκείνη ενός πολέμου που έχει ήδη αποφασιστεί. Είναι μια κατάσταση στην οποία οι δύο πλευρές διατηρούν διπλωματικούς διαύλους, ενώ παράλληλα προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο αποτυχίας τους.

Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη διαπραγματεύσεων και στρατιωτικής προετοιμασίας καθιστά την κρίση επικίνδυνη. Η διπλωματία μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποκλιμάκωσης, αλλά μπορεί επίσης να παραμείνει ενεργή μέχρι την τελευταία στιγμή χωρίς να αποτρέψει μια στρατιωτική απόφαση.

Οι πέντε βασικοί δείκτες που πρέπει να παρακολουθούνται

Για να αξιολογηθεί εάν η κρίση κινείται προς νέα επίθεση ή προς πολιτική διευθέτηση, χρειάζεται να εξετάζονται συγκεκριμένες εξελίξεις και όχι κάθε επιθετική δήλωση που παράγεται καθημερινά από τα πολιτικά επιτελεία.

Πρώτος δείκτης: Η πραγματική κατάσταση των στρατιωτικών δυνάμεων.

Η αύξηση στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή, η μετακίνηση αεροπορικών μέσων, η ενίσχυση της αεράμυνας και οι αλλαγές στην επιχειρησιακή ετοιμότητα μπορούν να αυξήσουν τις διαθέσιμες επιλογές για μια νέα επίθεση. Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι έχει ληφθεί οριστική απόφαση.

Η αξιολόγηση απαιτεί συνδυασμό στοιχείων: όχι μόνο αναφορές για μετακινήσεις στρατιωτικού υλικού, αλλά και ενδείξεις ότι αυτές συνδέονται με συγκεκριμένη επιχειρησιακή προετοιμασία. Η διαφορά ανάμεσα στην αποτροπή και στην προετοιμασία επίθεσης δεν είναι πάντοτε ορατή από μία μεμονωμένη κίνηση.

Δεύτερος δείκτης: Η συμπεριφορά των διπλωματικών διαύλων.

Εάν το Πακιστάν, το Κατάρ και το Ομάν συνεχίσουν να μεταφέρουν συγκεκριμένες προτάσεις, ενώ οι δύο πλευρές διατηρούν επαφή για τις προϋποθέσεις μιας συμφωνίας, θα υπάρχει ακόμη περιθώριο αποκλιμάκωσης.

Αντίθετα, η διακοπή των επαφών, η απόρριψη κάθε ενδιάμεσης πρότασης και η αντικατάσταση των διαπραγματευτικών μηνυμάτων από τελεσίγραφα θα αποτελούσαν σοβαρότερη ένδειξη επιδείνωσης.

Σημασία έχει επίσης το περιεχόμενο των συνομιλιών. Η απλή επιβεβαίωση ότι «οι επαφές συνεχίζονται» δεν αποδεικνύει πρόοδο. Χρειάζονται συγκεκριμένα αποτελέσματα, όπως συμφωνημένες διαδικασίες για τη ναυσιπλοΐα, δεσμεύσεις σχετικά με τις στρατιωτικές ενέργειες ή σαφής πρόοδος στο ζήτημα των κυρώσεων.

Τρίτος δείκτης: Οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ.

Η κατάσταση στη σημαντικότερη ενεργειακή θαλάσσια οδό της περιοχής αποτελεί άμεσο δείκτη της έντασης. Νέα περιστατικά με δεξαμενόπλοια, περαιτέρω περιορισμοί στη διέλευση, ενίσχυση των στρατιωτικών περιπολιών και αντίμετρα από τις εμπλεκόμενες πλευρές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έναν κύκλο αμοιβαίας κλιμάκωσης.

Αντίθετα, η εφαρμογή συμφωνημένων διαδρομών ασφαλούς διέλευσης και η μείωση των περιστατικών θα μπορούσαν να αποτελέσουν τα πρώτα πρακτικά βήματα αποκλιμάκωσης.

Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή: οι ανακοινώσεις των εμπλεκόμενων στρατιωτικών δυνάμεων πρέπει να διασταυρώνονται όπου είναι δυνατόν. Σε συνθήκες πολέμου, κάθε πλευρά έχει κίνητρο να παρουσιάσει τις ενέργειές της ως αμυντικές και τις ενέργειες του αντιπάλου ως επιθετικές.

Τέταρτος δείκτης: Η στάση του Ισραήλ και η πολιτική συγκυρία.

Η ισραηλινή εκλογική διαδικασία και η εσωτερική πολιτική θέση του Μπενιαμίν Νετανιάχου επηρεάζουν το περιβάλλον λήψης αποφάσεων. Δεν αρκούν, όμως, για να αποδείξουν ότι μια συγκεκριμένη στρατιωτική ενέργεια θα πραγματοποιηθεί για εκλογικούς λόγους.

Πιο ουσιαστικά στοιχεία θα ήταν η ανακοίνωση συγκεκριμένων επιχειρησιακών μέτρων, η μεταβολή της επίσημης στρατηγικής, η σύγκλιση αμερικανικών και ισραηλινών θέσεων γύρω από συγκεκριμένους στόχους ή η κατάρρευση των διπλωματικών προσπαθειών.

Πέμπτος δείκτης: Η οικονομική και ενεργειακή πίεση.

Οι μεταβολές στις εξαγωγές πετρελαίου, στη ναυτιλιακή ασφάλιση, στις τιμές ενέργειας και στους οικονομικούς περιορισμούς μπορούν να αποκαλύψουν εάν η αντιπαράθεση οδηγείται προς νέα οικονομική κλιμάκωση ή προς συμφωνία.

Η επιβολή νέων κυρώσεων ενώ συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσε να ενισχύσει την ιρανική εκτίμηση ότι η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τη διπλωματία ως μέσο πίεσης. Αντίστοιχα, συγκεκριμένες αποφάσεις για την αποδέσμευση κεφαλαίων ή τη σταδιακή άρση περιορισμών θα αποτελούσαν πιο απτά σημάδια συμβιβασμού από οποιαδήποτε γενική δήλωση περί ειρήνης.

Κανένας από αυτούς τους δείκτες δεν αρκεί μόνος του. Η πραγματική εικόνα θα προκύψει από τη συνδυασμένη αξιολόγησή τους.

Πρόσθετοι δείκτες που μπορούν να αλλάξουν την εκτίμηση

Οι γενικοί δείκτες πρέπει να συμπληρώνονται από συγκεκριμένες εξελίξεις που μπορούν να ελεγχθούν. Η αξία τους δεν βρίσκεται στο ότι προβλέπουν με βεβαιότητα τον πόλεμο, αλλά στο ότι επιτρέπουν να αναθεωρείται η εκτίμηση όταν προκύπτουν νέα στοιχεία.

  1. Επίσημες οδηγίες πολιτικής προστασίας ή προειδοποίηση επικείμενης επίθεσης. Μια συγκεκριμένη δημόσια οδηγία προς τον πληθυσμό ή μια επίσημη προειδοποίηση των ιρανικών αρχών θα είχε μεγαλύτερη σημασία από μια γενική δήλωση περί στρατιωτικής ετοιμότητας. Δεν πρέπει να θεωρείται ότι έχει εκδοθεί τέτοια οδηγία χωρίς επιβεβαιωμένη ανακοίνωση.
  2. Μεταβολές στις επαφές Πακιστάν, Σαουδικής Αραβίας και Ιράν. Η επιβεβαίωση νέων συναντήσεων, η μεταφορά επίσημων μηνυμάτων ή η ανακοίνωση συγκεκριμένων δεσμεύσεων θα μπορούσαν να δείξουν εάν οι διαμεσολαβητές προετοιμάζουν αποκλιμάκωση ή εάν οι επαφές έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Οι προγραμματισμένες συναντήσεις δεν πρέπει να συγχέονται με συναντήσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.
  3. Η λειτουργία των χερσαίων εμπορικών διαδρόμων. Η επαναλειτουργία των συνοριακών διελεύσεων και η επανέναρξη της μεταφοράς εμπορευμάτων θα αποτελούσαν ένδειξη περιορισμένης οικονομικής αποσυμπίεσης. Αντίθετα, παρατεταμένες αναστολές και αυξανόμενες καθυστερήσεις θα έδειχναν ενίσχυση της πίεσης. Η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται σε επιβεβαιωμένη κατάσταση των διελεύσεων και όχι σε παλαιότερες ανακοινώσεις.
  4. Συγκεκριμένες εξελίξεις στις πυρηνικές επιθεωρήσεις. Η ανακοίνωση συμφωνημένης επίσκεψης του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας σε εγκαταστάσεις που βρίσκονται στο επίκεντρο της διαφωνίας θα αποτελούσε σημαντικό διπλωματικό στοιχείο. Μέχρι να υπάρξει επίσημη ανακοίνωση, δεν πρέπει να θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί τέτοια επίσκεψη.
  5. Επιβεβαίωση πρότασης για τους τόκους των παγωμένων κεφαλαίων. Μια επίσημη επιβεβαίωση της πρότασης, μαζί με σαφείς όρους εφαρμογής, θα αποτελούσε πιο ουσιαστική ένδειξη διαπραγματευτικής προόδου από μια γενική δήλωση περί προθυμίας για διάλογο. Το ποσό και οι όροι πρέπει να αναφέρονται μόνο εφόσον τεκμηριωθούν.
  6. Αποσαφήνιση των αμερικανικών προτάσεων και της ιρανικής απάντησης. Η επιβεβαίωση του περιεχομένου των προτάσεων και της αλληλουχίας των απαντήσεων θα επέτρεπε να διαπιστωθεί εάν υπάρχει πραγματικό διαπραγματευτικό αδιέξοδο ή εάν παραμένει ενεργή μια εναλλακτική οδός μέσω των διαμεσολαβητών.
  7. Ανεξάρτητη τεκμηρίωση ρωσικών μεταγωγικών πτήσεων. Η ύπαρξη επαληθεύσιμων στοιχείων για συγκεκριμένες πτήσεις και το φορτίο τους θα μπορούσε να αλλάξει την εκτίμηση για τη στρατιωτικοτεχνική συνεργασία. Ο αριθμός των πτήσεων χωρίς στοιχεία για το φορτίο δεν αποδεικνύει στρατιωτική παράδοση.
  8. Νέα δεδομένα για τη ναυσιπλοΐα και τις επαφές με τρίτες χώρες. Επιβεβαιωμένες συμφωνίες για τη ναυσιπλοΐα ή επίσημες επαφές μεταξύ Ιράν και κρατών όπως η Ιαπωνία ή τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θα μπορούσαν να υποδηλώνουν προσπάθεια περιορισμού των οικονομικών επιπτώσεων της κρίσης. Δεν πρέπει, ωστόσο, να υποτεθεί ότι υπάρχει νέα συμφωνία ή συγκεκριμένη διπλωματική πρωτοβουλία χωρίς επίσημα στοιχεία.
  9. Νέα απομάκρυνση προσωπικού από το Μπουσέρ. Μια επιβεβαιωμένη νέα απομάκρυνση προσωπικού της Rosatom θα αποτελούσε ένδειξη αυξημένης ανησυχίας για την ασφάλεια της εγκατάστασης. Πρέπει να διαχωρίζεται από προηγούμενες απομακρύνσεις και να αξιολογείται μαζί με άλλες ενδείξεις.

Κανένας από αυτούς τους δείκτες δεν αποτελεί από μόνος του απόδειξη ότι επίκειται επίθεση. Η σημασία τους αυξάνεται όταν αρκετοί εμφανίζονται ταυτόχρονα και επιβεβαιώνονται από ανεξάρτητα στοιχεία.

 

Σενάριο πρώτο: Περιορισμένη αποκλιμάκωση και επιστροφή στις διαπραγματεύσεις

Το πρώτο σενάριο προβλέπει ότι οι δύο πλευρές θα αποφύγουν μια νέα γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση και θα επιχειρήσουν να διατηρήσουν τη διαπραγματευτική διαδικασία.

Σε αυτή την περίπτωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επιδιώξουν μια συμφωνία που θα περιορίζει τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν και θα αποκαθιστά τη ναυσιπλοΐα, ενώ η Τεχεράνη θα απαιτούσε την άρση του αποκλεισμού, την αποδέσμευση κεφαλαίων και αξιόπιστες εγγυήσεις κατά νέων επιθέσεων.

Η διαφορά των θέσεων θα παρέμενε σημαντική. Θα μπορούσε, ωστόσο, να αντιμετωπιστεί με μια σταδιακή συμφωνία, στην οποία κάθε πλευρά θα προχωρούσε σε συγκεκριμένα μέτρα μόνο εφόσον η άλλη εκπλήρωνε τις αντίστοιχες υποχρεώσεις της.

Το βασικό εμπόδιο είναι η βαθιά δυσπιστία. Η ιρανική ηγεσία έχει υποστηρίξει ότι προηγούμενοι γύροι συνομιλιών ακολουθήθηκαν από στρατιωτικές επιθέσεις. Επομένως, μια νέα διαδικασία θα απαιτούσε περισσότερα από πολιτικές διαβεβαιώσεις. Θα χρειαζόταν μηχανισμούς επαλήθευσης, σαφή χρονοδιαγράμματα και διαδικασίες αντιμετώπισης παραβιάσεων.

Η αποκλιμάκωση δεν θα σήμαινε ότι οι στρατηγικές αντιθέσεις εξαφανίζονται. Θα σήμαινε ότι οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν πως το κόστος της συνέχισης της σύγκρουσης υπερβαίνει, τουλάχιστον προσωρινά, τα οφέλη της στρατιωτικής πίεσης.

Εκτίμηση: Το σενάριο παραμένει δυνατό όσο διατηρούνται ενεργοί οι δίαυλοι επικοινωνίας. Δεν υπάρχουν, όμως, επαρκή στοιχεία για να θεωρηθεί δεδομένη μια ολοκληρωμένη συμφωνία.

Ενδιάμεσο σενάριο: Περιορισμένη συμφωνία οικοδόμησης εμπιστοσύνης

Μεταξύ της πλήρους αποκλιμάκωσης και μιας νέας στρατιωτικής επίθεσης υπάρχει ένα ενδιάμεσο ενδεχόμενο: η επίτευξη περιορισμένης συμφωνίας που δεν λύνει όλες τις διαφορές, αλλά μειώνει τον άμεσο κίνδυνο σύγκρουσης.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιλαμβάνει συγκεκριμένη ρύθμιση για τους τόκους των παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων, συμφωνία για ένα πρώτο στάδιο πυρηνικών επαφών ή ένα περιορισμένο πλαίσιο για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Δεν προϋποθέτει ότι θα επιτευχθεί αμέσως συνολική συμφωνία για τις κυρώσεις, τον εμπλουτισμό ή τις περιφερειακές συγκρούσεις.

Το κρίσιμο στοιχείο θα ήταν η εφαρμογή και όχι απλώς η ανακοίνωση της πρότασης. Μια συμφωνία οικοδόμησης εμπιστοσύνης θα αποκτούσε πραγματική σημασία εάν συνοδευόταν από σαφή χρονοδιαγράμματα, επαληθεύσιμες υποχρεώσεις και συγκεκριμένα ανταλλάγματα για τις δύο πλευρές.

Το σενάριο αυτό θα μπορούσε να προσφέρει χρόνο για ευρύτερες διαπραγματεύσεις. Δεν θα εξάλειφε τις στρατηγικές αντιθέσεις ούτε θα εγγυόταν ότι δεν θα υπάρξει νέα κλιμάκωση. Θα αποτελούσε, όμως, ένδειξη ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας μπορούν να παράγουν πρακτικά αποτελέσματα ακόμη και σε περιβάλλον βαθιάς δυσπιστίας.

Σενάριο δεύτερο: Περιορισμένη στρατιωτική επίθεση και ελεγχόμενα αντίποινα

Το δεύτερο σενάριο αφορά μια νέα, περιορισμένη αμερικανική ή αμερικανοϊσραηλινή επίθεση, η οποία θα παρουσιαζόταν ως προσπάθεια εξουδετέρωσης συγκεκριμένων στρατιωτικών ή πυρηνικών δυνατοτήτων.

Μια τέτοια επιχείρηση θα μπορούσε να σχεδιαστεί με την υπόθεση ότι η Τεχεράνη θα απαντούσε με περιορισμένο τρόπο και ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να τερματιστεί πριν εξελιχθεί σε γενικευμένο πόλεμο.

Αυτή η υπόθεση, όμως, θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη. Το Ιράν έχει προειδοποιήσει ότι μια νέα επίθεση θα αντιμετωπιστεί με αντίποινα και ότι δεν προτίθεται να επιστρέψει σε μια κατάσταση όπου οι αντίπαλοί του θα μπορούν να επιτίθενται χωρίς να υφίστανται κόστος.

Η ιρανική απάντηση θα μπορούσε να περιλαμβάνει στρατιωτικούς στόχους, επιθέσεις εναντίον εγκαταστάσεων που συνδέονται με τις αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή ή ενέργειες που θα επηρέαζαν τη ναυσιπλοΐα και τις ενεργειακές υποδομές. Η ακριβής μορφή μιας τέτοιας απάντησης δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα.

Ο κίνδυνος βρίσκεται στην αλληλουχία των αντιδράσεων. Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να θεωρήσει τα ιρανικά αντίποινα απόδειξη ότι απαιτούνται νέες επιθέσεις. Η Τεχεράνη, αντίστοιχα, θα μπορούσε να εκλάβει μια δεύτερη αμερικανική ενέργεια ως ένδειξη ότι η αρχική απάντηση δεν ήταν αρκετά αποτρεπτική.

Έτσι, μια επιχείρηση που αρχικά θα σχεδιαζόταν ως περιορισμένη θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ευρύτερη σύγκρουση. Η στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται ότι ο αντίπαλος θα αποδεχθεί τους όρους τερματισμού των επιχειρήσεων.

Εκτίμηση: Το σενάριο αυτό δεν απαιτεί την απόφαση για ολοκληρωτικό πόλεμο. Αρκεί μια περιορισμένη επίθεση και η αποτυχία ελέγχου των αντιποίνων για να δημιουργηθεί ευρύτερη κρίση.

Σενάριο τρίτο: Περιφερειακή κλιμάκωση και παρατεταμένη σύγκρουση

Το τρίτο σενάριο είναι το πιο επικίνδυνο. Προϋποθέτει ότι μια νέα στρατιωτική ενέργεια θα προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, με εμπλοκή περισσότερων κρατών και σοβαρές επιπτώσεις στις ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές.

Η σύγκρουση θα μπορούσε να επεκταθεί από το Ιράν και το Ισραήλ σε αμερικανικές εγκαταστάσεις στον Κόλπο, στη Σαουδική Αραβία, στην Υεμένη και σε άλλα σημεία της περιοχής. Οι επιθέσεις των Χούθι και οι σαουδαραβικές στρατιωτικές επιχειρήσεις δημιουργούν ήδη ένα περιβάλλον στο οποίο διαφορετικά μέτωπα μπορούν να επηρεάσουν το ένα το άλλο.

Η κλιμάκωση στην Υεμένη θα μπορούσε να αποτελέσει ξεχωριστή διαδρομή προς μια ευρύτερη σύγκρουση. Μια αμερικανική επιχείρηση κατά των Χούθι, μια σοβαρή επίθεση σε σαουδαραβική ενεργειακή εγκατάσταση ή ένα περιστατικό με απώλειες Αμερικανών στρατιωτικών θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πίεση για νέα στρατιωτική δράση.

Η εξέλιξη αυτή δεν θα σήμαινε αυτομάτως ότι έχει αρχίσει άμεσος πόλεμος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Θα αύξανε, όμως, την πιθανότητα αλληλεπίδρασης διαφορετικών μετώπων. Η Τεχεράνη θα έπρεπε να αξιολογήσει εάν οι κινήσεις κατά των Χούθι αποτελούν περιορισμένη επιχείρηση ή μέρος ευρύτερης στρατηγικής πίεσης, ενώ η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να υπολογίσει τον κίνδυνο ιρανικής αντίδρασης.

Η συγκεκριμένη διαδρομή κλιμάκωσης έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή μπορεί να ξεκινήσει από ένα περιφερειακό περιστατικό και να επεκταθεί μέσω διαδοχικών αντιποίνων. Η αποφυγή γενίκευσης απαιτεί επομένως να εξετάζονται οι εξελίξεις στην Υεμένη ανεξάρτητα από το εάν υπάρχουν ταυτόχρονα ενδείξεις άμεσης επίθεσης κατά του Ιράν.

Η μεγαλύτερη απειλή θα ήταν η ταυτόχρονη κλιμάκωση σε πολλά πεδία: πυραυλικές επιθέσεις, επιχειρήσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα, πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές και νέες οικονομικές κυρώσεις.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η διάκριση μεταξύ στρατιωτικών και οικονομικών συνεπειών θα γινόταν ολοένα δυσκολότερη. Η διακοπή ή η σημαντική μείωση της ενεργειακής κυκλοφορίας από τα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να επηρεάσει τις διεθνείς αγορές, ενώ η αύξηση των τιμών θα επιβάρυνε τόσο τις εισαγωγικές οικονομίες όσο και τις κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν ήδη εσωτερικές πολιτικές πιέσεις.

Η Ρωσία και η Κίνα θα είχαν ισχυρά κίνητρα να υποστηρίξουν την αποκλιμάκωση, αλλά δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι θα μπορούσαν ή θα επέλεγαν να παρέμβουν στρατιωτικά υπέρ του Ιράν. Η διπλωματική υποστήριξη, η οικονομική συνεργασία και η στρατιωτική εμπλοκή είναι διαφορετικές μορφές δράσης και δεν πρέπει να συγχέονται.

Το ίδιο ισχύει για τις χώρες του Κόλπου. Ακόμη και εκείνες που συνεργάζονται στρατιωτικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συμφέρον να αποτρέψουν έναν πόλεμο που θα έθετε σε κίνδυνο τις οικονομίες και τις υποδομές τους. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θα ακολουθούσαν όλες την ίδια πολιτική σε περίπτωση γενικευμένης σύγκρουσης.

Εκτίμηση: Πρόκειται για σενάριο υψηλού κόστους και μεγάλης αβεβαιότητας. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αναπόφευκτο, αλλά ούτε να υποτιμάται η πιθανότητα μιας αλυσιδωτής κλιμάκωσης μετά από μια λανθασμένη στρατιωτική εκτίμηση.

Οι συνέπειες για την Ελλάδα και την ευρύτερη Μεσόγειο

Για την Ελλάδα, η κρίση δεν αποτελεί ένα μακρινό γεωπολιτικό επεισόδιο. Η χώρα επηρεάζεται από τις ενεργειακές τιμές, τη ναυτιλία, το κόστος μεταφορών και τη σταθερότητα των εμπορικών διαδρομών. Μια παρατεταμένη κρίση στον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος καυσίμων και ασφάλισης, να επηρεάσει τις μεταφορές και να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις.

Η ελληνική ναυτιλία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την εξέλιξη της κατάστασης, καθώς η ασφάλεια των πλοίων και των πληρωμάτων εξαρτάται από τη δυνατότητα ασφαλούς διέλευσης και από την αξιοπιστία των διεθνών μηχανισμών ναυσιπλοΐας. Περιορισμοί, στρατιωτικά περιστατικά και αυξημένα ασφάλιστρα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σημαντικές επιχειρησιακές δυσκολίες.

Υπάρχει επίσης η διάσταση της εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, βρίσκεται μέσα σε ένα πλαίσιο συμμαχιών που επηρεάζει τις επιλογές της. Ταυτόχρονα, έχει συμφέρον να αποφευχθεί μια περιφερειακή σύγκρουση που θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει την Ανατολική Μεσόγειο και να επιβαρύνει την ευρωπαϊκή οικονομία.

Η ουσιαστική πρόκληση είναι να μη συγχέεται η συμμετοχή σε συμμαχίες με την αυτόματη αποδοχή κάθε στρατιωτικής επιλογής των ισχυρότερων μελών τους. Η αξιολόγηση των κινδύνων, η προστασία της ναυσιπλοΐας και η υποστήριξη μιας πολιτικής λύσης εξυπηρετούν άμεσα τα ελληνικά συμφέροντα.

Για την Ευρώπη συνολικά, η κρίση αναδεικνύει το κόστος της εξάρτησης από ενεργειακές διαδρομές που μπορούν να μετατραπούν σε πεδία στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Παράλληλα, αποκαλύπτει τα όρια μιας πολιτικής που βασίζεται στην οικονομική πίεση χωρίς να συνοδεύεται από αξιόπιστη διαδικασία επίλυσης των συγκρούσεων.

Συμπέρασμα: Η αποτροπή δεν είναι ειρήνη και η διπλωματία δεν είναι παράδοση

Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση, αλλά η ένταση δεν αρκεί για να αποδείξει ότι έχει ήδη αποφασιστεί ένας νέος πόλεμος. Οι αμερικανικές εκλογές, η ισραηλινή πολιτική συγκυρία, οι στρατιωτικές προετοιμασίες και η κρίση στο Ορμούζ δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου. Παράλληλα, οι διπλωματικοί δίαυλοι παραμένουν ενεργοί και η Τεχεράνη εξακολουθεί να δηλώνει ότι είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Το βασικό ερώτημα είναι εάν η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει μια συμφωνία που θα αναγνωρίζει αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις ή εάν θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί τις κυρώσεις και τη στρατιωτική απειλή για να επιβάλει μονομερείς όρους. Αντίστοιχα, το Ιράν θα πρέπει να σταθμίσει πώς μπορεί να διατηρήσει την αποτρεπτική του ικανότητα και τα κυριαρχικά του δικαιώματα χωρίς να οδηγηθεί σε μια σύγκρουση με τεράστιο οικονομικό και ανθρώπινο κόστος.

Η ευρύτερη περιφερειακή διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Η ασφάλεια του Κόλπου δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τις αποφάσεις μιας εξωτερικής δύναμης, ούτε μπορεί να οικοδομηθεί με την αντιμετώπιση της κυριαρχίας ενός κράτους ως διαπραγματευτικού εμποδίου. Μια σταθερότερη περιφερειακή τάξη θα απαιτούσε συμμετοχή των χωρών της περιοχής, μηχανισμούς αμοιβαίας ασφάλειας και κανόνες που θα εφαρμόζονται χωρίς επιλεκτικές εξαιρέσεις.

Η πολυπολικότητα δεν εγγυάται αυτομάτως ειρήνη. Μπορεί, όμως, να περιορίσει τη δυνατότητα μιας μόνο δύναμης να καθορίζει μονομερώς τους όρους ασφαλείας για ολόκληρες περιοχές. Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται στο εάν οι περιφερειακοί και διεθνείς παράγοντες θα αξιοποιήσουν αυτή τη δυνατότητα για μια βιώσιμη συμφωνία ή θα συνεχίσουν να ανταγωνίζονται μέχρι το κόστος να γίνει ανεξέλεγκτο.

Η 3η Νοεμβρίου δεν αποτελεί μαγική ημερομηνία που θα αποκαλύψει αναγκαστικά την επόμενη κίνηση. Είναι ένας πολιτικός σταθμός μέσα σε μια κρίση που θα κριθεί από τις πραγματικές αποφάσεις, τις στρατιωτικές κινήσεις και την αξιοπιστία των διαπραγματεύσεων.

Το παράθυρο της αποκλιμάκωσης παραμένει ανοιχτό, αλλά δεν είναι ανεξάντλητο. Και όσο η στρατιωτική απειλή χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της πολιτικής λύσης, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος μια κρίση που θα μπορούσε να περιοριστεί να μετατραπεί σε περιφερειακό πόλεμο με παγκόσμιες συνέπειες.

 

Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας