Η Ρωσική Πίεση και η Φθορά της Ευρωατλαντικής Στρατηγικής.

Από την Ντομπροπίλια και το Κουπιάνσκ έως τη Ζαπορίζια, οι ρωσικές
επιχειρησιακές κινήσεις δοκιμάζουν την ουκρανική άμυνα και αναδεικνύουν τα όρια
της δυτικής στρατηγικής.

Ένας πόλεμος φθοράς πέρα από τις γραμμές του χάρτη
Η εβδομάδα της 12ης έως τις 18 Οκτωβρίου 2026 ανέδειξε για ακόμη μία φορά ότι η
σύγκρουση στην Ουκρανία δεν κρίνεται αποκλειστικά από την κατάληψη εδαφών, αλλά
από τη δυνατότητα κάθε πλευράς να μετατρέπει τις στρατιωτικές της κινήσεις σε διαρκές
επιχειρησιακό και πολιτικό πλεονέκτημα. Η ρωσική πίεση σε τμήματα του Ντονμπάς,
γύρω από το Κουπιάνσκ και σε επιλεγμένους άξονες της Ζαπορίζια διαμορφώνει ένα
σύνθετο πεδίο αντιπαράθεσης, στο οποίο η διατήρηση των θέσεων, οι γραμμές
ανεφοδιασμού και η ανακατανομή των εφεδρειών έχουν εξίσου μεγάλη σημασία με την
ίδια την προέλαση.
Η Μόσχα επιδιώκει να διευρύνει την επιχειρησιακή πίεση και να περιορίσει τις επιλογές
της ουκρανικής διοίκησης. Ωστόσο, οι συνεχιζόμενες ουκρανικές αντεπιθέσεις και οι

αμφισβητούμενες ζώνες ελέγχου υπενθυμίζουν ότι τα τοπικά κέρδη δεν συνιστούν
αυτομάτως στρατηγική ανατροπή.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι βαθύτερο: μπορούν οι ρωσικές επιχειρησιακές επιτυχίες να
μεταβάλουν σταδιακά τους όρους της σύγκρουσης, την ώρα που η ευρωατλαντική
στρατηγική καλείται να διατηρήσει τη συνοχή και τη βιωσιμότητά της; Για να
απαντήσουμε, πρέπει να εξετάσουμε όχι μόνο πού μετακινείται η γραμμή του μετώπου,
αλλά και ποιος αποκτά μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και ποιος αναγκάζεται να
λειτουργεί υπό ολοένα δυσμενέστερους περιορισμούς.

1. Ντομπροπίλια: Η μάχη για την επιχειρησιακή συνοχή του
Ντονμπάς

Το Ντομπροπίλια και οι γύρω οικισμοί βρέθηκαν στο επίκεντρο των εξελίξεων της
εβδομάδας, καθώς οι ρωσικές δυνάμεις επιχείρησαν να διευρύνουν την παρουσία τους και
να ενισχύσουν την πίεση στην ουκρανική αμυντική διάταξη. Οι αναφορές για τη
Σεργκέγιεφκα, το Περβομάισκογε και τις συγκρούσεις προς το Μπελοζέρσκογε συνθέτουν
μια εικόνα σταδιακής επέκτασης των επιχειρήσεων, χωρίς όμως να επιτρέπουν την
εξαγωγή του συμπεράσματος ότι ολόκληρη η περιοχή έχει περάσει σε σταθερό ρωσικό
έλεγχο.

Η σημασία του συγκεκριμένου τομέα δεν περιορίζεται στην κατοχή μεμονωμένων
οικισμών. Το Ντομπροπίλια εντάσσεται σε μια ευρύτερη αμυντική και συγκοινωνιακή
ζώνη του Ντονμπάς, όπου η δυνατότητα διατήρησης των θέσεων, η ασφαλής μετακίνηση
δυνάμεων και η υποστήριξη των προωθημένων μονάδων μπορούν να επηρεάσουν την
εξέλιξη των επιχειρήσεων σε γειτονικούς άξονες. Μια τοπική προώθηση αποκτά
πραγματική αξία όταν επιτρέπει την άσκηση διαρκούς πίεσης και αναγκάζει τον αντίπαλο
να αναπροσαρμόσει τη διάταξή του.
Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας καταγράφηκαν αναφορές για ρωσική παρουσία στα
νοτιοανατολικά περίχωρα του Ντομπροπίλια, ενώ παράλληλα συνεχίζονταν οι
συγκρούσεις σε άλλα τμήματα της πόλης. Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία: η
διείσδυση σε μια αστική περιοχή δεν ισοδυναμεί με πλήρη κατάληψή της. Απαιτούνται
έλεγχος των προσβάσεων, εξασφάλιση των πλευρών και δυνατότητα ανεφοδιασμού, ώστε
οι προωθημένες δυνάμεις να μην παραμένουν εκτεθειμένες σε αντεπιθέσεις.
Παράλληλα, οι ανακοινώσεις για τη Σεργκέγιεφκα και το Περβομάισκογε υποδεικνύουν
προσπάθεια διεύρυνσης της ρωσικής πίεσης πέρα από ένα μεμονωμένο σημείο. Εάν οι
θέσεις αυτές σταθεροποιηθούν, μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ευνοϊκότερων
προϋποθέσεων για τις επόμενες επιχειρήσεις. Εάν, αντίθετα, παραμείνουν απομονωμένες ή
εκτεθειμένες, η σημασία τους θα είναι πολύ πιο περιορισμένη.
Η ουκρανική άμυνα, από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παθητικό
σύστημα που απλώς υποχωρεί. Η διατήρηση εστιών αντίστασης, οι τοπικές αντενέργειες
και η προσπάθεια περιορισμού της ρωσικής ελευθερίας κινήσεων εξακολουθούν να
αποτελούν κρίσιμους παράγοντες. Η έκβαση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν η
ουκρανική διοίκηση θα μπορέσει να διατηρήσει επαρκείς εφεδρείες και να αποτρέψει τη
μετατροπή των τοπικών ρωσικών κερδών σε ευρύτερη επιχειρησιακή επιτυχία.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της ρωσικής προσπάθειας: όχι απλώς η προσθήκη νέων
σημείων στον χάρτη, αλλά η σταδιακή μεταβολή των συνθηκών υπό τις οποίες διεξάγεται
η άμυνα του αντιπάλου. Εάν η πίεση στο Ντομπροπίλια αναγκάσει την ουκρανική πλευρά
να διαθέσει πρόσθετες δυνάμεις για την προστασία της περιοχής, τότε οι συνέπειες μπορεί
να επεκταθούν πέρα από τα άμεσα όρια των συγκρούσεων.
Ωστόσο, η στρατηγική σημασία μιας τέτοιας εξέλιξης δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη.
Θα πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τη σταθερότητα των νέων θέσεων, τη δυνατότητα
ανεφοδιασμού και την πραγματική επίδραση στις ουκρανικές γραμμές επικοινωνίας.
Το Ντομπροπίλια αποτελεί, συνεπώς, έναν από τους σημαντικότερους τομείς
παρακολούθησης της εβδομάδας. Η ρωσική πίεση είναι ουσιαστική, αλλά το κρίσιμο
ερώτημα παραμένει ανοιχτό: θα μπορέσει να μετατραπεί σε διατηρήσιμο επιχειρησιακό
πλεονέκτημα ή θα παραμείνει μια σειρά τοπικών κερδών μέσα σε ένα μέτωπο που
εξακολουθεί να αντιστέκεται;

2. Κουπιάνσκ: Η μάχη για τις γραμμές επικοινωνίας και το
επιχειρησιακό βάθος
Στον βορειοανατολικό τομέα του μετώπου, το Κουπιάνσκ εξακολουθεί να αποτελεί έναν
από τους σημαντικότερους κόμβους της ρωσοουκρανικής αντιπαράθεσης. Η

δραστηριότητα γύρω από την Κοντρασόφκα, τη Ραντκόφκα και τις γειτονικές περιοχές
αναδεικνύει τη σημασία που έχει για τη ρωσική πλευρά η διεύρυνση της πίεσης σε ένα
πεδίο όπου οι συγκοινωνιακές υποδομές και η γεωγραφία επηρεάζουν άμεσα τη
δυνατότητα διεξαγωγής επιχειρήσεων.
Η σημασία του Κουπιάνσκ υπερβαίνει τα διοικητικά όρια της ίδιας της πόλης. Το οδικό
και σιδηροδρομικό δίκτυο της ευρύτερης περιοχής συνδέεται με τη μεταφορά
προσωπικού, πυρομαχικών και άλλων αναγκαίων εφοδίων. Παράλληλα, ο ποταμός Οσκίλ
και οι διαβάσεις του αποτελούν κρίσιμο γεωγραφικό παράγοντα, καθώς περιορίζουν τις
δυνατότητες κίνησης και επηρεάζουν την οργάνωση της άμυνας. Όποια πλευρά
κατορθώσει να βελτιώσει τη θέση της απέναντι σε αυτές τις υποδομές αποκτά δυνητικά
μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων και περισσότερες επιλογές για τις επόμενες επιχειρήσεις.
Κατά την εβδομάδα που εξετάζουμε, αναφέρθηκαν ρωσικές κινήσεις κοντά στην
Κοντρασόφκα και τη Ραντκόφκα, ενώ η ρωσική πλευρά ανακοίνωσε επίσης την κατάληψη
των Παλαμαρέφκα και Κοβαλιόφκα. Οι εξελίξεις αυτές εντάσσονται στην προσπάθεια
διεύρυνσης της ρωσικής επιχειρησιακής παρουσίας στην περιοχή. Δεν αρκούν, ωστόσο,
για να τεκμηριώσουν ότι έχει εξασφαλιστεί ο πλήρης έλεγχος του Κουπιάνσκ ή ότι έχει
αλλάξει συνολικά η ισορροπία δυνάμεων στον άξονα.
Η διάκριση αυτή είναι ουσιαστική. Η παρουσία μικρών ομάδων σε μια αστική περιοχή, η
κατάληψη συγκεκριμένων θέσεων και ο σταθερός έλεγχος μιας πόλης αποτελούν
διαφορετικά στάδια μιας στρατιωτικής επιχείρησης. Για να μετατραπεί μια τοπική
διείσδυση σε διατηρήσιμο κέρδος, απαιτούνται δυνατότητα ανεφοδιασμού, προστασία των
πλευρών, συντονισμός μεταξύ των μονάδων και επαρκής υποστήριξη απέναντι στις
αντεπιθέσεις. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, ακόμη και μια εντυπωσιακή αρχική
προώθηση μπορεί να παραμείνει περιορισμένης επιχειρησιακής αξίας.
Για τη ρωσική πλευρά, επομένως, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η διείσδυση σε νέες
θέσεις, αλλά η δημιουργία συνθηκών που θα δυσκολεύουν την ουκρανική διοίκηση να
χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τις διαθέσιμες εφεδρείες και τις γραμμές ανεφοδιασμού της.
Εάν η πίεση διατηρηθεί, το Κίεβο ενδέχεται να χρειαστεί να διαθέσει πρόσθετες δυνάμεις
για την προστασία του τομέα, περιορίζοντας ενδεχομένως την ευχέρειά του σε άλλες
περιοχές. Πρόκειται για πιθανή επιχειρησιακή συνέπεια, όχι για αποτέλεσμα που μπορεί
να θεωρηθεί ήδη αποδεδειγμένο.
Από την άλλη πλευρά, η ουκρανική άμυνα εξακολουθεί να διαθέτει δυνατότητες
αντίστασης και τοπικής αντίδρασης. Η διατήρηση θέσεων, η αξιοποίηση των φυσικών
εμποδίων και η προσβολή των προωθημένων δυνάμεων μπορούν να περιορίσουν την
αποτελεσματικότητα της ρωσικής προσπάθειας. Η έκβαση δεν θα κριθεί μόνο από το
ποιος εισέρχεται σε έναν οικισμό, αλλά από το ποιος μπορεί να παραμείνει εκεί, να
υποστηρίξει τις δυνάμεις του και να διατηρήσει την επιχειρησιακή πρωτοβουλία.
Το Κουπιάνσκ αναδεικνύει, συνεπώς, μια ευρύτερη διάσταση του πολέμου φθοράς. Η
στρατιωτική πίεση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στον αντίπαλο ακόμη και πριν
επιτευχθεί μια αποφασιστική εδαφική μεταβολή. Η ανάγκη ενίσχυσης ενός απειλούμενου
τομέα, η ανακατανομή των εφεδρειών και η προστασία των συγκοινωνιακών κόμβων
αποτελούν μέρος του κόστους που επιβάλλει μια παρατεταμένη επιχειρησιακή
αντιπαράθεση.

Ωστόσο, η στρατηγική αξία αυτής της πίεσης θα εξαρτηθεί από τη διάρκειά της και από τη
δυνατότητα μετατροπής της σε σταθερό έλεγχο. Η Ρωσία μπορεί να επιδιώκει να διευρύνει
σταδιακά το πεδίο των επιλογών της, αλλά η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί
περισσότερα από τοπικές προωθήσεις.
Η εξέλιξη στο Κουπιάνσκ παραμένει, επομένως, ένα κρίσιμο ερώτημα για τη συνέχεια του
μετώπου: εάν οι ρωσικές δυνάμεις καταφέρουν να σταθεροποιήσουν τις θέσεις τους και να
ασκήσουν διαρκή πίεση στις ουκρανικές γραμμές επικοινωνίας, η σημασία των
επιχειρήσεων μπορεί να υπερβεί τα όρια της ίδιας της πόλης. Εάν αυτό δεν επιτευχθεί, οι
κινήσεις της εβδομάδας θα παραμείνουν τοπικές μεταβολές χωρίς αποδεδειγμένη
στρατηγική ανατροπή.

3. Ζαπορίζια: Πίεση σε τρεις κατευθύνσεις και η μάχη για την
επιχειρησιακή πρωτοβουλία

Το μέτωπο της Ζαπορίζια παρουσιάζει μια σύνθετη εικόνα, καθώς οι συγκρούσεις
εξελίσσονται σε τρεις διακριτούς τομείς: δυτικά, γύρω από το Στεπνογκόρσκ και το
Πλάβνι· κεντρικά, στον άξονα του Ορέχοβ και της Μαλάγια Τοκμάτσκα· και ανατολικά,
προς τη Βέρχνια Τέρσα και τη Χουλιαϊπόλε. Η γεωγραφική αυτή διάταξη έχει ιδιαίτερη
σημασία, καθώς η πίεση σε διαφορετικά σημεία μπορεί να δημιουργήσει πολλαπλές
απαιτήσεις για την ουκρανική διοίκηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει ήδη διαμορφωθεί
μια ενιαία ρωσική γραμμή προέλασης.

Η ρωσική επιδίωξη δεν περιορίζεται στην κατάληψη μεμονωμένων οικισμών. Το
ζητούμενο είναι η διατήρηση της επιχειρησιακής πρωτοβουλίας, η σταδιακή βελτίωση των
θέσεων και η δημιουργία συνθηκών που θα δυσκολεύουν την ουκρανική πλευρά να
οργανώνει αποτελεσματικά την άμυνα και τις αντεπιθέσεις της. Για να αξιολογηθεί, όμως,
η πραγματική σημασία των εξελίξεων, πρέπει να εξετάσουμε χωριστά τις τρεις
κατευθύνσεις.
Δυτικός τομέας: Στεπνογκόρσκ, Πλάβνι και Μαλοκατερινόφκα
Στο δυτικό τμήμα του μετώπου, νότια της πόλης της Ζαπορίζια και κοντά στην περιοχή
του Δνείπερου, βρίσκονται το Στεπνογκόρσκ και το Πλάβνι. Η θέση τους έχει σημασία για
τις προσβάσεις προς βορρά και για τη διαμόρφωση της αμυντικής γραμμής στην ευρύτερη
περιοχή. Οι συγκρούσεις γύρω από αυτούς τους οικισμούς χαρακτηρίζονται από
συνεχιζόμενες προσπάθειες κατάληψης και διατήρησης επιμέρους θέσεων, γεγονός που
καθιστά αναγκαία τη διάκριση ανάμεσα στην παρουσία στρατιωτικών ομάδων και στον
σταθερό έλεγχο μιας περιοχής.
Νοτιότερα, η Μαλοκατερινόφκα εντάσσεται σε διαφορετικό τοπικό τμήμα του ίδιου
ευρύτερου μετώπου. Η ρωσική πλευρά ανακοίνωσε την κατάληψή της, εξέλιξη που,
εφόσον συνοδεύεται από σταθεροποίηση των θέσεων και ασφαλή ανεφοδιασμό, θα
μπορούσε να ενισχύσει τις δυνατότητες πίεσης στις γειτονικές ουκρανικές θέσεις. Δεν
αποδεικνύει, ωστόσο, ότι έχει δημιουργηθεί ασφαλής διάδρομος προέλασης προς την πόλη
της Ζαπορίζια ούτε ότι έχει εξασφαλιστεί ο έλεγχος ολόκληρου του δυτικού τομέα.
Η επιχειρησιακή σημασία της περιοχής βρίσκεται στην ικανότητα των ρωσικών δυνάμεων
να διατηρούν τις προωθημένες θέσεις τους και να περιορίζουν τη δυνατότητα ουκρανικών
αντεπιθέσεων. Εάν η ρωσική παρουσία παραμείνει ευάλωτη σε πλευρικά πλήγματα ή
εξαρτάται από επισφαλείς γραμμές ανεφοδιασμού, η αξία των τοπικών κερδών θα
παραμείνει περιορισμένη. Αντίθετα, η σταθεροποίηση των θέσεων θα μπορούσε να
δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για τη συνέχιση της πίεσης.
Κεντρικός τομέας: Ορέχοβ, Πρεομπραζένκα και Μαλάγια Τοκμάτσκα
Ανατολικότερα βρίσκεται ο κεντρικός άξονας του Ορέχοβ, με τις οδικές συνδέσεις προς
την Πρεομπραζένκα και τη Μαλάγια Τοκμάτσκα. Ο Ορέχοβ αποτελεί σημαντικό σημείο
της ουκρανικής αμυντικής διάταξης στον νότιο τομέα. Οι γύρω οικισμοί και οι οδικές
προσβάσεις επηρεάζουν τη δυνατότητα υποστήριξης των αμυντικών θέσεων και την
κίνηση των δυνάμεων προς τη γραμμή επαφής.
Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας αναφέρθηκαν συγκρούσεις στην περιοχή του Ορέχοβ και
κινήσεις στην κατεύθυνση της Μαλάγια Τοκμάτσκα. Παράλληλα, καταγράφηκαν
ουκρανικές αντεπιθέσεις και προσπάθειες ανάκτησης θέσεων. Αυτές οι εξελίξεις δείχνουν
ότι η ουκρανική πλευρά εξακολουθεί να επιχειρεί ενεργά για να περιορίσει τη ρωσική
πίεση και να αποτρέψει τη σταθεροποίηση νέων θέσεων.
Για τη ρωσική πλευρά, το ζητούμενο είναι να δημιουργήσει συνθήκες που θα περιορίζουν
τη δυνατότητα της ουκρανικής διοίκησης να χρησιμοποιεί τον συγκεκριμένο τομέα ως
σταθερό αμυντικό σημείο και ως βάση για αντενέργειες. Η επίτευξη αυτού του στόχου
απαιτεί διαδοχική εξασφάλιση θέσεων, επαρκή υποστήριξη των προωθημένων μονάδων
και προστασία των γραμμών ανεφοδιασμού.

Η κατάληψη ενός οικισμού ή η διείσδυση σε τμήμα του δεν αρκεί από μόνη της για να
ανατρέψει την αμυντική διάταξη. Αποφασιστικό στοιχείο είναι αν η ρωσική πλευρά
μπορεί να διατηρήσει την παρουσία της, να αποκρούσει τις αντεπιθέσεις και να
μετατρέψει το τοπικό κέρδος σε δυνατότητα συνέχισης των επιχειρήσεων. Μέχρι να
αποδειχθεί αυτό, ο άξονας του Ορέχοβ παραμένει πεδίο ενεργής αντιπαράθεσης και όχι
περιοχή όπου έχει ήδη επιτευχθεί αποφασιστική διάσπαση.
Ανατολικός τομέας: Βέρχνια Τέρσα, Μπαρβινόφκα και Χουλιαϊπόλε
Πιο ανατολικά, οι επιχειρήσεις γύρω από τη Βέρχνια Τέρσα και τη Μπαρβινόφκα
συνδέονται με τον ευρύτερο άξονα προς τη Χουλιαϊπόλε. Η περιοχή αποτελεί ξεχωριστή
κατεύθυνση από εκείνη του Ορέχοβ, με διαφορετικές τοπικές προσβάσεις και αμυντικές
θέσεις. Η διάκριση είναι σημαντική, καθώς η δραστηριότητα στον ανατολικό τομέα δεν
αποδεικνύει αυτομάτως ότι οι ρωσικές δυνάμεις έχουν επιτύχει αντίστοιχη πρόοδο στο
κεντρικό ή στο δυτικό τμήμα του μετώπου.
Οι αναφορές της εβδομάδας περιέγραψαν αυξημένη δραστηριότητα γύρω από τη
Μπαρβινόφκα και γειτονικούς οικισμούς, καθώς και ρωσικές προσπάθειες διεύρυνσης της
πίεσης προς τη Χουλιαϊπόλε. Η επιδίωξη είναι να βελτιωθούν οι τοπικές θέσεις και να
δημιουργηθούν πρόσθετα προβλήματα στην ουκρανική αμυντική διάταξη. Παράλληλα, η
ουκρανική πλευρά διατηρεί δυνατότητες αντίδρασης, γεγονός που σημαίνει ότι η εξέλιξη
πρέπει να αξιολογείται με βάση τη διάρκεια και το αποτέλεσμα των επιχειρήσεων και όχι
μόνο από τις αρχικές ανακοινώσεις.
Η πίεση σε αυτόν τον άξονα μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία εάν υποχρεώσει
την ουκρανική διοίκηση να διαθέσει πρόσθετες δυνάμεις για την προστασία της περιοχής.
Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή στοιχεία ώστε να θεωρηθεί δεδομένο ότι έχουν εξαντληθεί
οι ουκρανικές εφεδρείες ή ότι έχει προκληθεί γενικευμένη αποδιοργάνωση της άμυνας.
Η ουσιαστική διάσταση είναι η αλληλεπίδραση των τριών τομέων. Όσο η ρωσική πλευρά
διατηρεί πίεση σε διαφορετικές κατευθύνσεις, τόσο αυξάνονται οι απαιτήσεις για την
κατανομή των ουκρανικών δυνάμεων. Η πίεση αυτή μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες,
αλλά μόνο εφόσον συνοδεύεται από πραγματική δυνατότητα εκμετάλλευσης των
αδυναμιών που ενδεχομένως προκύπτουν.
Επιχειρησιακό συμπέρασμα: Πίεση σε τρεις κατευθύνσεις, χωρίς ακόμη ενιαία διάσπαση
Η ρωσική επιδίωξη στη Ζαπορίζια είναι να μετατρέψει την πίεση σε τρεις διακριτούς
τομείς σε ευρύτερο πρόβλημα για την ουκρανική αμυντική διάταξη. Στα δυτικά, οι μάχες
γύρω από το Στεπνογκόρσκ και το Πλάβνι μπορούν να πιέσουν τις θέσεις που καλύπτουν
τις νότιες προσβάσεις προς τη Ζαπορίζια. Στον κεντρικό άξονα, η αντιπαράθεση γύρω από
τον Ορέχοβ και τη Μαλάγια Τοκμάτσκα αφορά τη διατήρηση ενός κρίσιμου αμυντικού
κόμβου. Ανατολικότερα, η δραστηριότητα προς τη Βέρχνια Τέρσα και τη Χουλιαϊπόλε
διευρύνει τις απαιτήσεις που αντιμετωπίζει η ουκρανική διοίκηση.
Το πιθανό ρωσικό πλεονέκτημα δεν βρίσκεται απλώς στην κατάληψη περισσότερων
οικισμών, αλλά στην υποχρέωση της ουκρανικής πλευράς να προστατεύει ταυτόχρονα
διαφορετικούς τομείς, να κατανέμει τις εφεδρείες της και να διατηρεί ανοικτές τις γραμμές
ανεφοδιασμού. Εάν η πίεση συνεχιστεί χωρίς να επιτρέψει στην Ουκρανία να ανακτήσει
την πρωτοβουλία σε κάποιον από αυτούς τους άξονες, μπορεί σταδιακά να περιορίσει την
ευχέρεια της αμυντικής της διάταξης.

Το κρίσιμο όριο, όμως, παραμένει η σύνδεση των τοπικών κερδών με διατηρήσιμο
επιχειρησιακό αποτέλεσμα. Μέχρι να τεκμηριωθούν σταθερός έλεγχος των νέων θέσεων,
ασφαλής υποστήριξη των προωθημένων μονάδων και ουσιαστικός περιορισμός των
ουκρανικών αντεπιθέσεων, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ενιαία διάσπαση του νότιου
μετώπου. Η ρωσική πλευρά έχει λόγο να επιδιώκει τη διεύρυνση της πίεσης· το αν θα
κατορθώσει να μετατρέψει αυτή την πίεση σε επιχειρησιακή ανατροπή θα κριθεί από τη
διάρκεια, τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεών της.

4. Χάρκοβο και Σούμι: Πίεση στις συνοριακές ζώνες και μάχη για τη
σταθεροποίηση των θέσεων
Στο βόρειο μέτωπο, οι ρωσικές επιχειρήσεις επικεντρώθηκαν σε επιμέρους τομείς του
Χαρκόβου και του Σούμι, με αναφορές για προωθήσεις και συνεχιζόμενες συγκρούσεις
γύρω από τη Βαρβάροφκα, τη Νικολάεφκα και την περιοχή του Βολτσάνσκ. Στο Σούμι, οι
μάχες κοντά στην Τουριά και οι αναφερόμενες κινήσεις προς το Κορένεκ δείχνουν ότι η
πίεση στις συνοριακές ζώνες παραμένει ενεργή.
Η στρατηγική σημασία αυτών των επιχειρήσεων βρίσκεται στη δυνατότητα δημιουργίας
πρόσθετων απαιτήσεων για την ουκρανική άμυνα. Η διατήρηση θέσεων σε περισσότερους
συνοριακούς τομείς μπορεί να υποχρεώσει το Κίεβο να κατανείμει δυνάμεις και μέσα σε
διαφορετικές κατευθύνσεις, περιορίζοντας ενδεχομένως την ευχέρεια ενίσχυσης άλλων
τμημάτων του μετώπου.
Ωστόσο, οι ουκρανικές αντεπιθέσεις και οι αναφορές για ανάκτηση θέσεων δείχνουν ότι η
κατάσταση παραμένει ρευστή. Η κατάληψη ενός οικισμού δεν συνεπάγεται αυτομάτως
έλεγχο ολόκληρης της γύρω περιοχής, ιδιαίτερα όταν οι γραμμές ανεφοδιασμού και οι
προσβάσεις παραμένουν εκτεθειμένες.
Επιχειρησιακό συμπέρασμα: Η ρωσική πλευρά επιδιώκει να διατηρήσει ενεργά τα βόρεια
μέτωπα και να αναγκάσει την ουκρανική διοίκηση να προστατεύει πολλαπλές
κατευθύνσεις. Το ουσιαστικό αποτέλεσμα θα φανεί εάν οι προωθήσεις σταθεροποιηθούν
και περιορίσουν πραγματικά τη δυνατότητα μεταφοράς ουκρανικών εφεδρειών προς τα
ανατολικά και νότια. Μέχρι τότε, πρόκειται για συνεχιζόμενη πίεση, όχι για αποδεδειγμένη
κατάρρευση της συνοριακής άμυνας.

5. Πλήγματα και εφοδιαστική: Η μάχη πέρα από τη γραμμή επαφής
Η στρατιωτική αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στις συγκρούσεις του πεζικού. Τα
πλήγματα σε αποθήκες, στρατιωτικές εγκαταστάσεις, εργαστήρια μη επανδρωμένων
αεροσκαφών και ενεργειακές υποδομές αποτελούν μέρος της προσπάθειας των δύο
πλευρών να περιορίσουν τις δυνατότητες του αντιπάλου να συνεχίσει τον πόλεμο.
Η ρωσική πλευρά ανακοίνωσε εκτεταμένα πλήγματα σε στρατιωτικούς στόχους και
υποδομές, καθώς και αναχαιτίσεις μεγάλου αριθμού ουκρανικών μη επανδρωμένων
αεροσκαφών. Οι αριθμοί αυτοί δεν αρκούν από μόνοι τους για να αποδείξουν την έκταση
των ζημιών. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν τα πλήγματα προκαλούν διαρκείς διακοπές

στη μεταφορά εφοδίων, στην επισκευή εξοπλισμού και στην αναπλήρωση των διαθέσιμων
στρατιωτικών μέσων.
Η σημασία της εφοδιαστικής γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όσο εντείνεται ο πόλεμος φθοράς.
Μια δύναμη μπορεί να καταλαμβάνει νέες θέσεις, αλλά χωρίς πυρομαχικά, καύσιμα,
ανταλλακτικά και δυνατότητα αναπλήρωσης απωλειών δυσκολεύεται να διατηρήσει την
προέλασή της. Αντίστοιχα, η διατήρηση των ουκρανικών αμυντικών γραμμών εξαρτάται
από τη δυνατότητα μεταφοράς εφοδίων και ενισχύσεων υπό συνεχή πίεση.
Επιχειρησιακό συμπέρασμα: Η αξία των πληγμάτων δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό
των στόχων που ανακοινώνεται ότι επλήγησαν, αλλά από το κατά πόσο περιορίζεται η
δυνατότητα του αντιπάλου να αναπληρώνει απώλειες και να υποστηρίζει τις δυνάμεις του
στο μέτωπο. Εάν η Ρωσία κατορθώσει να συνδυάσει την πίεση στις γραμμές επαφής με
διαρκή φθορά της ουκρανικής εφοδιαστικής, θα μπορεί να αυξήσει το κόστος διατήρησης
της άμυνας. Η πραγματική έκταση αυτού του αποτελέσματος, ωστόσο, πρέπει να
αξιολογείται με βάση τις συνέπειες των πληγμάτων και όχι μόνο τις επίσημες
ανακοινώσεις.

6. Η ευρωατλαντική στρατηγική υπό πίεση: Στρατιωτικοί στόχοι και
όρια ισχύος
Η εξέλιξη του πολέμου θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την
Ευρώπη: κατά πόσο η στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη προς την Ουκρανία μπορεί
να μετατραπεί σε ένα σταθερό πολιτικό αποτέλεσμα. Η διατήρηση της ουκρανικής άμυνας
απαιτεί συνεχή διάθεση πόρων, ενώ η Ρωσία επιδιώκει να παρατείνει την πίεση και να
αυξήσει το κόστος της δυτικής στρατηγικής.
Η ευρωπαϊκή διάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η εξάρτηση από αμερικανικές
στρατιωτικές δυνατότητες, η ανάγκη αναπλήρωσης αποθεμάτων και οι οικονομικές
πιέσεις περιορίζουν τα περιθώρια ανεξάρτητης ευρωπαϊκής δράσης. Η πολιτική βούληση
για συνέχιση της υποστήριξης δεν αρκεί από μόνη της· απαιτείται και η δυνατότητα
διατήρησής της σε βάθος χρόνου.
Από τη ρωσική σκοπιά, η συνέχιση της σύγκρουσης προσφέρει την ευκαιρία να
δοκιμαστούν τα όρια αυτής της υποστήριξης. Ωστόσο, η διάρκεια του πολέμου επιβαρύνει
και τη ρωσική πλευρά, η οποία πρέπει να διατηρεί τη στρατιωτική παραγωγή, να
αναπληρώνει απώλειες και να υποστηρίζει τις επιχειρήσεις της. Η στρατηγική αντοχή δεν
αποτελεί αποκλειστικό πλεονέκτημα κανενός· είναι παράγοντας που κρίνεται στην πράξη.
Η βασική αντίφαση της ευρωατλαντικής πολιτικής βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα
στους διακηρυγμένους στόχους και στο κόστος που απαιτεί η επίτευξή τους. Όσο η
σύγκρουση παρατείνεται χωρίς αποφασιστική πολιτική διευθέτηση, τόσο δυσκολότερη
γίνεται η διατήρηση μιας ενιαίας στρατηγικής σε βάθος χρόνου. Αυτό δεν σημαίνει ότι η
δυτική υποστήριξη έχει ήδη εξαντληθεί, αλλά ότι η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται
από τη συνέπεια των πολιτικών αποφάσεων, τη διαθεσιμότητα πόρων και την ικανότητα
συντονισμού.
Στρατηγικό συμπέρασμα: Η ρωσική επιδίωξη δεν αφορά μόνο τη μεταβολή της γραμμής
του μετώπου. Αφορά και τη δοκιμή της δυτικής ικανότητας να διατηρεί μια μακροχρόνια

στρατηγική απέναντι σε έναν αντίπαλο που δεν αποδέχεται τους όρους της. Η πραγματική
δοκιμασία για την Ευρώπη και τις ΗΠΑ είναι εάν μπορούν να μετατρέψουν τους
πολιτικούς τους στόχους σε βιώσιμο αποτέλεσμα, χωρίς να υπονομεύσουν τη δική τους
συνοχή και ελευθερία στρατηγικών επιλογών.

Η ρωσική στρατηγική: Φθορά, επιχειρησιακή πίεση και περιορισμός των ουκρανικών
επιλογών
Η ρωσική στρατηγική δεν εξαντλείται στην κατάληψη εδαφών. Στον πυρήνα της βρίσκεται
η προσπάθεια να συνδυαστούν η σταδιακή προώθηση στο μέτωπο, η φθορά των
ουκρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων και η αύξηση του κόστους διατήρησης της
άμυνας. Η πίεση σε πολλαπλούς άξονες αναγκάζει την ουκρανική διοίκηση να κατανέμει
τις διαθέσιμες δυνάμεις της σε διαφορετικές κατευθύνσεις, ενώ τα πλήγματα σε
στρατιωτικές και εφοδιαστικές υποδομές αποσκοπούν στον περιορισμό της δυνατότητας
αναπλήρωσης και υποστήριξης των μονάδων της.
Η πρώτη διάσταση αυτής της στρατηγικής είναι η δημιουργία διαρκούς επιχειρησιακής
πίεσης. Οι κινήσεις στο Ντονμπάς, γύρω από το Κουπιάνσκ και στη Ζαπορίζια δεν
χρειάζεται να οδηγούν όλες ταυτόχρονα σε μεγάλη διάσπαση για να έχουν σημασία.
Εφόσον διατηρούνται, μπορούν να υποχρεώνουν την ουκρανική πλευρά να προστατεύει
περισσότερους τομείς, να μετακινεί εφεδρείες και να αποφεύγει τη συγκέντρωση όλων
των διαθέσιμων μέσων σε ένα σημείο. Το πλεονέκτημα που επιδιώκει η Μόσχα είναι η
σταδιακή μείωση της ουκρανικής ευχέρειας επιλογών.
Η δεύτερη διάσταση είναι η φθορά της δυνατότητας συνέχισης του πολέμου. Η πίεση στις
γραμμές επικοινωνίας και τα πλήγματα σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις αποσκοπούν στο
να δυσκολέψουν τη μεταφορά εφοδίων, την αναπλήρωση εξοπλισμού και τη διατήρηση
της μαχητικής ισχύος. Η αποτελεσματικότητα αυτής της προσπάθειας δεν κρίνεται από τον
αριθμό των πληγμάτων που ανακοινώνονται, αλλά από το κατά πόσο προκαλούν διαρκείς
και επιχειρησιακά σημαντικές διαταραχές στην ουκρανική πολεμική προσπάθεια.
Η τρίτη διάσταση αφορά τη μετατροπή των στρατιωτικών αποτελεσμάτων σε πολιτική
διαπραγματευτική ισχύ. Η ρωσική πλευρά επιδιώκει να διαμορφώσει συνθήκες στις οποίες
η συνέχιση της σύγκρουσης θα συνεπάγεται αυξανόμενο κόστος για την Ουκρανία και
τους υποστηρικτές της. Η στρατιωτική πίεση αποκτά πολιτική αξία όταν περιορίζει τις
διαθέσιμες επιλογές του αντιπάλου και επηρεάζει τους υπολογισμούς του σχετικά με τη
διάρκεια, τους στόχους και τους όρους μιας ενδεχόμενης διευθέτησης.
Η στρατηγική αυτή συνδέεται άμεσα με την αντιπαράθεση της Μόσχας με την
ευρωατλαντική συμμαχία. Η Ρωσία επιδιώκει να αποτρέψει τη διαμόρφωση μιας
μεταπολεμικής ευρωπαϊκής τάξης στην οποία οι δικές της ανησυχίες ασφαλείας θα
αγνοούνται και η δυτική στρατιωτική παρουσία θα καθορίζει μονομερώς τους όρους. Από
αυτή την οπτική, ο πόλεμος δεν αφορά μόνο τον έλεγχο ουκρανικών εδαφών, αλλά και τη
θέση της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε ρωσική προώθηση οδηγεί αυτομάτως σε στρατηγικό
αποτέλεσμα. Για να αποδώσει η συγκεκριμένη προσέγγιση, η Μόσχα πρέπει να μπορεί να
διατηρεί τις θέσεις που καταλαμβάνει, να υποστηρίζει τις δυνάμεις της και να αποτρέπει
την ανατροπή των τοπικών κερδών από ουκρανικές αντεπιθέσεις. Παράλληλα, πρέπει να

διατηρεί την ικανότητα αναπλήρωσης των δικών της απωλειών και να αντέχει το
οικονομικό και στρατιωτικό κόστος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.
Στρατηγικό συμπέρασμα: Η ρωσική επιδίωξη είναι να συνδυάσει την εδαφική προώθηση
με τη φθορά των ουκρανικών δυνατοτήτων, την πίεση στις εφεδρείες και στις γραμμές
επικοινωνίας και τη σταδιακή ενίσχυση της διαπραγματευτικής της θέσης. Το
επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν είναι απλώς περισσότερος έλεγχος εδάφους, αλλά λιγότερες
στρατιωτικές και πολιτικές επιλογές για τον αντίπαλο. Το κατά πόσο αυτή η στρατηγική
αποδίδει θα κριθεί από τη διάρκεια των ρωσικών κερδών, την πραγματική επίδραση στην
ουκρανική επιχειρησιακή ικανότητα και τη δυνατότητα της Μόσχας να μετατρέψει τα
αποτελέσματα στο πεδίο σε πολιτικούς όρους που μπορεί να διατηρήσει.

7. Η πολυπολική τάξη και η ρωσική στρατηγική αυτονομία
Η σύγκρουση στην Ουκρανία εντάσσεται σε μια ευρύτερη μεταβολή της διεθνούς
ισορροπίας. Για τη Μόσχα, το ζήτημα δεν περιορίζεται στην έκβαση των στρατιωτικών
επιχειρήσεων, αλλά συνδέεται με τη δυνατότητα της Ρωσίας να λειτουργεί ως αυτοτελής
πόλος ισχύος, χωρίς να αποδέχεται την αποκλειστική διαμόρφωση των διεθνών κανόνων
από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους.
Η ρωσική στρατηγική αυτονομία, ωστόσο, δεν εξασφαλίζεται μόνο με στρατιωτική ισχύ.
Προϋποθέτει ανθεκτική αμυντική παραγωγή, οικονομική προσαρμογή, τεχνολογικές
δυνατότητες και σχέσεις συνεργασίας που περιορίζουν την εξάρτηση από ένα μοναδικό
κέντρο ισχύος. Η δυνατότητα της Μόσχας να συνεχίζει τις επιχειρήσεις παρά τις
εξωτερικές πιέσεις αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, αλλά η μακροπρόθεσμη
αντοχή θα κριθεί από το συνολικό κόστος και την ικανότητα διατήρησης των διαθέσιμων
πόρων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συνεργασία με την Κίνα, το Ιράν και άλλες χώρες αποκτά ιδιαίτερη
σημασία, χωρίς να συνεπάγεται ότι όλες αυτές οι δυνάμεις συγκροτούν ένα ενιαίο
στρατηγικό μπλοκ. Κάθε κράτος επιδιώκει τα δικά του συμφέροντα και διατηρεί
διαφορετικά περιθώρια δράσης. Η πολυπολικότητα δεν είναι μια δεδομένη συμμαχία
εναντίον της Δύσης, αλλά ένα σύστημα στο οποίο περισσότερα κέντρα ισχύος διαθέτουν
τη δυνατότητα να χαράσσουν ανεξάρτητη πολιτική.
Η διάκριση αυτή έχει σημασία για τη Ρωσία. Η ενίσχυση των σχέσεων με μη δυτικές
δυνάμεις μπορεί να δημιουργήσει εναλλακτικές οικονομικές, τεχνολογικές και
διπλωματικές διαδρομές. Δεν εξαλείφει, όμως, τις ασυμμετρίες ισχύος ούτε εγγυάται ότι οι
εταίροι της Μόσχας θα υποστηρίζουν κάθε ρωσική επιλογή. Η στρατηγική αυτονομία
απαιτεί συνεργασία χωρίς απόλυτη εξάρτηση και σύμπτωση συμφερόντων χωρίς απώλεια
της ανεξαρτησίας των αποφάσεων.
Η ευρασιατική οπτική προσθέτει σε αυτή την ανάλυση μια βαθύτερη διάσταση: η
αντιπαράθεση αφορά και το δικαίωμα διαφορετικών πολιτικών και πολιτισμικών
συστημάτων να οργανώνουν την ασφάλεια και την ανάπτυξή τους σύμφωνα με τις δικές
τους ιστορικές και γεωπολιτικές προτεραιότητες. Από αυτή την πλευρά, η ρωσική
αντίθεση στην ευρωατλαντική στρατηγική παρουσιάζεται ως προσπάθεια αποτροπής μιας
διεθνούς τάξης στην οποία ένας πόλος θα καθορίζει μονομερώς τα όρια της αποδεκτής
πολιτικής.

Ωστόσο, η γεωπολιτική επιδίωξη δεν πρέπει να συγχέεται με το ήδη επιτευγμένο
αποτέλεσμα. Η ύπαρξη εναλλακτικών συνεργασιών δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι έχει
διαμορφωθεί μια σταθερή πολυπολική ισορροπία. Αυτό θα κριθεί από την πραγματική
ικανότητα των κρατών να διατηρούν την οικονομική τους ανθεκτικότητα, να
προστατεύουν τα συμφέροντά τους και να αντιστέκονται σε εξωτερικές πιέσεις χωρίς να
δημιουργούν νέες μορφές εξάρτησης.
Γεωπολιτικό συμπέρασμα: Η ρωσική επιδίωξη υπερβαίνει τα όρια του ουκρανικού
μετώπου. Αφορά τη διατήρηση της Ρωσίας ως ανεξάρτητου κέντρου ισχύος και τη
διαμόρφωση ενός διεθνούς συστήματος όπου οι ΗΠΑ δεν θα διαθέτουν αποκλειστική
δυνατότητα καθορισμού των στρατηγικών επιλογών των άλλων κρατών. Η επιτυχία αυτής
της επιδίωξης, όμως, δεν θα κριθεί μόνο από τα στρατιωτικά αποτελέσματα, αλλά και από
την οικονομική αντοχή, τη διπλωματική ευελιξία και την ικανότητα της Μόσχας να
μετατρέπει τις συνεργασίες της σε πραγματική στρατηγική αυτονομία.

Η ρωσική στρατηγική: Από τη στρατιωτική φθορά στην αναδιαμόρφωση της ευρωπαϊκής
ασφάλειας
Η ρωσική στρατηγική δεν εξαντλείται στην κατάληψη εδαφών. Ο βαθύτερος στόχος της
είναι να μεταβάλει τους όρους υπό τους οποίους η Ουκρανία μπορεί να συνεχίσει τον
πόλεμο και, παράλληλα, να καταστήσει σαφές ότι η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας
δεν μπορεί να διαμορφώνεται ερήμην της Μόσχας.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, η ρωσική προσέγγιση στηρίζεται σε τέσσερις αλληλένδετους
άξονες.
Πρώτον, η διαρκής πίεση σε πολλαπλά μέτωπα. Η ταυτόχρονη ενεργοποίηση
διαφορετικών τομέων υποχρεώνει την ουκρανική διοίκηση να κατανέμει τις εφεδρείες της,
αντί να τις συγκεντρώνει εκεί όπου θα μπορούσαν να έχουν τη μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα. Ο στόχος δεν είναι απαραίτητα η άμεση διάρρηξη κάθε αμυντικής
γραμμής, αλλά η σταδιακή εξασθένηση της συνολικής αμυντικής συνοχής.
Δεύτερον, η φθορά της δυνατότητας συνέχισης του πολέμου. Οι επιθέσεις σε στρατιωτικές
υποδομές, οι πιέσεις στις μεταφορές και η προσβολή της εφοδιαστικής αλυσίδας αποκτούν
στρατηγική σημασία όταν μειώνουν πραγματικά τη δυνατότητα αναπλήρωσης απωλειών,
μεταφοράς δυνάμεων και διατήρησης των επιχειρήσεων. Οι ανακοινώσεις πληγμάτων από
μόνες τους δεν αποδεικνύουν αυτό το αποτέλεσμα. Το κρίσιμο μέγεθος είναι η
επιχειρησιακή συνέπεια.
Τρίτον, η μετατροπή του στρατιωτικού αποτελέσματος σε πολιτική διαπραγματευτική
ισχύ. Κάθε σταθεροποιημένη προώθηση, κάθε εξασθενημένη αμυντική διάταξη και κάθε
περιορισμός των ουκρανικών επιλογών μπορεί να επηρεάσει τους μελλοντικούς όρους
μιας διευθέτησης. Η Ρωσία επιδιώκει να μην προσέλθει σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση
ως δύναμη που απλώς απέφυγε την ήττα, αλλά ως δύναμη που έχει μεταβάλει τους
πραγματικούς συσχετισμούς στο πεδίο.
Τέταρτον, η αμφισβήτηση της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Για τη Μόσχα, το
ουκρανικό ζήτημα συνδέεται με ένα ευρύτερο στρατηγικό αίτημα: να μην καθορίζεται η
ασφάλεια της Ευρασίας αποκλειστικά από τις επιλογές της Ουάσιγκτον και των συμμάχων

της. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ρωσικός στόχος έχει ήδη επιτευχθεί. Σημαίνει ότι η
σύγκρουση αφορά και το ποιος διαθέτει την ισχύ να καθορίζει τους μελλοντικούς κανόνες.
Η στρατηγική αυτή έχει, ωστόσο, μια κρίσιμη προϋπόθεση. Οι στρατιωτικές επιτυχίες
πρέπει να διατηρούνται, να υποστηρίζονται εφοδιαστικά και να παράγουν μετρήσιμη
μείωση της αντίπαλης επιχειρησιακής ικανότητας. Διαφορετικά, η πίεση παραμένει μια
σειρά τοπικών αποτελεσμάτων χωρίς αποφασιστική στρατηγική μεταβολή.
Η πολυπολική ανατροπή: Το τέλος του δυτικού μονοπωλίου δεν είναι ακόμη δεδομένο
Η βαθύτερη γεωπολιτική διάσταση του πολέμου βρίσκεται στη σύγκρουση δύο
διαφορετικών αντιλήψεων για τη διεθνή τάξη. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η αξίωση του
ευρωατλαντικού συστήματος να διαμορφώνει τους κανόνες ασφαλείας, τις πολιτικές
συμμαχίες και τα αποδεκτά όρια της διεθνούς συμπεριφοράς. Από την άλλη βρίσκεται η
επιδίωξη μεγάλων δυνάμεων να διατηρούν τη στρατηγική τους αυτονομία και να
αρνούνται την υπαγωγή τους σε μια τάξη που δεν συνδιαμορφώνουν ισότιμα.
Η δυτική ισχύς παραμένει σημαντική. Όμως, η κατοχή στρατιωτικών, χρηματοπιστωτικών
και τεχνολογικών πλεονεκτημάτων δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη δυνατότητα πολιτικής
επιβολής. Η κρίσιμη αντίφαση της ηγεμονίας εμφανίζεται όταν ένας πόλος διαθέτει
τεράστιους πόρους, αλλά δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτούς τους πόρους σε αποτέλεσμα
που να γίνεται αποδεκτό από τους αντιπάλους του.
Στην ουσία, η Ρωσία αμφισβητεί την ιδέα ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια μπορεί να
οργανώνεται με βάση ένα πλαίσιο στο οποίο οι δυτικές δυνάμεις καθορίζουν τους κανόνες
και η Μόσχα καλείται απλώς να τους αποδεχθεί. Η σύγκρουση στην Ουκρανία γίνεται έτσι
πεδίο δοκιμασίας για το κατά πόσο μια μεγάλη ευρασιατική δύναμη μπορεί να επιβάλει
την παρουσία της ως ανεξάρτητου κέντρου ισχύος.
Η πολυπολικότητα, όμως, δεν προϋποθέτει τη δημιουργία ενός ενιαίου αντιδυτικού
συνασπισμού. Η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν και άλλες δυνάμεις διαθέτουν διαφορετικές
προτεραιότητες και δεν αποτελούν ένα ομοιογενές πολιτικό σώμα. Η σημασία τους
βρίσκεται ακριβώς στο ότι μπορούν να διευρύνουν τους βαθμούς αυτονομίας τους, να
αναπτύσσουν εναλλακτικές συνεργασίες και να περιορίζουν τη δυνατότητα ενός μόνο
κέντρου να καθορίζει τις επιλογές όλων των υπολοίπων.
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα: όχι η απλή αντικατάσταση μιας ηγεμονίας από μια
άλλη, αλλά η αποδυνάμωση της αξίωσης ότι οποιαδήποτε δύναμη δικαιούται να ορίζει
μονομερώς την παγκόσμια πολιτική τάξη.
Η δυτική αντίφαση είναι πλέον στρατηγική. Όσο περισσότερο η αντιπαράθεση
παρουσιάζεται ως αγώνας για τη διατήρηση μιας τάξης που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση,
τόσο περισσότερο οι αντίπαλες δυνάμεις έχουν κίνητρο να αναζητούν εναλλακτικά κέντρα
ισχύος και συνεργασίας. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η δυτική ηγεμονία έχει καταρρεύσει.
Δείχνει, όμως, ότι η διατήρησή της απαιτεί πλέον πολύ περισσότερα από την επίκληση της
στρατιωτικής υπεροχής ή της πολιτικής νομιμοποίησης που η ίδια αποδίδει στον εαυτό
της.
Η τελική δοκιμασία της Ρωσίας είναι εάν θα μετατρέψει τη στρατιωτική πίεση σε διαρκή
γεωπολιτική αυτονομία. Η δοκιμασία της Δύσης είναι εάν μπορεί να διατηρήσει την
επιρροή της χωρίς να θεωρεί ότι η ισχύς της της παρέχει απεριόριστο δικαίωμα
καθορισμού των επιλογών των άλλων. Και η δοκιμασία της πολυπολικότητας είναι εάν τα

αναδυόμενα κέντρα θα αποκτήσουν πραγματική δυνατότητα ανεξάρτητης δράσης ή θα
παραμείνουν απλώς μια διακήρυξη απέναντι στην υφιστάμενη τάξη.
Συμπέρασμα: Ισχύς δεν σημαίνει αυτομάτως έλεγχο
Η εβδομάδα 12–18 Οκτωβρίου δεν αποτυπώνει από μόνη της μια αποφασιστική
κατάρρευση της ουκρανικής άμυνας. Αναδεικνύει, όμως, τη συνεχιζόμενη ρωσική
προσπάθεια να μετατρέψει την πίεση σε πολλαπλούς τομείς σε ένα ευρύτερο
επιχειρησιακό πρόβλημα για το Κίεβο. Το Ντονμπάς, το Κουπιάνσκ και η Ζαπορίζια
αποτελούν διαφορετικά μέτωπα μιας κοινής προσπάθειας: τη διασπορά των ουκρανικών
εφεδρειών, την επιβάρυνση των γραμμών ανεφοδιασμού και τον περιορισμό της
δυνατότητας συγκέντρωσης δυνάμεων σε ένα μόνο σημείο.
Η ρωσική στρατηγική δεν κρίνεται αποκλειστικά από την κατάληψη οικισμών ή την
προώθηση της γραμμής επαφής. Κρίνεται από το κατά πόσο οι επιμέρους επιτυχίες
μπορούν να διατηρηθούν, να υποστηριχθούν εφοδιαστικά και να μεταβληθούν σε διαρκή
περιορισμό των στρατιωτικών και πολιτικών επιλογών της Ουκρανίας.
Την ίδια στιγμή, η ευρωατλαντική στρατηγική αντιμετωπίζει ένα κρίσιμο ερώτημα: για
πόσο διάστημα μπορεί να διατηρεί την ουκρανική πολεμική ικανότητα χωρίς να
εξασφαλίζει μια σαφή και βιώσιμη στρατηγική κατάληξη; Η δυσκολία αυτή δεν
ισοδυναμεί αυτομάτως με ήττα, αλλά αποκαλύπτει τα όρια της στρατηγικής όταν οι
διαθέσιμοι πόροι δεν μετατρέπονται σε αποφασιστικό αποτέλεσμα.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι η ισχύς δεν ταυτίζεται με τον έλεγχο. Η Ρωσία
μπορεί να διαθέτει την πρωτοβουλία σε επιμέρους τομείς, χωρίς αυτό να εγγυάται από
μόνο του την επίτευξη όλων των στρατηγικών της στόχων. Αντίστοιχα, η δυτική
υποστήριξη μπορεί να παρατείνει την ουκρανική αντίσταση, χωρίς να εξασφαλίζει την
ανατροπή των όρων του πολέμου.
Η έκβαση θα εξαρτηθεί από το ποιος θα κατορθώσει να μετατρέψει τους διαθέσιμους
πόρους, τις επιχειρησιακές κινήσεις και τις διεθνείς συνεργασίες σε διαρκές στρατηγικό
πλεονέκτημα. Και αυτό είναι το πραγματικό πεδίο δοκιμασίας της υπό διαμόρφωση
πολυπολικής τάξης.

Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας