Εάν έχουμε δημοκρατία, με 25% δεν δικαιούσαι να κυβερνάς

Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Γράφει ο Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Κάποια στιγμή πρέπει να θυμηθούμε τι σημαίνει «κυβερνητική παράταξη». Δηλαδή, να θυμηθούμε ότι ανεξαρτήτως του εκλογικού συστήματος, η παράταξη που κυβερνά τη χώρα δεν αρκεί να είναι η σχετικά μεγαλύτερη, αλλά να έχει μια εκλογική απήχηση ικανή  να της εξασφαλίζει ότι εκπροσωπεί ένα μεγάλο, ακόμη και πλειοψηφικό ρεύμα της κοινωνίας.

Αυτό εξηγεί γιατί έστω άτυπα πάντα θεωρήθηκε δεδομένο ότι ένα κόμμα θα έπρεπε να πάρει πάνω από 40% για να δικαιούται αυτοδύναμα να κυβερνά. Και μάλιστα αυτό κατοχυρώθηκε σε εποχές που η συμμετοχή στις εκλογές ήταν υψηλή, κάτι που σήμαινε ότι το «πάνω από 40%» σήμαινε πραγματικά μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων.

Όμως, το θέμα δεν είναι μόνο αριθμητικό: μια παράταξη για να μπορεί να πάρει όντως το 40% και πάνω του ενήλικου πληθυσμού, όντως εκπροσωπούσε την κοινωνία σε όλο το φάσμα. Να το πω απλά: δεν παίρνεις ένα τόσο μεγάλο ποσοστό εάν δεν εκπροσωπείς και λαϊκά στρώματα και τη μεσαία τάξη. Και αυτό σήμαινε ότι ασκούσαν πολιτική τέτοιες παρατάξεις με βάση όλο αυτό το φάσμα κοινωνικών δυνάμεων και αξιώσεων.

Αυτή ήταν μια εκπροσώπηση που τις έκανε αναγκαστικά να λογοδοτούν περισσότερο στην κοινωνία και να είναι, εκ των πραγμάτων, περισσότερο δημοκρατικές.

Μάλιστα, στις περιόδους έντονου δικομματισμού αυτό ίσχυε όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για την αξιωματική αντιπολίτευση που επίσης έτεινε να είναι ιδιαίτερα ισχυρή και αντίστοιχα διαταξική ως προς την εκπροσώπηση.

Αυτό έφτασε σε ένα όριο ως προς τα κόμματα εξουσίας με τα μνημόνια, που διέλυσαν τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις του ΠΑΣΟΚ πρώτα και κύρια και σε σημαντικό βαθμό και της Νέας Δημοκρατίας.

Η Νέα Δημοκρατία το 2019 και το 2023 κέρδισε καθαρά τις εκλογές και πήρε ένα ποσοστό που της έδινε πραγματικά χαρακτηριστικά «κυβερνητικής παράταξης». Μπορεί η συμμετοχή στις εκλογές να είχε ήδη υποχωρήσει, όμως παρ’ όλα αυτά πήρε 2.251.618 ψήφους το 2019 και 2.115.322 και ποσοστό 40,56% στις δεύτερες εκλογές του 2023.

Σήμερα, η Νέα Δημοκρατία κινείται δημοσκοπικά στην πρόθεση ψήφου γύρω στο 25%. Οι δημοσκόποι πάντα δίνουν και μια «εκτίμηση ψήφου», που οδηγεί το ποσοστό της στο 30% περίπου, όμως, αυτές οι εκτιμήσεις δεν έχουν την ίδια βαρύτητα με τη μέτρηση.

 

Όπως και να το δει κανείς αυτά δεν είναι ποσοστά που καθιστούν μία παράταξη κυβερνητική. Στην καλύτερη των περιπτώσεων μπορούν να θεωρηθούν ποσοστά που κατοχυρώνουν ότι το κόμμα θα είναι αξιωματική αντιπολίτευση.

Και δεν είναι μόνο η χαμηλή εκλογική δύναμη που αντιπροσωπεύει το 25%, ιδίως εάν πρόκειται να συνεχιστεί η τάση μειωμένης συμμετοχής. Είναι και το ίδιο το γεγονός ότι αυτό το ποσοστό σημαίνει ότι η ΝΔ δεν εκπροσωπεί μια πλατιά κοινωνική συμμαχία όπως οφείλει να κάνει μια κυβερνητική παράταξη.

Και αυτό δεν συνάγεται μόνο από μια εκτίμηση για το ποσοστό.

Προκύπτει και από τον τρόπο που σήμερα είναι διαιρεμένη η κοινωνία, ανάμεσα σε κοινωνική μειοψηφία και κοινωνική πλειοψηφία.

Από τη μια υπάρχει, η μειοψηφία που θεωρεί ότι έχει βελτιωθεί η οικονομική της κατάσταση, δίνει θετική βαθμολογία στην κυβέρνηση στις δημοσκοπήσεις, έχει θετική γνώμη για τον πρωθυπουργό, στηρίζει συγκεκριμένες κυβερνητικές πρωτοβουλίες κα συχνά προτιμά να αυτοπροσδιορίζεται στην κεντροδεξιά.

 

Αυτό δεν είναι μόνο πολιτική τοποθέτηση. Σε μεγάλο βαθμό αντιπροσωπεύει και στρώματα που ως έναν βαθμό ωφελήθηκαν από την κυβερνητική πολιτική.

Όμως, απέναντι σε αυτό υπάρχει μια κοινωνική πλειοψηφία, πάνω από τα δύο τρίτα, που αποδοκιμάζει στις δημοσκοπήσεις την κυβέρνηση, θεωρεί ότι τα πράγματα δεν πάνε προς τη σωστή κατεύθυνση στη χώρα, σε σημαντικό βαθμό θεωρεί ότι έχει επιδεινωθεί η οικονομική της κατάσταση, και διεκδικεί την πολιτική αλλαγή.

Είναι σαφές ότι όλος αυτός ο ωκεανός δυσαρέσκειας μπορεί να έχει διαφορετικές ιδεολογικές ή πολιτικές αναφορές, αλλά σίγουρα περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης.

Όλα αυτά εξηγούν γιατί αυτή τη στιγμή δεν μπορεί με τίποτε να θεωρηθεί η Νέα Δημοκρατία ως μια δυνάμει κυβερνητική παράταξη. Αντιθέτως, όλα τα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν ότι πρόκειται για μια παράταξη στην οποία η κοινωνία γυρνάει την πλάτη και αναζητά μια εναλλακτική.

Γνωρίζω καλά τον αντίλογο: ότι αυτή τη στιγμή είναι η πιο συμπαγής εκλογική δύναμη και διατηρεί τη δημοσκοπική πρωτιά. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιούται να κυβερνά, αλλά ότι δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη ο συσχετισμός δύναμης που θα οδηγήσει σε μια εναλλακτική διακυβέρνηση. Κάτι που με τη σειρά του αναδεικνύει και την ευθύνη όσων αναφέρονται στην ανάγκη εναλλακτικής, να την κάνουν σχέδιο και πολιτική πρόταση που θα συσπειρώνει γύρω του μια εκλογική δυναμική όντως «κυβερνητικής παράταξης».

Γνωρίζω, επίσης, αυτό το οποίο επί της ουσίας λέει η κυβέρνηση: εφόσον είμαστε η πιο ισχυρή και συμπαγής παράταξη, το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να υπάρξουν οι απαραίτητοι «πρόθυμοι» σύμμαχοι, είτε αυτό αφορά κόμματα, είτε μεμονωμένους βουλευτές σε επαρκή αριθμό. Μόνο που αυτό θα είναι μια παραχάραξη του εκλογικού αποτελέσματος και της λαϊκής βούλησης. Ακόμη περισσότερο, θα βάλει και τη χώρα μας στον φαύλο κύκλο της συγκρότησης κυβερνήσεων «συνεργασίας» ή, ακόμη χειρότερα, «εθνικής σωτηρίας» που θα επιμένουν να εφαρμόζουν μετά τις εκλογές τις πολιτικές που οι πολίτες θα έχουν συντριπτικά απορρίψει στις εκλογές. Μετά θα γίνουμε όντως Γαλλία…

Ότι η κυβέρνηση σκέφτεται με έναν δομικά αντιδημοκρατικό τρόπο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Σε αυτό τουλάχιστον είναι συνεπής. Αυτό, όμως, που χρειάζεται είναι να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της διαμόρφωσης πειστικής εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης με τη σοβαρότητα που του αναλογεί: δηλαδή ως ζήτημα δημοκρατίας και όχι απλώς «πολιτικού παιχνιδιού»

ΠΗΓΗ in.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας