«Δεξιότερα, Κουροπάτκιν!»: Η ΝΔ, το αδιέξοδο της αυτοδυναμίας και τα μετεκλογικά παζάρια της επόμενης μέρας

44
Δημήτρης Τερζής
Κείμενο Δημήτρης Τερζής

Η ΝΔ επιμένει στην αυτοδυναμία. Το επαναλαμβάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, το υπενθυμίζουν τα κυβερνητικά στελέχη και το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να το μετατρέψει σε κεντρικό διακύβευμα των επόμενων εκλογών. Μόνο που ανάμεσα στην πολιτική επιδίωξη και στην πραγματικότητα που ενδέχεται να διαμορφώσει η κάλπη, υπάρχει μια απόσταση την οποία η κυβερνητική παράταξη καλείται αργά ή γρήγορα να καλύψει.

Κι αυτό επειδή το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η ΝΔ αναδειχθεί πρώτο κόμμα στην κάλπη. Είναι αν θα διαθέτει την απαιτούμενη ισχύ να σχηματίσει κυβέρνηση. Εν ολίγοις, η αυτοδυναμία είναι καλή στα λόγια, αλλά προς το παρόν τουλάχιστον και με βάση όλες τις μετρήσεις -ακόμα και τις πιο ευνοϊκές για τη ΝΔ- αποτελεί όνειρο απατηλό. Κατά συνέπεια, του σοβαρού αυτού ερωτήματος έπεται ένα δεύτερο, κρισιμότερο από το πρώτο: με ποιους θα μπορούσε να συνεργαστεί ώστε να σχηματίσει κυβέρνηση.

Τα δύσκολα για τη ΝΔ

Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Η κυβερνητική παράταξη αποκλείει συνεργασίες με πολιτικές δυνάμεις στα δεξιά της. Το ξεκαθάρισε γι’ άλλη μια φορά προχθές ο κυβερνητικός εκπρόσωπος με αφορμή τη δήλωση του βουλευτή της ΝΔ κ. Καράογλου, πως ενδεχομένως θα πρέπει να συνεργαστεί το κόμμα με Βελόπουλο ή Λατινοπούλου, με Αντώνη Σαμαρά ή και το κόμμα «Νίκη» στην περίπτωση μη αυτοδυναμίας στις εκλογές.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο παρελθόν έχει απορρίψει κατηγορηματικά τέτοιου είδους σενάρια ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Στην Πειραιώς πάντως θα έβλεπαν μια ουσιαστική συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ -όπως στην περίοδο της κρίσης. Το ΠΑΣΟΚ από την πλευρά του έχει αποκλείσει τη συμμετοχή του σε κυβέρνηση της ΝΔ, ενθυμούμενο το πολιτικό κόστος εκείνης της περιόδου.

Βέβαια όλα αυτά λέγονται τώρα. Κανείς δεν ξέρει αν θα ισχύουν και το βράδυ των εκλογών και με βάση τα αποτελέσματα. Είναι εύλογο ότι αν επιβεβαιωθούν οι σημερινές προβλέψεις των δημοσκοπήσεων οι πιέσεις που θα ασκηθούν, ειδικά στο ΠΑΣΟΚ θα είναι τεράστιες. Έως τότε βέβαια η ΝΔ διεκδικεί μια αυτοδυναμία την οποία δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη, έχοντας ταυτόχρονα περιορίσει, τουλάχιστον σε επίπεδο δημόσιων δεσμεύσεων, τις εναλλακτικές λύσεις.

Στο τραπέζι και η αλλαγή ηγεσίας

Σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον, οι συζητήσεις για τις μετεκλογικές συνεργασίες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που έχει ανοίξει, έστω και υπό προϋποθέσεις, η συζήτηση για το ενδεχόμενο αλλαγής ηγεσίας στη ΝΔ, εφόσον το εκλογικό αποτέλεσμα για το κυβερνών κόμμα κινηθεί σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Η αναφορά περί ενδεχόμενης αποχώρησης Μητσοτάκη σε περίπτωση που η ΝΔ πέσει στο 25% ή και χαμηλότερα, έχει ανοίξει μια παράπλευρη συζήτηση που έχει άμεση σχέση με την επόμενη μέρα και τη διακυβέρνηση της χώρας.

 

Υπενθυμίζεται ότι πριν λίγες μέρες ο πρωθυπουργός σε συνέντευξή του αναγνώρισε ότι κάθε αρχηγός κρίνεται από το εκλογικό αποτέλεσμα και ότι, εάν η ΝΔ λάμβανε 25%, θα ήταν δικαιολογημένο να τεθεί θέμα ηγεσίας. Βέβαια δεν είπε ότι προτίθεται να παραιτηθεί σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αναγνώρισε, όμως, ότι ένα τόσο χαμηλό ποσοστό θα δημιουργούσε ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης της ηγεσίας του.

Γιατί έκανε αυτή την αναφορά ο κ. Μητσοτάκης; Είναι γνωστό ότι το 25% αποτελεί το κατώτατο όριο για την ενεργοποίηση του εκλογικού μπόνους του πρώτου κόμματος. Με βάση τον ισχύοντα νόμο, το μπόνους ξεκινά από τις 20 έδρες και αυξάνεται σταδιακά όσο ανεβαίνει το ποσοστό, φτάνοντας έως τις 50 έδρες στο 40%. Αν η ΝΔ δεν πιάσει αυτό το ποσοστό και το κοντέρ γράψει 24,9%, αυτόματα αποχαιρετά και το πλεονέκτημα εδρών. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει το ενδεχόμενο να συμβεί το εξής οξύμωρο: η ΝΔ να έχει μεν την πρωτοκαθεδρία, να «χρεωθεί» δε ο Κυριάκος Μητσοτάκης το κακό αποτέλεσμα και την απουσία του μπόνους.

 

Συν τοις άλλοις η ιστορία θα έχει γράψει πως το κόμμα της ΝΔ έχασε 15 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε μια 4ετία, από τις εκλογές του 2023 και μετά. Κάπως έτσι θα εξανεμιστεί και κάθε αφήγημα περί επιτυχίας, σταθερότητας και καλής διακυβέρνησης εκ μέρους του Μαξίμου. Με απλά λόγια ένα τέτοιο άσχημο αποτέλεσμα θα μπορούσε να τροφοδοτήσει πολιτική συζήτηση για την αποτίμηση της κυβερνητικής θητείας.

Τι θα συμβεί τότε; Θα συνεχίσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης να διεκδικεί την πρωθυπουργία; Θα επιλέξει νέα εκλογική αναμέτρηση; Ή θα ανοίξει η συζήτηση για μια διαφορετική κυβερνητική λύση με τη ΝΔ να έχει πρωτεία στην όποια συνεργασία αλλά χωρίς τον ίδιο στο τιμόνι;

Οι όροι της συζήτησης

Μια αλλαγή ηγεσίας στη ΝΔ θα μπορούσε άραγε να μεταβάλει τους όρους της συζήτησης για συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ; Για τη Χαριλάου Τρικούπη, το ενδεχόμενο συμμετοχής σε κυβέρνηση υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη συνδέεται με τις πολιτικές διαφωνίες που έχουν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, μεταξύ άλλων για τις υποκλοπές, τη λειτουργία των θεσμών, το κράτος δικαίου και την οικονομική πολιτική.

Από τη ΔΕΘ ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε ξεκαθαρίσει πως δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο. Επικαλούμενος την ομόφωνη απόφαση του συνεδρίου για αυτόνομη πορεία είχε απαντήσει χαρακτηριστικά: «Η στρατηγική αυτή δεν αλλάζει. Το ΠΑΣΟΚ είναι η προοδευτική απάντηση στη ΝΔ». Κατηγορηματικά έχουν απορρίψει κάτι τέτοιο κι άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ (Χρηστίδης, Δούκας, Τσουκαλάς κλπ.).

Υπάρχει περίπτωση να αντιδράσει η άλλη πλευρά εντός ΠΑΣΟΚ, η οποία ενδεχομένως θα σκεφτόταν μια κάποια συνεργασία; Δεν αποκλείεται, ωστόσο η λογική λέει πως όλα θα κριθούν από το αποτέλεσμα. Και αυτό επειδή  ανάλογα με τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, ακόμη και μια ενδεχόμενη συμφωνία ΝΔ – ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να αποδειχθεί ανεπαρκής για τον σχηματισμό κυβέρνησης, καθιστώντας αναγκαία την αναζήτηση και τρίτου εταίρου.

Δεξιότερα Κουροπάτκιν;

Αναφέραμε πιο πάνω την κατηγορηματική απόρριψη -εκ μέρους του Κυριάκου Μητσοτάκη- της όποιας συνεργασίας με κόμματα στα δεξιά της ΝΔ, όπως η Ελληνική Λύση και η Φωνή Λογικής. Το ίδιο έπραξαν και οι ηγεσίες των εν λόγω κομμάτων με την κα Λατινοπούλου να απορρίπτει κάθε συνεργασία με τη ΝΔ, ακόμα και δίχως τον κ. Μητσοτάκη στο τιμόνι.

Ωστόσο, επειδή η αυτοδυναμία παραμένει το ζητούμενο και οι πιθανές συνεργασίες αποκλείονται η μία μετά την άλλη, τόσο θα επανέρχεται το ερώτημα εάν η παράταξη θα συνεχίσει στην ίδια πορεία ή εάν θα ακουστεί ξανά, από το εσωτερικό της, η γνώριμη προτροπή: Δεξιότερα, Κουροπάτκιν! (σ.σ. Η φράση «Δεξιότερα, Κουροπάτκιν!» αποδίδεται στον Ρώσο στρατηγό Αλεξέι Κουροπάτκιν, που συνδέθηκε με τον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο του 1904-1905. Στην ελληνική πολιτική παράδοση έχει καθιερωθεί ως σκωπτική αναφορά στη διαρκή μετατόπιση προς τα δεξιά).

Και από ποιον θα λάβει χώρα αυτή η προτροπή; Η λογική λέει από εκείνη την πτέρυγα της ΝΔ που αντιμετωπίζει ως πολιτικά συγγενέστερους τους σχηματισμούς στα δεξιά της και θεωρεί ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να αποτελέσουν δυνητικούς κυβερνητικούς εταίρους. Το σενάριο αυτό γίνεται ακόμα πιο πιστευτό για δύο λόγους: ο Μητσοτάκης έχει αν μη τι άλλο καταφέρει στην περίοδο της πρωθυπουργικής του θητείας να ισορροπήσει ανάμεσα στους πρώην σημιτικούς Πασόκους που περιβάλλουν το Μαξίμου, αλλά και στα στελέχη των οποίων το παρελθόν έχει αναφορές στην ακροδεξιά (Πλεύρης, Βορίδης, Γεωργιάδης).

Σε περίπτωση αποχώρησής του από το πεδίο, ο δρόμος ανοίγει για την «υπερδεξιά» πτέρυγα, η οποία συν τοις άλλοις θα επικαλεστεί το φαινόμενο της διαρροής ψηφοφόρων είτε προς ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά, είτε σε έτερους σχηματισμούς που βρίσκονται δεξιά της. Το αφήγημα είναι έτοιμο εξάλλου: Διχαστικός, εμφυλιοπολεμικός λόγος για τους αντιπάλους, κορόνες επιστροφής στις «παραδοσιακές αξίες» για το δεξιό – ακροδεξιό ακροατήριο με αναφορές περί πατριωτισμού, με ολίγον -ή και πολύ ακόμα- από Τραμπ και μπόλικη προπαγάνδα.

Η επόμενη μέρα της ΝΔ

Κάπως έτσι, η επόμενη ημέρα της ΝΔ δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο που θα βρίσκεται στο Μέγαρο Μαξίμου, αλλά και την πολιτική κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η παράταξη. Διότι, εάν η αυτοδυναμία αποδειχθεί ανέφικτη και το ΠΑΣΟΚ επιμείνει στην άρνησή του, οι εισηγήσεις για αναζήτηση συμμάχων στα δεξιά της ΝΔ θα μπορούσαν να επανέλθουν με μεγαλύτερη ένταση.

Μια τέτοια επιλογή, ωστόσο, δεν θα ήταν μια απλή κοινοβουλευτική διευθέτηση. Θα έθετε αναπόφευκτα ζητήματα κυβερνητικού προγράμματος, πολιτικής φυσιογνωμίας και ισορροπιών στο εσωτερικό της ΝΔ. Από το μεταναστευτικό μέχρι τα κοινωνικά δικαιώματα και από την εξωτερική πολιτική μέχρι τη σχέση με την ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά, οι διαφορές θα έπρεπε είτε να γεφυρωθούν, είτε να μετατραπούν σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Με όποιο κόστος κι αν εμπεριέχεται σε κάτι τέτοιο.

ΠΗΓΗ in.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας