Αποκάλυψη: «Καταρρέει» η αμερικανική ναυτική ισχύς – Μόλις ένα από τα 11 αεροπλανοφόρα είναι μάχιμο

175
Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν ένα στρατηγικό κενό που θα μπορούσε να αποδειχθεί επικίνδυνο σε μια μεγάλη πολεμική σύγκρουση.
Μια εικόνα που, εάν επιβεβαιωθεί, προκαλεί σοβαρότατο προβληματισμό για την επιχειρησιακή ικανότητα του αμερικανικού Ναυτικού περιγράφει ο στρατιωτικός αναλυτής Will Schryver: από τα 11 αμερικανικά αεροπλανοφόρα, μόλις ένα φέρεται να είναι πραγματικά διαθέσιμο για πολεμικές επιχειρήσεις.
Σημειωτέον, ο ισχυρισμός του διατυπώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα πολλαπλά μέτωπα και να διατηρήσουν ισχυρή ναυτική παρουσία σε κρίσιμες περιοχές, από την Ερυθρά Θάλασσα και την Αραβική Θάλασσα έως τον Ινδο-Ειρηνικό.
Σύμφωνα με τον Schryver, το «USS Roosevelt» βρίσκεται στο San Diego, ενώ η επιστροφή του από την περιοχή της Χαβάης καθιστά, κατά την εκτίμησή του, εξαιρετικά απίθανη μια ανάπτυξή του στην Αραβική Θάλασσα εντός του 2026.
Την ίδια ώρα, το «USS Bush» φέρεται να αποτελεί σύντομα το μοναδικό αμερικανικό αεροπλανοφόρο που βρίσκεται σε κατάσταση πραγματικής πολεμικής ετοιμότητας στη θάλασσα.
Ο ίδιος προειδοποιεί μάλιστα ότι η εικόνα που παρουσιάζουν ορισμένοι trackers μπορεί να είναι παραπλανητική.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στο «USS George Washington», το οποίο εμφανίζεται ως ενεργό ή αναπτυγμένο σε ορισμένες πηγές, χωρίς αυτό, σύμφωνα με τον Schryver, να σημαίνει ότι διαθέτει πραγματική πολεμική ικανότητα.
«Μην ξεγελιέστε», είναι ουσιαστικά το μήνυμα του αναλυτή: εάν το «USS Lincoln» βρίσκεται πράγματι εκτός επιχειρησιακής δράσης, τότε η αμερικανική ναυτική δύναμη θα διαθέτει μόλις ένα μάχιμο αεροπλανοφόρο από τα 11.

Το «Potemkin» του αμερικανικού Ναυτικού

Ο Schryver αφιερώνει ξεχωριστή αναφορά στο «USS George Washington» (CVN-73), χαρακτηρίζοντάς το ουσιαστικά ένα «χωριό Potemkin», μια δύναμη που μοιάζει επιχειρησιακά διαθέσιμη στα χαρτιά, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορεί να αναλάβει αποστολές αντίστοιχες με εκείνες των αεροπλανοφόρων πρώτης γραμμής.
Το «USS George Washington» τέθηκε σε υπηρεσία στις 4 Ιουλίου 1992 και πραγματοποίησε πολεμικές αποστολές το 2000, το 2002 και το 2004, μεταξύ άλλων εναντίον στόχων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Schryver, η τελευταία του πολεμική αποστολή πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2004.
Έκτοτε, το πλοίο πέρασε από μακρά και προβληματική περίοδο συντήρησης και εκσυγχρονισμού. Το 2017 εισήλθε σε δεξαμενή για εκτεταμένες εργασίες, ενώ χρειάστηκαν περισσότερα από επτά χρόνια έως ότου επιστρέψει στο Yokosuka της Ιαπωνίας, τον Νοέμβριο του 2024.
Για τον Αμερικανό αναλυτή, το γεγονός ότι το αεροπλανοφόρο δεν έχει επιχειρήσει σε πολεμική ζώνη για περισσότερες από δύο δεκαετίες αποτελεί ένδειξη ότι δεν μπορεί να θεωρείται ισοδύναμο με τα αεροπλανοφόρα που αναλαμβάνουν τις πιο απαιτητικές αποστολές.

Ο εφιάλτης των logistics

Το πρόβλημα, σύμφωνα πάντα με τον Schryver, δεν σταματά στα αεροπλανοφόρα.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τα V-22 δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών ανεφοδιασμού ενός αεροπλανοφόρου, ενώ η μεταφορική τους ικανότητα δεν είναι αρκετή για να λύσει το πρόβλημα.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι οι εκτοξευτές VLS των αμερικανικών αντιτορπιλικών δεν μπορούν να επαναφορτιστούν εν πλω.
Αυτό σημαίνει ότι, όταν εξαντληθούν οι διαθέσιμοι πύραυλοι, τα πλοία χρειάζονται πρόσβαση σε κατάλληλη λιμενική εγκατάσταση για τον ανεφοδιασμό τους.
Και εδώ, σύμφωνα με τον ίδιο, εμφανίζεται ένας ακόμη κρίσιμος γεωγραφικός περιορισμός: η πλησιέστερη δυνατότητα ανεφοδιασμού που επικαλείται βρίσκεται στην Κρήτη, ενώ η κατάσταση στην περιοχή Bab el-Mandeb περιπλέκει δραματικά τις θαλάσσιες γραμμές ανεφοδιασμού.
Ιδιαίτερα δραματική είναι η εκτίμηση του Schryver για την ανάπτυξη του CSG-10, του σχηματισμού γύρω από το «USS Bush».
Όπως υποστηρίζει, η δύναμη αναγκάστηκε να κινηθεί γύρω από την Αφρική προκειμένου να φτάσει στην Αραβική Θάλασσα.
Κατά την εκτίμησή του, αυτό θα έπρεπε ήδη να είχε καταστήσει σαφές ότι το αμερικανικό Ναυτικό αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα στη διατήρηση μιας μεγάλης ναυτικής δύναμης στον Ινδικό Ωκεανό και την Αραβική Θάλασσα.
Το ακόμη πιο ανησυχητικό στοιχείο αφορά τα πυρομαχικά.
Ο Schryver υποστηρίζει ότι τα αμερικανικά αντιτορπιλικά μεταφέρουν έναν συνδυασμό πυραύλων αεράμυνας και πυραύλων κρούσης, με προτεραιότητα την προστασία των αεροπλανοφόρων, την άμυνα του Ισραήλ και, στη συνέχεια, την εκτέλεση επιθετικών πληγμάτων.
Και το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι απλό:
Οι διαθέσιμες ποσότητες εξαντλούνται και η αναπλήρωσή τους δεν μπορεί να γίνει εύκολα εν πλω.

Το «USS Ford» και το εφιαλτικό σενάριο

Στο τέλος της ανάλυσής του, ο Schryver συνδέει την εικόνα αυτή με το νεότερο και ακριβότερο αμερικανικό αεροπλανοφόρο, το «USS Gerald R. Ford».
Η αναφορά του είναι ιδιαίτερα αιχμηρή, καθώς υποστηρίζει ότι στο πλοίο υπήρξε σοβαρό περιστατικό κοντά στις ισραηλινές ακτές και χρειάστηκε να επιστρέψει στις ΗΠΑ, ενώ απορρίπτει την εκδοχή ότι επλήγη από ιρανικό πύραυλο.
Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που, όπως και οι υπόλοιπες εκτιμήσεις του Schryver, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με προσοχή και να διασταυρώνεται με επίσημες πληροφορίες.
Εάν όμως η συνολική εικόνα που περιγράφει ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από την απλή διαθεσιμότητα ενός ή δύο πλοίων.
Αν μη τι άλλο, πρόκειται για κρίση επιχειρησιακής διαθεσιμότητας μιας ναυτικής δύναμης που επί δεκαετίες θεωρούνταν ο απόλυτος κυρίαρχος των θαλασσών.
Και το πιο εφιαλτικό σενάριο που περιγράφεται είναι σαφές:
Οι ΗΠΑ διαθέτουν 11 αεροπλανοφόρα στα χαρτιά, αλλά ελάχιστα μπορούν να πολεμήσουν και, σύμφωνα με τον Will Schryver, αυτήν τη στιγμή μόλις ένα.
Εάν μάλιστα τα προβλήματα ανεφοδιασμού, συντήρησης και αναπλήρωσης πυρομαχικών είναι τόσο σοβαρά όσο υποστηρίζει, τότε η αμερικανική ναυτική ισχύς δεν αντιμετωπίζει απλώς μια προσωρινή επιχειρησιακή δυσκολία.
Αντιμετωπίζει ένα στρατηγικό κενό που θα μπορούσε να αποδειχθεί επικίνδυνο σε μια μεγάλη πολεμική σύγκρουση.

Σκληρή ομολογία ήττας: Το Ιράν συνέτριψε τις ΗΠΑ για 6 βασικούς λόγους  

Ένας σημαντικός παράγοντας για τη νίκη του Ιράν επί των ΗΠΑ είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό.
Η σύγκριση ανάμεσα στον σημερινό αμερικανικό στόλο και στο αμερικανικό Ναυτικό της δεκαετίας του 1980 αποκαλύπτει ένα κρίσιμο γεγονός: οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν πλέον ούτε την ίδια αριθμητική υπεροχή ούτε την ίδια επιχειρησιακή άνεση για να επιχειρήσουν στον Περσικό Κόλπο με τον τρόπο που έκαναν σχεδόν τέσσερις δεκαετίες πριν.
Το ερώτημα, επομένως, είναι εύλογο: εφόσον η Ουάσιγκτον θέλει να διατηρήσει ανοικτά τα Στενά του Hormuz και να προστατεύσει την εμπορική ναυσιπλοΐα, γιατί δεν επαναλαμβάνει την τακτική των συνοδειών δεξαμενόπλοιων που εφαρμόστηκε κατά τον λεγόμενο «Πόλεμο των τάνκερ» της δεκαετίας του 1980;
Η απάντηση βρίσκεται σε έξι βασικούς παράγοντες.
Και όλοι τους, με διαφορετικό τρόπο, καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: το Ιράν του 2026 δεν είναι το Ιράν του 1988, ενώ το αμερικανικό Ναυτικό δεν διαθέτει τα 600 πλοία του στόλου της ύστερης περιόδου του Ψυχρού Πολέμου.
Το επιχειρησιακό περιβάλλον έχει αλλάξει ριζικά υπέρ της Τεχεράνης, αποφαίνεται το αμερικανικό περιοδικό National Interest.
Πρόκειται ουσιαστικά για μία σκληρή ομολογία ήττας από ένα περιοδικό, που απηχεί τις πιο επιθετικές τάσεις του αμερικανικού Πενταγώνου.

Από την Operation Earnest Will στη σημερινή πραγματικότητα

Κατά τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ, τόσο η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν όσο και το Ιράκ του Saddam Hussein επιχείρησαν να πλήξουν τις ενεργειακές υποδομές του αντιπάλου, συμπεριλαμβανομένων πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και δεξαμενόπλοιων στον Περσικό Κόλπο.
Όταν ιρανικές επιχειρήσεις άρχισαν να επηρεάζουν δεξαμενόπλοια με σημαία Κουβέιτ, η κυβέρνηση του Ronald Reagan αποφάσισε να περάσει ορισμένα από αυτά υπό αμερικανική σημαία, δημιουργώντας το νομικό και πολιτικό πλαίσιο για τη συνοδεία τους από πολεμικά πλοία των ΗΠΑ.
Η επιχείρηση ονομάστηκε Operation Earnest Will.
Τελικά πέτυχε τον περιορισμένο στόχο της, αλλά όχι χωρίς σοβαρό κόστος και κινδύνους.
Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι ότι τότε οι ΗΠΑ δεν βρίσκονταν σε άμεσο πόλεμο με το Ιράν.
Σήμερα η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική.

tankers.jpg
1. Αυτή τη φορά οι ΗΠΑ είναι άμεσος αντίπαλος του Ιράν

Κατά την Operation Earnest Will, η Τεχεράνη δεν είχε σοβαρό λόγο να προκαλέσει μια γενικευμένη πολεμική αναμέτρηση με τις ΗΠΑ.
Το Ιράν βρισκόταν ήδη εξαντλημένο από έναν πολυετή πόλεμο με το Ιράκ και η στρατηγική λογική επέβαλε να αποφύγει το άνοιγμα ενός δεύτερου μετώπου απέναντι στην ισχυρότερη ναυτική δύναμη του κόσμου.
Σήμερα οι ΗΠΑ δεν λειτουργούν ως τρίτη δύναμη που προστατεύει εμπορικά πλοία.
Βρίσκονται σε άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με την Ισλαμική Δημοκρατία και επιχειρούν σε συνεργασία με το Ισραήλ.
Αυτό αλλάζει τα πάντα.
Για την Τεχεράνη, μια τέτοια σύγκρουση δεν αποτελεί πλέον περιορισμένη διαμάχη για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, αλλά υπόθεση εθνικής επιβίωσης.
Σε έναν πόλεμο όπου το ίδιο το ιρανικό καθεστώς αντιλαμβάνεται ότι απειλείται, η λογική της αυτοσυγκράτησης υποχωρεί.
Η Ισλαμική Δημοκρατία έχει πολύ μεγαλύτερο κίνητρο να χρησιμοποιήσει κάθε διαθέσιμο μέσο για να αυξήσει το κόστος που καλούνται να πληρώσουν οι αντίπαλοί της.
Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά μια αμερικανική επιχείρηση συνοδείας δεξαμενόπλοιων πολύ πιο επικίνδυνη σήμερα.
02_169.jpg

2. Το Ιράν προετοιμαζόταν για δεκαετίες για αυτή τη στιγμή

Η σημαντικότερη ίσως διαφορά είναι η τεράστια στρατιωτική προσαρμογή της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Μετά το τέλος του πολέμου Ιράν–Ιράκ το 1988, η Τεχεράνη είχε έναν εξαιρετικά σαφή λόγο να μελετήσει τον πιθανότερο μελλοντικό αντίπαλό της: τις ΗΠΑ.
Οι επιχειρήσεις «Καταιγίδα της Ερήμου», οι αμερικανικοί πόλεμοι στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν και η μόνιμη στρατιωτική παρουσία της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή προσέφεραν στις ιρανικές Ένοπλες Δυνάμεις και στους Φρουρούς της Επανάστασης δεκαετίες πραγματικών παραδειγμάτων πάνω στα οποία μπορούσαν να βασίσουν τη στρατηγική τους.
Το αποτέλεσμα ήταν μια στρατιωτική δομή σχεδιασμένη όχι για να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ συμμετρικά, αλλά για να καταστήσει μια αμερικανική επίθεση υπερβολικά δαπανηρή.
Το Ιράν επένδυσε σε βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους κατά πλοίων, drones, παράκτια συστήματα, υπόγειες εγκαταστάσεις και αποκεντρωμένα δίκτυα διοίκησης.
Παράλληλα, εκμεταλλεύτηκε τη γεωγραφία του.
Η ορεινή μορφολογία της χώρας επιτρέπει την απόκρυψη στρατιωτικών εγκαταστάσεων και πυραυλικών συστημάτων, ενώ η τεράστια ακτογραμμή κατά μήκος του Περσικού Κόλπου και του Κόλπου του Ομάν προσφέρει αναρίθμητες πιθανές θέσεις ανάπτυξης όπλων.
Αυτή η αποκέντρωση σημαίνει ότι ακόμη και βαριά πλήγματα κατά της κεντρικής διοίκησης δεν εγγυώνται την παράλυση των ιρανικών δυνάμεων.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της Τεχεράνης: δεν χρειάζεται να καταστρέψει δεκάδες εμπορικά πλοία για να επηρεάσει τη ναυσιπλοΐα.
Αρκεί να δημιουργήσει φόβο.
Εάν ένας πλοιοκτήτης ή μια ασφαλιστική εταιρεία θεωρεί ότι υπάρχει σημαντική πιθανότητα ένα δεξαμενόπλοιο να χτυπηθεί από πύραυλο, drone ή νάρκη, το οικονομικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι σχεδόν εξίσου αποτελεσματικό με την πραγματική βύθιση ενός πλοίου.
Η αποτροπή, άλλωστε, λειτουργεί πρωτίστως στο μυαλό του αντιπάλου.

horm_map_1.webp
3. Οι συνοδείες είναι πολύ πιο επικίνδυνες απ’ όσο φαίνονται

Η ιστορία του Περσικού Κόλπου προσφέρει άφθονες προειδοποιήσεις.
Το 1987, το αμερικανικό USS Stark χτυπήθηκε κατά λάθος από ιρακινό μαχητικό αεροσκάφος, με αποτέλεσμα τον θάνατο 37 Αμερικανών ναυτών.
Το 1988, το USS Samuel B. Roberts προσέκρουσε σε θαλάσσια νάρκη και βρέθηκε κοντά στην καταστροφή.
Την ίδια χρονιά, το USS Vincennes κατέρριψε κατά λάθος ιρανικό Airbus, σκοτώνοντας 290 ανθρώπους.
Η Τεχεράνη δεν έχει ξεχάσει αυτό το γεγονός.
Ούτε το αμερικανικό Ναυτικό έχει ξεχάσει πόσο γρήγορα μια περιορισμένη ναυτική επιχείρηση μπορεί να εξελιχθεί σε καταστροφή.
Σήμερα, μάλιστα, οι κίνδυνοι είναι πολύ μεγαλύτεροι.
Οι αμερικανικοί διοικητές γνωρίζουν ότι ένα αντιτορπιλικό Arleigh Burke που εισέρχεται στα στενά ύδατα του Περσικού Κόλπου δεν αντιμετωπίζει απλώς μερικές παλιές νάρκες ή ταχύπλοα.
Αντιμετωπίζει ένα σύνθετο πλέγμα πυραύλων, drones, πιθανών ναρκών, παράκτιων αισθητήρων και μικρών σκαφών.
Ένα τέτοιο περιβάλλον μπορεί να επιβαρύνει ακόμη και προηγμένες άμυνες.

01_187.jpg
4. Το αμερικανικό Ναυτικό είναι μικρότερο και πολύ πιο «βαρύ»

Στη δεκαετία του 1980, οι ΗΠΑ πλησίαζαν τον στόχο ενός στόλου 600 πολεμικών πλοίων.
Σήμερα, σύμφωνα με το αρχικό κείμενο, η δύναμη μάχης βρίσκεται περίπου στα 293 πλοία.
Η διαφορά είναι τεράστια.
Στον πόλεμο, η ποσότητα εξακολουθεί να έχει σημασία.
Ένας στόλος 600 πλοίων μπορεί να χάσει ένα αντιτορπιλικό ή μια φρεγάτα χωρίς να υποστεί δυσανάλογη στρατηγική ζημιά.
Ένας πολύ μικρότερος στόλος πρέπει να υπολογίζει πολύ πιο προσεκτικά κάθε απώλεια.

Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο πρόβλημα.
Ο σημερινός αμερικανικός στόλος είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένος γύρω από πανάκριβα πλοία υψηλής αξίας: πυρηνοκίνητα αεροπλανοφόρα, μεγάλα αντιτορπιλικά Aegis και άλλες πλατφόρμες στις οποίες είναι συγκεντρωμένο τεράστιο ποσοστό της συνολικής μαχητικής ισχύος.
Κατά τη δεκαετία του 1980 υπήρχε πολύ μεγαλύτερος αριθμός μικρότερων φρεγατών, κατάλληλων για αποστολές συνοδείας.
Οι ΗΠΑ μπορούσαν να τις στείλουν σε επικίνδυνα ύδατα χωρίς να διακινδυνεύουν κάθε φορά ένα από τα σημαντικότερα πολεμικά πλοία τους.
Σήμερα αυτή η κατηγορία πλοίων έχει ουσιαστικά αποδυναμωθεί.
Η προσπάθεια δημιουργίας νέας κλάσης φρεγατών συνάντησε επίσης σοβαρά προβλήματα.
Έτσι η Ουάσιγκτον βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο: διαθέτει ορισμένα από τα ισχυρότερα πολεμικά πλοία στον κόσμο, αλλά δεν διαθέτει αρκετά από τα σχετικά φθηνότερα πλοία που θα ήταν ιδανικά για επικίνδυνες επιχειρήσεις συνοδείας μέσα στα Στενά του Hormuz.
Για την Τεχεράνη, αυτή είναι μια εξαιρετικά σημαντική ασυμμετρία.

03_95.jpg
5. Οι νάρκες παραμένουν ο μεγάλος αμερικανικός πονοκέφαλος

Ένας ακόμη τομέας όπου το αμερικανικό Ναυτικό εμφανίζεται ευάλωτο είναι ο ναρκοπόλεμος.
Οι ΗΠΑ παραδοσιακά επένδυαν περισσότερο σε πλατφόρμες υψηλής ισχύος και βασίζονταν σε συμμάχους για εξειδικευμένες αποστολές όπως η εκκαθάριση ναρκών.
Σήμερα, όμως, σύμφωνα με το κείμενο, οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ εμφανίζονται απρόθυμοι να εμπλακούν άμεσα στα Στενά του Hormuz.
Αυτό σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον θα πρέπει να αντιμετωπίσει μόνη της ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία ασύμμετρου πολέμου της Τεχεράνης.
Οι θαλάσσιες νάρκες είναι φθηνές, δύσκολες στον εντοπισμό και μπορούν να προκαλέσουν δυσανάλογη ζημιά.
Ένα όπλο αξίας μερικών χιλιάδων ή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων μπορεί να θέσει εκτός μάχης ένα πολεμικό πλοίο αξίας δισεκατομμυρίων.
Αυτή είναι ακριβώς η λογική πάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί μεγάλο μέρος της ιρανικής στρατηγικής.
Δεν χρειάζεται να υπερισχύσει του αμερικανικού Ναυτικού σε μια κλασική ναυμαχία.
Χρειάζεται να καταστήσει την παρουσία του τόσο επικίνδυνη, τόσο δαπανηρή και τόσο πολιτικά ευαίσθητη ώστε η Ουάσιγκτον να διστάζει να εισέλθει στα στενά ύδατα.
mines.jpg

6. Η αμερικανική ναυπηγική βάση δεν είναι πλέον αυτή του Ψυχρού Πολέμου

Υπάρχει και ένα βαθύτερο στρατηγικό πρόβλημα.
Ένας στόλος δεν είναι μόνο τα πλοία που διαθέτει σήμερα.
Είναι και η ικανότητα μιας χώρας να τα επισκευάζει και να τα αντικαθιστά.
Η αμερικανική ναυπηγική βιομηχανία έχει συρρικνωθεί σημαντικά σε σχέση με τη δεκαετία του 1980.
Ήδη σε καιρό ειρήνης παρατηρούνται καθυστερήσεις στη συντήρηση και στην παράδοση πολεμικών πλοίων.
Σε έναν πραγματικό πόλεμο μεγάλης έντασης, ένα σοβαρά κατεστραμμένο πλοίο ενδέχεται να παραμείνει εκτός μάχης για μήνες ή ακόμη και για το υπόλοιπο της σύγκρουσης.
Αυτό επιβαρύνει δραματικά τον υπολογισμό κινδύνου της αμερικανικής ηγεσίας.
Το Ιράν, αντίθετα, δεν χρειάζεται να καταστρέψει ολόκληρο τον αμερικανικό στόλο.
Χρειάζεται να προκαλέσει αρκετές απώλειες ώστε κάθε επόμενη επιχειρησιακή απόφαση στην Ουάσιγκτον να γίνεται πολιτικά και στρατιωτικά δυσκολότερη.
tanker_2_1.webp

Το μεγάλο δίδαγμα: Tο Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει τις ΗΠΑ στη θάλασσα

Η ουσία της ιρανικής στρατηγικής είναι ακριβώς αυτή.
Η Τεχεράνη δεν έχει ανάγκη να δημιουργήσει έναν στόλο που θα αντιμετωπίσει τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα σε ανοιχτή θάλασσα.
Χρειάζεται απλώς να μετατρέψει τα Στενά του Hormuz και τις ακτές του Περσικού Κόλπου σε χώρο όπου κάθε αμερικανική κίνηση συνοδεύεται από δυσανάλογο ρίσκο.
Πύραυλοι, drones, νάρκες, μικρά σκάφη, υπόγειες εγκαταστάσεις και αποκεντρωμένη διοίκηση υπηρετούν ακριβώς αυτή τη λογική.
Γι’ αυτό και το ιστορικό προηγούμενο της Operation Earnest Will μπορεί να είναι παραπλανητικό.
Η πραγματική σύγκριση δεν δείχνει ότι οι ΗΠΑ μπορούν απλώς να επαναλάβουν όσα έκαναν πριν από 40 χρόνια.
Δείχνει το αντίθετο.
Το Ιράν πέρασε τέσσερις δεκαετίες μελετώντας τον αμερικανικό τρόπο πολέμου και δημιουργώντας ένα στρατιωτικό σύστημα προσαρμοσμένο ακριβώς στις αδυναμίες του.
Την ίδια ώρα, το αμερικανικό Ναυτικό έγινε μικρότερο, ακριβότερο ανά μονάδα, περισσότερο εξαρτημένο από πλοία υψηλής αξίας και λιγότερο άνετο σε επιχειρήσεις μέσα σε περιορισμένα και κορεσμένα από απειλές ύδατα.
Το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον εμφανίζεται απρόθυμη να στείλει τα πολεμικά της πλοία βαθιά μέσα στον Περσικό Κόλπο δεν αποτελεί ένδειξη ιρανικής «υπεροπλίας» με τη συμβατική έννοια.
Αποτελεί όμως κάτι ίσως σημαντικότερο: απόδειξη ότι η στρατηγική αποτροπής της Τεχεράνης λειτουργεί.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να είναι ισχυρότερη από τις ΗΠΑ.
Χρειάζεται μόνο να μπορεί να κάνει την αμερικανική ηγεσία να αναρωτιέται, πριν από κάθε κίνηση στα Στενά του Hormuz, αν το πιθανό κέρδος αξίζει τον κίνδυνο ενός κατεστραμμένου αντιτορπιλικού, δεκάδων νεκρών ναυτών ή μιας ευρύτερης στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Και όσο αυτό το ερώτημα παραμένει αναπάντητο, τόσο η Τεχεράνη διατηρεί ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά της πλεονεκτήματα: την ικανότητα να επιβάλλει κόστος σε μια υπερδύναμη χωρίς να χρειάζεται να την αντιμετωπίσει με τους δικούς της όρους.
why.jpg

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας