Από τον Ορμούζ στην Ερυθρά: Ο Ενεργειακός Κλοιός του Ριάντ

Η Ανσάρ Αλλάχ, η Ερυθρά Θάλασσα και τα γεωπολιτικά όρια της σαουδαραβικής
παράκαμψης του Ορμούζ

Η κρίση στον Περσικό Κόλπο εισέρχεται σε μια φάση όπου το πρόβλημα δεν είναι πλέον
μόνο η λειτουργία του Στενού του Ορμούζ, αλλά η συνολική αξιοπιστία των
εναλλακτικών ενεργειακών διαδρομών. Η Σαουδική Αραβία είχε επενδύσει στον East–
West Pipeline ως στρατηγική παράκαμψης του Ορμούζ, μεταφέροντας πετρέλαιο από τα
ανατολικά κοιτάσματα προς τις εγκαταστάσεις της στην Ερυθρά Θάλασσα. Όμως η
διακοπή της λειτουργίας του αγωγού, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη παρουσία της
Ανσάρ Αλλάχ στις ακτές και στα νησιά της Υεμένης, αποκαλύπτει τα όρια αυτής της
λογικής.
Η ύπαρξη μιας εναλλακτικής υποδομής δεν σημαίνει αυτομάτως και ασφαλή έξοδο προς
τις διεθνείς αγορές. Ο αγωγός μπορεί να παρακάμπτει ένα στενό, αλλά η τελική θαλάσσια
διαδρομή εξακολουθεί να εξαρτάται από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, την Ερυθρά Θάλασσα
και τις δυνάμεις που μπορούν να επηρεάσουν την πρόσβαση σε αυτά. Έτσι, το Ριάντ
βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πρόβλημα: διαθέτει παραγωγική ισχύ,
αλλά δεν ελέγχει πλήρως τις οδούς μέσω των οποίων αυτή μετατρέπεται σε εξαγωγική και
στρατηγική ισχύ.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πότε θα επανεκκινήσει ο East–West
Pipeline, αλλά αν η διαδρομή που οδηγεί πέρα από αυτόν παραμένει πραγματικά
λειτουργική, ασφαλής και πολιτικά ελεγχόμενη.

Ο East–West Pipeline και η ψευδαίσθηση της παράκαμψης
Ο East–West Pipeline σχεδιάστηκε ως η βασική σαουδαραβική απάντηση στην εξάρτηση
από το Στενό του Ορμούζ. Η λογική του είναι απλή: το πετρέλαιο από τα ανατολικά
κοιτάσματα μεταφέρεται μέσω αγωγού προς την Ερυθρά Θάλασσα, ώστε να μπορεί να
διοχετευθεί στις διεθνείς αγορές χωρίς να περάσει από τον Περσικό Κόλπο. Σε επίπεδο
υποδομής, πρόκειται για μια σημαντική στρατηγική επένδυση. Σε επίπεδο γεωπολιτικής,
όμως, η παράκαμψη δεν είναι πλήρης.
Η διακοπή λειτουργίας του αγωγού στις 15 Σεπτεμβρίου ανέδειξε ακριβώς αυτή την
αδυναμία. Πριν από τη διακοπή, η γραμμή φέρεται να μετέφερε περίπου 4 εκατομμύρια
βαρέλια ημερησίως προς τη δυτική ακτή. Η απώλεια αυτής της ροής δεν αποτελεί απλώς
τεχνικό πρόβλημα για την Aramco. Αφαιρεί από το Ριάντ ένα κρίσιμο περιθώριο ελιγμών
σε μια περίοδο κατά την οποία οι διελεύσεις δεξαμενόπλοιων από τον Ορμούζ
περιορίζονται δραστικά και οι αγορές αντιδρούν με άνοδο των τιμών.
Οι αναφορές για επικείμενη επανεκκίνηση του αγωγού παραμένουν αντιφατικές. Υπήρξαν
δηλώσεις περί λειτουργίας «πολύ σύντομα» και ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες για
επαναφορά της παροχής σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, η απουσία σαφούς σαουδαραβικής
επιβεβαίωσης, σε συνδυασμό με εικόνες που φέρονται να δείχνουν σοβαρές ζημιές σε
αντλιοστάσιο, επιβάλλει προσοχή. Άλλωστε, ακόμη και η αποκατάσταση της άντλησης
δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αποκατάσταση των εξαγωγών.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στη δυτική έξοδο. Για να λειτουργήσει ο αγωγός ως
πραγματική εναλλακτική, πρέπει να είναι διαθέσιμες όχι μόνο οι σωληνώσεις και τα
αντλιοστάσια, αλλά και οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης, φόρτωσης και η θαλάσσια
διαδρομή προς την Ερυθρά. Εάν οποιοσδήποτε από αυτούς τους κρίκους έχει υποστεί
ζημιές ή βρίσκεται υπό απειλή, η «παράκαμψη του Ορμούζ» παραμένει περισσότερο
θεωρητική δυνατότητα παρά ασφαλής στρατηγική επιλογή.
Η κρίση, επομένως, δεν αποκαλύπτει την ανεπάρκεια της σαουδαραβικής παραγωγικής
ικανότητας. Αποκαλύπτει τα όρια της μετατροπής της παραγωγής σε πραγματική,
προστατευμένη και απρόσκοπτη εξαγωγική ισχύ.

Η Ανσάρ Αλλάχ και η νέα γεωγραφία του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ
Η πραγματική αδυναμία της σαουδαραβικής παράκαμψης δεν βρίσκεται αποκλειστικά
στον ίδιο τον East–West Pipeline, αλλά στη θαλάσσια έξοδο που ακολουθεί. Το πετρέλαιο
που φτάνει στην Ερυθρά Θάλασσα πρέπει να περάσει από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, το
στενό πέρασμα που συνδέει την Ερυθρά με τον Ινδικό Ωκεανό. Εκεί, η γεωγραφία
λειτουργεί υπέρ της Ανσάρ Αλλάχ.
Οι αναφορές για την εδραίωση της οργάνωσης σε παράκτιες περιοχές της δυτικής
Υεμένης, καθώς και για παρουσία ή κινητικότητα σε νησιά όπως το Περίμ, τα Χανίς και
το Καμαράν, δημιουργούν μια διαφορετική εικόνα από εκείνη μιας δύναμης που απλώς

επιχειρεί από την ενδοχώρα. Δεν απαιτείται πλήρης έλεγχος και των δύο ακτών του στενού
για να καταστεί μια θαλάσσια διαδρομή επισφαλής. Αρκεί η δυνατότητα αξιόπιστης
στοχοποίησης πλοίων, η ύπαρξη κατάλληλων μέσων επιτήρησης και πυραυλικής δράσης,
καθώς και η πολιτική βούληση να χρησιμοποιηθούν.
Το Περίμ βρίσκεται κοντά στο στενότερο σημείο του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και έχει
ιδιαίτερη επιχειρησιακή σημασία. Τα νησιά Χανίς επηρεάζουν τις βόρειες προσεγγίσεις,
ενώ το Καμαράν συνδέεται γεωγραφικά με τη θαλάσσια ζώνη μπροστά από τη Χοντέιντα
και το Σαλίφ. Η συνδυασμένη παρουσία σε τέτοιες θέσεις δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πλήρη
ναυτικό αποκλεισμό. Σημαίνει όμως ότι κάθε εμπορική διέλευση μπορεί να απαιτεί
αυξημένη συνοδεία, επιτήρηση, εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και διαρκή στρατιωτική
κάλυψη.
Αυτό μετατρέπει την επανεκκίνηση του σαουδαραβικού αγωγού από τεχνικό ζήτημα σε
σύνθετη στρατιωτικοπολιτική επιχείρηση. Ακόμη και αν η άντληση αποκατασταθεί, η
ασφαλής μεταφορά του πετρελαίου προς τις διεθνείς αγορές θα εξαρτάται από το κατά
πόσο η Ερυθρά Θάλασσα και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ παραμένουν διαχειρίσιμα. Η Ανσάρ
Αλλάχ δεν χρειάζεται να κλείσει απόλυτα τη δίοδο. Αρκεί να αυξήσει το κόστος, την
αβεβαιότητα και τον κίνδυνο σε τέτοιο βαθμό ώστε η εναλλακτική διαδρομή να χάσει το
στρατηγικό της πλεονέκτημα.

Η Σαουδική Αραβία παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο εξόδους
Η στρατηγική θέση της Σαουδικής Αραβίας αποδεικνύεται πλέον πιο ευάλωτη απ’ όσο
υποδήλωνε το μέγεθος της παραγωγικής και οικονομικής της ισχύος. Η χώρα διαθέτει δύο
βασικές θαλάσσιες κατευθύνσεις εξαγωγής: την ανατολική έξοδο μέσω του Περσικού
Κόλπου και του Ορμούζ, και τη δυτική έξοδο μέσω της Ερυθράς Θάλασσας και του
Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Θεωρητικά, η ύπαρξη δύο διαδρομών μειώνει την εξάρτηση από ένα
μόνο σημείο ασφυξίας. Στην πράξη, όμως, και οι δύο έξοδοι συνδέονται με γεωπολιτικούς
παράγοντες που το Ριάντ δεν ελέγχει πλήρως.
Στα ανατολικά, το Ιράν διαθέτει άμεση γεωγραφική εγγύτητα, πυραυλικές και ναυτικές
δυνατότητες, καθώς και τη δυνατότητα να επηρεάζει το επίπεδο κινδύνου για κάθε πλοίο
που επιχειρεί να διέλθει από το Ορμούζ. Στα δυτικά, η Ανσάρ Αλλάχ λειτουργεί ως
έμμεσος αλλά ουσιαστικός παράγοντας ελέγχου της θαλάσσιας πρόσβασης. Η διασύνδεση
των δύο κρίσεων δημιουργεί μια στρατηγική συμμετρία: η Σαουδική Αραβία μπορεί να
παράγει πετρέλαιο, αλλά η δυνατότητά της να το εξάγει εξαρτάται από δύο διαφορετικά
μέτωπα, τα οποία συνδέονται πολιτικά και επιχειρησιακά με το ευρύτερο ιρανικό
περιφερειακό δίκτυο.
Αυτό είναι το πραγματικό γεωπολιτικό βάρος της υπόθεσης. Δεν πρόκειται απλώς για
προσωρινή διακοπή ενός αγωγού ή για περιορισμένη ναυτιλιακή ανασφάλεια. Πρόκειται
για την αποκάλυψη ότι η ενεργειακή ισχύς δεν μετριέται μόνο σε αποθέματα, παραγωγή
και εγκαταστάσεις. Μετριέται και από τον βαθμό ελέγχου των διαδρομών που επιτρέπουν
την έξοδο προς την παγκόσμια αγορά.
Το Ριάντ βρίσκεται έτσι ανάμεσα σε δύο εξόδους, χωρίς να διαθέτει απόλυτη κυριαρχία σε
καμία. Η ανατολική οδός εξαρτάται από την ισορροπία με το Ιράν, ενώ η δυτική από την
ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας και τη συμπεριφορά της Ανσάρ Αλλάχ. Η υποτιθέμενη

στρατηγική αυτονομία μετατρέπεται σε εξάρτηση από εξωτερικές δυνάμεις, περιφερειακές
ισορροπίες και διαπραγματεύσεις που το Ριάντ δεν μπορεί να καθορίσει μονομερώς.

Το Ορμούζ ως εργαλείο γεωπολιτικής αναδιάταξης

Το Ορμούζ δεν αποτελεί απλώς ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα από το οποίο διέρχεται
μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής ροής. Αποτελεί έναν από τους βασικούς γεωπολιτικούς
μεντεσέδες του διεθνούς συστήματος, καθώς συνδέει την παραγωγική καρδιά του
Περσικού Κόλπου με τις αγορές της Ασίας, της Ευρώπης και, έμμεσα, της παγκόσμιας
οικονομίας. Ο έλεγχος της λειτουργίας του δεν αφορά μόνο την κυκλοφορία πλοίων, αλλά
την ικανότητα ενός κράτους να επηρεάζει το κόστος, τον χρόνο και τους όρους πρόσβασης
στην ενέργεια.
Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να επιδιώξει έναν απόλυτο και μόνιμο αποκλεισμό. Ένας
τέτοιος αποκλεισμός θα μπορούσε να προκαλέσει ευρεία διεθνή στρατιωτική αντίδραση
και να περιορίσει τα ίδια τα ιρανικά περιθώρια ελιγμών. Πολύ αποτελεσματικότερη είναι η
στρατηγική της ελεγχόμενης αβεβαιότητας: περιορισμένες διελεύσεις, επιλεκτική πίεση,
αυξημένος κίνδυνος και διαρκής υπενθύμιση ότι η ομαλή ναυσιπλοΐα δεν είναι πλέον
ανεξάρτητη από τις πολιτικές σχέσεις με το Ιράν.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Ορμούζ μετατρέπεται από ουδέτερη εμπορική υποδομή σε
μηχανισμό πολιτικής διαπραγμάτευσης. Η ενεργειακή ροή δεν διακόπτεται κατ’ ανάγκη
ολοκληρωτικά, αλλά παύει να θεωρείται αυτονόητη. Η Τεχεράνη αποκτά τη δυνατότητα
να ρυθμίζει την ένταση της πίεσης ανάλογα με τις εξελίξεις στο στρατιωτικό, διπλωματικό
και περιφερειακό πεδίο.
Οι επαφές με το Ομάν εντάσσονται σε αυτή τη λογική. Το Μουσκάτ λειτουργεί ως
ενδιάμεσος δίαυλος, μέσω του οποίου μπορεί να διαμορφωθεί ένας προσωρινός
μηχανισμός ασφαλούς διέλευσης χωρίς να αναγνωρίζεται πλήρης επιστροφή στο
προηγούμενο καθεστώς. Η άρνηση του Μπαχρέιν να συμμετάσχει καταδεικνύει
ταυτόχρονα ότι το αραβικό στρατόπεδο δεν διαθέτει ενιαία στρατηγική. Οι περιφερειακές
μοναρχίες δεν αντιλαμβάνονται όλες με τον ίδιο τρόπο ούτε την απειλή ούτε τα όρια της
συνεννόησης με την Τεχεράνη.
Το ουσιαστικό αποτέλεσμα είναι η μεταβολή της σχέσης μεταξύ στρατιωτικής ισχύος και
γεωγραφίας. Η αμερικανική παρουσία μπορεί να αυξήσει το κόστος μιας ιρανικής
επιχείρησης, αλλά δεν μπορεί να καταργήσει το πλεονέκτημα της εγγύτητας, της τοπικής
γνώσης και της δυνατότητας κλιμάκωσης από την πλευρά του Ιράν. Το Ορμούζ, συνεπώς,
δεν είναι πλέον απλώς μια δίοδος που προστατεύεται από τον αμερικανικό στόλο. Είναι
ένας γεωπολιτικός μοχλός, μέσω του οποίου η Τεχεράνη επαναφέρει τη γεωγραφία στο
κέντρο της διεθνούς ισορροπίας ισχύος.

Το αυξανόμενο κόστος της αμερικανικής προστασίας
Η κρίση στον Κόλπο αποκαλύπτει ταυτόχρονα και μια δεύτερη πραγματικότητα: η
αμερικανική στρατιωτική παρουσία εξακολουθεί να είναι σημαντική, αλλά δεν λειτουργεί
πλέον με το ίδιο επίπεδο ελευθερίας και αποτρεπτικής αποτελεσματικότητας που
χαρακτήριζε τις προηγούμενες δεκαετίες.
Οι επιθέσεις και οι ζημιές σε αμερικανικές εγκαταστάσεις στην περιοχή, ακόμη και όταν
δεν οδηγούν σε πλήρη διακοπή της λειτουργίας τους, μεταβάλλουν το επιχειρησιακό
περιβάλλον. Οι βάσεις συνεχίζουν να λειτουργούν, όμως απαιτούν αυξημένη
αντιαεροπορική προστασία, διασπορά μέσων, ενισχυμένα μέτρα ασφαλείας και
μεγαλύτερη κατανάλωση στρατιωτικών πόρων. Η αποτροπή δεν εξαφανίζεται, αλλά
γίνεται ακριβότερη και λιγότερο ευέλικτη.
Αυτό έχει άμεση γεωπολιτική σημασία. Η αμερικανική ισχύς στον Κόλπο βασίστηκε επί
δεκαετίες στην υπόθεση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να προστατεύουν
ταυτόχρονα τις ενεργειακές ροές, τις βάσεις τους και τους συμμάχους τους, διατηρώντας
την πρωτοβουλία των κινήσεων. Όταν όμως κάθε στρατιωτική εγκατάσταση μπορεί να
δεχθεί πλήγμα και κάθε ναυτική επιχείρηση απαιτεί αυξημένη κάλυψη, η περιφερειακή
παρουσία μετατρέπεται από εργαλείο ελέγχου σε μηχανισμό διαχείρισης κινδύνου.
Η διαφορά είναι κρίσιμη. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει συντριπτικά
μεγαλύτερες υλικές δυνατότητες από οποιονδήποτε περιφερειακό αντίπαλο. Ωστόσο, η
ασυμμετρία δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των πλοίων, των αεροσκαφών ή των
βάσεων. Μετριέται και από το κόστος που απαιτείται για να διατηρηθεί η παρουσία,
καθώς και από την ικανότητα του αντιπάλου να επιβάλλει διαρκή πίεση με πολύ
μικρότερους πόρους.
Το αποτέλεσμα δεν είναι η άμεση κατάρρευση της αμερικανικής παρουσίας, αλλά η
σταδιακή υποχώρηση της απόλυτης βεβαιότητας ότι ο Κόλπος μπορεί να παραμένει υπό
μονομερή εξωπεριφερειακή διαχείριση. Η στρατιωτική ισχύς παραμένει, όμως η πολιτική
της αποτελεσματικότητα εξαρτάται ολοένα περισσότερο από διαπραγματεύσεις,
περιφερειακές ισορροπίες και την αποδοχή ότι το Ιράν αποτελεί αναπόφευκτο παράγοντα
της αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
Η εποχή της αποκλειστικής αμερικανικής ρύθμισης δεν έχει τερματιστεί πλήρως. Έχει
όμως πάψει να θεωρείται αυτονόητη.

Η ενεργειακή κρίση ως γεωπολιτικός πολλαπλασιαστής
Η διατάραξη των ενεργειακών ροών δεν περιορίζεται στις αγορές πετρελαίου. Η ενέργεια
αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία λειτουργεί ολόκληρη η βιομηχανική και κοινωνική
δομή των σύγχρονων κρατών. Όταν η μεταφορά αργού, diesel και αεροπορικών καυσίμων
γίνεται αβέβαιη, οι επιπτώσεις μεταφέρονται άμεσα στις μεταφορές, στη γεωργία, στη
βιομηχανία, στα διυλιστήρια και τελικά στο κόστος ζωής.
Η άνοδος των τιμών δεν είναι, επομένως, απλώς οικονομικός δείκτης. Αποτελεί μηχανισμό
ανακατανομής ισχύος. Τα κράτη με περιορισμένη ενεργειακή αυτάρκεια υποχρεώνονται
να καταναλώνουν μεγαλύτερο μέρος των αποθεμάτων τους για να διατηρήσουν την ίδια
παραγωγική δραστηριότητα. Οι κυβερνήσεις καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στη

διατήρηση της αγοράς, στην επιδότηση της κατανάλωσης και στη χρήση στρατηγικών
αποθεμάτων. Κάθε επιλογή μεταφέρει το κόστος στο επόμενο επίπεδο.
Η ιδέα ότι τα αποθέματα μπορούν να καλύψουν μακροχρόνια μια διακοπή είναι
παραπλανητική. Τα αποθέματα αγοράζουν χρόνο, δεν αποκαθιστούν τις υποδομές ούτε
εξασφαλίζουν τη θαλάσσια μεταφορά. Ακόμη και μια συμφωνία σταδιακής
απελευθέρωσης δεξαμενόπλοιων θα απαιτούσε εβδομάδες μέχρι να μετατραπεί σε
πραγματικές ποσότητες πετρελαίου στις αγορές. Η ενεργειακή κρίση λειτουργεί με
χρονική υστέρηση, γεγονός που καθιστά τις άμεσες πολιτικές αποφάσεις ακόμη πιο
δύσκολες.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ενεργειακή εξάρτηση παύει να είναι απλώς οικονομικό
μειονέκτημα και μετατρέπεται σε γεωπολιτική ευπάθεια. Η δυνατότητα ενός
περιφερειακού παράγοντα να επηρεάζει τις εξαγωγές μιας μεγάλης πετρελαιοπαραγωγού
χώρας, να αυξάνει το κόστος ναυσιπλοΐας και να προκαλεί αβεβαιότητα στις αγορές,
πολλαπλασιάζει την επιρροή του πολύ πέρα από το στρατιωτικό του μέγεθος.
Το σημαντικότερο είναι ότι η κρίση αποκαλύπτει την αλληλεξάρτηση των δύο θαλάσσιων
θεάτρων. Το Ορμούζ, η Ερυθρά Θάλασσα και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ δεν αποτελούν
ξεχωριστές τοπικές κρίσεις. Συνθέτουν ένα ενιαίο γεωοικονομικό σύστημα, του οποίου η
διατάραξη επηρεάζει ταυτόχρονα την παραγωγή, τη μεταφορά, την ασφάλιση, τις τιμές και
τη στρατηγική συμπεριφορά των κρατών.
Η ενέργεια γίνεται έτσι όχι μόνο εμπόρευμα, αλλά μέσο άσκησης γεωπολιτικής πίεσης.
Και η κρίση δείχνει ότι στον πολυπολικό κόσμο η ισχύς δεν ανήκει αποκλειστικά σε
εκείνον που διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα ή τον ισχυρότερο στόλο, αλλά και σε
εκείνον που μπορεί να επηρεάσει τις διαδρομές, τους χρόνους και το κόστος με τα οποία η
ενέργεια φτάνει στον τελικό αποδέκτη.

Η απώλεια της βεβαιότητας και η νέα γεωπολιτική ισορροπία
Το βαθύτερο αποτέλεσμα της κρίσης δεν είναι μόνο η άνοδος των τιμών ή η προσωρινή
διατάραξη των ενεργειακών ροών. Είναι η απώλεια της βεβαιότητας πάνω στην οποία
στηρίχθηκε η περιφερειακή τάξη της Μέσης Ανατολής μετά το τέλος του Ψυχρού
Πολέμου. Η υπόθεση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να εγγυώνται ταυτόχρονα την
ασφάλεια των μοναρχιών, την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, τη λειτουργία των ενεργειακών
υποδομών και την πολιτική σταθερότητα, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αυτονόητη.
Η Τεχεράνη αξιοποιεί αυτή την αβεβαιότητα σε πολλαπλά επίπεδα. Ο Ορμούζ λειτουργεί
ως άμεσος γεωγραφικός μοχλός, η Ανσάρ Αλλάχ ως έμμεσος παράγοντας πίεσης στη
δυτική έξοδο της Σαουδικής Αραβίας, ενώ η αβεβαιότητα γύρω από το πυρηνικό
πρόγραμμα προσθέτει ένα επίπεδο στρατηγικής αποτροπής. Η απουσία πλήρους διεθνούς
επιτήρησης δεν αποδεικνύει από μόνη της την ύπαρξη πυρηνικού όπλου, δημιουργεί όμως
ένα περιβάλλον στο οποίο οι αντίπαλοι υποχρεώνονται να σχεδιάζουν με βάση το
χειρότερο πιθανό σενάριο.
Παράλληλα, η ενίσχυση των οικονομικών και ενεργειακών δεσμών του Ιράν με τη Ρωσία
και άλλους μη δυτικούς εταίρους περιορίζει την αποτελεσματικότητα της λογικής των
κυρώσεων ως απόλυτου μηχανισμού απομόνωσης. Οι εναλλακτικοί διακανονισμοί, τα
εθνικά νομίσματα, οι ενεργειακές ανταλλαγές και οι παράλληλοι χρηματοπιστωτικοί

μηχανισμοί δεν καταργούν το κόστος των κυρώσεων, αλλά μετατρέπουν την οικονομική
πίεση από άμεσο διακόπτη σε μακροχρόνιο αγώνα αντοχής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί ένα ενιαίο και συμπαγές αντιδυτικό μπλοκ. Οι
BRICS εξακολουθούν να αποτελούν ανομοιογενή σχηματισμό με διαφορετικά
συμφέροντα και αντιλήψεις. Ωστόσο, η σταδιακή θεσμική και οικονομική σύγκλιση
κρατών που επιδιώκουν μεγαλύτερη αυτονομία από το δυτικό χρηματοπιστωτικό και
στρατηγικό σύστημα δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η αμερικανική πίεση δεν παράγει
πλέον τα ίδια αποτελέσματα με το παρελθόν.
Χρειάζεται, πάντως, αυστηρή διάκριση ανάμεσα στα επιβεβαιωμένα δεδομένα, στις
ισχυρές ενδείξεις και στις ανεπιβεβαίωτες αναφορές. Επιβεβαιωμένη είναι η σοβαρή
διατάραξη των ενεργειακών διαδρομών και η αύξηση του κόστους προστασίας τους.
Ισχυρές είναι οι ενδείξεις ότι η Ανσάρ Αλλάχ έχει αποκτήσει ουσιαστική δυνατότητα
πίεσης στη δυτική έξοδο της Σαουδικής Αραβίας. Αντίθετα, οι πληροφορίες για πλήρη
αποκατάσταση του αγωγού, εσωτερικές αναταράξεις στο Ριάντ, εκτεταμένη πακιστανική
στρατιωτική εμπλοκή ή συγκεκριμένες απώλειες παραμένουν λιγότερο ασφαλείς.
Η συνολική εικόνα δεν παραπέμπει σε άμεση κατάρρευση της αμερικανικής ή
σαουδαραβικής ισχύος. Παραπέμπει σε κάτι πιο ουσιαστικό: στη σταδιακή απώλεια του
μονοπωλίου πάνω στους όρους της περιφερειακής τάξης. Η γεωγραφία, οι τοπικές
δυνάμεις, οι ασύμμετρες δυνατότητες και τα εναλλακτικά οικονομικά δίκτυα περιορίζουν
την ελευθερία κινήσεων των εξωπεριφερειακών δυνάμεων.
Ο Περσικός Κόλπος και η Ερυθρά Θάλασσα δεν αποτελούν πλέον δύο ξεχωριστά μέτωπα.
Συνθέτουν έναν ενιαίο γεωπολιτικό χώρο, στον οποίο η ενέργεια, η ναυσιπλοΐα, η
στρατιωτική αποτροπή και η οικονομική κυριαρχία συνδέονται άμεσα. Το Ριάντ μπορεί να
διαθέτει τεράστια αποθέματα και η Ουάσιγκτον να διατηρεί ισχυρές στρατιωτικές
υποδομές. Αυτό όμως δεν αρκεί για να εξασφαλίσει τον απόλυτο έλεγχο των διαδρομών.
Η νέα πραγματικότητα είναι ότι η ισχύς δεν κρίνεται πλέον μόνο από το ποιος διαθέτει τα
περισσότερα μέσα, αλλά από το ποιος μπορεί να επιβάλλει κόστος, να δημιουργεί
αβεβαιότητα και να μετατρέπει τη γεωγραφία σε πολιτικό πλεονέκτημα. Σε αυτό ακριβώς
το επίπεδο συντελείται η βαθύτερη μετατόπιση της περιφερειακής ισορροπίας.

Από την παράκαμψη στην ανατροπή των συσχετισμών
Η υπόθεση του East–West Pipeline αποκαλύπτει ένα ευρύτερο στρατηγικό παράδοξο. Η
Σαουδική Αραβία επιχείρησε να μειώσει την εξάρτησή της από το Ορμούζ μέσω μιας
τεχνικής και ενεργειακής λύσης, όμως η γεωγραφία μετέφερε το πρόβλημα σε ένα άλλο
σημείο ασφυξίας. Η παράκαμψη ενός στενού δεν ισοδυναμεί με απελευθέρωση από το
γεωπολιτικό περιβάλλον που το περιβάλλει.
Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της μεταβατικής εποχής. Οι μεγάλες δυνάμεις
και οι περιφερειακοί παίκτες επενδύουν σε υποδομές, βάσεις, αγωγούς και εναλλακτικές
διαδρομές, προσπαθώντας να αποκτήσουν στρατηγική αυτονομία. Όμως κάθε υποδομή
εντάσσεται σε έναν ευρύτερο χώρο ισχύος. Ο αγωγός εξαρτάται από τα αντλιοστάσια, τα
αντλιοστάσια από την προστασία, η προστασία από τις θαλάσσιες εξόδους και οι έξοδοι
από τους περιφερειακούς συσχετισμούς.

Η Ανσάρ Αλλάχ, ανεξάρτητα από την τελική έκταση των επιχειρησιακών της
δυνατοτήτων, έχει καταφέρει να καταστήσει σαφές ότι ένας μη κρατικός περιφερειακός
παράγοντας μπορεί να επηρεάζει την παγκόσμια ενεργειακή αλυσίδα χωρίς να διαθέτει
αντίστοιχη οικονομική ή συμβατική στρατιωτική ισχύ. Το Ιράν, από την πλευρά του,
αξιοποιεί τη γεωγραφική του θέση και τα περιφερειακά του δίκτυα ώστε να μετατρέπει την
πίεση σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι οι υποδομές είναι άχρηστες ή ότι η αμερικανική ισχύς έχει
εξαφανιστεί. Είναι ότι καμία τεχνική λύση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη γεωπολιτική
πραγματικότητα. Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς διαχέεται, οι διαδρομές ενέργειας δεν
προστατεύονται μόνο με επενδύσεις και στρατιωτικές συνοδείες. Προστατεύονται μέσω
ισορροπιών, συμφωνιών, περιφερειακής νομιμοποίησης και ελέγχου των κρίσιμων
γεωγραφικών κόμβων.
Ο East–West Pipeline σχεδιάστηκε για να παρακάμψει το Ορμούζ. Η κρίση έδειξε ότι το
πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ποτέ μόνο του Ορμούζ. Ήταν η αδυναμία οποιασδήποτε
δύναμης να ελέγξει μονομερώς ολόκληρη την αλυσίδα από την παραγωγή έως την
παγκόσμια αγορά.

Το τέλος της ψευδαίσθησης του ελέγχου
Η κρίση γύρω από τον East–West Pipeline δεν απέδειξε ότι η Σαουδική Αραβία στερείται
πετρελαίου ή ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες στερούνται στρατιωτικής ισχύος. Απέδειξε κάτι
βαθύτερο: ότι καμία από τις δύο δυνάμεις δεν ελέγχει πλέον με απόλυτους όρους τον
γεωπολιτικό χώρο από τον οποίο εξαρτάται η λειτουργία του συστήματος.
Το Ριάντ μπορεί να κατασκευάζει αγωγούς, να αυξάνει την παραγωγή και να επενδύει σε
τεχνολογικά προηγμένες υποδομές. Όμως δεν μπορεί να διατάξει τη γεωγραφία να
υπακούσει. Η δυτική του έξοδος περνά από μια θαλάσσια ζώνη όπου η Ανσάρ Αλλάχ έχει
τη δυνατότητα να επιβάλλει κόστος, ενώ η ανατολική του έξοδος παραμένει εκτεθειμένη
στη στρατηγική θέση του Ιράν. Η υποτιθέμενη «ενεργειακή αυτονομία» αποδεικνύεται
έτσι περιορισμένη: η παραγωγή βρίσκεται υπό σαουδαραβικό έλεγχο, αλλά η πρόσβαση
στις αγορές εξαρτάται από συσχετισμούς που βρίσκονται έξω από αυτόν.
Το ίδιο ισχύει και για την αμερικανική παρουσία. Οι βάσεις, οι στόλοι και τα συστήματα
αεράμυνας εξακολουθούν να προσφέρουν ισχύ, αλλά δεν μπορούν να εξαφανίσουν τις
ασύμμετρες δυνατότητες των περιφερειακών αντιπάλων ούτε να επαναφέρουν μονομερώς
την παλιά τάξη πραγμάτων. Η Ουάσιγκτον δεν χάνει αναγκαστικά την παρουσία της.
Χάνει, όμως, σταδιακά την αποκλειστικότητα με την οποία όριζε τους κανόνες
λειτουργίας της περιοχής.
Αυτό είναι το πραγματικό γεωπολιτικό μήνυμα της κρίσης. Η εποχή κατά την οποία οι
θαλάσσιες οδοί, οι ενεργειακές ροές και οι περιφερειακές ισορροπίες μπορούσαν να
αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα εξωπεριφερειακής διαχείρισης υποχωρεί. Η ισχύς
επιστρέφει στη γεωγραφία, στους τοπικούς παράγοντες και στην ικανότητα επιβολής
κόστους.
Ο East–West Pipeline δεν κατέρρευσε ως τεχνική ιδέα. Κατέρρευσε ως στρατηγική
ψευδαίσθηση: η αντίληψη ότι ένας αγωγός μπορεί να παρακάμψει τη γεωπολιτική. Δεν
μπορεί. Γιατί το πετρέλαιο μπορεί να αλλάξει διαδρομή, αλλά η ισχύς εξακολουθεί να

συγκεντρώνεται στα στενά, στα νησιά, στις ακτές και στους παράγοντες που ελέγχουν την
έξοδο προς τη θάλασσα.
Και αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τη σημερινή κρίση κάτι περισσότερο από μια
ενεργειακή αναστάτωση. Είναι ένδειξη ότι η μονοπολική διαχείριση του ευρασιατικού
περιβάλλοντος εισέρχεται σε φάση δομικών περιορισμών.

Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας