Σάββατο, 31 Οκτ 2026

Ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ : Η Ευρώπη δεν «σώζεται» από μια ήττα του Τραμπ

182
USA POLITICS PARTIES TRUMP RALLY

Μια νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ θα μπορούσε να περιορίσει την πολιτική ισχύ του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά δεν θα αποκαθιστούσε αυτομάτως τις σχέσεις Ουάσιγκτον και Βρυξελλών.

Αντίθετα, ενδεχομένως να δημιουργούσε μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση ασφάλειας στην Ευρώπη, την ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος θα εξακολουθούσε να διαθέτει σημαντικά περιθώρια κινήσεων στην εξωτερική πολιτική.

Δύο αναλύσεις για τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα – ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια, η στήριξη της Ουκρανίας και η οικονομική σταθερότητα της ΕΕ δεν μπορούν πλέον να εξαρτώνται από το ποιο κόμμα ελέγχει το αμερικανικό Κογκρέσο.

Οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές συνήθως προσελκύουν μικρότερο ενδιαφέρον από τις προεδρικές. Αυτή τη φορά, ωστόσο, η σημασία τους ξεπερνά κατά πολύ την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση.

Για την Ευρώπη, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει τους συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον, χωρίς απαραίτητα να αλλάξει την κατεύθυνση της αμερικανικής πολιτικής.

Οι δημοσκοπήσεις που επικαλείται το Al Jazeera εμφανίζουν τους Δημοκρατικούς να προηγούνται κατά περίπου οκτώ ποσοστιαίες μονάδες, ενισχύοντας το ενδεχόμενο απώλειας τουλάχιστον ενός νομοθετικού σώματος από τους Ρεπουμπλικανούς.

Υπενθυμίζουμε ότι, σε εθνικό επίπεδο (εκτός των Πολιτειακών νομοθετικών σωμάτων), οι εκλογές κρίνουν τον έλεγχο του Κογκρέσου των ΗΠΑ, το οποίο αποτελείται από δύο σώματα: την Βουλή των Αντιπροσώπων (House of Representatives), η οποία αναδιοργανώνεται πλήρως, καθώς εκλέγονται εκ νέου και τα 435 μέλη της, και η Γερουσία (Senate), η οποία ανανεώνεται κατά το ένα τρίτο περίπου, με 35 από τις 100 έδρες να τίθενται προς εκλογή.

Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο πόσες έδρες θα χάσει ο Τραμπ. Είναι τι θα μπορεί να κάνει στη συνέχεια – και πόσο προετοιμασμένη – είναι η Ευρώπη να αντιμετωπίσει τις επιλογές του.

Τρεις εκλογικές εκβάσεις, ένας πρόεδρος με ισχυρές εξουσίες

Η πρώτη ανάλυση, με τίτλο US midterms: what a new Congress could – and could not – change for Europe, και η οποία δημοσιεύεται στο theconversation εξετάζει τρία πιθανά σενάρια: διατήρηση του ελέγχου και των δύο σωμάτων από τους Ρεπουμπλικανούς, επικράτηση των Δημοκρατικών τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία ή κατάκτηση μόνο της Βουλής από τους Δημοκρατικούς.

Στην τελευταία περίπτωση, η αντιπολίτευση θα μπορούσε να εμποδίζει νομοθετικές πρωτοβουλίες, να ελέγχει αποφάσεις της κυβέρνησης και να διαπραγματεύεται τις δημόσιες δαπάνες.

Εάν αποκτούσε και τη Γερουσία, θα ενίσχυε επιπλέον την επιρροή της στους διορισμούς πρέσβεων και ανώτερων αξιωματούχων.

Ωστόσο, ακόμη και ο πλήρης έλεγχος του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς δεν θα καταργούσε το προεδρικό βέτο ούτε τη δυνατότητα του Τραμπ να χρησιμοποιεί εκτελεστικά διατάγματα.

Μάλιστα, η ανάλυση επισημαίνει ένα παράδοξο – ότι όσο περισσότερο περιορίζεται ένας πρόεδρος στο εσωτερικό, τόσο πιθανότερο είναι να αναζητήσει πολιτικές επιτυχίες στο εξωτερικό.

Ως ιστορικό προηγούμενο αναφέρεται ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος, ο οποίος, μετά την ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές του 2006, αποφάσισε τον Ιανουάριο του 2007 την αποστολή περισσότερων από 20.000 επιπλέον στρατιωτών στο Ιράκ.

Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, συνεπώς, μια εκλογική αποδυνάμωση του Τραμπ δεν ισοδυναμεί υποχρεωτικά με πιο συγκρατημένη αμερικανική εξωτερική πολιτική.

EPA/TANNEN MAURY

Η Ουκρανία και το όριο της ευρωπαϊκής εξάρτησης

Η μεγαλύτερη δοκιμασία παραμένει η Ουκρανία, όπως προκύπτει.

Η απόσταση ανάμεσα στις ευρωπαϊκές και τις αμερικανικές προτεραιότητες αποτυπώθηκε, σύμφωνα με την πρώτη ανάλυση, στις πρόσφατες αποφάσεις για τη Ρωσία.

Στις 12 Οκτωβρίου η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε στη μεγαλύτερη ενιαία επέκταση των κυρώσεών της κατά της ρωσικής στρατιωτικής βιομηχανίας, στοχοποιώντας 1.569 πρόσωπα και οντότητες.

Τέσσερις ημέρες αργότερα, ο Τραμπ προχώρησε σε εξαίρεση από σημαντικές νέες αμερικανικές κυρώσεις, παρότι είχε υπογράψει τη σχετική νομοθεσία λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Παράλληλα, συμφώνησε στην έναρξη εισαγωγών ρωσικού ντίζελ, επιδιώκοντας να περιορίσει τις τιμές των καυσίμων ενόψει των εκλογών.

Οι κινήσεις αυτές, όπως υπογραμμίζεται στην ανάλυση, δείχνουν πόσο εύκολα η πίεση προς τη Μόσχα μπορεί να υποχωρήσει μπροστά σε εσωτερικές πολιτικές ανάγκες.

Ένα Κογκρέσο υπό δημοκρατικό έλεγχο θα μπορούσε να πιέσει για περισσότερη βοήθεια προς το Κίεβο και αυστηρότερες κυρώσεις. Δεν θα μπορούσε, όμως, να εγγυηθεί ούτε την αποστολή όπλων ούτε την εφαρμογή των αποφάσεών του από τον Λευκό Οίκο.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η τεχνολογική εξάρτηση της Ουκρανίας. Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, πρόσφατοι περιορισμοί στην ταχύτητα της δορυφορικής υπηρεσίας Starshield της SpaceX επηρέασαν ουκρανικές επιχειρήσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Ο Έλον Μασκ απέδωσε τον έλεγχο των περιορισμών στον αμερικανικό στρατό και στον πρόεδρο, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί η αιτία της διακοπής.

Το περιστατικό αναδεικνύει ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα – ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών δεν αρκεί όταν κρίσιμες επικοινωνίες και στρατιωτικές δυνατότητες παραμένουν εξαρτημένες από αποφάσεις της Ουάσιγκτον.

Το ενδεχόμενο μιας ακόμη σκληρότερης στάσης απέναντι στο Κίεβο

Η ανάλυση του Al Jazeera προσθέτει μια δεύτερη, λιγότερο προφανή διάσταση. Μια νίκη των Δημοκρατικών θα μπορούσε να ωθήσει τον Τραμπ να επιταχύνει τις διπλωματικές πρωτοβουλίες του, επιδιώκοντας μια συμφωνία με τη Ρωσία που θα πίεζε την Ουκρανία να αποδεχθεί επώδυνους όρους.

Η Κάθριν Φιέσκι, ερευνήτρια του Carnegie Europe, προειδοποιεί ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να επιδιώξει γρήγορες συνεννοήσεις με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ακόμη και με αντικείμενο την παραχώρηση του Ντονμπάς.

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει απορρίψει μια τέτοια προοπτική, θεωρώντας ότι θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για νέο πόλεμο, ενώ, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η πλειονότητα των Ουκρανών αντιτίθεται σε αυτήν.

Η ειδικός σε θέματα Ουκρανίας Βικτόρια Βντοβιτσένκο, από το Κέντρο Γεωπολιτικής του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, εκτιμά επίσης ότι η Ρωσία θα μπορούσε να εντείνει τον πολυεπίπεδο υβριδικό πόλεμο εναντίον της Ευρώπης, αξιοποιώντας τις ήδη υπάρχουσες ευπάθειές της.

Η αβεβαιότητα δεν περιορίζεται στο ουκρανικό μέτωπο. Η σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν επηρεάζει την Ευρώπη μέσω της ενέργειας και της ναυσιπλοΐας, παρότι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν περιορισμένη επιρροή στις αμερικανικές στρατιωτικές αποφάσεις.

Ένα ισχυρότερο Κογκρέσο θα μπορούσε να αυξήσει τον έλεγχο των επιχειρήσεων, όχι όμως να εγγυηθεί αποκλιμάκωση.

Η άλλη παγίδα: Να θεωρήσει η Ευρώπη ότι η ακροδεξιά υποχωρεί από μόνη της

Εκτός από τις γεωπολιτικές συνέπειες, το Al Jazeera εξετάζει και τον αντίκτυπο μιας πιθανής δημοκρατικής νίκης στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

Η Φιέσκι εκτιμά ότι μια ήττα του Τραμπ θα μπορούσε να ενισχύσει την αντίληψη πως οι δημοκρατικοί θεσμοί διορθώνουν τελικά τις πολιτικές εκτροπές μέσω της εκλογικής διαδικασίας. Αυτή η αισιοδοξία, όμως, ενδέχεται να οδηγήσει σε υποτίμηση της ανόδου της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.

Η προειδοποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη Γαλλία, ενόψει των προεδρικών εκλογών του Απριλίου. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις που επικαλείται το δημοσίευμα, η Μαρίν Λεπέν προηγείται με ποσοστό περίπου 34%.

Η Φιέσκι θεωρεί πιθανό μια αμερικανική εκλογική ανατροπή να καλλιεργήσει την εντύπωση ότι ακόμη και η άνοδος μιας ριζοσπαστικής πολιτικής δύναμης στην εξουσία μπορεί αργότερα να αναστραφεί χωρίς σοβαρές συνέπειες.

Ωστόσο, οι πολιτικές επιλογές που εξετάζει το Al Jazeera για ένα ενδεχόμενο σενάριο επικράτησης της Λεπέν – μείωση της γαλλικής συνεισφοράς στον προϋπολογισμό της ΕΕ, περιορισμός της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία και πιθανή εγκατάλειψη του ευρώ – θα μπορούσαν να προκαλέσουν βαθιά αναταραχή στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Μόνο η μείωση της γαλλικής στρατιωτικής συνδρομής θα δημιουργούσε κενό που αντιστοιχεί στο 3,5% της ξένης στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ukraine Support Tracker του Ινστιτούτου του Κιέλου.

Οι Ευρωπαίοι έχουν ήδη αλλάξει γνώμη για τις ΗΠΑ

Η βαθύτερη μεταβολή στις διατλαντικές σχέσεις αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις που συγκεντρώνει το Al Jazeera.

Σύμφωνα με έρευνα για το γερμανικό ίδρυμα Bertelsmann Stiftung, μόλις το 31% των Ευρωπαίων θεωρεί πλέον τις ΗΠΑ τον πιο αξιόπιστο σύμμαχο της Ευρώπης, έναντι 51% το 2024.

Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι ότι το 73% τάσσεται υπέρ μιας πιο αυτόνομης ευρωπαϊκής πορείας, αντί της συνέχισης της στενής εξάρτησης από την Ουάσιγκτον, ποσοστό αυξημένο από το 63% του 2024. Η τάση αυτή καταγράφεται ακόμη και μεταξύ κεντροδεξιών και δεξιών ψηφοφόρων.

Το εαρινό Ευρωβαρόμετρο δείχνει επίσης ότι το 68% επιθυμεί ισχυρότερο ρόλο της ΕΕ στην προστασία από διεθνείς κρίσεις και απειλές ασφαλείας, ενώ το 39% θεωρεί το ζήτημα κορυφαία προτεραιότητα.

Παράλληλα, έρευνα του European Council on Foreign Relations κατέγραψε υποχώρηση από το 22% στο 11% όσων χαρακτηρίζουν τις ΗΠΑ «σύμμαχο», σε σύγκριση με τον Νοέμβριο του 2024.

Σε διεθνή έρευνα του Pew Research Center, το 76% των ερωτηθέντων σε 36 χώρες δήλωσε ότι δεν εμπιστεύεται τον Τραμπ, ενώ το 57% εξέφρασε αρνητική άποψη για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η κρίση εμπιστοσύνης δεν αποτελεί πρόσκαιρη αντίδραση σε μία πολιτική απόφαση.

Πρόκειται για βαθύτερη μεταβολή, την οποία δύσκολα θα μπορούσε να ανατρέψει μία και μόνο εκλογική αναμέτρηση.

Εμπόριο και δασμοί: Γιατί δεν αρκεί η αλλαγή πλειοψηφίας

Αντίστοιχα περιορισμένες είναι οι προσδοκίες για άμεση βελτίωση των οικονομικών σχέσεων.

Η πρώτη ανάλυση υπενθυμίζει ότι, παρότι το αμερικανικό Σύνταγμα αναθέτει στο Κογκρέσο σημαντικές αρμοδιότητες για τους δασμούς, οι νομοθέτες έχουν μεταβιβάσει εκτεταμένες εξουσίες στον πρόεδρο.

Επομένως, μια νίκη των Δημοκρατικών δεν θα καταργούσε αυτόματα τους υφιστάμενους εμπορικούς περιορισμούς. Ακόμη και μια προσπάθεια περιορισμού των προεδρικών εξουσιών θα προσέκρουε ενδεχομένως στο βέτο του Τραμπ.

Επιπλέον, η αντίθεση των Δημοκρατικών στον Αμερικανό πρόεδρο δεν συνεπάγεται ταύτιση με τις ευρωπαϊκές επιδιώξεις. Στη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, στις προηγμένες τεχνολογίες και στις σχέσεις με την Κίνα, οι ΗΠΑ διατηρούν δικές τους στρατηγικές προτεραιότητες, ανεξαρτήτως κομματικών συσχετισμών.

Για την ΕΕ, η ανάλυση προκρίνει την ενιαία διαπραγματευτική στάση. Οι μεμονωμένες προσπάθειες κρατών-μελών να εξασφαλίσουν εξαιρέσεις από αμερικανικά μέτρα κινδυνεύουν να αποδυναμώσουν τη συλλογική διαπραγματευτική ισχύ της Ευρώπης.

Το ευρωπαϊκό δίλημμα δεν λύνεται στην κάλπη της Ουάσιγκτον

Παρά τις διαφορετικές οπτικές τους, οι δύο αναλύσεις συναντώνται στο ίδιο ουσιαστικό σημείο – η Ευρώπη δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις αμερικανικές εκλογές ως υποκατάστατο της δικής της στρατηγικής.

Μια δημοκρατική πλειοψηφία στο Κογκρέσο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στον Τραμπ, να ενισχύσει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και να δημιουργήσει περισσότερες δυνατότητες συνεργασίας.

Δεν θα εξασφάλιζε, όμως, σταθερή αμερικανική υποστήριξη προς την Ουκρανία, τερματισμό των εμπορικών συγκρούσεων ή επιστροφή στις παλαιότερες βεβαιότητες της διατλαντικής σχέσης.

Αντίστοιχα, μια ήττα των Ρεπουμπλικανών δεν θα εξαφάνιζε τις πολιτικές δυνάμεις που ενισχύονται στην ίδια την Ευρώπη ούτε θα περιόριζε αναγκαστικά τις διεθνείς πρωτοβουλίες του Λευκού Οίκου.

Η ανάγκη για ισχυρότερη ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, ανεξάρτητες κρίσιμες υποδομές, ενιαία εμπορική πολιτική και σταθερές σχέσεις με το αμερικανικό Κογκρέσο, πέρα από κομματικές γραμμές, παραμένει ίδια ανεξαρτήτως αποτελέσματος.

Η μεγαλύτερη παγίδα για την Ευρώπη δεν είναι μόνο μια νέα πολιτική νίκη του Τραμπ.

Είναι να εκλάβει μια πιθανή ήττα του ως απόδειξη ότι μπορεί να αναβάλει τις δικές της αποφάσεις.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας