Από την Αριστερά των μαχών, στην Αριστερά της παράδοσης (εδρών)

92

Η λαϊκή ετυμηγορία δημιουργεί ευθύνες και για όσους καλούνται να κυβερνήσουν και για όσους αναλαμβάνουν να αντιπολιτευθούν.

Η Κεντροαριστερά αναζητά τον επόμενο εαυτό της μέσα από διασπάσεις, μετακινήσεις στελεχών και νέους πολιτικούς σχηματισμούς. Την ίδια ώρα, στη Βουλή εξελίσσεται μια ιδιότυπη ανακατανομή δυνάμεων. Βουλευτές ανεξαρτητοποιούνται, άλλοι παραιτούνται, επιλαχόντες καταλαμβάνουν τις έδρες τους και οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί μεταβάλλονται χωρίς να έχει μεσολαβήσει νέα εκλογική αναμέτρηση.

Το ΠΑΣΟΚ αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση τον Νοέμβριο του 2024, όταν οι αποχωρήσεις βουλευτών από τον ΣΥΡΙΖΑ άλλαξαν την κατάταξη των Κοινοβουλευτικών Ομάδων δημιουργώντας την ΝΕΑΡ. Σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ βιώνει ένα ακόμη παράδοξο: Αποδυναμώνεται πολιτικά από την εμφάνιση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, αλλά ενισχύεται αριθμητικά στη Βουλή μέσω των παραιτήσεων βουλευτών που επιθυμούν να ακολουθήσουν τον Αλέξη Τσίπρα.

Η τελευταία παραίτηση, του Διονύση Καλαματιανού στις 27 Οκτωβρίου, προστέθηκε σε μια ακολουθία αντίστοιχων κινήσεων. Η προετοιμασία ενός νέου κόμματος μεταβάλλει ήδη τη σύνθεση της υπάρχουσας Βουλής. Πίσω από αυτή την εξέλιξη βρίσκεται η επιλογή Τσίπρα να μη συγκροτήσει η ΕΛ.Α.Σ. Κοινοβουλευτική Ομάδα πριν από τις επόμενες εκλογές. Όποιος εν ενεργεία βουλευτής επιθυμεί να ενταχθεί στον νέο φορέα οφείλει προηγουμένως να παραδώσει την έδρα του. Η επιλογή διαθέτει ισχυρή ηθική βάση. Οι βουλευτές εξελέγησαν με συγκεκριμένα κόμματα και προγράμματα. Η συγκρότηση μιας νέας κοινοβουλευτικής δύναμης μέσω προσχωρήσεων θα δημιουργούσε εύλογα ερωτήματα για τον σεβασμό στη λαϊκή εντολή. Η συζήτηση, ωστόσο, αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν εξετάσουμε τη συνολική πολιτική στάση του πρώην πρωθυπουργού. Στις 6 Οκτωβρίου 2025, ο Αλέξης Τσίπρας παρέδωσε τη βουλευτική του έδρα, έπειτα από δεκαέξι χρόνια κοινοβουλευτικής παρουσίας. Χαρακτήρισε την παραίτησή του απόφαση συνείδησης, υποστηρίζοντας ότι η συμμετοχή του σε μια δημοκρατικά αποδυναμωμένη Βουλή είχε χάσει την ουσιαστική της αξία. Καταλόγισε την κύρια ευθύνη στην κυβερνητική πλειοψηφία και ανακοίνωσε την επιστροφή του στην κοινωνική δράση.

Η κριτική για την υποβάθμιση του κοινοβουλευτικού ελέγχου, τη λειτουργία των εξεταστικών επιτροπών και την κυβερνητική διαχείριση σοβαρών υποθέσεων έχει πραγματική πολιτική βάση. Η απόφαση της αποχώρησης, όμως, θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα: ποια είναι η ευθύνη της αντιπολίτευσης απέναντι σε μια Βουλή της οποίας τη λειτουργία καταγγέλλει;

Η ιστορία της ελληνικής Αριστεράς προσφέρει ένα εξαιρετικά απαιτητικό μέτρο σύγκρισης. Το 1958, μόλις εννέα χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση με ποσοστό 24,4% και 79 βουλευτές. Απέναντί της βρισκόταν η ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή και ένα μετεμφυλιακό κράτος που αντιμετώπιζε την Αριστερά ως εσωτερικό εχθρό. Το ΚΚΕ παρέμενε παράνομο. Τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων περιόριζαν την πρόσβαση στην εργασία και στη δημόσια ζωή. Πολιτικοί κρατούμενοι, εξόριστοι, αστυνομική επιτήρηση και διώξεις συγκροτούσαν την καθημερινή πραγματικότητα χιλιάδων πολιτών. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η ΕΔΑ έδινε κοινοβουλευτικές μάχες για την κατάργηση των έκτακτων μέτρων, την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, τα εργασιακά δικαιώματα και τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Η φράση του Ηλία Ηλιού «Θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα» συμπύκνωσε μια πολιτική αντίληψη που συνέδεε την υπεράσπιση της δημοκρατίας με την επίμονη αξιοποίηση των θεσμών. Οι εκλογές του 1961, που έμειναν στην ιστορία ως εκλογές της «βίας και νοθείας», ανέδειξαν το βάθος των δημοκρατικών στρεβλώσεων. Δύο χρόνια αργότερα, η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη αποκάλυψε με τον πιο τραγικό τρόπο τη δράση του παρακράτους. Ο Λαμπράκης, γιατρός, Βαλκανιονίκης και βουλευτής της ΕΔΑ, δέχθηκε δολοφονική επίθεση στη Θεσσαλονίκη στις 22 Μαΐου 1963, ύστερα από φιλειρηνική εκδήλωση. Πέντε ημέρες αργότερα υπέκυψε στα τραύματά του. Η δολοφονία του συγκλόνισε τη χώρα και προκάλεσε βαθιά πολιτική κρίση. Η ΕΔΑ είχε τότε χάσει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Παρέμενε, όμως, μια κοινοβουλευτική δύναμη που υπερασπιζόταν τις δημοκρατικές ελευθερίες ενώ οι εκπρόσωποί της αντιμετώπιζαν απειλές, διώξεις και επιθέσεις.

Η ιστορική απόσταση από το σήμερα είναι τεράστια. Η Ελλάδα διαθέτει πλέον δημοκρατικούς θεσμούς και συνταγματικές εγγυήσεις που απουσίαζαν ή παραβιάζονταν συστηματικά στο μετεμφυλιακό κράτος. Αυτή ακριβώς η διαφορά καθιστά ακόμη μεγαλύτερη την ευθύνη της σημερινής αντιπολίτευσης να αξιοποιεί τις κοινοβουλευτικές της δυνατότητες. Η Βουλή αποτελεί το πεδίο όπου η αντιπολίτευση ελέγχει την κυβέρνηση, αναδεικνύει σκάνδαλα, διεκδικεί λογοδοσία και εκπροσωπεί τις κοινωνικές δυνάμεις που την εξέλεξαν. Η δυσκολία ανατροπής των κυβερνητικών αποφάσεων προσδίδει μεγαλύτερη σημασία στη συνέπεια και στην επιμονή αυτής της προσπάθειας.

Προκύπτει, συνεπώς, ένα ουσιαστικό ερώτημα για την ΕΛ.Α.Σ. Αν στις επόμενες εκλογές βρεθεί στην αντιπολίτευση, όπως είναι απολύτως πιθανό, ποια στάση θα κρατήσει; Θα αξιοποιήσει τις έδρες που θα της εμπιστευθούν οι πολίτες ή θα εξακολουθήσει να θεωρεί ότι η κοινοβουλευτική συμμετοχή προσφέρει περιορισμένες δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης;

Η λαϊκή ετυμηγορία δημιουργεί ευθύνες και για όσους καλούνται να κυβερνήσουν και για όσους αναλαμβάνουν να αντιπολιτευθούν. Η πολιτική εκπροσώπηση απαιτεί καθημερινή παρουσία, διεκδίκηση και έλεγχο της εξουσίας.

Παράλληλα, η επιλογή των διαδοχικών παραιτήσεων εγκλωβίζει την ΕΛ.Α.Σ. σε μια συζήτηση που αφορά κυρίως το πολιτικό προσωπικό. Ποιος θα παραδώσει την επόμενη έδρα; Ποιος θα ενταχθεί στον νέο φορέα; Πόσους βουλευτές θα ανακτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ; Η κοινωνία περιμένει απαντήσεις για την ακρίβεια, το εισόδημα, τη στέγη, τη δημόσια υγεία και την εκπαίδευση. Η ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς θα κριθεί από την ικανότητά της να διαμορφώσει μια πειστική πολιτική εναλλακτική και να υπερασπιστεί τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Η ιστορική παρακαταθήκη της ΕΔΑ και του Λαμπράκη υπενθυμίζει πόσο δύσκολα κατακτήθηκε το δικαίωμα της Αριστεράς στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Από την Αριστερά που διεκδικούσε το δικαίωμα να δίνει μάχες στη Βουλή, φτάσαμε σε μια Αριστερά που προβάλλει την παράδοση των εδρών ως πολιτική επιλογή.

Και η κρίσιμη δοκιμασία βρίσκεται μπροστά της: Αν οι πολίτες της εμπιστευθούν την ευθύνη της αντιπολίτευσης, θα δώσει τη μάχη από τα κοινοβουλευτικά έδρανα ή θα αναζητήσει ξανά την έξοδο;

ΠΗΓΗ Documento

Σημ . Η Iskra δεν είναι απαραίτητο να συμφωνεί με όλες τις απόψεις του ενδιαφέροντος αυτού άρθρου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας