Μέση Ανατολή: Η Κλιμάκωση με το Ιράν και η Αναμέτρηση για την Ευρασία.

Αμερικανικές πιέσεις, ισραηλινές στρατιωτικές κινήσεις, ο ρόλος του Πακιστάν και οι
περιφερειακές συμμαχίες σε έναν κόσμο που απομακρύνεται από τη δυτική ηγεμονία.

Μια περιφερειακή κρίση με ευρασιατικές προεκτάσεις.
Η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε μια περίοδο κατά την οποία η στρατιωτική ισχύς, η
οικονομική πίεση και οι περιφερειακές συμμαχίες συγκρούονται μέσα σε ένα ολοένα πιο
σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον. Το διακύβευμα δεν περιορίζεται στην αντιπαράθεση
μεταξύ του Ιράν, των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Αγγίζει την ασφάλεια του
Περσικού Κόλπου, τις εμπορικές αρτηρίες της Ασίας, την ενεργειακή τροφοδοσία και την
ικανότητα των κρατών της ευρύτερης Ευρασίας να χαράσσουν ανεξάρτητη στρατηγική
πορεία.
Οι πρόσφατες εξελίξεις αναδεικνύουν πόσο εύθραυστη παραμένει η περιφερειακή
ισορροπία. Οι επιθέσεις σε σαουδαραβικές υποδομές, οι προειδοποιήσεις για την
ασφάλεια των αεροπορικών μεταφορών, η απομάκρυνση μη απαραίτητου αμερικανικού
προσωπικού από τη Σαουδική Αραβία και οι διαταραχές στο εμπόριο μεταξύ Πακιστάν και
Ιράν συνθέτουν μια εικόνα αυξημένης αβεβαιότητας. Παράλληλα, νέες συμφωνίες
αμυντικής συνεργασίας υποδηλώνουν ότι ορισμένες περιφερειακές δυνάμεις επιδιώκουν
να οργανώσουν τις σχέσεις ασφαλείας τους με μεγαλύτερη αυτονομία.

Τα γεγονότα αυτά δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη ενός ενιαίου σχεδίου ούτε
επιβεβαιώνουν ότι έχει διαμορφωθεί ένα συμπαγές αντιδυτικό στρατόπεδο. Αποτελούν,
όμως, ενδείξεις ότι η περιφερειακή τάξη μεταβάλλεται. Κράτη που επί δεκαετίες
στηρίζονταν σε εξωτερικούς εγγυητές ασφάλειας αναζητούν περισσότερες επιλογές, ενώ
δυνάμεις όπως η Τουρκία, η Κίνα και η Ρωσία επιχειρούν να προστατεύσουν τα
συμφέροντά τους μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού.
Η δυτική ηγεμονία δεν αποτελεί ουδέτερο σημείο αναφοράς από το οποίο πρέπει να
αξιολογούνται όλες οι υπόλοιπες δυνάμεις. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία, οι
μονομερείς κυρώσεις, η επιρροή στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και η
δυνατότητα ελέγχου κρίσιμων τεχνολογικών και εμπορικών δικτύων αποτελούν οι ίδιες
αντικείμενα γεωπολιτικής ανάλυσης. Η ισχύς δεν ασκείται μόνο με πυραύλους και
αεροπλανοφόρα. Ασκείται επίσης μέσω της πρόσβασης σε κεφάλαια, της δυνατότητας
πραγματοποίησης συναλλαγών, της ενεργειακής εξάρτησης και της επιρροής πάνω στις
διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε αμερικανική κίνηση εντάσσεται αυτομάτως σε ένα
ενιαίο σχέδιο ή ότι κάθε αντίπαλος της Ουάσιγκτον υπηρετεί κοινή στρατηγική. Τα κράτη
διατηρούν διαφορετικά συμφέροντα, ιστορικές αντιπαραθέσεις και εσωτερικές
προτεραιότητες. Η πολυπολικότητα δεν είναι μια έτοιμη συμμαχία ούτε μια αυτόματη
εγγύηση ανεξαρτησίας. Είναι μια διαδικασία κατά την οποία περισσότερα κέντρα ισχύος
διεκδικούν ρόλο στη διαμόρφωση των διεθνών κανόνων και των περιφερειακών
ισορροπιών.
Στο πλαίσιο αυτό, το Πακιστάν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πρέπει να
διατηρήσει τις σχέσεις του με τη Σαουδική Αραβία, να αποφύγει την ανεξέλεγκτη
αντιπαράθεση με το γειτονικό Ιράν, να αξιοποιήσει τη στρατηγική συνεργασία με την
Κίνα και ταυτόχρονα να διαχειριστεί την οικονομική του ευαλωτότητα. Η Τουρκία
επιδιώκει να ενισχύσει την αμυντική βιομηχανία και τον περιφερειακό της ρόλο, ενώ η
Σαουδική Αραβία αναζητά τρόπους να προστατεύσει τις υποδομές και την επικράτειά της
χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από έναν εξωτερικό προστάτη.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι θαλάσσιες οδοί από τα Στενά του Ορμούζ έως την Ερυθρά
Θάλασσα και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Η ασφάλεια αυτών των περασμάτων συνδέεται
άμεσα με τη μεταφορά υδρογονανθράκων, το κόστος των θαλάσσιων μεταφορών και τη
σταθερότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων. Ακόμη και μια απειλή που δεν οδηγεί σε πλήρη
διακοπή της ναυσιπλοΐας μπορεί να αυξήσει τα ασφάλιστρα, να μεταβάλει τα δρομολόγια
και να επιβαρύνει τις οικονομίες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές ενέργειας και βασικών
αγαθών.
Η παρούσα ανάλυση εξετάζει οκτώ αλληλένδετες διαστάσεις της κρίσης: την αμερικανική
παρουσία και το μέτωπο της Υεμένης, την πιθανότητα στρατιωτικής κλιμάκωσης κατά του
Ιράν, το στρατηγικό δίλημμα του Πακιστάν, την αναδιάταξη των περιφερειακών
συμμαχιών, τη σημασία των θαλάσσιων διαδρομών, τη χρήση οικονομικών και
χρηματοπιστωτικών πιέσεων, τα πιθανά σενάρια κλιμάκωσης και, τέλος, τις προοπτικές
μιας περισσότερο πολυκεντρικής διεθνούς τάξης.
Το κεντρικό ερώτημα είναι αν οι εξελίξεις θα οδηγήσουν σε μια νέα, πιο ανεξάρτητη
περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας ή αν θα ενισχύσουν έναν κύκλο αντιπαραθέσεων
που θα διατηρεί την περιοχή εξαρτημένη από εξωτερικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η
απάντηση δεν θα δοθεί μόνο από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Θα κριθεί από το ποιος

μπορεί να διατηρήσει την οικονομική και πολιτική του αντοχή, ποιος θα αναλάβει το
κόστος της κλιμάκωσης και ποια κράτη θα καταφέρουν να μετατρέψουν τις διμερείς
σχέσεις σε λειτουργικούς μηχανισμούς συνεργασίας.
Κεφάλαιο 1: Η αμερικανική παρουσία και το μέτωπο της Υεμένης
1.1. Η αμερικανική παρουσία υπό πίεση
Η απομάκρυνση μη απαραίτητου αμερικανικού προσωπικού και των οικογενειών του από
τη Σαουδική Αραβία αποτελεί ένδειξη αυξημένης ανησυχίας για την ασφάλεια. Η κίνηση
έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή πραγματοποιείται σε μια χώρα που αποτελεί βασικό εταίρο
της Ουάσιγκτον στον Κόλπο και κρίσιμο κόμβο για τις περιφερειακές στρατιωτικές και
διπλωματικές ισορροπίες.
Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν τη Σαουδική
Αραβία ή ότι προετοιμάζονται να αποσυρθούν από την περιοχή. Οι αποφάσεις για το
προσωπικό μπορούν να αποτελούν προληπτικά μέτρα προστασίας, ειδικά όταν αυξάνονται
οι απειλές κατά εγκαταστάσεων και πολιτικών υποδομών. Ωστόσο, η ανάγκη λήψης
τέτοιων μέτρων αποκαλύπτει ότι ακόμη και μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη πρέπει να
προσαρμόζει τη στάση της όταν το κόστος προστασίας της παρουσίας της αυξάνεται.
Η αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή στηρίχθηκε επί δεκαετίες σε στρατιωτικές
εγκαταστάσεις, διμερείς συμφωνίες, συνεργασία με τοπικούς εταίρους και δυνατότητα
προβολής ισχύος σε πολλαπλά μέτωπα. Η υποδομή αυτή εξακολουθεί να προσφέρει
σημαντικά πλεονεκτήματα. Δεν εξασφαλίζει, όμως, απόλυτο έλεγχο των εξελίξεων ούτε
εξαλείφει τις ασύμμετρες απειλές.
Η διάκριση είναι ουσιώδης: άλλο η δυνατότητα μιας δύναμης να καταστρέψει
στρατιωτικούς στόχους και άλλο η ικανότητά της να επιβάλει σταθερό πολιτικό
αποτέλεσμα με αποδεκτό κόστος. Η στρατιωτική υπεροχή δεν εξαλείφει τη γεωγραφία,
την πολιτική αντίσταση ή τη δυνατότητα μικρότερων δρώντων να προκαλούν δυσανάλογη
αναστάτωση.
1.2. Τα αεροδρόμια ως στόχοι στρατηγικής πίεσης
Οι επιθέσεις και οι διαταραχές σε σαουδαραβικά αεροδρόμια αναδεικνύουν τη σημασία
των πολιτικών υποδομών στον σύγχρονο ασύμμετρο πόλεμο. Τα αεροδρόμια αποτελούν
κόμβους επιβατικών μεταφορών, εμπορίου, τουρισμού, διπλωματικής κινητικότητας και
στρατιωτικής υποστήριξης. Μια επίθεση μπορεί να έχει συνέπειες πολύ πέρα από τις
άμεσες υλικές ζημιές.
Κατά το διάστημα 5–11 Οκτωβρίου αναφέρθηκαν δέκα επιθέσεις σε πέντε σαουδαραβικά
αεροδρόμια, με σοβαρές απώλειες και τραυματισμούς, ενώ στο Ριάντ διακόπηκε
προσωρινά η λειτουργία του διεθνούς αεροδρομίου King Khalid για ελέγχους και
αποτίμηση των ζημιών. Τα περιστατικά αυτά επηρέασαν την αεροπορική δραστηριότητα
και οδήγησαν σε ακυρώσεις ή αναστολές πτήσεων. Η κλιμάκωση συνεχίστηκε και
αργότερα μέσα στον μήνα, με νέες απειλές και περιστατικά σε σαουδαραβικές υποδομές.
Η πολιτική σημασία τέτοιων επιθέσεων δεν περιορίζεται στον αριθμό των στόχων που
πλήττονται. Η επαναλαμβανόμενη απειλή μπορεί να αναγκάσει τις αρχές να ενισχύσουν
την επιτήρηση, να περιορίσουν την πρόσβαση σε εγκαταστάσεις, να ανακατανείμουν

αμυντικά μέσα και να επιβαρύνουν τη λειτουργία των μεταφορών. Η οικονομική
δραστηριότητα μπορεί να υποστεί ζημιά ακόμη και όταν οι υποδομές αποκαθίστανται
γρήγορα.
Στον ασύμμετρο πόλεμο, ο επιτιθέμενος δεν χρειάζεται πάντοτε να καταστρέψει μια
εγκατάσταση για να προκαλέσει σημαντικό αποτέλεσμα. Μπορεί να επιδιώκει να αυξήσει
το κόστος λειτουργίας της, να δημιουργήσει αβεβαιότητα και να αναγκάσει τον αντίπαλο
να διαθέσει περισσότερους πόρους για την προστασία της. Η αμυνόμενη πλευρά μπορεί να
αναχαιτίζει μεγάλο μέρος των απειλών, αλλά κάθε αναχαίτιση έχει επιχειρησιακό και
οικονομικό κόστος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η επίθεση είναι αυτομάτως επιτυχής ή ότι η άμυνα είναι
αναποτελεσματική. Η πραγματική αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνει τη διάρκεια της
κρίσης, τις απώλειες, την αντοχή των υποδομών, το κόστος των αμυντικών μέτρων και την
επίδραση στην πολιτική βούληση.
1.3. Η στρατηγική των Χούθι και η λογική της ανταπόδοσης
Οι δημόσιες προειδοποιήσεις των Χούθι για επιθέσεις κατά σαουδαραβικών αεροδρομίων,
με τη διατύπωση «αεροδρόμιο για αεροδρόμιο», εντάσσονται σε μια λογική ανταπόδοσης.
Το μήνυμα είναι ότι η πίεση που ασκείται στη μία πλευρά θα μεταφερθεί σε υποδομές της
άλλης.
Οι Χούθι παρουσιάζουν τις ενέργειές τους ως απάντηση στη σαουδαραβική στρατιωτική
δράση και στην ευρύτερη πίεση που ασκείται στις περιοχές υπό τον έλεγχό τους. Η
σαουδαραβική πλευρά αντιμετωπίζει τις επιθέσεις ως απειλή κατά της κυριαρχίας της και
της ασφάλειας πολιτών και υποδομών. Οι δύο θέσεις δεν μπορούν να συγχωνευθούν σε
μία ενιαία περιγραφή χωρίς εξέταση των συγκεκριμένων περιστατικών.
Η δημόσια ανακοίνωση μιας απειλής αποδεικνύει ότι μια πλευρά επιδιώκει να εκπέμψει
συγκεκριμένο μήνυμα. Δεν αποδεικνύει ότι διαθέτει απεριόριστη δυνατότητα να
υλοποιήσει κάθε απειλή ούτε ότι όλοι οι ισχυρισμοί της είναι ακριβείς. Η διάκριση
ανάμεσα στη δηλωμένη πρόθεση και στην πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα είναι
απαραίτητη.
Η στρατηγική επικοινωνία έχει, ωστόσο, αυτοτελή σημασία. Μια προειδοποίηση μπορεί
να επηρεάσει τις αποφάσεις αεροπορικών εταιρειών, να οδηγήσει σε αλλαγές
δρομολογίων και να αναγκάσει τις αρχές να ενισχύσουν την προστασία εγκαταστάσεων
πριν από οποιοδήποτε νέο περιστατικό. Η οικονομική και ψυχολογική επίδραση της
απειλής μπορεί επομένως να προηγείται της στρατιωτικής ενέργειας.
Η εξαίρεση της Μέκκας και της Μεδίνας από ορισμένες δημόσιες προειδοποιήσεις έχει
συμβολική διάσταση, καθώς οι δύο πόλεις κατέχουν κεντρική θέση στον ισλαμικό κόσμο.
Δεν αποτελεί εγγύηση για τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων σε κάθε μελλοντικό
σενάριο, αλλά δείχνει ότι οι στρατιωτικές απειλές μπορούν να συνδυάζονται με πολιτικά,
θρησκευτικά και επικοινωνιακά μηνύματα.
Το βασικό ερώτημα είναι αν η ανταπόδοση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε
αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο κλιμάκωσης. Όταν κάθε πλευρά θεωρεί ότι πρέπει να
απαντήσει για να διατηρήσει την αξιοπιστία της, η σύγκρουση αποκτά δική της δυναμική.
Η αποκλιμάκωση γίνεται δυσκολότερη, επειδή κάθε υποχώρηση μπορεί να ερμηνευθεί ως
αδυναμία.

1.4. Η περιφερειακή αντίδραση και τα όρια της αποτροπής
Η σαουδαραβική αντίδραση δεν αφορά μόνο την προστασία αεροδρομίων. Το Ριάντ
αντιμετωπίζει την κρίση ως ζήτημα εδαφικής ακεραιότητας, ενεργειακής ασφάλειας και
περιφερειακής αξιοπιστίας. Οι επιθέσεις δημιουργούν πίεση στην κυβέρνηση, η οποία
καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να προστατεύσει κρίσιμες υποδομές και να διατηρήσει
την ομαλή λειτουργία της οικονομίας.
Η διπλωματική καταδίκη των επιθέσεων από περιφερειακές χώρες δείχνει ότι η κρίση
μπορεί να προκαλέσει ευρύτερη συσπείρωση. Δεν σημαίνει, όμως, ότι όλα τα κράτη που
εκφράζουν υποστήριξη προς τη Σαουδική Αραβία έχουν ταυτόσημα συμφέροντα ή
προτίθενται να συμμετάσχουν σε κοινές πολεμικές επιχειρήσεις.
Πρέπει να διακρίνουμε τη διπλωματική υποστήριξη από τη στρατιωτική δέσμευση. Μια
κοινή ανακοίνωση δεν ισοδυναμεί με κοινό επιχειρησιακό σχεδιασμό, αυτόματη
συμμετοχή σε επιθέσεις ή δημιουργία ενιαίας στρατιωτικής διοίκησης. Η πραγματική
σημασία των περιφερειακών επαφών θα κριθεί από την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων,
όπως η ανταλλαγή πληροφοριών, η ενίσχυση της αεράμυνας και ο συντονισμός για την
προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων.
Παράλληλα, η ενίσχυση της στρατιωτικής αντίδρασης μπορεί να δημιουργήσει νέους
κινδύνους. Εάν τα πλήγματα κατά της Υεμένης ενταθούν, οι Χούθι ενδέχεται να
επιχειρήσουν νέες επιθέσεις κατά σαουδαραβικών στόχων. Η αμοιβαία ανταπόδοση
μπορεί να διευρύνει τη σύγκρουση, να αυξήσει τις απώλειες αμάχων και να δυσκολέψει
την πολιτική διευθέτηση.
Η κρίση αναδεικνύει τα όρια μιας περιφερειακής τάξης που στηρίζεται υπερβολικά σε
εξωτερικούς προστάτες. Η αμερικανική παρουσία μπορεί να προσφέρει αποτρεπτική ισχύ,
αλλά δεν εξαλείφει τις αιτίες των συγκρούσεων ούτε εγγυάται ότι οι τοπικές
αντιπαραθέσεις θα παραμείνουν ελεγχόμενες.
1.5. Η Υεμένη, το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και η Ερυθρά Θάλασσα
Η γεωγραφία εξηγεί γιατί η Υεμένη έχει σημασία πολύ πέρα από τα σύνορά της. Η θέση
της κοντά στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, στο νότιο άνοιγμα της Ερυθράς Θάλασσας, προσφέρει
τη δυνατότητα επηρεασμού μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του
παγκόσμιου εμπορίου.
Η Ερυθρά Θάλασσα συνδέει τον Ινδικό Ωκεανό με τη Μεσόγειο μέσω της διώρυγας του
Σουέζ. Η διατάραξη της ναυσιπλοΐας μπορεί να αυξήσει το κόστος μεταφοράς, να
επιμηκύνει τα ταξίδια και να επηρεάσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι συνέπειες δεν
περιορίζονται στις εξαγωγές ενέργειας, αλλά επεκτείνονται στα τρόφιμα, στα βιομηχανικά
προϊόντα και σε μεγάλο εύρος εμπορικών δραστηριοτήτων.
Η απειλή κατά της ναυσιπλοΐας μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο πίεσης ακόμη και
όταν δεν οδηγεί σε μόνιμη διακοπή των μεταφορών. Η αβεβαιότητα επηρεάζει τις
ασφαλιστικές καλύψεις, τις επιλογές των ναυτιλιακών εταιρειών και τον σχεδιασμό των
διαδρομών. Η παράκαμψη μιας επικίνδυνης περιοχής μπορεί να προσθέσει ημέρες στο
ταξίδι και να αυξήσει το κόστος καυσίμων και λειτουργίας.
Η στρατηγική σημασία του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ συνδέεται επομένως με τη δυνατότητα
ενός περιφερειακού δρώντος να επηρεάζει ευρύτερες οικονομικές ροές. Δεν απαιτείται να

διαθέτει ναυτική ισχύ αντίστοιχη με εκείνη μιας μεγάλης δύναμης. Αρκεί να μπορεί να
διατηρεί έναν διαρκή κίνδυνο σε ένα γεωγραφικά ευαίσθητο σημείο.
Αυτό δεν ισοδυναμεί με πλήρη έλεγχο της θαλάσσιας αρτηρίας. Η δυνατότητα απειλής δεν
είναι το ίδιο με τη δυνατότητα διατήρησης ενός αποκλεισμού επ’ αόριστον. Η έκβαση
εξαρτάται από τις επιχειρησιακές δυνατότητες των εμπλεκομένων, τις αντιδράσεις των
ναυτικών δυνάμεων, τις εναλλακτικές διαδρομές και το κόστος που είναι διατεθειμένα να
αναλάβουν τα κράτη και οι επιχειρήσεις.
Συμπέρασμα κεφαλαίου
Η Υεμένη αποτελεί κρίσιμο πεδίο της ευρύτερης αναμέτρησης στη Μέση Ανατολή, επειδή
συνδέει την περιφερειακή ασφάλεια με τις ενεργειακές υποδομές, την πολιτική αεροπορία
και τις θαλάσσιες αρτηρίες. Οι επιθέσεις και οι απειλές κατά σαουδαραβικών στόχων
δημιουργούν πίεση στο Ριάντ και δοκιμάζουν τα όρια της αμερικανικής αποτροπής.
Η εξέλιξη δεν αποδεικνύει από μόνη της στρατηγική ήττα των Ηνωμένων Πολιτειών ούτε
εξασφαλίζει νίκη των αντιπάλων τους. Δείχνει, όμως, ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί
για να εξαλείψει τις ασύμμετρες απειλές και ότι το κόστος της περιφερειακής ασφάλειας
μπορεί να αυξάνεται ακόμη και χωρίς γενικευμένο πόλεμο.
Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται στο εάν οι εμπλεκόμενοι θα επιλέξουν την επέκταση
της στρατιωτικής αντιπαράθεσης ή τη δημιουργία πολιτικών διαύλων που θα περιορίσουν
τον κίνδυνο. Η πολυπολικότητα δεν προκύπτει αυτόματα από τις δυσκολίες μιας
ηγεμονικής δύναμης. Απαιτεί πραγματικές δυνατότητες, θεσμούς συνεργασίας και
περιφερειακούς μηχανισμούς ασφαλείας.
Κεφάλαιο 2: Ιράν, στρατιωτική κλιμάκωση ή πόλεμος πληροφοριών;
2.1. Η απειλή του πολέμου ως στρατηγικό εργαλείο
Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά με βάση τις
στρατιωτικές κινήσεις που γίνονται δημόσια γνωστές. Σε μια περιοχή όπου η αποτροπή, οι
μυστικές επιχειρήσεις, οι διπλωματικές πιέσεις και η διαχείριση της πληροφορίας
λειτουργούν ταυτόχρονα, η απειλή ενός πλήγματος μπορεί να εξυπηρετεί πολλαπλούς
σκοπούς.
Μπορεί να επιδιώκει να πιέσει την Τεχεράνη, να καθησυχάσει συμμάχους, να επηρεάσει
τις αγορές ή να διαμορφώσει το πολιτικό περιβάλλον για μια μελλοντική απόφαση. Δεν
σημαίνει, όμως, ότι κάθε προειδοποίηση είναι μπλόφα. Ούτε ότι κάθε μετακίνηση
στρατιωτικών μέσων αποδεικνύει πως η επίθεση έχει ήδη αποφασιστεί.
Για να αξιολογηθεί η πιθανότητα πολέμου, πρέπει να διαχωρίζονται τρία επίπεδα:
στρατιωτική ικανότητα, πολιτική πρόθεση και τελική απόφαση. Ένα κράτος μπορεί να
διαθέτει τα μέσα για να πραγματοποιήσει πλήγμα χωρίς να έχει αποφασίσει να τα
χρησιμοποιήσει. Μπορεί επίσης να διατηρεί ενεργή την απειλή για να εξαναγκάσει τον
αντίπαλο σε παραχωρήσεις χωρίς να χρειαστεί να πολεμήσει.
Η σύγχυση αυτών των επιπέδων οδηγεί σε υπερβολικά συμπεράσματα. Η παρουσία
αεροπλανοφόρων, η μετακίνηση αεροσκαφών ή η ενίσχυση της αεράμυνας μπορεί να
συνδέονται με προετοιμασία επιχειρήσεων, αλλά μπορεί επίσης να εξυπηρετούν την
αποτροπή, την προστασία εγκαταστάσεων ή την ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν μια επίθεση είναι τεχνικά εφικτή. Είναι αν η
πολιτική ηγεσία θεωρεί ότι τα οφέλη υπερβαίνουν το κόστος, εάν υπάρχει σαφής
στρατηγικός στόχος και εάν μπορεί να ελεγχθεί η αντίδραση του Ιράν.
2.2. Οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί για στρατιωτικά πλήγματα
Οι αναφορές για φερόμενο αμερικανικό πλήγμα στην περιοχή της Κοναράκ, στο
νοτιοανατολικό Ιράν, αποτελούν παράδειγμα της δυσκολίας αξιολόγησης μιας κρίσης
μέσα από αποσπασματικές πληροφορίες. Οι ισχυρισμοί για το περιστατικό, τις πιθανές
απώλειες και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πλήρως
επιβεβαιωμένοι όταν δεν υπάρχουν επαρκή και ανεξάρτητα στοιχεία.
Σε συνθήκες έντασης, κάθε πλευρά έχει κίνητρο να διαμορφώσει την εικόνα ενός
περιστατικού με τρόπο που εξυπηρετεί τη στρατηγική της. Η μία μπορεί να επιδιώκει να
παρουσιάσει τον αντίπαλο ως επιθετικό και απρόβλεπτο. Η άλλη μπορεί να υποβαθμίσει
ένα συμβάν ή να αρνηθεί την ευθύνη της, ώστε να αποφύγει την πολιτική πίεση για
αντίποινα.
Η αναγκαία επιφύλαξη δεν σημαίνει ότι όλες οι εκδοχές είναι εξίσου πιθανές. Σημαίνει ότι
η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία: χρόνο, τοποθεσία, εικόνες,
επιβεβαιωμένες ζημιές, αναγνωρίσιμα μέσα και συνεπή περιγραφή των γεγονότων. Όταν
αυτά δεν είναι διαθέσιμα, η ορθή στάση είναι να παραμένει ανοιχτό το ζήτημα.
Το ίδιο ισχύει για αναφορές περί σχεδιαζόμενων ισραηλινών επιχειρήσεων, μη
ανακοινωμένων συναντήσεων υψηλόβαθμων αξιωματούχων και υποτιθέμενων
αποφάσεων της αμερικανικής ηγεσίας σχετικά με τον χρόνο μιας επίθεσης. Τέτοιες
πληροφορίες μπορεί να είναι σημαντικές, αλλά η σημασία τους δεν υποκαθιστά την
ανάγκη επιβεβαίωσης.
Η διασπορά ανεπιβεβαίωτων πληροφοριών μπορεί να αποτελέσει μέρος του ίδιου του
ανταγωνισμού. Μια φήμη για επικείμενο πλήγμα μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση στις
αγορές, να οδηγήσει κράτη σε προληπτικές κινήσεις και να αυξήσει την πίεση στις
κυβερνήσεις. Ακόμη κι αν η πληροφορία αποδειχθεί ανακριβής, οι συνέπειές της μπορεί
να είναι πραγματικές.
2.3. Η στρατιωτική κινητοποίηση και η πολιτική απόφαση
Η συγκέντρωση αεροναυτικών δυνάμεων γύρω από τη Μέση Ανατολή αποτελεί σημαντικό
δείκτη, αλλά όχι από μόνη της απόδειξη επικείμενης επίθεσης. Ο αριθμός των
αεροπλανοφόρων, η ακριβής θέση τους, η επιχειρησιακή τους ετοιμότητα και η σύνθεση
των συνοδευτικών δυνάμεων έχουν σημασία μόνο όταν εντάσσονται σε ευρύτερο πλαίσιο.
Μια στρατιωτική δύναμη μπορεί να αναπτυχθεί για να ενισχύσει την αποτροπή, να
προστατεύσει εμπορικές διαδρομές, να υποστηρίξει συμμάχους ή να διατηρήσει τη
δυνατότητα άμεσης επέμβασης. Η ίδια ανάπτυξη μπορεί να εξυπηρετεί περισσότερους από
έναν στόχους ταυτόχρονα.
Η πολιτική απόφαση για πόλεμο απαιτεί κάτι περισσότερο από την ύπαρξη στρατιωτικών
μέσων. Προϋποθέτει εκτίμηση των πιθανών αντιποίνων, αξιολόγηση των συνεπειών για
τις περιφερειακές συμμαχίες και υπολογισμό των οικονομικών επιπτώσεων. Στην
περίπτωση του Ιράν, ένα πλήγμα μπορεί να προκαλέσει αντίδραση που δεν θα περιοριστεί
στον αρχικό στόχο.

Η γεωγραφία της περιοχής αυξάνει την πολυπλοκότητα. Η παρουσία αμερικανικών
δυνάμεων σε γειτονικές χώρες, οι σχέσεις του Ιράν με περιφερειακούς δρώντες και η
σημασία των Στενών του Ορμούζ δημιουργούν πολλαπλά πεδία στα οποία μπορεί να
εκδηλωθεί ανταπόδοση.
Έτσι, ακόμη και μια περιορισμένη επιχείρηση μπορεί να δημιουργήσει αλυσιδωτές
αντιδράσεις. Η στρατιωτική δράση που σχεδιάζεται ως ελεγχόμενο μήνυμα ενδέχεται να
εκληφθεί από την αντίπαλη πλευρά ως αρχή ευρύτερης εκστρατείας. Η αντίδραση μπορεί
στη συνέχεια να θεωρηθεί νέα επίθεση, οδηγώντας σε διαδοχικά αντίποινα.
2.4. Ο πόλεμος πληροφοριών
Ο πόλεμος πληροφοριών δεν αποτελεί δευτερεύον στοιχείο της σύγκρουσης. Επηρεάζει
τον τρόπο με τον οποίο κυβερνήσεις, στρατιωτικές ηγεσίες, αγορές και κοινωνίες
αντιλαμβάνονται την απειλή.
Οι δημόσιες δηλώσεις, οι διαρροές, οι αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι
εικόνες στρατιωτικών μετακινήσεων μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία πίεσης.
Μπορούν να αποκαλύπτουν πραγματικές προετοιμασίες, αλλά μπορούν επίσης να
δημιουργούν σκόπιμη αμφισημία.
Η αμφισημία έχει στρατηγική αξία. Εάν ο αντίπαλος δεν γνωρίζει αν μια κίνηση αποτελεί
πραγματική προετοιμασία επίθεσης ή προσπάθεια εκφοβισμού, μπορεί να αναγκαστεί να
δαπανήσει περισσότερους πόρους για την άμυνά του ή να προχωρήσει σε κινήσεις που
διαφορετικά θα απέφευγε.
Ταυτόχρονα, η υπερβολική χρήση απειλών ενέχει κινδύνους. Εάν μια κυβέρνηση απειλεί
επανειλημμένα με στρατιωτική δράση χωρίς να προχωρά σε αυτήν, μπορεί να
υπονομεύσει την αξιοπιστία της. Εάν, αντίθετα, επιτεθεί για να αποδείξει ότι οι απειλές
της δεν είναι κενές, ενδέχεται να εισέλθει σε μια σύγκρουση της οποίας τις συνέπειες δεν
μπορεί να ελέγξει.
Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζει και το Ιράν. Η δημόσια επίδειξη αποτρεπτικής ισχύος
μπορεί να αποθαρρύνει έναν αντίπαλο, αλλά μπορεί επίσης να ενισχύσει τις πιέσεις για
προληπτική δράση εναντίον του. Η στρατηγική επικοινωνία πρέπει επομένως να
εξετάζεται ως μέρος μιας αλληλεπίδρασης, όχι ως ανεξάρτητη από τις πραγματικές
στρατιωτικές δυνατότητες.
2.5. Η θέση του Ιράν και τα όρια της αποτροπής
Για την Τεχεράνη, η αποτροπή έχει υπαρξιακή διάσταση. Το Ιράν αντιμετωπίζει επί
δεκαετίες κυρώσεις, στρατιωτικές απειλές και προσπάθειες περιορισμού της
περιφερειακής του επιρροής. Η ηγεσία του έχει κίνητρο να διατηρεί την εικόνα ότι
οποιοδήποτε πλήγμα θα έχει κόστος για τον αντίπαλο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ιρανική απειλή θα υλοποιηθεί ή ότι η Τεχεράνη επιδιώκει
αναγκαστικά έναν γενικευμένο πόλεμο. Η αποτροπή μπορεί να λειτουργεί ακριβώς μέσω
της διατήρησης μιας αβέβαιης αλλά αξιόπιστης δυνατότητας ανταπόδοσης.
Η ιρανική στρατηγική συνδέεται επίσης με τη γεωγραφία. Τα Στενά του Ορμούζ, η
εγγύτητα σε σημαντικές ενεργειακές εγκαταστάσεις και η δυνατότητα να επηρεαστούν οι
θαλάσσιες μεταφορές δημιουργούν μέσα πίεσης που δεν απαιτούν ισοδύναμη συμβατική
στρατιωτική ισχύ με εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Παράλληλα, η Τεχεράνη πρέπει να υπολογίζει τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες
μιας ευρείας σύγκρουσης. Οι κυρώσεις και οι περιορισμοί στις εμπορικές συναλλαγές
επιβαρύνουν την οικονομία. Ένας πόλεμος μεγάλης διάρκειας θα μπορούσε να αυξήσει
περαιτέρω το κόστος, να απειλήσει κρίσιμες υποδομές και να διευρύνει την περιφερειακή
αποσταθεροποίηση.
Η αποτροπή επομένως δεν είναι απλώς ζήτημα στρατιωτικής ισχύος. Είναι η προσπάθεια
να διατηρηθεί η δυνατότητα ανταπόδοσης χωρίς να καταστεί αναπόφευκτη η χρήση της.
2.6. Τα πιθανά σενάρια
Το πρώτο σενάριο είναι η συνέχιση της πίεσης χωρίς άμεσο πλήγμα μεγάλης κλίμακας. Οι
στρατιωτικές αναπτύξεις, οι οικονομικοί περιορισμοί, οι δημόσιες προειδοποιήσεις και οι
διπλωματικές πρωτοβουλίες θα συνεχιστούν παράλληλα. Στόχος θα είναι η μεταβολή της
συμπεριφοράς του αντιπάλου χωρίς το κόστος ενός γενικευμένου πολέμου.
Το δεύτερο σενάριο είναι ένα περιορισμένο πλήγμα κατά συγκεκριμένων στόχων. Μια
τέτοια επιχείρηση θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως προσπάθεια αποκατάστασης της
αποτροπής ή εξουδετέρωσης μιας συγκεκριμένης απειλής. Ωστόσο, η έκταση των
αντιποίνων θα εξαρτηθεί από τις απώλειες, τον χαρακτήρα των στόχων και την πολιτική
εκτίμηση της ιρανικής ηγεσίας. Η περιορισμένη πρόθεση της μίας πλευράς δεν εγγυάται
περιορισμένη αντίδραση της άλλης.
Το τρίτο σενάριο είναι η ευρύτερη περιφερειακή κλιμάκωση. Τα πλήγματα θα μπορούσαν
να επεκταθούν σε περισσότερες χώρες, ενεργειακές υποδομές και θαλάσσιες διαδρομές. Η
εμπλοκή πρόσθετων δρώντων θα αύξανε την αβεβαιότητα και θα δυσκόλευε την
αποκλιμάκωση.
Κανένα από τα τρία σενάρια δεν πρέπει να θεωρείται βέβαιο χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία.
Η εξέλιξη θα εξαρτηθεί από τις πολιτικές αποφάσεις, τις πραγματικές στρατιωτικές
κινήσεις και τη δυνατότητα των εμπλεκομένων να διατηρήσουν ανοικτούς διαύλους
επικοινωνίας.
Συμπέρασμα κεφαλαίου
Η κρίση γύρω από το Ιράν είναι ταυτόχρονα στρατιωτική, διπλωματική και
πληροφοριακή. Η στρατιωτική κινητοποίηση αυξάνει την πίεση, αλλά δεν αποδεικνύει
από μόνη της ότι έχει ληφθεί απόφαση για πόλεμο. Αντίστοιχα, οι δημόσιες απειλές δεν
είναι πάντοτε μπλόφα, ούτε πρέπει να εκλαμβάνονται αυτομάτως ως προαναγγελία
επίθεσης.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι η σχέση μεταξύ ικανότητας, πρόθεσης και πολιτικής
απόφασης. Όταν μια πλευρά επιχειρεί να εξαναγκάσει την άλλη σε υποχώρηση μέσω
κυρώσεων, στρατιωτικών απειλών και απομόνωσης, μπορεί να προκαλέσει όχι μόνο
παραχωρήσεις αλλά και μεγαλύτερη αντίσταση, ενίσχυση της αποτρεπτικής στρατηγικής
και αναζήτηση εναλλακτικών συνεργασιών.
Η πραγματική έκβαση θα κριθεί από το εάν οι εμπλεκόμενοι θα μπορέσουν να
διαχειριστούν την αμοιβαία αβεβαιότητα ή εάν η λογική της επίδειξης ισχύος θα οδηγήσει
σε κλιμάκωση που κανείς δεν θα ελέγχει πλήρως.

Κεφάλαιο 3: Το Πακιστάν ανάμεσα στο Ριάντ, την Τεχεράνη και την
Ουάσιγκτον
3.1. Μια χώρα ανάμεσα σε διαφορετικά κέντρα ισχύος
Το Πακιστάν βρίσκεται σε μία από τις πιο σύνθετες στρατηγικές θέσεις της ευρύτερης
Ευρασίας. Συνορεύει με το Ιράν, διατηρεί μακροχρόνιες σχέσεις ασφάλειας με τη
Σαουδική Αραβία, έχει βαθιές οικονομικές και στρατηγικές σχέσεις με την Κίνα και
εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της οικονομικής του ευαλωτότητας και της
ανάγκης εξωτερικής χρηματοδότησης.
Αυτές οι σχέσεις δεν συγκροτούν ένα ενιαίο σύστημα συμφερόντων. Η συνεργασία με τη
Σαουδική Αραβία δεν εξαλείφει τη σημασία της γειτονικής σχέσης με το Ιράν. Η
στρατηγική σύμπραξη με την Κίνα δεν καταργεί την ανάγκη διαχείρισης των σχέσεων με
τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και η ανάγκη οικονομικής σταθερότητας περιορίζει τις επιλογές
μιας χώρας που θέλει να διατηρεί περιθώρια ανεξάρτητης δράσης.
Για το Ισλαμαμπάντ, η κρίση είναι δοκιμασία ισορροπίας. Πρέπει να διατηρήσει την
αξιοπιστία του απέναντι στη Σαουδική Αραβία, να αποφύγει την ανεξέλεγκτη
αντιπαράθεση με το Ιράν και να προστατεύσει τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντά
του.
Η γεωγραφία καθιστά αυτή την ισορροπία ακόμη πιο δύσκολη. Το Πακιστάν δεν μπορεί να
αντιμετωπίσει το Ιράν ως απομακρυσμένο αντίπαλο χωρίς συνέπειες για την ασφάλεια των
συνόρων του. Ταυτόχρονα, η σχέση με τη Σαουδική Αραβία έχει πολιτική, οικονομική,
θρησκευτική και αμυντική σημασία που υπερβαίνει μια απλή διμερή συνεργασία.
Η πακιστανική πολιτική πρέπει συνεπώς να αξιολογείται όχι ως επιλογή ανάμεσα σε δύο
στρατόπεδα, αλλά ως προσπάθεια διατήρησης σχέσεων με διαφορετικά κέντρα ισχύος
χωρίς εγκλωβισμό στις αντιπαραθέσεις τους.
3.2. Η αμυντική σχέση με τη Σαουδική Αραβία
Η συνεργασία Πακιστάν–Σαουδικής Αραβίας έχει μακρά ιστορία. Περιλαμβάνει
στρατιωτική εκπαίδευση, συνεργασία σε ζητήματα ασφάλειας και ευρύτερους πολιτικούς
δεσμούς. Για το Ριάντ, το Πακιστάν διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και
εμπειρία. Για το Ισλαμαμπάντ, η Σαουδική Αραβία αποτελεί σημαντικό εταίρο στον
Κόλπο και παράγοντα οικονομικής και διπλωματικής στήριξης.
Η υπογραφή της συμφωνίας κοινής άμυνας στη Μέκκα στις 7 Αυγούστου 2026 αποτέλεσε
ουσιαστική εξέλιξη. Η συμφωνία συνδέει τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και την
Τουρκία σε ένα πλαίσιο συλλογικής αποτροπής. Η βασική της αρχή είναι ότι ένοπλη
επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων, με
στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας για την ασφάλεια.
Στις 5 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε συνάντηση του μηχανισμού πολιτικής και αμυντικής
συνεργασίας στο Ριάντ, όπου αποφασίστηκαν μέτρα πρακτικής εφαρμογής των
δεσμεύσεων και ενίσχυσης της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι το
πλαίσιο δεν περιορίζεται σε μια γενική πολιτική διακήρυξη, αλλά επιχειρεί να αποκτήσει
οργανωτική και επιχειρησιακή διάσταση.

Παρόλα αυτά, η ύπαρξη αμυντικής συμφωνίας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε
σύγκρουση της Σαουδικής Αραβίας θα οδηγεί σε συμμετοχή του Πακιστάν σε επιθετικές
επιχειρήσεις. Η προστασία της σαουδαραβικής επικράτειας, η ενίσχυση της αεράμυνας και
η συμμετοχή σε επιχειρήσεις πέρα από τα σύνορα είναι διαφορετικές μορφές στρατιωτικής
εμπλοκής.
Αυτή η διάκριση είναι καθοριστική για το Ισλαμαμπάντ. Μπορεί να θεωρεί ότι έχει
υποχρέωση να στηρίξει τη Σαουδική Αραβία, αλλά ταυτόχρονα να επιδιώκει να αποτρέψει
την επέκταση της σύγκρουσης στην Υεμένη ή σε άλλα μέτωπα.
3.3. Η Τουρκία και η περιφερειακή άμυνα
Η συνεργασία ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και την Τουρκία συνδέει τρεις
χώρες με διαφορετικές γεωγραφικές θέσεις, στρατιωτικές δυνατότητες και πολιτικές
προτεραιότητες.
Η Τουρκία διαθέτει αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, στρατιωτική εμπειρία και
φιλοδοξίες περιφερειακής επιρροής. Το Πακιστάν διαθέτει σημαντικές ένοπλες δυνάμεις
και πυρηνική αποτρεπτική ικανότητα. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει οικονομικούς πόρους
και επιδιώκει να προστατεύσει την επικράτεια, τις ενεργειακές υποδομές και τη θέση της
στον Κόλπο.
Η σύγκλιση αυτών των δυνατοτήτων μπορεί να ενισχύσει την περιφερειακή συνεργασία
χωρίς να σημαίνει ότι οι τρεις χώρες έχουν κοινή θέση σε κάθε ζήτημα. Η συλλογική
άμυνα είναι διαφορετική από μια κοινή εξωτερική πολιτική, ενώ η συνεργασία στην
ασφάλεια δεν συνεπάγεται απαραίτητα κοινή αντίληψη για το Ιράν ή για τη σχέση με τις
Ηνωμένες Πολιτείες.
Για την Τουρκία, ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να ενισχύσει τη θέση της ως παραγωγού
αμυντικού εξοπλισμού και ως χώρας που συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση
περιφερειακών μηχανισμών. Για τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, μπορεί να
προσφέρει πρόσθετες επιλογές συνεργασίας και να μειώσει την αποκλειστική εξάρτηση
από έναν εξωτερικό πάροχο ασφάλειας.
Η πραγματική αποτελεσματικότητα, ωστόσο, θα κριθεί στην πράξη. Χρειάζονται σαφείς
διαδικασίες λήψης αποφάσεων, επιχειρησιακή συμβατότητα, ανταλλαγή πληροφοριών και
συμφωνία για τα όρια της εμπλοκής. Χωρίς αυτά, ακόμη και μια φιλόδοξη συμφωνία
μπορεί να παραμείνει κυρίως πολιτικό μήνυμα.
3.4. Οι στρατιωτικές αναπτύξεις και τα όρια της δέσμευσης
Οι αναφορές για σημαντική αύξηση του αριθμού των πακιστανικών δυνάμεων στη
Σαουδική Αραβία, για τεχνικές αποστολές ή για συμμετοχή πακιστανικών αεροσκαφών σε
επιθετικές επιχειρήσεις πρέπει να εξετάζονται χωριστά από την ύπαρξη της ευρύτερης
αμυντικής συνεργασίας.
Οι αριθμοί που κυκλοφορούν σε περιόδους κρίσης συχνά δεν συνοδεύονται από επαρκή
στοιχεία. Ενδέχεται να συγχέουν τις ήδη υπάρχουσες δυνάμεις με νέες αναπτύξεις, να
συνδυάζουν διαφορετικές κατηγορίες προσωπικού ή να βασίζονται σε εικασίες για τη
σύνθεση των αποστολών.
Αντίστοιχα, μια αναφορά για παρουσία τεχνικών ομάδων ή συστημάτων αεράμυνας δεν
αποδεικνύει από μόνη της ότι έχει ληφθεί απόφαση συμμετοχής σε επιθετικές

επιχειρήσεις. Η προστασία κρίσιμων υποδομών και η υποστήριξη της αεράμυνας μπορούν
να αποτελούν αμυντικές αποστολές, ακόμη κι όταν εντάσσονται σε ευρύτερη στρατιωτική
κινητοποίηση.
Η διάκριση αυτή έχει πολιτική σημασία. Εάν το Πακιστάν εμφανιστεί ότι συμμετέχει
άμεσα σε επιθέσεις κατά των Χούθι ή άλλων δυνάμεων της Υεμένης, μπορεί να
επιβαρύνει τις σχέσεις του με το Ιράν και να εκτεθεί σε νέες απειλές. Εάν περιοριστεί στην
άμυνα της Σαουδικής Αραβίας, μπορεί να διατηρήσει μεγαλύτερο περιθώριο
διπλωματικών χειρισμών.
Το Ισλαμαμπάντ έχει επομένως κίνητρο να διατηρεί σαφή όρια ανάμεσα στην αμυντική
δέσμευση και στην επιθετική εμπλοκή. Η αξιοπιστία μιας συμμαχίας δεν μετριέται μόνο
από την ένταση των διακηρύξεων, αλλά από τη σαφήνεια των υποχρεώσεων και την
ικανότητα των μελών της να τις εφαρμόζουν χωρίς να υπονομεύουν τα υπόλοιπα
συμφέροντά τους.
3.5. Το εμπόριο Πακιστάν–Ιράν και η οικονομική πίεση
Η οικονομική σχέση Πακιστάν–Ιράν προσθέτει μια ακόμη διάσταση στο στρατηγικό
δίλημμα. Οι δύο χώρες μοιράζονται χερσαία σύνορα και έχουν συμφέροντα στο εμπόριο,
στην ενεργειακή συνεργασία και στη σταθερότητα των παραμεθόριων περιοχών.
Στις 17 Οκτωβρίου αναφέρθηκε αναστολή του εμπορίου μέσω των επίσημων συνοριακών
περασμάτων Gabd–Rimdan και Taftan–Mirjaveh, μετά την ανάκληση διοικητικής
ρύθμισης που επέτρεπε ορισμένες εισαγωγές χωρίς την απαιτούμενη ηλεκτρονική φόρμα
εισαγωγής. Η απόφαση προκάλεσε διαταραχές στη διακίνηση προϊόντων και άφησε
φορτηγά με υγραέριο, ρύζι, φρούτα και άλλα εμπορεύματα ακινητοποιημένα στις δύο
πλευρές των συνόρων.
Η εξέλιξη είχε ιδιαίτερη σημασία για την ενεργειακή τροφοδοσία του Πακιστάν. Οι
ιρανικές διαδρομές αποτελούν σημαντικό δίαυλο προμήθειας υγραερίου, ενώ το
διασυνοριακό εμπόριο υποστηρίζει τις οικονομίες των παραμεθόριων περιοχών. Μια
παρατεταμένη διαταραχή μπορεί να αυξήσει το κόστος, να επιβαρύνει τις τοπικές
επιχειρήσεις και να ενισχύσει τις πιέσεις στις τιμές.
Η ακριβής φύση των περιορισμών είναι σημαντική. Άλλο η προσωρινή αναστολή
συγκεκριμένων συναλλαγών λόγω διοικητικών απαιτήσεων και άλλο ένας γενικευμένος
φυσικός αποκλεισμός των συνόρων. Η διακοπή μπορεί να προκύψει από τραπεζικούς
περιορισμούς, έλλειψη εγγράφων, διοικητικές αποφάσεις ή αυξημένους ελέγχους χωρίς να
έχει δοθεί εντολή απαγόρευσης κάθε μετακίνησης.
Οι κυρώσεις κατά του Ιράν προσθέτουν ένα ευρύτερο πρόβλημα. Επιχειρήσεις και
τράπεζες μπορεί να αποφεύγουν συναλλαγές που θεωρούν ότι ενέχουν κίνδυνο κυρώσεων,
ακόμη και όταν η νομική κατάσταση μιας συγκεκριμένης δραστηριότητας είναι πιο
σύνθετη. Η αβεβαιότητα αυτή μπορεί να επηρεάσει εμπορικές αποφάσεις χωρίς να
απαιτείται άμεση στρατιωτική ή διπλωματική παρέμβαση.
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να αποδοθεί αυτομάτως κάθε περιορισμός στο
πακιστανοϊρανικό εμπόριο σε άμεση αμερικανική εντολή. Η γενικότερη διαπίστωση,
όμως, παραμένει: όταν μια χώρα εξαρτάται από εξωτερική χρηματοδότηση και πρόσβαση
στις διεθνείς αγορές, το περιθώριο άσκησης ανεξάρτητης πολιτικής μπορεί να
περιορίζεται.

3.6. Η Κίνα και το δίλημμα της στρατηγικής αυτονομίας
Η Κίνα αποτελεί βασικό στοιχείο της πακιστανικής στρατηγικής. Η οικονομική
συνεργασία, οι υποδομές, οι μεταφορές και οι ευρύτεροι δεσμοί ασφαλείας προσφέρουν
στο Ισλαμαμπάντ μια σημαντική εναλλακτική σχέση συνεργασίας πέρα από τα
παραδοσιακά δυτικά δίκτυα.
Η κινεζική παρουσία, ωστόσο, δεν αποτελεί αυτόματη εγγύηση ότι το Πακιστάν θα μπορεί
να παρακάμπτει κάθε οικονομικό περιορισμό ή να εξασφαλίζει απεριόριστη
χρηματοδότηση. Οι οικονομικές συνεργασίες έχουν όρια και οι εμπορικές συνθήκες
επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες.
Για την Κίνα, η σταθερότητα του Πακιστάν έχει σημασία τόσο για τα διμερή έργα όσο και
για τις ευρύτερες συνδέσεις της με τη Μέση Ανατολή και τον Ινδικό Ωκεανό. Η
αποσταθεροποίηση της περιοχής μπορεί να επιβαρύνει τις μεταφορές, τις επενδύσεις και
τις ενεργειακές ροές.
Το Πεκίνο έχει επομένως κίνητρο να στηρίζει τη σταθερότητα και να διατηρεί σχέσεις με
πολλαπλούς περιφερειακούς δρώντες. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα αναλάβει αναγκαστικά
άμεση στρατιωτική δράση σε κάθε κρίση. Η οικονομική και διπλωματική επιρροή δεν
ταυτίζεται με την πρόθεση στρατιωτικής επέμβασης.
Η στρατηγική αυτονομία του Πακιστάν δεν θα κριθεί από το εάν θα επιλέξει μία πλευρά
και θα απορρίψει όλες τις υπόλοιπες. Θα κριθεί από το εάν μπορεί να διατηρήσει τις
σχέσεις που θεωρεί ζωτικές χωρίς να μετατραπεί σε εργαλείο μιας ευρύτερης σύγκρουσης.
Συμπέρασμα κεφαλαίου
Το Πακιστάν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυσκολίας που αντιμετωπίζουν οι
περιφερειακές δυνάμεις σε έναν κόσμο όπου πολλά κέντρα ισχύος ανταγωνίζονται για
επιρροή. Η σχέση του με τη Σαουδική Αραβία, η γειτονία με το Ιράν, η στρατηγική
συνεργασία με την Κίνα και η οικονομική του ευαλωτότητα δημιουργούν ένα σύνθετο
πλέγμα δεσμεύσεων.
Η αμυντική συνεργασία με το Ριάντ μπορεί να ενισχύσει την ασφάλεια και τη
διπλωματική θέση του Πακιστάν, αλλά δεν συνεπάγεται αναγκαστικά συμμετοχή σε κάθε
επιθετική επιχείρηση. Αντίστοιχα, οι οικονομικές δυσκολίες και οι κυρώσεις μπορούν να
περιορίσουν τις επιλογές του χωρίς να αποδεικνύουν ότι κάθε απόφαση υπαγορεύεται από
εξωτερικές δυνάμεις.
Η πραγματική δοκιμασία για το Ισλαμαμπάντ είναι να παραμείνει αξιόπιστος εταίρος της
Σαουδικής Αραβίας χωρίς να οδηγηθεί σε ανεξέλεγκτη αντιπαράθεση με το Ιράν και χωρίς
να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική του κατάσταση. Η στρατηγική αυτονομία δεν
σημαίνει απουσία δεσμεύσεων. Σημαίνει ικανότητα διαχείρισής τους, ώστε καμία
μεμονωμένη σχέση να μην καθορίζει απόλυτα την εξωτερική πολιτική της χώρας.
Κεφάλαιο 4: Η αναδιάταξη των περιφερειακών συμμαχιών
4.1. Από τις παραδοσιακές συμμαχίες σε ένα πολυκεντρικό περιβάλλον
Η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν αναδιαμορφώνει μόνο τις στρατιωτικές ισορροπίες.
Επιταχύνει μια διαδικασία με βαθύτερες ρίζες: την προσπάθεια περιφερειακών δυνάμεων

να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στην ασφάλειά τους, στην αμυντική τους
βιομηχανία και στις διπλωματικές τους αποφάσεις.
Η εικόνα δεν είναι εκείνη δύο συμπαγών στρατοπέδων, ενός δυτικού και ενός αντιδυτικού.
Τα κράτη της περιοχής διατηρούν διαφορετικά συμφέροντα, ιστορικές αντιπαραθέσεις και
οικονομικές εξαρτήσεις. Μπορούν να συνεργάζονται σε έναν τομέα και να ανταγωνίζονται
σε έναν άλλο. Η ίδια χώρα μπορεί να επιδιώκει στενή αμυντική συνεργασία με έναν
εταίρο, οικονομικές σχέσεις με έναν αντίπαλό του και διπλωματικούς διαύλους με μια
μεγάλη δύναμη που δεν εμπιστεύεται πλήρως.
Η μετατόπιση προς ένα περισσότερο πολυκεντρικό περιβάλλον δεν σημαίνει ότι όλοι οι μη
δυτικοί δρώντες συγκροτούν ένα ενιαίο μπλοκ. Σημαίνει ότι περισσότερα κράτη
επιδιώκουν να αυξήσουν τις επιλογές τους και να μειώσουν την εξάρτησή τους από έναν
μόνο εξωτερικό προστάτη.
Η διαφορά έχει ουσιαστική σημασία. Η πολυπολικότητα δεν είναι απλώς η αντικατάσταση
της αμερικανικής επιρροής από την κινεζική ή τη ρωσική. Είναι η δυνατότητα
περιφερειακών κρατών να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση των όρων ασφαλείας και
να διατηρούν περιθώρια ανεξάρτητης πολιτικής.
4.2. Η συμφωνία της Μέκκας και η συλλογική άμυνα
Η συμφωνία κοινής άμυνας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας, που
υπογράφηκε στη Μέκκα στις 7 Αυγούστου 2026, αποτελεί ένα από τα πιο συγκεκριμένα
παραδείγματα αυτής της τάσης. Η συμφωνία προβλέπει ότι μια ένοπλη επίθεση κατά ενός
από τα τρία κράτη θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση κατά όλων, με στόχο την ενίσχυση της
συλλογικής αποτροπής και της αμυντικής συνεργασίας.
Η συμφωνία έχει σημασία επειδή συνδέει χώρες με διαφορετικά πλεονεκτήματα. Η
Σαουδική Αραβία διαθέτει σημαντικούς οικονομικούς πόρους και στρατηγική θέση στον
Κόλπο. Η Τουρκία διαθέτει αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και στρατιωτική
εμπειρία. Το Πακιστάν διαθέτει μεγάλες ένοπλες δυνάμεις και πυρηνική αποτρεπτική
ικανότητα.
Στις 5 Οκτωβρίου, η επιτροπή πολιτικής και αμυντικής συνεργασίας του σχήματος
συνεδρίασε στο Ριάντ και αποφάσισε να προχωρήσει στην πρακτική εφαρμογή των
δεσμεύσεων, συμπεριλαμβανομένης της διάθεσης συμφωνημένων δυνάμεων και
δυνατοτήτων σύμφωνα με τις εγκεκριμένες ρυθμίσεις και την εθνική νομοθεσία των
μελών. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει προσπάθεια θεσμικής και επιχειρησιακής οργάνωσης.
Η συμφωνία, ωστόσο, δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αυτόματη δημιουργία ενός ενιαίου
περιφερειακού στρατού ούτε ως απόδειξη ότι οι τρεις χώρες έχουν κοινή στάση απέναντι
σε κάθε περιφερειακό αντίπαλο. Η εφαρμογή μιας δέσμευσης συλλογικής άμυνας
εξαρτάται από το ακριβές περιεχόμενό της, τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και τις
συνθήκες υπό τις οποίες ενεργοποιούνται οι υποχρεώσεις.
Η προστασία της σαουδαραβικής επικράτειας είναι διαφορετική αποστολή από τη
συμμετοχή σε επιθετικές επιχειρήσεις στην Υεμένη. Η ενίσχυση της αεράμυνας είναι
διαφορετική από την προσπάθεια εξουδετέρωσης μιας αντίπαλης δύναμης στο έδαφός της.
Η σαφήνεια των ορίων μπορεί να αποτρέψει παρερμηνείες και να μειώσει τον κίνδυνο
ανεξέλεγκτης εμπλοκής.

4.3. Το Μνημόνιο Badr και η αμυντική βιομηχανία
Στις 21 Οκτωβρίου 2026, η Τουρκία, το Κατάρ, το Πακιστάν και η Ινδονησία υπέγραψαν
στη Ντόχα το πολυμερές Μνημόνιο Badr για την ενίσχυση της συνεργασίας στην
αμυντική βιομηχανία. Το πλαίσιο προβλέπει συνεργασία στην παραγωγή αμυντικού
εξοπλισμού, στην τεχνική εκπαίδευση, στην έρευνα και ανάπτυξη και στην ενίσχυση των
αμυντικών δυνατοτήτων.
Η σημασία του μνημονίου δεν βρίσκεται μόνο στην πολιτική του διάσταση. Η αμυντική
βιομηχανία αποτελεί έναν από τους τομείς στους οποίους η στρατηγική αυτονομία μπορεί
να μετατραπεί σε μετρήσιμη ικανότητα. Ένα κράτος που εξαρτάται από εισαγόμενα
συστήματα για την άμυνά του μπορεί να αντιμετωπίσει καθυστερήσεις, περιορισμούς στη
συντήρηση, πολιτικούς όρους ή δυσκολίες πρόσβασης σε ανταλλακτικά και τεχνολογία.
Η κοινή παραγωγή και η ανταλλαγή τεχνογνωσίας μπορούν να μειώσουν ορισμένες από
αυτές τις εξαρτήσεις. Παράλληλα, η συνεργασία διευρύνει τις αγορές, επιτρέπει
καταμερισμό κόστους και δημιουργεί κίνητρα για μακροχρόνιες βιομηχανικές σχέσεις.
Η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της ως παραγωγού αμυντικών συστημάτων. Το
Πακιστάν μπορεί να αξιοποιήσει τις συνεργασίες για την ανάπτυξη δικών του
δυνατοτήτων. Το Κατάρ διαθέτει οικονομικούς πόρους και ενδιαφέρεται να διατηρεί
διπλωματική ευελιξία, ενώ η Ινδονησία έχει κίνητρο να διαφοροποιήσει τις πηγές
εξοπλισμού και να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή.
Πρέπει, ωστόσο, να διακρίνουμε τη βιομηχανική συνεργασία από τη συλλογική άμυνα. Το
Μνημόνιο Badr δεν αποτελεί από μόνο του αυτόματη στρατιωτική δέσμευση σε
περίπτωση πολέμου. Η κοινή παραγωγή εξοπλισμού μπορεί να δημιουργήσει πρακτική
σύγκλιση χωρίς πλήρη πολιτική ταύτιση.
Αυτό αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της αναδυόμενης πολυκεντρικής τάξης: τα κράτη
μπορούν να συνεργάζονται σε συγκεκριμένα πεδία, διατηρώντας διαφορετικές
προτεραιότητες σε άλλα. Η επιτυχία τέτοιων σχημάτων θα κριθεί από το εάν θα
παραγάγουν πραγματικές δυνατότητες και όχι μόνο ανακοινώσεις.
4.4. Η Αίγυπτος και η ισορροπία μεταξύ αλληλεγγύης και κόστους
Η Αίγυπτος κατέχει ιδιαίτερη θέση λόγω της γεωγραφίας της, του ελέγχου της διώρυγας
του Σουέζ και των σχέσεών της με τα κράτη του Κόλπου. Η ασφάλεια της Σαουδικής
Αραβίας και η σταθερότητα της Ερυθράς Θάλασσας συνδέονται με σημαντικά αιγυπτιακά
συμφέροντα.
Η στήριξη προς το Ριάντ μπορεί να αποτελεί στοιχείο περιφερειακής αλληλεγγύης, αλλά η
άμεση στρατιωτική εμπλοκή συνοδεύεται από κινδύνους. Η επέκταση της σύγκρουσης
μπορεί να επηρεάσει τα έσοδα από τη διώρυγα του Σουέζ, να επιβαρύνει την οικονομία
και να δημιουργήσει νέες ανάγκες για στρατιωτικούς πόρους.
Η Αίγυπτος πρέπει να υπολογίζει τόσο τη σχέση της με τη Σαουδική Αραβία όσο και τις
συνέπειες μιας νέας εμπλοκής στην Υεμένη. Η γεωγραφική εγγύτητα με την Ερυθρά
Θάλασσα καθιστά τη σταθερότητα ζωτικό συμφέρον, αλλά δεν καθιστά κάθε στρατιωτική
επιλογή συμφέρουσα.
Η ίδια λογική ισχύει και για άλλα περιφερειακά κράτη. Η διπλωματική υποστήριξη μπορεί
να είναι σχετικά χαμηλού κόστους. Η αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων, η ανάληψη

επιχειρήσεων ή η συμμετοχή σε μια εκτεταμένη σύγκρουση μπορεί να έχει πολύ
μεγαλύτερο κόστος και απρόβλεπτες συνέπειες.
4.5. Η ιρανική πρόταση διαλόγου και η διπλωματική διάσταση
Στις 12 Οκτωβρίου, η ιρανική διπλωματία δήλωσε ότι η Τεχεράνη ήταν έτοιμη να
συνδράμει στην έναρξη διαλόγου μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Υεμένης και να
διευκολύνει μια πολιτική διευθέτηση. Η πρόταση ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία
μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας.
Η κίνηση έχει σημασία επειδή αναδεικνύει ότι η στρατιωτική αντιπαράθεση δεν αποτελεί
το μοναδικό επίπεδο δράσης. Η Τεχεράνη επιδιώκει να εμφανιστεί ως δύναμη που μπορεί
να συμβάλει σε μια πολιτική διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα απορρίπτει τις κατηγορίες ότι
ελέγχει πλήρως τις αποφάσεις των Χούθι.
Η πρόταση δεν αποδεικνύει ότι η διαμεσολάβηση θα επιτύχει ούτε ότι όλες οι πλευρές
αποδέχονται τους όρους της. Η αξία της θα κριθεί από το εάν θα οδηγήσει σε
συγκεκριμένες επαφές, μέτρα αποκλιμάκωσης και συμφωνίες που μπορούν να
εφαρμοστούν στην πράξη.
Παράλληλα, η διπλωματική πρωτοβουλία δεν αναιρεί τις αντιφάσεις της ιρανικής
περιφερειακής πολιτικής ούτε επιλύει αυτομάτως τις διαφορές μεταξύ Τεχεράνης και
Ριάντ. Δείχνει, όμως, ότι ακόμη και σε συνθήκες κλιμάκωσης υπάρχουν κίνητρα για τη
διατήρηση διαύλων επικοινωνίας.
Συμπέρασμα κεφαλαίου
Η αναδιάταξη των περιφερειακών συμμαχιών δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως απλή
δημιουργία ενός αντιδυτικού στρατοπέδου. Η συμφωνία της Μέκκας και το Μνημόνιο
Badr δείχνουν ότι ορισμένα κράτη επιδιώκουν να οργανώσουν πιο αυτόνομα την άμυνα
και την αμυντική τους παραγωγή. Οι διαφορετικές στρατηγικές τους, όμως, παραμένουν.
Η πραγματική αξία αυτών των πρωτοβουλιών θα κριθεί από τη θεσμική τους συνέχεια,
την επιχειρησιακή τους αποτελεσματικότητα και την ικανότητά τους να περιορίζουν την
εξάρτηση χωρίς να δημιουργούν νέες δεσμεύσεις που θα οδηγούν σε ανεξέλεγκτη
κλιμάκωση.
Η πολυπολικότητα αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν δημιουργεί περισσότερες
επιλογές, όχι όταν αντικαθιστά μια αποκλειστική εξάρτηση με μια άλλη.
Κεφάλαιο 5: Ο Ορμούζ, η Ερυθρά Θάλασσα και ο οικονομικός
πόλεμος
5.1. Οι θαλάσσιες αρτηρίες ως εργαλεία γεωπολιτικής ισχύος
Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς τη γεωγραφία των
θαλάσσιων διαδρομών που συνδέουν τον Περσικό Κόλπο, τον Ινδικό Ωκεανό, την Ερυθρά
Θάλασσα και τη Μεσόγειο. Τα Στενά του Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ δεν είναι
απλώς περάσματα πλοίων. Είναι σημεία στα οποία η γεωγραφική θέση μετατρέπεται σε
πολιτική και οικονομική ισχύ.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν βασικό δίαυλο μεταφοράς πετρελαίου και
υγροποιημένου φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο προς τις διεθνείς αγορές. Το
Μπαμπ ελ-Μαντέμπ συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και, μέσω της
διώρυγας του Σουέζ, τις αγορές της Ασίας με την Ευρώπη. Η διατάραξη οποιουδήποτε από
τα δύο σημεία μπορεί να επηρεάσει την ενέργεια, τη ναυτιλία και το εμπόριο.
Η γεωγραφία προσφέρει σε περιφερειακούς δρώντες τη δυνατότητα να ασκούν πίεση
δυσανάλογη προς το μέγεθος της οικονομίας ή των συμβατικών στρατιωτικών τους
δυνάμεων. Η δυνατότητα απειλής μιας θαλάσσιας διαδρομής μπορεί να επηρεάσει τις
αποφάσεις επιχειρήσεων και κυβερνήσεων, ακόμη και όταν δεν υπάρχει πλήρης
αποκλεισμός.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο έλεγχος των στενών είναι απόλυτος ή εύκολος. Η διατήρηση μιας
θαλάσσιας αρτηρίας ανοικτής απαιτεί συντονισμό, στρατιωτική προστασία, πληροφορίες
και συνεχή αξιολόγηση των απειλών. Αντίστοιχα, η προσπάθεια διακοπής της ναυσιπλοΐας
μπορεί να προκαλέσει διεθνή αντίδραση και να επιβαρύνει οικονομικά ακόμη και εκείνους
που την επιδιώκουν.
5.2. Η οικονομική επίδραση της θαλάσσιας αστάθειας
Οι συνέπειες μιας θαλάσσιας κρίσης δεν περιορίζονται στην τιμή του πετρελαίου. Οι
ναυτιλιακές εταιρείες πρέπει να αξιολογούν το κόστος των ασφαλίστρων, τη
διαθεσιμότητα πλοίων, τις πιθανές καθυστερήσεις και την ανάγκη αλλαγής διαδρομών. Η
παράκαμψη της Ερυθράς Θάλασσας μέσω του νότιου άκρου της Αφρικής μπορεί να
προσθέσει σημαντικό χρόνο στα ταξίδια μεταξύ Ασίας και Ευρώπης.
Οι καθυστερήσεις αυξάνουν την κατανάλωση καυσίμων, δεσμεύουν πλοία για μεγαλύτερο
χρονικό διάστημα και επηρεάζουν τα χρονοδιαγράμματα παράδοσης. Οι επιπτώσεις
μεταφέρονται σταδιακά στο κόστος των εισαγωγών και στις τιμές προϊόντων, ιδίως όταν
οι επιχειρήσεις δεν διαθέτουν εναλλακτικούς προμηθευτές ή αποθέματα.
Η αβεβαιότητα μπορεί να προκαλέσει οικονομικό κόστος ακόμη και χωρίς εκτεταμένες
ζημιές. Οι επιχειρήσεις ενδέχεται να αναβάλουν επενδύσεις, να αυξήσουν τα αποθέματα ή
να μεταβάλουν τα συμβόλαιά τους για να περιορίσουν τον κίνδυνο. Τα κράτη που
εξαρτώνται από εισαγόμενη ενέργεια και τρόφιμα μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπα με
πιέσεις στον πληθωρισμό και στα δημόσια οικονομικά.
Η αστάθεια δεν επηρεάζει όλες τις χώρες με τον ίδιο τρόπο. Οι μεγάλοι εισαγωγείς
ενέργειας αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος, ενώ οι παραγωγοί μπορεί να επωφεληθούν
προσωρινά από υψηλότερες τιμές, εφόσον μπορούν να συνεχίσουν να εξάγουν. Ωστόσο,
ακόμη και για τους παραγωγούς, η διαταραχή των μεταφορών μπορεί να μειώσει τις
ποσότητες που φτάνουν στις αγορές και να επιβαρύνει τη συνολική οικονομική
δραστηριότητα.
5.3. Το Ορμούζ και η αποτροπή
Για το Ιράν, η γεωγραφία των Στενών του Ορμούζ αποτελεί μέρος της στρατηγικής του
θέσης. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να διαθέτει συμβατική στρατιωτική ισχύ αντίστοιχη με
εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών για να επηρεάσει τους υπολογισμούς τους. Η
δυνατότητα να απειληθεί η ναυσιπλοΐα ή να αυξηθεί ο κίνδυνος για ενεργειακές
εγκαταστάσεις μπορεί να δημιουργήσει σημαντικό κόστος.

Ωστόσο, η απειλή διακοπής της ναυσιπλοΐας είναι δίκοπο εργαλείο. Μπορεί να αυξήσει
την πίεση προς τους αντιπάλους, αλλά μπορεί επίσης να προκαλέσει ευρύτερη διεθνή
αντίδραση, να πλήξει χώρες που δεν συμμετέχουν άμεσα στη σύγκρουση και να αυξήσει
το κόστος για την ίδια την ιρανική οικονομία.
Η στρατηγική αξία του Ορμούζ επομένως δεν βρίσκεται απλώς στη δυνατότητα
αποκλεισμού. Βρίσκεται στην ικανότητα ενός κράτους να επηρεάζει τις προσδοκίες των
αντιπάλων και να διατηρεί αξιόπιστη αποτρεπτική δυνατότητα χωρίς να οδηγείται
αναγκαστικά στη χρήση της.
Η ίδια λογική ισχύει για τις στρατιωτικές δυνάμεις που επιδιώκουν να προστατεύσουν τη
ναυσιπλοΐα. Η παρουσία τους μπορεί να μειώσει ορισμένους κινδύνους, αλλά δεν
εξαλείφει την πιθανότητα περιστατικών ούτε εγγυάται ότι μια σύγκρουση θα παραμείνει
περιορισμένη.
5.4. Η Ερυθρά Θάλασσα και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ
Η Ερυθρά Θάλασσα αποτελεί δεύτερο κρίσιμο σημείο της ευρύτερης κρίσης. Η ασφάλεια
της διαδρομής συνδέεται με τα συμφέροντα της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας, της
Υεμένης και των κρατών που χρησιμοποιούν τη διώρυγα του Σουέζ για το εμπόριό τους.
Η απειλή κατά της ναυσιπλοΐας μπορεί να δημιουργήσει πίεση σε κράτη που δεν
αποτελούν άμεσους αντιπάλους του δρώντος που προκαλεί τη διαταραχή. Η Αίγυπτος
μπορεί να χάσει έσοδα από τη μείωση της κίνησης στη διώρυγα, ενώ οι εισαγωγείς και
εξαγωγείς αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κόστος μεταφοράς.
Η κρίση δείχνει ότι η ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρομών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται
αποκλειστικά ως στρατιωτικό ζήτημα. Απαιτεί διπλωματικές συμφωνίες, περιφερειακή
συνεργασία, διαύλους επικοινωνίας και πολιτικές που μειώνουν τα κίνητρα για επιθέσεις.
Η στρατιωτική προστασία μπορεί να περιορίσει τις άμεσες απειλές, αλλά δεν επιλύει τις
πολιτικές διαφορές που τις τροφοδοτούν. Αν η ασφάλεια εξαρτάται αποκλειστικά από τη
διαρκή παρουσία εξωτερικών ναυτικών δυνάμεων, η περιοχή παραμένει εκτεθειμένη σε
αλλαγές της στρατηγικής των μεγάλων δυνάμεων και σε ανταγωνισμούς που υπερβαίνουν
τα τοπικά συμφέροντα.
5.5. Ενεργειακή ασφάλεια και διαφοροποίηση
Η κρίση ενισχύει την ανάγκη διαφοροποίησης των ενεργειακών διαδρομών και των
προμηθευτών. Οι αγωγοί, οι τερματικοί σταθμοί, οι αποθήκες και οι εναλλακτικοί λιμένες
μπορούν να μειώσουν την ευπάθεια, αλλά απαιτούν επενδύσεις και χρόνο. Κανένα κράτος
δεν μπορεί να αντικαταστήσει αμέσως μια κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία.
Η ενεργειακή διαφοροποίηση δεν σημαίνει μόνο περισσότερους προμηθευτές.
Περιλαμβάνει αποθέματα ασφαλείας, διαφορετικές διαδρομές μεταφοράς, ανθεκτικότερα
δίκτυα ηλεκτρισμού και δυνατότητα περιορισμού της κατανάλωσης σε περιόδους κρίσης.
Για τις χώρες της Ασίας, η ασφάλεια του Ορμούζ και της Ερυθράς Θάλασσας έχει
ιδιαίτερη σημασία λόγω της εξάρτησης από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες. Για τις
ευρωπαϊκές αγορές, η διαταραχή μπορεί να αυξήσει το κόστος μεταφοράς και να
επηρεάσει την πρόσβαση σε προμήθειες. Η κρίση επομένως δεν είναι αποκλειστικά
περιφερειακή, αλλά έχει παγκόσμια οικονομική διάσταση.

Συμπέρασμα κεφαλαίου
Τα Στενά του Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αποτελούν σημεία στα οποία η
γεωγραφία μετατρέπεται σε οικονομική και πολιτική ισχύ. Η δυνατότητα διατάραξης της
ναυσιπλοΐας μπορεί να δημιουργήσει πίεση πολύ πέρα από τα όρια μιας τοπικής
σύγκρουσης.
Η στρατηγική αξία αυτών των περασμάτων δεν σημαίνει ότι οποιοσδήποτε δρών μπορεί
να τα ελέγξει πλήρως ή να διακόψει επ’ αόριστον το εμπόριο χωρίς κόστος. Η ασφάλεια
των θαλάσσιων αρτηριών απαιτεί στρατιωτική ετοιμότητα, οικονομική ανθεκτικότητα και
πολιτικές λύσεις.
Η μακροπρόθεσμη απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο η στρατιωτικοποίηση των
περασμάτων. Χρειάζεται ένα περιφερειακό πλαίσιο που θα μειώνει τα κίνητρα για
κλιμάκωση και θα περιορίζει την εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από εύθραυστους
διαδρόμους.
Κεφάλαιο 6: Η στρατηγική της πίεσης, η οικονομία και η εξάρτηση
6.1. Η πίεση ως εναλλακτική στον ολοκληρωτικό πόλεμο
Η στρατηγική της πίεσης αποτελεί βασικό εργαλείο της σύγχρονης γεωπολιτικής. Αντί
μιας άμεσης στρατιωτικής αναμέτρησης, μια δύναμη μπορεί να επιδιώξει να περιορίσει τις
επιλογές του αντιπάλου μέσω κυρώσεων, διπλωματικής απομόνωσης, στρατιωτικών
απειλών, περιορισμού της πρόσβασης σε τεχνολογία και ενίσχυσης αντίπαλων
περιφερειακών συμμαχιών.
Η λογική είναι ότι το οικονομικό και πολιτικό κόστος θα αναγκάσει την αντίπαλη πλευρά
να αλλάξει συμπεριφορά. Όμως η πίεση δεν οδηγεί πάντα σε υποχώρηση. Μπορεί να
ενισχύσει την εσωτερική συσπείρωση, να δημιουργήσει κίνητρα για εναλλακτικά δίκτυα
συνεργασίας και να αυξήσει την πολιτική βούληση αντίστασης.
Η εμπειρία των κυρώσεων δείχνει ότι οι επιπτώσεις δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Οι
επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δυσκολίες στις πληρωμές, στις μεταφορές και στην
πρόσβαση σε τεχνολογία. Οι πολίτες μπορεί να επιβαρύνονται από υψηλότερες τιμές και
περιορισμένη διαθεσιμότητα προϊόντων. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις μπορεί να
αναπτύσσουν μηχανισμούς προσαρμογής και να αναζητούν εναλλακτικές εμπορικές
σχέσεις.
Η πίεση μπορεί επομένως να αποδυναμώσει μια οικονομία χωρίς να εξασφαλίσει τον
επιθυμητό πολιτικό στόχο. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν το κόστος αυξάνεται,
αλλά αν η αύξησή του μεταφράζεται σε αλλαγή πολιτικής ή σε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα
και αντίσταση.
6.2. Οι κυρώσεις και η εξωεδαφική οικονομική ισχύς
Οι κυρώσεις αποτελούν ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία οικονομικής πίεσης, ιδίως όταν
συνδυάζονται με τη θέση μιας χώρας στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι
περιορισμοί μπορούν να αφορούν τραπεζικές συναλλαγές, εξαγωγές τεχνολογίας,
ασφαλιστικές υπηρεσίες, μεταφορές ή πρόσβαση σε κεφάλαια.
Η επιρροή δεν περιορίζεται στις συναλλαγές που απαγορεύονται ρητά. Επιχειρήσεις και
τράπεζες μπορεί να αποφεύγουν συναλλαγές που θεωρούν επικίνδυνες, επειδή φοβούνται

πρόστιμα, απώλεια πρόσβασης σε αγορές ή άλλες συνέπειες. Αυτό μπορεί να
δημιουργήσει ένα ευρύτερο αποτρεπτικό αποτέλεσμα, ακόμη και πέρα από το τυπικό πεδίο
εφαρμογής των μέτρων.
Η πρακτική αυτή αποκαλύπτει μια σημαντική διάσταση της ισχύος: η δυνατότητα
επιβολής κόστους χωρίς άμεση στρατιωτική δράση. Όταν μια μεγάλη δύναμη μπορεί να
επηρεάζει τις οικονομικές επιλογές τρίτων κρατών μέσω της πρόσβασης σε
χρηματοπιστωτικά και τεχνολογικά δίκτυα, η οικονομική αλληλεξάρτηση μετατρέπεται σε
εργαλείο πίεσης.
Από την άλλη πλευρά, η συστηματική χρήση κυρώσεων δημιουργεί κίνητρα για
διαφοροποίηση. Κράτη και επιχειρήσεις αναζητούν εναλλακτικά συστήματα πληρωμών,
διαφορετικούς προμηθευτές, περιφερειακές συμφωνίες και μηχανισμούς που μειώνουν την
έκθεσή τους σε μονομερείς αποφάσεις.
Αυτές οι προσπάθειες δεν καταργούν άμεσα την κυριαρχία των υφιστάμενων δικτύων.
Μπορούν, όμως, να μειώσουν σταδιακά την αποκλειστική εξάρτηση από αυτά.
6.3. Το Πακιστάν ως παράδειγμα οικονομικής ευαλωτότητας
Η διαταραχή του εμπορίου Πακιστάν–Ιράν αναδεικνύει τη σύνδεση ανάμεσα στη
διοικητική πολιτική, στην οικονομία και στη γεωπολιτική. Η ανάκληση της εξαίρεσης από
συγκεκριμένες ηλεκτρονικές διαδικασίες εισαγωγής είχε άμεσες συνέπειες στη διακίνηση
αγαθών και στην τροφοδοσία με υγραέριο.
Το περιστατικό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η απόφαση υπαγορεύθηκε από
εξωτερική δύναμη. Δείχνει, όμως, πόσο ευάλωτο μπορεί να είναι το εμπόριο όταν οι
συναλλαγές εξαρτώνται από διοικητικές εξαιρέσεις, τραπεζικές διαδικασίες και ασταθείς
διασυνοριακούς μηχανισμούς.
Για το Πακιστάν, η πρόκληση είναι διπλή. Πρέπει να διατηρεί λειτουργικές εμπορικές
σχέσεις με το Ιράν, αλλά ταυτόχρονα να διαχειρίζεται τους περιορισμούς που απορρέουν
από την ευρύτερη οικονομική του θέση. Η εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση
μειώνει το περιθώριο ελιγμών και αυξάνει το κόστος πολιτικών επιλογών που μπορεί να
προκαλέσουν αντιδράσεις από ισχυρότερους οικονομικούς δρώντες.
Η στρατηγική αυτονομία απαιτεί επομένως περισσότερα από πολιτικές διακηρύξεις.
Προϋποθέτει οικονομική ανθεκτικότητα, αποθέματα, διαφοροποιημένες εμπορικές
σχέσεις, αξιόπιστες υποδομές και δυνατότητα αντιμετώπισης προσωρινών διακοπών χωρίς
να προκαλείται γενικευμένη κρίση.
6.4. Η τεχνολογία και η αμυντική βιομηχανία
Η εξάρτηση από εξωτερική τεχνολογία αποτελεί ακόμη μία διάσταση της γεωπολιτικής
πίεσης. Τα προηγμένα οπλικά συστήματα, τα ηλεκτρονικά εξαρτήματα, οι αισθητήρες, τα
λογισμικά και οι δυνατότητες συντήρησης συχνά απαιτούν συνεχή πρόσβαση σε
προμηθευτές και τεχνογνωσία.
Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει σύγχρονα συστήματα αλλά να παραμένει ευάλωτο αν δεν
μπορεί να τα συντηρήσει ή να τα αναβαθμίσει χωρίς την έγκριση εξωτερικού προμηθευτή.
Η αμυντική αυτονομία δεν εξαρτάται μόνο από την αγορά εξοπλισμού, αλλά από τη
δυνατότητα παραγωγής, επισκευής, εκπαίδευσης και τεχνολογικής προσαρμογής.

Η συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία, όπως αυτή που επιδιώκεται μέσα από νέα
περιφερειακά σχήματα, μπορεί να μειώσει μέρος αυτής της ευπάθειας. Η κοινή παραγωγή
και η ανταλλαγή τεχνογνωσίας επιτρέπουν την κατανομή του κόστους και τη δημιουργία
μακροχρόνιων δυνατοτήτων.
Δεν πρέπει, ωστόσο, να θεωρείται ότι η συνεργασία καταργεί αμέσως τις εξαρτήσεις. Η
παραγωγή προηγμένων συστημάτων απαιτεί επενδύσεις, εξειδικευμένο προσωπικό,
ερευνητική υποδομή και πρόσβαση σε υλικά. Η στρατηγική αυτονομία είναι διαδικασία
που χτίζεται σταδιακά.
6.5. Η οικονομική ανθεκτικότητα ως στοιχείο κυριαρχίας
Η οικονομική ανθεκτικότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ανεξάρτητη εξωτερική
πολιτική. Ένα κράτος που δεν μπορεί να εξασφαλίσει βασικές εισαγωγές, να
χρηματοδοτήσει την άμυνά του ή να διατηρήσει σταθερές τις υποδομές του έχει
περιορισμένες επιλογές σε περίοδο κρίσης.
Η διαφοροποίηση των προμηθευτών, η ενίσχυση των εγχώριων δυνατοτήτων, η
δημιουργία αποθεμάτων και η ανάπτυξη εναλλακτικών διαδρομών μπορούν να μειώσουν
την ευπάθεια. Το ίδιο ισχύει για τη συνεργασία με περισσότερους οικονομικούς εταίρους,
ώστε κανένα κράτος να μην έχει τη δυνατότητα να διακόψει μονομερώς κρίσιμες ροές.
Η οικονομική ανεξαρτησία δεν σημαίνει αυτάρκεια σε κάθε τομέα. Σημαίνει ικανότητα
επιλογής και διαπραγμάτευσης χωρίς να μετατρέπεται κάθε διαφωνία σε απειλή για την
καθημερινή λειτουργία της οικονομίας.
Συμπέρασμα κεφαλαίου
Η στρατηγική πίεσης αποκαλύπτει ότι η σύγχρονη ισχύς δεν ασκείται μόνο με
στρατιωτικά μέσα. Οι κυρώσεις, οι χρηματοπιστωτικοί περιορισμοί, η πρόσβαση στην
τεχνολογία και οι εμπορικές διαδρομές μπορούν να επηρεάσουν αποφάσεις κρατών χωρίς
άμεση πολεμική εμπλοκή.
Ωστόσο, η οικονομική πίεση δεν εγγυάται πολιτική υποχώρηση. Μπορεί να ενισχύσει την
αντίσταση και να δημιουργήσει κίνητρα για εναλλακτικά δίκτυα συνεργασίας. Η
πραγματική στρατηγική αυτονομία απαιτεί ανθεκτικές οικονομίες, τεχνολογικές
δυνατότητες και διαφοροποίηση σχέσεων.
Κεφάλαιο 7: Τα σενάρια κλιμάκωσης και οι δείκτες προειδοποίησης
7.1. Από την περιγραφή στην πρόβλεψη
Η γεωπολιτική ανάλυση δεν ολοκληρώνεται με την καταγραφή στρατιωτικών κινήσεων
και διπλωματικών δηλώσεων. Χρειάζεται να προσδιορίσει ποια γεγονότα θα άλλαζαν την
εκτίμηση, ποιες ενδείξεις θα προειδοποιούσαν για κλιμάκωση και ποιες εξελίξεις θα
έδειχναν ότι παραμένει ανοιχτός ένας δρόμος αποκλιμάκωσης.
Στην κρίση γύρω από το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία και την Υεμένη, ο κίνδυνος δεν
εξαρτάται αποκλειστικά από την απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να
πραγματοποιήσουν ένα πλήγμα. Εξαρτάται επίσης από τον τρόπο με τον οποίο η Τεχεράνη
αντιλαμβάνεται τις αμερικανικές κινήσεις, από την αντίδραση των Χούθι, από τις επιλογές
του Ριάντ και από τη στάση των περιφερειακών εταίρων.

Η πρόβλεψη πρέπει επομένως να στηρίζεται σε σενάρια και δείκτες, όχι σε βεβαιότητες.
Ένα σενάριο περιγράφει μια πιθανή διαδρομή εξέλιξης. Δεν αποτελεί δήλωση ότι αυτή η
διαδρομή θα ακολουθηθεί αναγκαστικά.
7.2. Σενάριο πρώτο: Ελεγχόμενη πίεση και περιορισμένη σύγκρουση
Στο πρώτο σενάριο, οι εμπλεκόμενοι συνεχίζουν να χρησιμοποιούν στρατιωτικές
αναπτύξεις, οικονομικές πιέσεις και δημόσιες προειδοποιήσεις χωρίς να προχωρούν σε
γενικευμένη σύγκρουση. Η αποτροπή παραμένει ενεργή, αλλά οι κυβερνήσεις
προσπαθούν να αποφύγουν ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανεξέλεγκτα
αντίποινα.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι επιθέσεις μπορεί να συνεχιστούν σε περιορισμένη κλίμακα, ενώ
η διπλωματία θα επιχειρεί να δημιουργήσει όρια στην αντιπαράθεση. Οι περιφερειακές
συμφωνίες θα λειτουργούν κυρίως ως μέσα αποτροπής και συντονισμού, χωρίς να
οδηγούν υποχρεωτικά σε κοινές επιθετικές επιχειρήσεις.
Ενδείξεις υπέρ αυτού του σεναρίου θα ήταν η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας, η
απουσία νέων μεγάλων αναπτύξεων για άμεση επίθεση, η συνέχιση διπλωματικών επαφών
και η ύπαρξη συγκεκριμένων μέτρων προστασίας πολιτικών υποδομών χωρίς παράλληλη
διεύρυνση των επιχειρήσεων.
Το σενάριο δεν σημαίνει ότι η περιοχή θα είναι ασφαλής. Σημαίνει ότι οι εμπλεκόμενοι θα
προσπαθούν να κρατήσουν την κρίση κάτω από ένα όριο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε
γενικευμένο πόλεμο.
7.3. Σενάριο δεύτερο: Περιορισμένο πλήγμα και αντίποινα
Στο δεύτερο σενάριο, μια πλευρά πραγματοποιεί πλήγμα κατά συγκεκριμένων
στρατιωτικών ή στρατηγικών στόχων, με σκοπό να αποκαταστήσει την αποτροπή ή να
επιβάλει κόστος στον αντίπαλο. Η επιχείρηση μπορεί να σχεδιαστεί ως περιορισμένη,
αλλά η αντίδραση της άλλης πλευράς δεν είναι δεδομένο ότι θα παραμείνει στο ίδιο
επίπεδο.
Οι βασικοί δείκτες θα περιλάμβαναν αυξημένη ετοιμότητα των αεροπορικών και ναυτικών
δυνάμεων, ενίσχυση της προστασίας βάσεων, αλλαγές στις οδηγίες ασφαλείας, έκτακτες
διπλωματικές επαφές και μετακινήσεις προσωπικού από περιοχές αυξημένου κινδύνου.
Ιδιαίτερη σημασία θα είχε η ταυτόχρονη εμφάνιση πολλών τέτοιων ενδείξεων. Μια
μεμονωμένη μετακίνηση στρατιωτικών μέσων δεν αρκεί για να αποδείξει ότι επίκειται
επίθεση. Αντίστοιχα, η συνδυασμένη παρουσία επιχειρησιακών προετοιμασιών,
διπλωματικής κινητοποίησης και έκτακτων μέτρων ασφαλείας μπορεί να δικαιολογήσει
αυξημένη ανησυχία.
Το μεγαλύτερο ρίσκο είναι η αμοιβαία παρερμηνεία. Μια επιχείρηση που σχεδιάζεται ως
περιορισμένο μήνυμα μπορεί να θεωρηθεί από τον αντίπαλο αρχή ευρύτερης εκστρατείας.
Η αντίδραση μπορεί στη συνέχεια να εκληφθεί ως νέα επίθεση και να προκαλέσει επόμενα
αντίποινα.
7.4. Σενάριο τρίτο: Περιφερειακή κλιμάκωση
Στο τρίτο σενάριο, η σύγκρουση επεκτείνεται πέρα από το αρχικό μέτωπο και επηρεάζει
περισσότερες χώρες, στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές και θαλάσσιες

διαδρομές.
Σε μια τέτοια εξέλιξη, οι επιπτώσεις θα ήταν ταυτόχρονα στρατιωτικές και οικονομικές. Οι
ασφαλιστικές τιμές θα μπορούσαν να αυξηθούν, τα πλοία να αλλάξουν διαδρομές, οι
ενεργειακές αγορές να γίνουν πιο ασταθείς και οι κυβερνήσεις να επιβάλουν έκτακτα
μέτρα για την προστασία κρίσιμων υποδομών.
Οι ενδείξεις θα περιλάμβαναν επαναλαμβανόμενες επιθέσεις σε περισσότερες
γεωγραφικές περιοχές, αυξημένες απώλειες, επέκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων,
περιορισμό της πολιτικής αεροπορίας και ουσιαστική διακοπή διπλωματικών διαύλων.
Η ενεργοποίηση περιφερειακών αμυντικών συμφωνιών θα μπορούσε να ενισχύσει την
αποτροπή, αλλά θα μπορούσε επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο εμπλοκής περισσότερων
κρατών. Η συλλογική άμυνα είναι αποτελεσματική όταν οι υποχρεώσεις είναι σαφείς και
οι αποφάσεις συντονισμένες. Αν οι δεσμεύσεις ερμηνεύονται διαφορετικά από τα μέλη,
μια κρίση μπορεί να οδηγήσει σε κινήσεις που δεν είχαν αρχικά σχεδιαστεί.
7.5. Σενάριο τέταρτο: Διπλωματική αποκλιμάκωση
Το τέταρτο σενάριο προβλέπει τη σταδιακή μείωση της έντασης μέσω διαπραγματεύσεων,
μηχανισμών επικοινωνίας και συμφωνιών για συγκεκριμένα μέτρα αποκλιμάκωσης.
Η ιρανική πρόταση διαλόγου μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Υεμένης αποτελεί
παράδειγμα διπλωματικής πρωτοβουλίας που μπορεί να αποκτήσει σημασία εάν
ακολουθηθεί από συγκεκριμένες κινήσεις. Η πρόταση από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται
αποδοχή από τις εμπλεκόμενες πλευρές, συμφωνία για το αντικείμενο των συνομιλιών και
δυνατότητα εφαρμογής των αποτελεσμάτων.
Οι δείκτες αποκλιμάκωσης θα περιλάμβαναν τη μείωση των επιθέσεων, την
αποκατάσταση των εμπορικών και αεροπορικών λειτουργιών, τη συνέχιση των επαφών
μεταξύ κυβερνήσεων και την ανακοίνωση συγκεκριμένων μέτρων περιορισμού του
κινδύνου.
Η αποκλιμάκωση δεν σημαίνει ότι οι βασικές διαφορές θα επιλυθούν αμέσως. Μπορεί να
δημιουργήσει, όμως, ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο οι διαφωνίες θα αντιμετωπίζονται χωρίς
συνεχή στρατιωτική πίεση.
7.6. Οι δείκτες που χρειάζονται προσεκτική παρακολούθηση
Η αξιολόγηση της κατάστασης πρέπει να βασίζεται σε συνδυασμό δεικτών:
Στρατιωτικοί δείκτες: μετακινήσεις δυνάμεων, αλλαγές στην ετοιμότητα, ενίσχυση
αεράμυνας και προστασία εγκαταστάσεων.
Διπλωματικοί δείκτες: έκτακτες συναντήσεις, ανακοινώσεις κοινών θέσεων,
διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες και διακοπή επαφών.
Οικονομικοί δείκτες: αλλαγές στα ναυτιλιακά ασφάλιστρα, ακυρώσεις πτήσεων,
περιορισμοί στις εμπορικές συναλλαγές και διαταραχές στις ενεργειακές ροές.
Κοινωνικοί και διοικητικοί δείκτες: οδηγίες ασφαλείας, απομάκρυνση προσωπικού,
κλείσιμο εγκαταστάσεων και έκτακτα μέτρα πολιτικής προστασίας.
Πληροφοριακοί δείκτες: επιβεβαιωμένες εικόνες και στοιχεία, αντιφατικές
ανακοινώσεις και διάδοση φημών για επικείμενες επιχειρήσεις.

Κανένας από αυτούς τους δείκτες δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απομονωμένα. Η
στρατιωτική κινητοποίηση μπορεί να εξυπηρετεί την αποτροπή. Οι διπλωματικές επαφές
μπορεί να συνεχίζονται ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις προετοιμάζονται για το χειρότερο
σενάριο. Οι οικονομικές διαταραχές μπορεί να οφείλονται σε διοικητικές αποφάσεις και
όχι σε άμεση στρατιωτική εντολή.
Συμπέρασμα κεφαλαίου
Η αβεβαιότητα δεν μπορεί να εξαλειφθεί, αλλά μπορεί να αξιολογηθεί με συστηματικό
τρόπο. Η διάκριση ανάμεσα στην ικανότητα μιας χώρας να επιτεθεί και στην απόφασή της
να το πράξει είναι θεμελιώδης. Το ίδιο ισχύει για τη διάκριση ανάμεσα στη στρατιωτική
ετοιμότητα και στην πραγματική πρόθεση κλιμάκωσης.
Η παρακολούθηση πολλαπλών δεικτών, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των πληροφοριών
και η αναγνώριση των πολιτικών κινήτρων μπορούν να περιορίσουν τα λανθασμένα
συμπεράσματα. Το σημαντικότερο είναι να μην αντιμετωπίζεται κάθε περιστατικό ως
απόδειξη γενικευμένου πολέμου ούτε κάθε περίοδος ηρεμίας ως απόδειξη ότι η κρίση έχει
λήξει.
Κεφάλαιο 8: Η πολυπολικότητα απέναντι στη δυτική ηγεμονία
8.1. Το πραγματικό διακύβευμα της κρίσης
Η κρίση γύρω από το Ιράν, την Υεμένη, τη Σαουδική Αραβία και τα Στενά του Ορμούζ
δεν αφορά μόνο την έκβαση επιμέρους στρατιωτικών επεισοδίων. Το βαθύτερο
διακύβευμα αφορά το ποιος θα έχει τη δυνατότητα να καθορίζει τους όρους ασφάλειας,
εμπορίου και πολιτικής δράσης σε μια περιοχή κομβική για την Ευρασία.
Η αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή έχει στηριχθεί σε ένα πλέγμα στρατιωτικών
εγκαταστάσεων, διμερών συμφωνιών, συνεργασιών ασφαλείας και οικονομικών σχέσεων.
Αυτό το σύστημα προσφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες δυνατότητα προβολής ισχύος και
επιρροής στις περιφερειακές εξελίξεις. Παράλληλα, δημιουργεί εξαρτήσεις για κράτη που
βασίζουν μεγάλο μέρος της ασφάλειάς τους σε εξωτερικές εγγυήσεις.
Οι πρόσφατες εξελίξεις αναδεικνύουν τα όρια αυτού του συστήματος. Οι επιθέσεις σε
κρίσιμες υποδομές, οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα και η ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων
προστασίας δείχνουν ότι η παρουσία μιας μεγάλης στρατιωτικής δύναμης δεν αρκεί για να
εξασφαλίσει πλήρη σταθερότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική ισχύς έχει εξαφανιστεί ή ότι έχει ήδη αντικατασταθεί
από ένα νέο κέντρο κυριαρχίας. Σημαίνει ότι το κόστος διατήρησης της επιρροής μπορεί
να αυξάνεται και ότι περισσότερα κράτη επιχειρούν να διευρύνουν τις επιλογές τους.
8.2. Η πολυπολικότητα ως διαδικασία και όχι ως σύνθημα
Η πολυπολικότητα συχνά παρουσιάζεται σαν να αποτελεί ένα έτοιμο σύστημα στο οποίο
όλα τα κράτη που αντιτίθενται στη Δύση συνεργάζονται αυτόματα. Η πραγματικότητα
είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και άλλες
περιφερειακές δυνάμεις έχουν διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες. Μπορούν να

συγκλίνουν στην ανάγκη περιορισμού της εξωτερικής επιβολής, αλλά να διαφωνούν για
περιφερειακά ζητήματα, ενεργειακές πολιτικές ή τις μορφές συνεργασίας που επιθυμούν.
Η πολυπολικότητα δεν προϋποθέτει πλήρη πολιτική ταύτιση. Προϋποθέτει τη δυνατότητα
περισσότερων κρατών να διαμορφώνουν επιλογές και να αποφεύγουν την αποκλειστική
εξάρτηση από έναν εξωτερικό προστάτη.
Η διαφορά είναι κρίσιμη. Ένα κράτος μπορεί να επιδιώκει στενή συνεργασία με την Κίνα
στην οικονομία, με την Τουρκία στην αμυντική βιομηχανία και με τη Σαουδική Αραβία
στην ασφάλεια, χωρίς να αποδέχεται κοινή εξωτερική πολιτική σε κάθε ζήτημα. Αυτή η
διαφοροποίηση μπορεί να αυξήσει την αυτονομία, εφόσον οι σχέσεις δεν δημιουργούν
νέες εξαρτήσεις αντίστοιχες με εκείνες που επιχειρεί να περιορίσει.
8.3. Η Κίνα και η οικονομική διάσταση της Ευρασίας
Η Κίνα αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην ευρύτερη ευρασιατική εξίσωση λόγω της
οικονομικής της ισχύος, των υποδομών, των εμπορικών δικτύων και της ενεργειακής της
ζήτησης. Η σταθερότητα του Περσικού Κόλπου και των θαλάσσιων διαδρομών είναι
κρίσιμη για τις εισαγωγές ενέργειας και την πρόσβαση στις αγορές.
Το Πεκίνο έχει συμφέρον να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις με διαφορετικά κράτη της
περιοχής και να αποφεύγει μια γενικευμένη σύγκρουση που θα επιβάρυνε το εμπόριο και
τις επενδύσεις. Η οικονομική του παρουσία μπορεί να προσφέρει εναλλακτικές
δυνατότητες συνεργασίας σε κράτη που επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν τις διεθνείς τους
σχέσεις.
Ωστόσο, η οικονομική ισχύς δεν ισοδυναμεί με απεριόριστη δυνατότητα πολιτικής ή
στρατιωτικής παρέμβασης. Η Κίνα δεν είναι υποχρεωμένη να αναλαμβάνει άμεση
στρατιωτική δράση σε κάθε περιφερειακή κρίση, ούτε μπορεί να εξαλείψει όλες τις
οικονομικές ευπάθειες των εταίρων της.
Η σημασία της βρίσκεται περισσότερο στη δυνατότητα δημιουργίας μακροχρόνιων
οικονομικών δεσμών, υποδομών και εναλλακτικών επιλογών. Η αποτελεσματικότητα
αυτής της προσέγγισης θα εξαρτηθεί από το αν οι συνεργασίες παράγουν βιώσιμη
ανάπτυξη και αν τα κράτη που συμμετέχουν μπορούν να διαχειριστούν τις υποχρεώσεις
τους.
8.4. Η Ρωσία και η στρατηγική ισορροπία
Η Ρωσία αποτελεί έναν ακόμη σημαντικό δρώντα στην ευρασιατική εξίσωση. Η πολιτική
της στη Μέση Ανατολή συνδέεται με στρατηγικά, ενεργειακά, στρατιωτικά και
διπλωματικά συμφέροντα. Η συνεργασία με ορισμένα κράτη της περιοχής μπορεί να
προσφέρει στη Μόσχα επιρροή, ενώ οι διπλωματικοί δίαυλοι μπορούν να λειτουργήσουν
ως μέσα διαχείρισης κρίσεων.
Ωστόσο, η ρωσική πολιτική δεν πρέπει να θεωρείται αυτόματα ταυτόσημη με τις επιλογές
της Τεχεράνης ή άλλων περιφερειακών δυνάμεων. Κάθε κράτος αξιολογεί τα οφέλη, το
κόστος και τους κινδύνους με βάση τις δικές του προτεραιότητες.
Η πολυπολικότητα δεν εξαρτάται από την ύπαρξη μιας ενιαίας διοίκησης μεταξύ των μη
δυτικών δυνάμεων. Μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από επιμέρους συνεργασίες,
διαπραγματεύσεις και ισορροπίες. Η πρόκληση είναι να δημιουργηθούν σχέσεις που

διευρύνουν τις επιλογές χωρίς να μετατρέπονται σε ανταγωνισμό για αποκλειστική
επιρροή.
8.5. Η στρατηγική αυτονομία των περιφερειακών κρατών
Η συμφωνία της Μέκκας και το Μνημόνιο Badr δείχνουν ότι ορισμένες περιφερειακές
δυνάμεις επιδιώκουν να ενισχύσουν την αμυντική τους συνεργασία και τη βιομηχανική
τους βάση. Αυτές οι πρωτοβουλίες δεν καταργούν τις υφιστάμενες σχέσεις με τις
Ηνωμένες Πολιτείες ούτε σημαίνουν ότι οι συμμετέχουσες χώρες απομακρύνονται πλήρως
από δυτικά συστήματα.
Αποτελούν, όμως, ενδείξεις διαφοροποίησης. Ένα κράτος που διαθέτει περισσότερους
προμηθευτές, περισσότερους διπλωματικούς διαύλους και μεγαλύτερη εγχώρια
τεχνολογική ικανότητα έχει περισσότερες επιλογές σε περίοδο κρίσης.
Η στρατηγική αυτονομία δεν σημαίνει απομόνωση. Σημαίνει ότι η συνεργασία με έναν
εταίρο δεν πρέπει να μετατρέπεται σε απόλυτη εξάρτηση. Η δυνατότητα επιλογής
αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο κυριαρχίας, επειδή μειώνει την ικανότητα οποιουδήποτε
εξωτερικού δρώντος να επιβάλλει μονομερώς το κόστος των αποφάσεών του.
Η πρόκληση για τα περιφερειακά κράτη είναι να μετατρέψουν τις συμφωνίες σε
πραγματικές δυνατότητες: κοινή εκπαίδευση, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, βιομηχανική
παραγωγή, μηχανισμούς διαβούλευσης και σαφείς διαδικασίες αποκλιμάκωσης.
8.6. Τα όρια της αντιδυτικής σύγκλισης
Η κριτική της δυτικής ηγεμονίας δεν πρέπει να οδηγεί στην άκριτη εξιδανίκευση κάθε
δύναμης που αντιτίθεται στην Ουάσιγκτον. Τα κράτη επιδιώκουν τα δικά τους συμφέροντα
και μπορούν να ασκούν πίεση στους εταίρους τους, να ανταγωνίζονται για επιρροή ή να
χρησιμοποιούν οικονομικά και στρατιωτικά εργαλεία για να επιβάλουν επιλογές.
Η ουσιαστική εναλλακτική δεν είναι η αντικατάσταση μιας ηγεμονίας από μια άλλη. Είναι
η δημιουργία ενός συστήματος στο οποίο κανένα κράτος δεν μπορεί εύκολα να καθορίζει
μόνο του τους όρους ασφαλείας και οικονομικής λειτουργίας μιας ολόκληρης περιοχής.
Αυτό απαιτεί θεσμούς, συμφωνίες και μηχανισμούς που βασίζονται στην αμοιβαιότητα. Η
πολυπολικότητα θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο εφόσον διευρύνει τη δυνατότητα
των μικρότερων και μεσαίων κρατών να διαπραγματεύονται, να επιλέγουν εταίρους και να
προστατεύουν τα συμφέροντά τους.
8.7. Η Μέση Ανατολή ως δοκιμασία της νέας διεθνούς τάξης
Η Μέση Ανατολή αποτελεί πεδίο δοκιμής επειδή συνδυάζει ενεργειακή σημασία,
στρατηγικές θαλάσσιες διαδρομές, έντονες περιφερειακές αντιπαραθέσεις και παρουσία
μεγάλων δυνάμεων. Οι εξελίξεις εκεί μπορούν να επηρεάσουν τις σχέσεις μεταξύ Ασίας,
Ευρώπης και Αφρικής.
Εάν οι περιφερειακές δυνάμεις καταφέρουν να δημιουργήσουν μηχανισμούς συνεργασίας
που μειώνουν τις συγκρούσεις, η περιοχή μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη δυνατότητα
αυτόνομης διαχείρισης της ασφάλειάς της. Εάν, αντίθετα, οι νέες συμφωνίες μετατραπούν
σε ανταγωνιστικά στρατόπεδα, η πολυπολικότητα μπορεί να συνοδευτεί από μεγαλύτερη
αστάθεια.

Η διαφορά θα κριθεί από την ποιότητα των θεσμών, τη σαφήνεια των δεσμεύσεων και την
ικανότητα των κρατών να διατηρούν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας ακόμη και όταν
διαφωνούν.
Συμπέρασμα κεφαλαίου
Η πολυπολικότητα δεν είναι μια αυτόματη συνέπεια των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η
αμερικανική ισχύς. Είναι μια μακρά διαδικασία που απαιτεί οικονομικές δυνατότητες,
τεχνολογική ανάπτυξη, περιφερειακή συνεργασία και πολιτική βούληση.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή αναδεικνύει τόσο τα όρια της εξωτερικής στρατιωτικής
προστασίας όσο και την ανάγκη των περιφερειακών κρατών να αναπτύξουν περισσότερες
επιλογές. Η συμφωνία της Μέκκας, το Μνημόνιο Badr και οι διπλωματικές πρωτοβουλίες
αποτελούν στοιχεία μιας ευρύτερης αναζήτησης, χωρίς να αποδεικνύουν ότι έχει ήδη
διαμορφωθεί ένα ενιαίο νέο σύστημα.
Το ουσιαστικό περιεχόμενο της πολυπολικότητας δεν είναι η αντικατάσταση μιας
ηγεμονίας από μια άλλη. Είναι η δυνατότητα περισσότερων κρατών να συμμετέχουν στη
λήψη αποφάσεων και να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους χωρίς να εξαρτώνται
αποκλειστικά από έναν εξωτερικό προστάτη.
Γενικό συμπέρασμα: Η αναμέτρηση για την ασφάλεια, την κυριαρχία
και την Ευρασία
Η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή αποκαλύπτει ότι η στρατιωτική ισχύς, η οικονομική
πίεση και η διπλωματική επιρροή λειτουργούν πλέον μέσα σε ένα περιβάλλον
αλληλεξάρτησης. Η ασφάλεια των αεροδρομίων, η προστασία των ενεργειακών
εγκαταστάσεων, η λειτουργία των θαλάσσιων διαδρομών και η δυνατότητα
πραγματοποίησης εμπορικών συναλλαγών δεν αποτελούν ξεχωριστά ζητήματα.
Συνδέονται με τον ευρύτερο ανταγωνισμό για το ποιος μπορεί να καθορίζει τους όρους
λειτουργίας της περιφερειακής τάξης.
Η αμερικανική παρουσία παραμένει ισχυρή, αλλά δεν εξασφαλίζει απόλυτο έλεγχο των
εξελίξεων. Η ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων προστασίας, οι ασύμμετρες απειλές και η
αβεβαιότητα γύρω από κρίσιμες υποδομές δείχνουν ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν
ισοδυναμεί με πλήρη πολιτική αποτελεσματικότητα.
Αντίστοιχα, η δυνατότητα των αντιπάλων των Ηνωμένων Πολιτειών να προκαλούν κόστος
δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορούν να επιβάλουν τη δική τους περιφερειακή τάξη. Η
στρατηγική επιτυχία απαιτεί οικονομική αντοχή, πολιτική νομιμοποίηση, συνεκτικές
συμμαχίες και ικανότητα μετατροπής της στρατιωτικής πίεσης σε σταθερό αποτέλεσμα.
Το Πακιστάν βρίσκεται στο κέντρο αυτού του διλήμματος. Η σχέση του με τη Σαουδική
Αραβία ενισχύεται θεσμικά, ενώ η γειτνίαση με το Ιράν και η οικονομική του
ευαλωτότητα περιορίζουν τις επιλογές του. Η συνεργασία με την Κίνα διευρύνει τα
περιθώρια δράσης, αλλά δεν καταργεί την ανάγκη προσεκτικής διαχείρισης των σχέσεων
με άλλες μεγάλες δυνάμεις.
Η συμφωνία της Μέκκας και το Μνημόνιο Badr δείχνουν ότι ορισμένα κράτη επιχειρούν
να αναπτύξουν πιο αυτόνομους μηχανισμούς άμυνας και αμυντικής παραγωγής. Η
σημασία τους θα κριθεί από το αν θα οδηγήσουν σε πραγματικές δυνατότητες, σαφείς

διαδικασίες συνεργασίας και αποτελεσματικούς μηχανισμούς διαχείρισης κρίσεων. Οι
συμφωνίες από μόνες τους δεν εξασφαλίζουν ούτε σταθερότητα ούτε πολιτική ενότητα.
Παράλληλα, οι θαλάσσιες αρτηρίες της περιοχής υπενθυμίζουν ότι η γεωπολιτική

αντιπαράθεση έχει παγκόσμιες συνέπειες. Μια διαταραχή στον Ορμούζ ή στο Μπαμπ ελ-
Μαντέμπ μπορεί να επηρεάσει την ενέργεια, το εμπόριο, τις τιμές και την οικονομική

ασφάλεια κρατών που δεν συμμετέχουν άμεσα στη σύγκρουση. Η εξάρτηση από κρίσιμες
διαδρομές μετατρέπει τη γεωγραφία σε εργαλείο πίεσης, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το
κόστος μιας παρατεταμένης κρίσης για όλους τους εμπλεκομένους.
Η οικονομική διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Οι κυρώσεις, οι χρηματοπιστωτικοί
περιορισμοί και η πρόσβαση στην τεχνολογία μπορούν να περιορίσουν τις επιλογές ενός
κράτους χωρίς άμεση στρατιωτική δράση. Η χρήση αυτών των εργαλείων μπορεί να
δημιουργήσει βραχυπρόθεσμη πίεση, αλλά και να ενισχύσει την αναζήτηση εναλλακτικών
δικτύων συνεργασίας.
Το κεντρικό ερώτημα επομένως δεν είναι αν η μία ή η άλλη δύναμη θα επικρατήσει σε ένα
μεμονωμένο περιστατικό. Είναι αν η περιοχή θα αποκτήσει τη δυνατότητα να
διαχειρίζεται τις συγκρούσεις της χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από εξωτερικούς
στρατιωτικούς εγγυητές και χωρίς να μετατρέπει κάθε κρίση σε αφορμή για νέα
κλιμάκωση.
Η πολυπολικότητα μπορεί να προσφέρει περισσότερες επιλογές, αλλά δεν εγγυάται από
μόνη της δικαιότερη ή σταθερότερη διεθνή τάξη. Για να αποκτήσει ουσιαστικό
περιεχόμενο, χρειάζεται σεβασμό της κυριαρχίας, λειτουργικούς θεσμούς, οικονομική
ανθεκτικότητα και μηχανισμούς που επιτρέπουν στα κράτη να συνεργάζονται παρά τις
διαφορές τους.
Η Μέση Ανατολή βρίσκεται επομένως μπροστά σε δύο διαφορετικές προοπτικές. Η πρώτη
είναι η διεύρυνση της στρατιωτικής αντιπαράθεσης, η ενίσχυση των ανταγωνιστικών
συμμαχιών και η μεταφορά του κόστους στις κοινωνίες και στις οικονομίες της περιοχής.
Η δεύτερη είναι η ανάπτυξη περιφερειακών μηχανισμών που θα συνδυάζουν αποτροπή,
διάλογο και πρακτική συνεργασία, περιορίζοντας την πιθανότητα ανεξέλεγκτης
σύγκρουσης.
Καμία από τις δύο προοπτικές δεν είναι αναπόφευκτη. Η έκβαση θα εξαρτηθεί από τις
αποφάσεις των κυβερνήσεων, τη δυνατότητα ελέγχου των στρατιωτικών ενεργειών, την
αξιοπιστία των διπλωματικών πρωτοβουλιών και την ικανότητα των περιφερειακών
δυνάμεων να μετατρέψουν τη σύγκλιση συμφερόντων σε βιώσιμη συνεργασία.
Η πραγματική αναμέτρηση για την Ευρασία δεν αφορά μόνο το ποιος διαθέτει τα
περισσότερα στρατιωτικά μέσα. Αφορά το ποιος μπορεί να διατηρήσει την οικονομική και
πολιτική του αντοχή, να προστατεύσει τις κρίσιμες υποδομές του και να διαμορφώσει
συμμαχίες χωρίς να παραδίδει σε άλλους τον έλεγχο των στρατηγικών του επιλογών.
Αυτό είναι το ουσιαστικό διακύβευμα της πολυπολικότητας: όχι η αντικατάσταση μιας
ηγεμονίας από μια άλλη, αλλά η δημιουργία ενός διεθνούς περιβάλλοντος στο οποίο
περισσότερα κράτη μπορούν να υπερασπίζονται την κυριαρχία και τα συμφέροντά τους,
αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την ευθύνη για τη σταθερότητα της περιοχής τους.

Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας