Η Σαουδική Αραβία σε στρατηγικό αδιέξοδο: Ιράν, Ισραήλ και η μάχη για τον Κόλπο.

Από την απειλή της Υεμένης και τις ισορροπίες με την Τεχεράνη έως την αμερικανική
πίεση και την εξομάλυνση με το Ισραήλ, το Ριάντ βρίσκεται αντιμέτωπο με
στρατηγικές επιλογές που ενδέχεται να αναδιαμορφώσουν ολόκληρη τη Μέση
Ανατολή.

Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σύνθετο γεωπολιτικό δίλημμα, στο
οποίο η στρατιωτική ασφάλεια, η περιφερειακή ισορροπία και η επιβίωση του ίδιου του
πολιτικού της συστήματος ενδέχεται να συγκρούονται. Η ένταση στην Υεμένη, η
αντιπαράθεση με το Ιράν, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Περσικό Κόλπο και
η προοπτική εξομάλυνσης των σχέσεων με το Ισραήλ δεν αποτελούν απομονωμένα
ζητήματα. Συνδέονται με έναν ευρύτερο ανταγωνισμό για τον έλεγχο των ενεργειακών
ροών, των θαλάσσιων διαδρόμων και των στρατηγικών συμμαχιών στη Μέση Ανατολή.
Για το Ριάντ, το πρόβλημα δεν είναι απλώς πώς θα αντιμετωπίσει μια εξωτερική απειλή.
Είναι πώς θα διατηρήσει την αυτονομία των επιλογών του σε ένα περιβάλλον όπου κάθε
συμμαχία έχει κόστος και κάθε παραχώρηση μπορεί να μεταβάλει τις εσωτερικές και
περιφερειακές ισορροπίες. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει την επιρροή της, το

Ισραήλ αναζητά νέες στρατηγικές συνεργασίες, ενώ η Τεχεράνη προσπαθεί να αξιοποιήσει
τη γεωγραφία και τις περιφερειακές της σχέσεις για να περιορίσει την αμερικανική και
ισραηλινή ελευθερία κινήσεων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η Σαουδική Αραβία να εξασφαλίσει
την ασφάλειά της χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια σύγκρουση που εξυπηρετεί πρωτίστως τις
στρατηγικές επιδιώξεις άλλων δυνάμεων; Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στους
εξοπλισμούς ή στις διπλωματικές δηλώσεις. Βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στη
στρατιωτική ισχύ, την οικονομική εξάρτηση, τη γεωγραφία και τη νομιμοποίηση της
σαουδαραβικής εξουσίας.
Η ανάλυση που ακολουθεί εξετάζει τις διαθέσιμες ενδείξεις, τις αντικρουόμενες
πληροφορίες και τα πιθανά σενάρια, διαχωρίζοντας τα τεκμηριωμένα γεγονότα από τις
εκτιμήσεις και τις υποθέσεις. Γιατί στη Μέση Ανατολή, η πραγματική στρατηγική εικόνα
συχνά δεν αποκαλύπτεται από όσα δηλώνουν οι πρωταγωνιστές, αλλά από τις επιλογές
που κάνουν όταν το κόστος αρχίζει να γίνεται μεγαλύτερο από τα οφέλη.
Η βασική θέση: Όταν η προστασία μετατρέπεται σε παγίδα
Η κρίση της Σαουδικής Αραβίας δεν πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά ως σύγκρουση
ανάμεσα στο Ριάντ και την Τεχεράνη. Το βαθύτερο ζήτημα είναι η σχέση ανάμεσα στην
ασφάλεια, την εξάρτηση και τη στρατηγική αυτονομία. Η Σαουδική Αραβία μπορεί να
διαθέτει τεράστιους οικονομικούς πόρους, σύγχρονα οπλικά συστήματα και ισχυρές
διεθνείς σχέσεις, αλλά αυτά δεν εγγυώνται από μόνα τους την ελευθερία των αποφάσεών
της.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος καθορίζει τους όρους της ασφάλειάς της και ποιος τελικά
πληρώνει το τίμημα μιας περιφερειακής σύγκρουσης. Εάν η προστασία της
σαουδαραβικής επικράτειας συνδεθεί με στρατηγικές επιλογές που εξυπηρετούν
πρωτίστως τις επιδιώξεις της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ, τότε το Ριάντ ενδέχεται να
βρεθεί μπροστά σε μια αντίφαση: να ενισχύει τη στρατιωτική του ασφάλεια, ενώ
ταυτόχρονα να περιορίζει την πολιτική και γεωπολιτική του αυτονομία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ δεν είναι απλώς μια
διπλωματική επιλογή. Εφόσον συνδεθεί με συγκεκριμένες στρατιωτικές ή πολιτικές
δεσμεύσεις, μπορεί να μεταβάλει τη θέση της Σαουδικής Αραβίας απέναντι στο Ιράν, στην
Υεμένη, στον αραβικό κόσμο και στις αναδυόμενες περιφερειακές συνεργασίες. Το αν μια
τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε τελικά το Ριάντ ή θα δημιουργούσε νέες απειλές αποτελεί το
βασικό αντικείμενο της ανάλυσης, όχι ένα συμπέρασμα που μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο.
Η γεωγραφία κάνει το δίλημμα ακόμη πιο σύνθετο. Τα Στενά του Ορμούζ και το Μπαμπ
ελ-Μαντέμπ συνδέουν την ενεργειακή ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας με δύο
διαφορετικά αλλά αλληλένδετα πεδία πίεσης. Η δυνατότητα του Ιράν να επηρεάζει τον
βόρειο θαλάσσιο διάδρομο και η δυνατότητα των Ανσάρ Αλλάχ να απειλούν τη
ναυσιπλοΐα στα νότια δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η στρατιωτική υπεροχή δεν
μεταφράζεται αυτομάτως σε στρατηγικό έλεγχο.
Η Σαουδική Αραβία, επομένως, δεν χρειάζεται μόνο όπλα και συμμάχους. Χρειάζεται
εναλλακτικές επιλογές, διπλωματικά περιθώρια και τη δυνατότητα να αποτρέπει τους
αντιπάλους της χωρίς να παραδίδει σε τρίτους τον καθορισμό της στρατηγικής της. Η
διαμεσολάβηση, οι περιφερειακές συμφωνίες και η διαφοροποίηση των διεθνών σχέσεων

αποκτούν εδώ ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορούν να περιορίσουν τον κίνδυνο
εγκλωβισμού σε μια σύγκρουση που δεν ελέγχει πλήρως.
Αυτή είναι η κεντρική υπόθεση που θα εξετάσουμε: η πραγματική δοκιμασία για το Ριάντ
δεν είναι απλώς να επιβιώσει από την πίεση των αντιπάλων του, αλλά να διατηρήσει την
ικανότητα να αποφασίζει το ίδιο πότε θα συγκρουστεί, πότε θα διαπραγματευτεί και ποιες
δεσμεύσεις αρνείται να αναλάβει.
Γιατί η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται μόνο από όσα μπορεί να επιβάλει. Μετριέται και
από όσα μπορεί να αρνηθεί, από τον χρόνο που μπορεί να κερδίσει και από τις
εναλλακτικές που διατηρεί όταν οι ισχυρότεροι σύμμαχοί του επιχειρούν να καθορίσουν
τους όρους του παιχνιδιού.
1. Ορμούζ και Ερυθρά Θάλασσα: Η στρατηγική γεωγραφία της κρίσης
Για να κατανοήσουμε το δίλημμα της Σαουδικής Αραβίας, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε τη
γεωγραφία. Στον Περσικό Κόλπο, η ισχύς δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των
πολεμικών πλοίων ή των μαχητικών αεροσκαφών. Μετριέται και από τη δυνατότητα ενός
κράτους να επηρεάζει τις οδούς μέσω των οποίων κινούνται το πετρέλαιο, το φυσικό
αέριο, τα εμπορεύματα και οι στρατιωτικές ενισχύσεις.
Δύο θαλάσσια περάσματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την εξίσωση: τα Στενά
του Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Το πρώτο συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον
Κόλπο του Ομάν και τον Ινδικό Ωκεανό. Το δεύτερο βρίσκεται ανάμεσα στην Υεμένη και
το Κέρας της Αφρικής, ελέγχοντας την είσοδο από τον Ινδικό Ωκεανό προς την Ερυθρά
Θάλασσα και, μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, προς τη Μεσόγειο.
Η σημασία τους δεν περιορίζεται στο εμπόριο. Τα δύο περάσματα αποτελούν κρίσιμους
κόμβους ενός ευρύτερου συστήματος στρατηγικής αλληλεξάρτησης, στο οποίο η
ενεργειακή ασφάλεια συνδέεται άμεσα με τη ναυτική ισχύ, τις περιφερειακές συμμαχίες
και την ικανότητα άσκησης οικονομικής πίεσης.
Το Ορμούζ: Το γεωγραφικό πλεονέκτημα του Ιράν
Το Ιράν διαθέτει ένα σημαντικό γεωγραφικό πλεονέκτημα: βρίσκεται κατά μήκος της
βόρειας ακτής των Στενών του Ορμούζ. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να ελέγχει
ανεμπόδιστα κάθε διέλευση ή να διακόπτει τη ναυσιπλοΐα χωρίς σοβαρό κόστος. Σημαίνει,
όμως, ότι σε περίπτωση σύγκρουσης διαθέτει τη δυνατότητα να αυξήσει σημαντικά το
ρίσκο για τις εμπορικές και στρατιωτικές μετακινήσεις.
Η γεωγραφία αυτή μετατρέπει ακόμη και την απειλή διακοπής της ναυσιπλοΐας σε
παράγοντα στρατηγικής πίεσης. Οι ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, οι αλλαγές δρομολογίων,
η άνοδος του ενεργειακού κόστους και η αβεβαιότητα στις αγορές μπορούν να
προκαλέσουν επιπτώσεις πολύ πέρα από τα σύνορα του Ιράν.
Από την ευρασιατική σκοπιά, το Ορμούζ δεν αποτελεί απλώς ένα τοπικό σημείο
αντιπαράθεσης. Είναι ένας κρίκος που συνδέει την ενεργειακή παραγωγή του Κόλπου με
τις μεγάλες ασιατικές οικονομίες. Επομένως, κάθε σοβαρή κρίση στην περιοχή επηρεάζει
όχι μόνο την Ουάσιγκτον και τα κράτη του Κόλπου, αλλά και την Κίνα, την Ινδία και
άλλες οικονομίες που εξαρτώνται από τις ενεργειακές ροές.

Το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ: Η γεωγραφία της Υεμένης
Στη νότια έξοδο της Ερυθράς Θάλασσας, η Υεμένη αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική σημασία.
Η θέση της επιτρέπει στους δρώντες που διαθέτουν στρατιωτικές δυνατότητες στην
περιοχή να επηρεάζουν την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, χωρίς να χρειάζεται να διαθέτουν
συμβατικό ναυτικό αντίστοιχο των μεγάλων δυνάμεων.
Η δράση των Ανσάρ Αλλάχ, γνωστών διεθνώς ως Χούθι, έχει καταδείξει ότι οι πύραυλοι,
τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και οι ασύμμετρες επιχειρήσεις μπορούν να αυξήσουν το
κόστος της ναυσιπλοΐας και να αναγκάσουν ισχυρότερες δυνάμεις να διαθέσουν
σημαντικούς πόρους για την προστασία της.
Χρειάζεται, ωστόσο, μια κρίσιμη διάκριση: η δυνατότητα απειλής ενός θαλάσσιου
διαδρόμου δεν ισοδυναμεί με πλήρη και διαρκή έλεγχό του. Η πραγματική
αποτελεσματικότητα εξαρτάται από τις επιχειρησιακές δυνατότητες, την ένταση των
επιθέσεων, την αντίδραση των αντιπάλων και την αντοχή των εμπλεκόμενων πλευρών.
Το στρατηγικό πρόβλημα για τη Σαουδική Αραβία είναι ότι η αστάθεια στην Υεμένη δεν
περιορίζεται στα νότια σύνορά της. Μπορεί να επηρεάσει τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς,
τις εξαγωγές ενέργειας και το συνολικό περιβάλλον ασφάλειας της αραβικής χερσονήσου.
Η σαουδαραβική εναλλακτική: Ο αγωγός Ανατολής–Δύσης
Το Ριάντ έχει επενδύσει σε υποδομές που μειώνουν την εξάρτηση των πετρελαϊκών
εξαγωγών του από το Ορμούζ. Κεντρική θέση σε αυτή τη στρατηγική κατέχει ο αγωγός
Ανατολής–Δύσης, ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο από τις ανατολικές περιοχές παραγωγής
προς τις εγκαταστάσεις της Ερυθράς Θάλασσας, στην περιοχή του Γιανμπού.
Η υποδομή αυτή προσφέρει στη Σαουδική Αραβία μια εναλλακτική διαδρομή εξαγωγών,
αλλά δεν εξαλείφει τη γεωγραφική της ευπάθεια. Η μεταφορά προς την Ερυθρά Θάλασσα
μειώνει την εξάρτηση από το Ορμούζ, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει τη σημασία της ασφάλειας
των θαλάσσιων διαδρομών προς και από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.
Εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος: η παράκαμψη ενός στρατηγικού σημείου
συμφόρησης δεν εξαφανίζει αναγκαστικά τον κίνδυνο. Μπορεί απλώς να μεταφέρει μέρος
του σε διαφορετικό γεωγραφικό χώρο.
Η Σαουδική Αραβία, επομένως, δεν αντιμετωπίζει δύο εντελώς ανεξάρτητες απειλές.
Αντιμετωπίζει ένα σύστημα αλληλένδετων θαλάσσιων διαδρόμων, στο οποίο μια κρίση
στον βορρά μπορεί να ενισχύσει τη σημασία μιας κρίσης στον νότο.
Η ευρασιατική διάσταση
Η σύνδεση Ορμούζ και Μπαμπ ελ-Μαντέμπ έχει ευρύτερη σημασία για την Ευρασία. Η
Κίνα εξαρτάται από ασφαλείς ενεργειακές και εμπορικές ροές, ενώ η Ρωσία ενδιαφέρεται
για τη συνολική αναδιάταξη των ενεργειακών και στρατηγικών συσχετισμών. Το Ιράν,
λόγω γεωγραφικής θέσης και περιφερειακής ισχύος, αποτελεί σημαντικό παράγοντα σε
αυτή την εξίσωση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι Κίνα, Ρωσία και Ιράν διαθέτουν ένα ενιαίο σχέδιο ελέγχου των
θαλάσσιων περασμάτων. Μια τέτοια διαπίστωση θα απαιτούσε συγκεκριμένα στοιχεία.
Σημαίνει ότι τα συμφέροντά τους μπορούν, σε ορισμένα πεδία, να συγκλίνουν στην
αντίσταση απέναντι σε μια περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας που εξαρτάται
υπερβολικά από την αμερικανική στρατιωτική παρουσία.

Για την Ουάσιγκτον, η διατήρηση της ελευθερίας ναυσιπλοΐας και της στρατιωτικής
παρουσίας στον Κόλπο αποτελεί βασικό στρατηγικό στόχο. Για την Τεχεράνη, η
γεωγραφία προσφέρει ένα μέσο αποτροπής και πίεσης. Για το Πεκίνο, η σταθερότητα των
εμπορικών και ενεργειακών διαδρομών είναι ζωτικής σημασίας. Και για το Ριάντ, το
ζητούμενο είναι να διατηρήσει την εξαγωγική του ικανότητα χωρίς να εξαρτάται απόλυτα
από τις επιλογές οποιασδήποτε εξωτερικής δύναμης.
Το βασικό συμπέρασμα
Η γεωγραφία δεν καθορίζει από μόνη της την έκβαση μιας σύγκρουσης, αλλά
διαμορφώνει το κόστος, τα περιθώρια δράσης και τις επιλογές κάθε πλευράς. Το Ορμούζ
προσφέρει στο Ιράν ένα σημαντικό εργαλείο στρατηγικής πίεσης. Η Υεμένη και το Μπαμπ
ελ-Μαντέμπ δημιουργούν μια δεύτερη εστία κινδύνου. Και ο αγωγός Ανατολής–Δύσης
παρέχει στη Σαουδική Αραβία μια μερική, όχι απόλυτη, εναλλακτική.
Αυτό είναι το γεωγραφικό υπόβαθρο της κρίσης. Για να κατανοήσουμε, όμως, αν η πίεση
μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικό στρατηγικό αδιέξοδο για το Ριάντ, πρέπει να
περάσουμε από τη γεωγραφία στον επιχειρησιακό παράγοντα που βρίσκεται πιο κοντά στα
σαουδαραβικά σύνορα: την Υεμένη και την ικανότητα των Ανσάρ Αλλάχ να μεταφέρουν
το κόστος της σύγκρουσης στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας.

2. Η Υεμένη ως στρατηγικό μέτωπο: Οι Ανσάρ Αλλάχ και τα όρια της σαουδαραβικής
ισχύος
Η Υεμένη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πεδία δοκιμασίας της σαουδαραβικής
στρατηγικής. Για το Ριάντ, η σύγκρουση δεν αφορά μόνο την πολιτική κατάσταση σε ένα
γειτονικό κράτος. Αφορά την ασφάλεια των νότιων συνόρων του, την προστασία κρίσιμων
υποδομών, την αξιοπιστία της στρατιωτικής του ισχύος και, κυρίως, τη δυνατότητά του να
διαμορφώνει τις εξελίξεις στην άμεση περιφέρειά του.
Η γεωγραφία της Υεμένης προσδίδει στη σύγκρουση ιδιαίτερη βαρύτητα. Η χώρα
συνορεύει με τη Σαουδική Αραβία, βρίσκεται κοντά σε βασικές θαλάσσιες οδούς και
διαθέτει ορεινές περιοχές που ευνοούν την άμυνα και δυσχεραίνουν τις συμβατικές
στρατιωτικές επιχειρήσεις. Για μια δύναμη με υπεροχή σε αεροσκάφη, εξοπλισμούς και
οικονομικούς πόρους, η αντιμετώπιση ενός αντιπάλου που αξιοποιεί το έδαφος, τις
ασύμμετρες τακτικές και σχετικά φθηνά οπλικά συστήματα μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο
σύνθετη από όσο υποδηλώνουν οι αριθμητικοί συσχετισμοί.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Σαουδική Αραβία διαθέτει μεγαλύτερη
συμβατική στρατιωτική ισχύ. Αυτό είναι διαφορετικό ζήτημα από το αν μπορεί να
μετατρέψει αυτή την υπεροχή σε ένα σταθερό και πολιτικά βιώσιμο αποτέλεσμα.
Από την τοπική σύγκρουση στην περιφερειακή αντιπαράθεση
Οι Ανσάρ Αλλάχ, γνωστοί ευρύτερα ως Χούθι, αναδείχθηκαν σε καθοριστικό παράγοντα
της πολιτικής και στρατιωτικής πραγματικότητας της Υεμένης. Η επικράτησή τους σε
σημαντικά τμήματα της χώρας και η μακροχρόνια αντιπαράθεσή τους με τη
σαουδαραβική επέμβαση μετέτρεψαν μια εσωτερική σύγκρουση σε περιφερειακό ζήτημα
ασφαλείας.
Η Σαουδική Αραβία επιδίωξε να αποτρέψει την εδραίωση μιας εχθρικής δύναμης στα
νότια σύνορά της και να περιορίσει την επιρροή του Ιράν στην Υεμένη. Η Τεχεράνη, από

την πλευρά της, απέκτησε τη δυνατότητα να ενισχύει τη θέση της σε ένα μέτωπο όπου η
πίεση προς τη Σαουδική Αραβία δεν απαιτεί αναγκαστικά άμεση σύγκρουση μεταξύ των
δύο κρατών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ανσάρ Αλλάχ αποτελούν απλώς ένα όργανο του Ιράν. Η
οργάνωση έχει δική της ιστορική διαδρομή, τοπικές κοινωνικές βάσεις, πολιτικές
επιδιώξεις και επιχειρησιακές προτεραιότητες. Η ιρανική υποστήριξη αποτελεί σημαντικό
παράγοντα της στρατιωτικής της δυνατότητας, αλλά η πλήρης ταύτιση των δύο πλευρών
θα υποβάθμιζε την αυτονομία των τοπικών δυναμικών.
Η διάκριση αυτή έχει ουσιαστική σημασία. Εάν η σύγκρουση αντιμετωπιστεί
αποκλειστικά ως πόλεμος δι’ αντιπροσώπων μεταξύ Ριάντ και Τεχεράνης, υπάρχει
κίνδυνος να παραβλεφθούν οι εσωτερικές αιτίες της υεμενικής κρίσης και τα κίνητρα των
ίδιων των εμπλεκομένων. Αντίστοιχα, εάν αγνοηθεί η περιφερειακή διάσταση, δεν μπορεί
να εξηγηθεί πλήρως η στρατηγική σημασία που απέκτησε η Υεμένη για το Ιράν και τη
Σαουδική Αραβία.
Η πραγματικότητα βρίσκεται στη συνάντηση αυτών των δύο επιπέδων: μιας εσωτερικής
σύγκρουσης που απέκτησε διεθνείς διαστάσεις και ενός περιφερειακού ανταγωνισμού που
αξιοποιεί τις εσωτερικές αντιθέσεις της χώρας.
Η ασύμμετρη απειλή και το κόστος της άμυνας
Η εξέλιξη των πυραυλικών δυνατοτήτων και των μη επανδρωμένων αεροσκαφών έχει
μεταβάλει τη φύση της απειλής που αντιμετωπίζουν τα κράτη του Κόλπου. Ένας
αντίπαλος δεν χρειάζεται να διαθέτει συμβατική αεροπορία αντίστοιχη με εκείνη της
Σαουδικής Αραβίας για να προκαλέσει σημαντική στρατηγική πίεση.
Η χρήση πυραύλων και μη επανδρωμένων συστημάτων μπορεί να αναγκάσει τον
αμυνόμενο να διατηρεί σε συνεχή ετοιμότητα ραντάρ, αντιαεροπορικές μονάδες και
προσωπικό, ενώ παράλληλα πρέπει να προστατεύει αεροδρόμια, ενεργειακές
εγκαταστάσεις, λιμένες και κρίσιμες υποδομές. Η άμυνα δεν κρίνεται μόνο από το αν
αναχαιτίζεται ένα βλήμα, αλλά και από το συνολικό κόστος που απαιτείται για να
διατηρηθεί η προστασία.
Εδώ εμφανίζεται μια βασική ασυμμετρία. Τα επιθετικά συστήματα μπορεί να είναι σχετικά
φθηνά σε σύγκριση με ορισμένα από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την αναχαίτισή
τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επίθεση είναι επιτυχής ή ότι η αεράμυνα καθίσταται
άχρηστη. Σημαίνει ότι ακόμη και μια αποτελεσματική άμυνα μπορεί να επιβαρύνει τον
αμυνόμενο με υψηλό οικονομικό και επιχειρησιακό κόστος.
Για τη Σαουδική Αραβία, το πρόβλημα γίνεται σοβαρότερο όταν η απειλή αφορά
εγκαταστάσεις που συνδέονται με την οικονομική δραστηριότητα και την εικόνα της
χώρας ως ασφαλούς ενεργειακού και επενδυτικού κόμβου. Η επαναλαμβανόμενη ανάγκη
προστασίας κρίσιμων υποδομών μπορεί να επηρεάσει τον επιχειρησιακό σχεδιασμό, την
κατανομή πόρων και τις εκτιμήσεις των επενδυτών για τον κίνδυνο στην περιοχή.
Ωστόσο, πρέπει να διαχωρίζουμε τη γενική στρατηγική δυνατότητα από συγκεκριμένους
ισχυρισμούς για επιτυχημένα πλήγματα. Το γεγονός ότι οι Ανσάρ Αλλάχ διαθέτουν
δυνατότητες πυραυλικών και μη επανδρωμένων επιθέσεων δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι
κάθε αναφερόμενο πλήγμα σε σαουδαραβικό αεροδρόμιο ή στρατιωτική εγκατάσταση
πραγματοποιήθηκε όπως περιγράφεται. Για κάθε τέτοιο περιστατικό απαιτείται χωριστή

εξέταση της τοποθεσίας, της ημερομηνίας, των ζημιών και της αξιοπιστίας των
διαθέσιμων αναφορών.
Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη για να μη μετατραπεί μια πραγματική στρατηγική
απειλή σε ένα αφήγημα που στηρίζεται σε μη επαληθευμένες λεπτομέρειες.
Η πολιτική διάσταση της στρατιωτικής αποτυχίας
Η αποτελεσματικότητα μιας στρατιωτικής εκστρατείας δεν κρίνεται αποκλειστικά από τις
απώλειες που προκαλεί στον αντίπαλο. Κρίνεται και από το πολιτικό αποτέλεσμα που
επιτυγχάνει. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει συντριπτική υπεροχή σε συγκεκριμένους
τομείς, αλλά να αποτυγχάνει να επιβάλει μια σταθερή πολιτική διευθέτηση.
Στην Υεμένη, η μακρά διάρκεια της σύγκρουσης ανέδειξε τα όρια της στρατιωτικής
πίεσης ως μέσου επίλυσης ενός σύνθετου πολιτικού προβλήματος. Η αποδυνάμωση του
αντιπάλου δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με τη δημιουργία μιας βιώσιμης κυβέρνησης, ενώ η
στρατιωτική επικράτηση σε επιμέρους περιοχές δεν εγγυάται τον έλεγχο ολόκληρης της
χώρας.
Για το Ριάντ, αυτό δημιουργεί ένα δίλημμα στρατηγικής φθοράς. Η συνέχιση της
αντιπαράθεσης μπορεί να απορροφά πόρους και να διατηρεί ενεργή μια απειλή στα νότια
σύνορα. Η υποχώρηση ή η αποδοχή μιας πολιτικής διευθέτησης, από την άλλη πλευρά,
μπορεί να εκληφθεί ως περιορισμός των αρχικών επιδιώξεων της σαουδαραβικής
επέμβασης.
Δεν είναι, όμως, κάθε διαπραγματευτικός συμβιβασμός ήττα. Εάν μια συμφωνία μειώνει
την πιθανότητα επιθέσεων, περιορίζει την εξωτερική έκθεση της χώρας και δημιουργεί
μηχανισμούς ελέγχου των συνόρων, μπορεί να εξυπηρετεί καλύτερα τη μακροπρόθεσμη
ασφάλεια από τη συνέχιση μιας αδιέξοδης στρατιωτικής προσπάθειας.
Το κρίσιμο κριτήριο είναι το αποτέλεσμα και όχι η δημόσια εικόνα της νίκης. Μια
κυβέρνηση που επιδιώκει να διατηρήσει την περιφερειακή της θέση οφείλει να υπολογίζει
όχι μόνο το κόστος της υποχώρησης, αλλά και το κόστος της αδιάκοπης σύγκρουσης.
Η σύνδεση με το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ
Η σημασία της Υεμένης υπερβαίνει την ασφάλεια των σαουδαραβικών συνόρων, επειδή η
χώρα βρίσκεται κοντά σε έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του
κόσμου. Το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν
και τον Ινδικό Ωκεανό. Η αστάθεια στην περιοχή μπορεί να αυξήσει το κόστος των
θαλάσσιων μεταφορών και να δημιουργήσει πρόσθετες πιέσεις στις εμπορικές ροές.
Για τη Σαουδική Αραβία, η διάσταση αυτή συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα εξαγωγής
πετρελαίου μέσω της Ερυθράς Θάλασσας. Ο αγωγός Ανατολής–Δύσης προσφέρει μια
εναλλακτική προς το Ορμούζ, αλλά η αξία του εξαρτάται και από την ασφάλεια των
εγκαταστάσεων, των λιμένων και των θαλάσσιων διαδρομών που χρησιμοποιούνται για τη
μεταφορά των φορτίων.
Έτσι, η Υεμένη μπορεί να επηρεάσει τη σαουδαραβική στρατηγική ακόμη και χωρίς να
υπάρξει άμεση επίθεση σε σαουδαραβικό έδαφος. Η αύξηση του κινδύνου για τη
ναυσιπλοΐα, η ανάγκη ενίσχυσης της προστασίας των υποδομών και η αβεβαιότητα γύρω
από τις ενεργειακές εξαγωγές δημιουργούν ένα ευρύτερο περιβάλλον πίεσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν και οι Ανσάρ Αλλάχ ελέγχουν από κοινού τα δύο θαλάσσια
περάσματα ή ότι υπάρχει αποδεδειγμένος ενιαίος σχεδιασμός για τον πλήρη αποκλεισμό
τους. Η γεωγραφική σύνδεση των δύο περιοχών είναι πραγματική, αλλά ο βαθμός
συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων δυνάμεων και η δυνατότητα διατήρησης μιας
παρατεταμένης διακοπής της ναυσιπλοΐας απαιτούν ξεχωριστή τεκμηρίωση.
Η στρατηγική σημασία βρίσκεται ακριβώς σε αυτό: η Σαουδική Αραβία πρέπει να
σχεδιάζει για ένα περιβάλλον όπου διαφορετικές απειλές μπορούν να συμπέσουν χρονικά,
χωρίς να είναι απαραίτητο να αποτελούν μέρος ενός ενιαίου επιχειρησιακού σχεδίου.
Τι αποδεικνύει και τι δεν αποδεικνύει το υεμενικό μέτωπο
Η Υεμένη αναδεικνύει τρία ουσιαστικά συμπεράσματα.
Πρώτον, η συμβατική στρατιωτική υπεροχή δεν εξασφαλίζει από μόνη της πολιτική νίκη.
Η διάρκεια της σύγκρουσης, η τοπική κοινωνική πραγματικότητα και η ικανότητα του
αντιπάλου να προσαρμόζεται μπορούν να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα μιας
ισχυρότερης δύναμης.
Δεύτερον, η απειλή προς τη Σαουδική Αραβία δεν περιορίζεται σε μια πιθανή χερσαία
εισβολή. Οι πυραυλικές δυνατότητες, τα μη επανδρωμένα συστήματα και η γεωγραφία
των θαλάσσιων διαδρόμων διευρύνουν το πεδίο της αντιπαράθεσης.
Τρίτον, η στρατιωτική πίεση δημιουργεί ένα πολιτικό δίλημμα. Η συνέχιση της
σύγκρουσης έχει κόστος, ενώ η διαπραγμάτευση απαιτεί συμβιβασμούς και ενδεχομένως
αποδοχή μιας πραγματικότητας που το Ριάντ δεν μπορεί να ανατρέψει αποκλειστικά με
στρατιωτικά μέσα.
Από αυτά δεν προκύπτει ότι η Σαουδική Αραβία βρίσκεται αναγκαστικά κοντά σε
κατάρρευση ούτε ότι οι Ανσάρ Αλλάχ μπορούν να επιβάλουν όποιο αποτέλεσμα
επιθυμούν. Προκύπτει, όμως, ότι το Ριάντ πρέπει να αντιμετωπίζει την Υεμένη ως
μακροπρόθεσμο στρατηγικό πρόβλημα και όχι ως μια απλή επιχείρηση που μπορεί να
ολοκληρωθεί με την προσθήκη περισσότερων εξοπλισμών.
Η βασική γεωπολιτική συνέπεια είναι ότι η Υεμένη περιορίζει τα περιθώρια επιλογών της
Σαουδικής Αραβίας. Όσο παραμένει ενεργό αυτό το μέτωπο, το Ριάντ οφείλει να
υπολογίζει την πιθανότητα πίεσης στα σύνορα, στις υποδομές και στις θαλάσσιες οδούς
του. Αυτό επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αξιολογεί τις σχέσεις του με την Ουάσιγκτον,
την Τεχεράνη και το Τελ Αβίβ.
Το επόμενο ερώτημα, επομένως, είναι αν οι εξωτερικές συμμαχίες μπορούν να
προσφέρουν πραγματική ασφάλεια χωρίς να δημιουργούν νέες δεσμεύσεις και κινδύνους.
Εκεί ακριβώς αρχίζει το ζήτημα της αμερικανικής προστασίας, της ισραηλινής
στρατηγικής και των όρων που μπορεί να συνοδεύουν μια πιθανή αναδιάταξη των
σχέσεων στη Μέση Ανατολή.

3. Η αμερικανική προστασία και το ισραηλινό δίλημμα: Ποιος καθορίζει τους όρους της
σαουδαραβικής ασφάλειας;
Η στρατηγική θέση της Σαουδικής Αραβίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τη
σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Για δεκαετίες, η αμερικανική
στρατιωτική παρουσία στον Περσικό Κόλπο αποτελεί βασικό παράγοντα της

περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Ωστόσο, η ύπαρξη ενός ισχυρού προστάτη δεν
σημαίνει ότι τα συμφέροντα προστάτη και προστατευόμενου ταυτίζονται σε κάθε ζήτημα.
Αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα για το Ριάντ. Η Σαουδική Αραβία χρειάζεται να
αποτρέπει επιθέσεις, να προστατεύει τις ενεργειακές της υποδομές και να διατηρεί την
περιφερειακή της θέση. Ταυτόχρονα, όμως, επιδιώκει να αποφύγει έναν πόλεμο που θα
μπορούσε να απειλήσει την οικονομική της ανάπτυξη, να αποσταθεροποιήσει το
εσωτερικό της και να την υποχρεώσει να αναλάβει δεσμεύσεις δυσανάλογες προς τα δικά
της συμφέροντα.
Το ερώτημα δεν είναι αν η συνεργασία με τις ΗΠΑ έχει αξία. Είναι εάν και υπό ποιους
όρους η συνεργασία αυτή ενισχύει την αυτονομία της Σαουδικής Αραβίας ή την καθιστά
περισσότερο εξαρτημένη από τις στρατηγικές επιλογές της Ουάσιγκτον.
Η αμερικανική παρουσία ως εγγύηση και ως περιορισμός
Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Κόλπο εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους: την
προστασία της ναυσιπλοΐας, την αποτροπή περιφερειακών αντιπάλων, τη διατήρηση της
πρόσβασης σε κρίσιμες υποδομές και την υποστήριξη των συμμάχων της Ουάσιγκτον. Για
τα κράτη του Κόλπου, η παρουσία αυτή προσφέρει δυνατότητες που δύσκολα θα
μπορούσαν να εξασφαλίσουν αποκλειστικά με τις δικές τους δυνάμεις.
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη πλευρά. Όταν η ασφάλεια ενός κράτους στηρίζεται σε
μεγάλο βαθμό σε εξωτερικές στρατιωτικές δυνατότητες, η αποτελεσματικότητα της
προστασίας εξαρτάται από τις πολιτικές αποφάσεις του εξωτερικού συμμάχου. Η
διαθεσιμότητα στρατιωτικών μέσων, η προθυμία ανάληψης κινδύνου και οι
προτεραιότητες μιας κυβέρνησης μπορούν να μεταβληθούν ανάλογα με τις ευρύτερες
διεθνείς εξελίξεις.
Για τη Σαουδική Αραβία, αυτή η εξάρτηση δημιουργεί μια διαρκή ανάγκη εξισορρόπησης.
Το Ριάντ επιδιώκει την αμερικανική υποστήριξη, αλλά δεν έχει συμφέρον να θεωρεί
δεδομένο ότι κάθε αμερικανική στρατηγική επιλογή θα είναι ταυτόσημη με τη δική του. Η
Ουάσιγκτον πρέπει να υπολογίζει τη θέση της απέναντι στο Ιράν, στο Ισραήλ, στην Κίνα
και στις υπόλοιπες περιφερειακές δυνάμεις. Η σαουδαραβική ηγεσία, από την άλλη
πλευρά, οφείλει να υπολογίζει τις συνέπειες αυτών των επιλογών για το ίδιο το βασίλειο.
Επομένως, η συμμαχία δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο με βάση τις επίσημες διακηρύξεις.
Πρέπει να εξετάζεται μέσα από συγκεκριμένα ερωτήματα: ποια απειλή αναλαμβάνει να
αντιμετωπίσει ο σύμμαχος, με ποια μέσα, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποιο κόστος για
το κράτος που ζητά προστασία.
Το Ισραήλ και η αναδιάταξη των περιφερειακών συμμαχιών
Η πιθανή εξομάλυνση των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ αποτελεί ζήτημα
ευρύτερης στρατηγικής σημασίας. Δεν αφορά μόνο τη διπλωματική αναγνώριση ή την
ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων. Θα μπορούσε να επηρεάσει την περιφερειακή
συνεργασία στους τομείς της άμυνας, των πληροφοριών, της τεχνολογίας και της
αντιμετώπισης κοινών απειλών.
Από την ισραηλινή σκοπιά, η σύναψη επίσημων σχέσεων με το Ριάντ θα αποτελούσε
σημαντική διπλωματική επιτυχία. Θα διεύρυνε το δίκτυο περιφερειακών συνεργασιών του
Ισραήλ και θα δημιουργούσε νέες δυνατότητες συντονισμού απέναντι στο Ιράν. Για την
Ουάσιγκτον, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ενισχύσει τη συνεργασία μεταξύ

συμμάχων της χωρίς να απαιτεί αποκλειστικά αμερικανική διαχείριση κάθε περιφερειακού
ζητήματος.
Για τη Σαουδική Αραβία, όμως, το όφελος δεν είναι αυτονόητο. Το Ριάντ πρέπει να
σταθμίσει την αξία της αμυντικής και τεχνολογικής συνεργασίας έναντι του πολιτικού
κόστους που μπορεί να προκαλέσει μια τέτοια μεταβολή στον αραβικό και μουσουλμανικό
κόσμο. Παράλληλα, πρέπει να εξετάσει αν μια στενότερη σύνδεση με το Ισραήλ θα
μειώσει τις απειλές ή θα ενισχύσει τα κίνητρα των αντιπάλων του να αντιμετωπίζουν τη
Σαουδική Αραβία ως άμεσο μέρος της ισραηλινοϊρανικής αντιπαράθεσης.
Εδώ βρίσκεται η ουσία του διλήμματος: μια νέα συμμαχία μπορεί να προσφέρει πρόσθετες
δυνατότητες αποτροπής, αλλά μπορεί επίσης να περιορίσει τη δυνατότητα του Ριάντ να
διατηρεί ισορροπίες με διαφορετικούς περιφερειακούς δρώντες.
Η εξομάλυνση ως στρατηγική επιλογή, όχι ως αυτονόητη λύση
Η εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε ως
αναπόφευκτη εξέλιξη ούτε ως βέβαιη καταστροφή για τη σαουδαραβική ηγεσία. Το
αποτέλεσμα εξαρτάται από τους όρους μιας ενδεχόμενης συμφωνίας, τις δεσμεύσεις που
θα αναλάβουν τα μέρη και τις αντιδράσεις των υπόλοιπων δυνάμεων.
Η παλαιστινιακή διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η σαουδαραβική διπλωματία έχει
συνδέσει δημόσια την πλήρη εξομάλυνση με το Ισραήλ με την προοπτική ίδρυσης
παλαιστινιακού κράτους και την επίλυση του παλαιστινιακού ζητήματος. Η θέση αυτή δεν
αποτελεί απλώς επικοινωνιακή λεπτομέρεια. Συνδέεται με τη διεθνή εικόνα του βασιλείου,
τη θρησκευτική και πολιτική του νομιμοποίηση και τον ρόλο που επιδιώκει να διατηρεί
στον αραβικό κόσμο.
Εάν η εξομάλυνση πραγματοποιηθεί χωρίς μια πολιτικά βιώσιμη διευθέτηση του
παλαιστινιακού ζητήματος, το Ριάντ θα πρέπει να υπολογίσει τις πιθανές εσωτερικές και
περιφερειακές συνέπειες. Αντίστροφα, μια συμφωνία που θα προσφέρει συγκεκριμένα
οφέλη ασφαλείας και θα συνοδεύεται από αποδεκτούς πολιτικούς όρους θα μπορούσε να
ενισχύσει τη θέση του βασιλείου.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η διπλωματική εξομάλυνση δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με
στρατηγική ανεξαρτησία. Η πραγματική της αξία θα κριθεί από το κατά πόσο αυξάνει τις
επιλογές της Σαουδικής Αραβίας ή δημιουργεί νέες εξαρτήσεις και δεσμεύσεις.
Το ευρασιατικό διακύβευμα: Από την εξάρτηση στην πολυπολική αυτονομία

Η σαουδαραβική κρίση αποκαλύπτει μια ευρύτερη αντίφαση του διεθνούς συστήματος. Τα
κράτη που στηρίζουν την ασφάλειά τους σε μια κυρίαρχη εξωτερική δύναμη αποκτούν
πρόσβαση σε στρατιωτικές δυνατότητες και μηχανισμούς προστασίας, αλλά κινδυνεύουν
να περιορίσουν την ελευθερία των στρατηγικών τους επιλογών. Η προστασία δεν είναι
κατ’ ανάγκην δωρεάν και οι συμμαχίες δεν λειτουργούν σε πολιτικό κενό. Εντάσσονται σε
μια ευρύτερη ιεραρχία συμφερόντων, στην οποία η ισχυρότερη πλευρά διαθέτει συνήθως
μεγαλύτερη δυνατότητα να καθορίζει τις προτεραιότητες.
Από την ευρασιατική σκοπιά, το ζήτημα της Σαουδικής Αραβίας δεν αφορά απλώς τη
διαφωνία της με την Ουάσιγκτον ή την πιθανότητα μιας σύγκρουσης με το Ιράν. Αφορά τη

μετάβαση από ένα διεθνές σύστημα στο οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να
διατηρούν την πρωτοκαθεδρία τους σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κέντρων ισχύος. Σε
αυτή τη μετάβαση, η ενέργεια, οι θαλάσσιοι διάδρομοι, οι στρατιωτικές συμμαχίες και τα
χρηματοπιστωτικά δίκτυα αποτελούν μέσα άσκησης ισχύος, αλλά και πεδία στα οποία τα
κράτη μπορούν να αναζητήσουν εναλλακτικές συνεργασίες.
Η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν δεν αποτελούν ενιαίο γεωπολιτικό οργανισμό με κοινές
επιδιώξεις σε κάθε ζήτημα. Διαθέτουν διαφορετικές προτεραιότητες και ενίοτε
αποκλίνοντα συμφέροντα. Ωστόσο, η ανάπτυξη συνεργασιών μεταξύ τους, καθώς και η
ενίσχυση των σχέσεων με άλλες ασιατικές και περιφερειακές δυνάμεις, δημιουργούν ένα
ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο η αμερικανική επιρροή δεν είναι πλέον η μοναδική
διαθέσιμη αναφορά για κάθε κράτος.
Για τη Σαουδική Αραβία, αυτή η εξέλιξη μπορεί να διευρύνει τα περιθώρια ελιγμών. Η
συνεργασία με την Κίνα στον οικονομικό και ενεργειακό τομέα, οι σχέσεις με τη Ρωσία
στο πλαίσιο της αγοράς πετρελαίου και η συνεννόηση με το Ιράν για τη μείωση των
περιφερειακών εντάσεων μπορούν να λειτουργήσουν ως διαφορετικοί άξονες μιας
πολιτικής εξισορρόπησης. Δεν αποτελούν, από μόνες τους, εγγύηση ασφάλειας ούτε
αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός ενιαίου ευρασιατικού σχεδίου. Προσφέρουν, όμως, τη
δυνατότητα στο Ριάντ να αποφεύγει την πλήρη ταύτιση της εξωτερικής του πολιτικής με
τις επιλογές ενός μόνο κέντρου ισχύος.
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην πολυπολικότητα και στην απλή
εναλλαγή συμμαχιών. Πολυπολικότητα δεν σημαίνει ότι κάθε κράτος πρέπει να στραφεί
εναντίον της Δύσης ή να ενταχθεί σε έναν αντίπαλο συνασπισμό. Σημαίνει ότι κανένα
κέντρο ισχύος δεν πρέπει να διαθέτει ανεξέλεγκτη δυνατότητα να καθορίζει τις
στρατηγικές επιλογές όλων των υπολοίπων. Ένα κράτος αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία
όταν διαθέτει εναλλακτικούς εμπορικούς εταίρους, διαφορετικές πηγές τεχνολογίας και
εξοπλισμών, περισσότερες ενεργειακές και χρηματοπιστωτικές διαδρομές και τη
δυνατότητα να διαπραγματεύεται χωρίς να εξαρτάται από μία μόνο δύναμη.
Από αυτή την άποψη, η Σαουδική Αραβία βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή.
Μπορεί να επιδιώξει την ασφάλειά της μέσω βαθύτερης ένταξης σε ένα σύστημα
περιφερειακής συνεργασίας που συνδέεται στενά με τις αμερικανικές και ισραηλινές
στρατηγικές επιδιώξεις. Μπορεί, εναλλακτικά, να διατηρήσει τη συνεργασία της με την
Ουάσιγκτον, ενώ παράλληλα ενισχύει τις σχέσεις της με την Κίνα, τη Ρωσία και τις
γειτονικές δυνάμεις, επιδιώκοντας να μειώσει τον κίνδυνο εγκλωβισμού σε μια
γενικευμένη σύγκρουση.
Η δεύτερη επιλογή δεν είναι χωρίς δυσκολίες. Η Κίνα δεν προσφέρει κατ’ ανάγκην τις
ίδιες στρατιωτικές εγγυήσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η Ρωσία έχει τις δικές της
προτεραιότητες και περιορισμούς. Η συνεργασία με το Ιράν δεν εξαλείφει τις διαφορές
των δύο κρατών ούτε εγγυάται ότι δεν θα εμφανιστούν νέες εντάσεις. Η πολυπολική
στρατηγική απαιτεί, επομένως, ρεαλισμό, διαφοροποίηση και ικανότητα
διαπραγμάτευσης, όχι εξιδανίκευση οποιασδήποτε δύναμης.

Το ουσιαστικό ευρασιατικό συμπέρασμα είναι ότι η αποδυνάμωση της μονοπολικής τάξης
δημιουργεί ευκαιρίες για μεγαλύτερη αυτονομία, αλλά δεν την εξασφαλίζει αυτόματα. Τα
κράτη που θα αξιοποιήσουν τη μετάβαση θα είναι εκείνα που θα καταφέρουν να
μετατρέψουν τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων σε διαπραγματευτικό
πλεονέκτημα, αντί να μετατραπούν σε πεδίο σύγκρουσής τους.
Για το Ριάντ, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να επιλέξει ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την
Ευρασία. Είναι να αποφύγει μια κατάσταση στην οποία η ασφάλειά του θα εξαρτάται από
αποφάσεις που λαμβάνονται έξω από αυτό, ενώ το κόστος μιας περιφερειακής
σύγκρουσης θα βαρύνει πρωτίστως το ίδιο.
Η πραγματική στρατηγική αυτονομία της Σαουδικής Αραβίας θα κριθεί από το αν μπορεί
να συνεργάζεται με όλους χωρίς να υποτάσσεται πλήρως σε κανέναν, να αποτρέπει τους
αντιπάλους της χωρίς να παραδίδει τον έλεγχο των επιλογών της και να αξιοποιεί την
πολυπολικότητα χωρίς να μετατρέπεται σε πιόνι ενός νέου συνασπισμού.
Αυτό είναι το βαθύτερο διακύβευμα της κρίσης: όχι ποια δύναμη θα κυριαρχήσει απλώς
στη Σαουδική Αραβία, αλλά αν το ίδιο το βασίλειο θα καταφέρει να διατηρήσει τη θέση
του ως αυτόνομος περιφερειακός δρών μέσα στη διαμόρφωση μιας νέας πολυπολικής
τάξης.

4. Η σαουδαραβική άμυνα και το αδιέξοδο των συμμαχιών: Πακιστάν, Τουρκία και τα
όρια της συλλογικής προστασίας
Η αναζήτηση εναλλακτικών εγγυήσεων ασφαλείας αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της
σαουδαραβικής στρατηγικής. Όταν ένα κράτος διαπιστώνει ότι η προστασία του εξαρτάται
σε μεγάλο βαθμό από έναν εξωτερικό σύμμαχο, επιχειρεί να διευρύνει το δίκτυο
συνεργασιών του, ώστε να αποκτήσει περισσότερες επιλογές σε περίπτωση κρίσης. Για το
Ριάντ, οι σχέσεις με το Πακιστάν και την Τουρκία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία μέσα σε
αυτή την προσπάθεια.
Η προσέγγιση αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυτομάτως ως εγκατάλειψη των Ηνωμένων
Πολιτειών ή ως ένταξη της Σαουδικής Αραβίας σε έναν ενιαίο αντιδυτικό συνασπισμό.
Μπορεί, αντίθετα, να αποτελεί προσπάθεια διαφοροποίησης των εγγυήσεων ασφαλείας,
περιορισμού της εξάρτησης από έναν μόνο προστάτη και ενίσχυσης της
διαπραγματευτικής θέσης του βασιλείου.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι νέες συνεργασίες μπορούν να μετατραπούν σε
πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες ή αν θα παραμείνουν κυρίως διπλωματικά
εργαλεία. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις είναι καθοριστική.
Το Πακιστάν και η στρατηγική σχέση με το Ριάντ
Οι σχέσεις Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν έχουν μακρά ιστορία και περιλαμβάνουν
αμυντική συνεργασία, οικονομικούς δεσμούς και κοινά συμφέροντα σε ζητήματα
περιφερειακής ασφάλειας. Το Πακιστάν διαθέτει σημαντικές συμβατικές στρατιωτικές
δυνατότητες και πυρηνικό οπλοστάσιο, γεγονός που του προσδίδει διαφορετικό
στρατηγικό βάρος από εκείνο άλλων περιφερειακών εταίρων της Σαουδικής Αραβίας.

Ωστόσο, η ύπαρξη στενών σχέσεων δεν σημαίνει ότι το Ισλαμαμπάντ είναι διατεθειμένο
να εμπλακεί σε οποιαδήποτε σύγκρουση του Ριάντ. Το Πακιστάν πρέπει να υπολογίζει τις
δικές του εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες, την οικονομική του κατάσταση, τις σχέσεις
του με το Ιράν και τις ευρύτερες στρατηγικές του προτεραιότητες.
Η γεωγραφία αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα. Το Πακιστάν συνορεύει με το Ιράν
και δεν έχει συμφέρον να μετατρέψει τη δυτική του μεθόριο σε ένα νέο μέτωπο έντασης.
Μια στρατιωτική εμπλοκή εναντίον της Τεχεράνης θα μπορούσε να δημιουργήσει
πρόσθετες πιέσεις στην περιφερειακή του ασφάλεια και να περιπλέξει τις σχέσεις του με
σημαντικούς εσωτερικούς και εξωτερικούς δρώντες.
Επομένως, η στρατηγική σχέση με τη Σαουδική Αραβία πρέπει να εξετάζεται υπό το
πρίσμα των πραγματικών δεσμεύσεων και όχι μόνο των δημόσιων διακηρύξεων φιλίας. Το
σημαντικό δεν είναι απλώς αν το Πακιστάν υποστηρίζει το Ριάντ, αλλά ποια ακριβώς
μορφή θα μπορούσε να λάβει αυτή η υποστήριξη σε περίπτωση πολεμικής κρίσης.
Η Τουρκία και η αναζήτηση περιφερειακού ρόλου
Η Τουρκία αποτελεί έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα. Διαθέτει ισχυρή στρατιωτική
βάση, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και εμπειρία σε επιχειρήσεις πέρα από τα
σύνορά της. Παράλληλα, επιδιώκει να διατηρεί ενεργό ρόλο στη Μέση Ανατολή, στην
Ανατολική Μεσόγειο και στις ευρύτερες ισορροπίες μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.
Η συνεργασία της με τη Σαουδική Αραβία μπορεί να προσφέρει δυνατότητες σε τομείς
όπως η αμυντική παραγωγή, η τεχνολογία, η εκπαίδευση και η περιφερειακή διπλωματία.
Δεν συνεπάγεται, όμως, ότι οι δύο χώρες έχουν ταυτόσημες προτεραιότητες ή ότι θα
αναλάβουν κοινή στρατιωτική δράση σε κάθε πιθανή κρίση.
Η Άγκυρα επιδιώκει να διατηρεί σχέσεις με διαφορετικά κέντρα ισχύος, ενώ ταυτόχρονα
προστατεύει τα δικά της συμφέροντα. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να δημιουργεί περιθώρια
συνεργασίας με το Ριάντ, αλλά και όρια στην έκταση της στρατηγικής τους σύμπλευσης.
Για τη Σαουδική Αραβία, επομένως, η Τουρκία μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εταίρο
διαφοροποίησης. Η αξία της συνεργασίας θα κριθεί, ωστόσο, από το αν μεταφράζεται σε
συγκεκριμένες δυνατότητες και δεσμεύσεις, όχι από την απλή ύπαρξη διπλωματικών
επαφών.
Συμμαχία δεν σημαίνει αυτόματη στρατιωτική εμπλοκή
Εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο ζήτημα. Μια συμφωνία αμυντικής συνεργασίας δεν
ισοδυναμεί κατ’ ανάγκην με υποχρέωση συμμετοχής σε επιθετικές επιχειρήσεις. Η
πραγματική της σημασία εξαρτάται από το περιεχόμενο του κειμένου, τις προϋποθέσεις
ενεργοποίησης, τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και το είδος της απειλής που καλύπτει.
Η διάκριση ανάμεσα στην άμυνα και στην επίθεση είναι καθοριστική για τη
σαουδαραβική στρατηγική. Η προστασία του εδάφους, των αεροδρομίων και των
ενεργειακών εγκαταστάσεων αποτελεί διαφορετική αποστολή από τη συμμετοχή σε
επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν ή άλλων περιφερειακών δυνάμεων.
Εάν μια συνεργασία περιορίζεται στην αποτροπή και στην άμυνα, μπορεί να ενισχύσει την
ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας χωρίς να την υποχρεώνει να συμμετέχει σε μια
ευρύτερη σύγκρουση. Εάν, αντίθετα, προβλέπει δεσμεύσεις που επεκτείνονται σε
επιθετικές επιχειρήσεις, τότε το πολιτικό και στρατηγικό κόστος μπορεί να είναι πολύ
μεγαλύτερο.

Για τον λόγο αυτό, οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι μια συγκεκριμένη συμφωνία δημιουργεί
υποχρέωση συμμετοχής σε πόλεμο πρέπει να στηρίζεται στο πραγματικό περιεχόμενό της.
Χωρίς το πλήρες κείμενο και τις σχετικές επίσημες διευκρινίσεις, δεν είναι ασφαλές να
αποδίδονται στη συμφωνία δεσμεύσεις που δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Το πραγματικό όριο των εναλλακτικών συμμαχιών
Η διεύρυνση των συνεργασιών της Σαουδικής Αραβίας με το Πακιστάν και την Τουρκία
μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δεν εξασφαλίζει, όμως, ότι οι δύο χώρες θα υποκαταστήσουν πλήρως τις αμερικανικές
στρατιωτικές δυνατότητες ή ότι θα αναλάβουν το ίδιο επίπεδο κινδύνου σε μια
γενικευμένη περιφερειακή σύγκρουση.
Η στρατηγική αυτονομία δεν οικοδομείται μόνο με συμφωνίες. Απαιτεί επιχειρησιακή
διαλειτουργικότητα, κοινό σχεδιασμό, διαθέσιμες δυνάμεις, σαφείς διαδικασίες λήψης
αποφάσεων και πολιτική βούληση. Απαιτεί επίσης την ικανότητα κάθε εταίρου να διατηρεί
τη συνεργασία ακόμη και όταν οι συνθήκες γίνονται δυσμενείς.
Για το Ριάντ, η διαφοροποίηση των συμμαχιών αποτελεί δυνητικά σημαντικό εργαλείο. Η
πραγματική της αξία, όμως, εξαρτάται από το αν μπορεί να μετατρέψει τις διπλωματικές
σχέσεις σε αξιόπιστες εναλλακτικές επιλογές χωρίς να δημιουργήσει νέες εξαρτήσεις.
Το γεωπολιτικό συμπέρασμα
Η συνεργασία με το Πακιστάν και την Τουρκία εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια
της Σαουδικής Αραβίας να διευρύνει τα περιθώρια κινήσεών της. Δεν αποδεικνύει από
μόνη της την ύπαρξη ενός ενιαίου ευρασιατικού στρατιωτικού άξονα ούτε εγγυάται ότι το
Ριάντ μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε απειλή χωρίς αμερικανική υποστήριξη.
Αναδεικνύει, όμως, μια ουσιαστική στρατηγική κατεύθυνση: την επιδίωξη περισσότερων
επιλογών σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι παραδοσιακές συμμαχίες δεν εξασφαλίζουν
πάντοτε τα αποτελέσματα που επιθυμούν τα μικρότερα ή μεσαία κράτη.
Από την ευρασιατική σκοπιά, η σημασία αυτών των συνεργασιών βρίσκεται ακριβώς στη
δυνατότητα περιορισμού της μονομερούς εξάρτησης. Η πολυπολικότητα αποκτά πρακτικό
περιεχόμενο όταν δημιουργεί εναλλακτικά δίκτυα συνεργασίας, αυξάνει τη
διαπραγματευτική ισχύ των κρατών και μειώνει την πιθανότητα να υποχρεωθούν να
συμμετάσχουν σε συγκρούσεις που δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους.
Για τη Σαουδική Αραβία, το ζητούμενο δεν είναι να αντικαταστήσει έναν προστάτη με
έναν άλλον. Είναι να αποκτήσει τη δυνατότητα να επιλέγει ανάμεσα σε διαφορετικούς
εταίρους, να καθορίζει η ίδια τα όρια της εμπλοκής της και να διατηρεί ανοιχτούς τους
διαύλους διαπραγμάτευσης με τους αντιπάλους της.
Η τελική δοκιμασία αυτής της στρατηγικής θα εμφανιστεί σε περίπτωση πραγματικής
κρίσης. Τότε θα φανεί αν οι συνεργασίες με το Πακιστάν και την Τουρκία προσφέρουν
ουσιαστική αμυντική υποστήριξη, αν παραμένουν κυρίως διπλωματικά εργαλεία ή αν
συνοδεύονται από δεσμεύσεις που περιορίζουν τα περιθώρια ανεξάρτητης δράσης του
Ριάντ.
Η πολυπολικότητα δεν κρίνεται από τον αριθμό των συμφωνιών που υπογράφονται, αλλά
από το αν ένα κράτος αποκτά περισσότερες πραγματικές επιλογές όταν έρχεται η ώρα να
αποφασίσει.

5. Η οικονομική ισχύς ως όπλο: Πετρέλαιο, δολάριο και τα όρια της σαουδαραβικής
επιρροής
Η αντιπαράθεση γύρω από τη Σαουδική Αραβία δεν περιορίζεται στη στρατιωτική ισχύ
και στις περιφερειακές συμμαχίες. Στον πυρήνα της βρίσκεται και η οικονομία, καθώς το
πετρέλαιο, οι χρηματοπιστωτικές ροές και η διεθνής θέση του δολαρίου αποτελούν
εργαλεία ισχύος που συνδέουν το Ριάντ με την Ουάσιγκτον, την Ασία και το ευρύτερο
διεθνές σύστημα.
Η Σαουδική Αραβία κατέχει ιδιαίτερη θέση σε αυτή την εξίσωση. Η σημασία της δεν
προκύπτει μόνο από την παραγωγή πετρελαίου, αλλά και από τη δυνατότητά της να
επηρεάζει την προσφορά, τις προσδοκίες των αγορών και τις αποφάσεις άλλων
παραγωγών. Σε ένα περιβάλλον περιφερειακής κρίσης, η ενεργειακή πολιτική μπορεί να
αποκτήσει στρατηγική διάσταση, επειδή οι μεταβολές στην προσφορά και στις τιμές
επηρεάζουν τόσο τους εισαγωγείς όσο και τις οικονομίες που στηρίζονται στην ενεργειακή
σταθερότητα.
Το ερώτημα είναι αν η οικονομική ισχύς του Ριάντ μπορεί να μετατραπεί σε ανεξάρτητο
γεωπολιτικό εργαλείο ή αν περιορίζεται από τις αλληλεξαρτήσεις που έχουν διαμορφωθεί
επί δεκαετίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Το πετρέλαιο ως εργαλείο διαπραγμάτευσης
Η δυνατότητα ενός μεγάλου παραγωγού να μεταβάλει την προσφορά πετρελαίου μπορεί
να επηρεάσει τις διεθνείς τιμές, το κόστος μεταφορών και τις πληθωριστικές πιέσεις. Για
τις χώρες που εισάγουν μεγάλες ποσότητες ενέργειας, οι απότομες μεταβολές μπορούν να
δημιουργήσουν σημαντικές οικονομικές και πολιτικές συνέπειες. Για τους παραγωγούς,
αντίστοιχα, η αύξηση των τιμών μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα, ενώ η υπερβολική άνοδος
ενδέχεται να περιορίσει τη ζήτηση και να επιταχύνει την αναζήτηση εναλλακτικών πηγών
ενέργειας.
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει σημαντική επιρροή στην αγορά, αλλά δεν ελέγχει μόνη της
την παγκόσμια ενεργειακή ισορροπία. Η παραγωγή άλλων κρατών, η ζήτηση της Κίνας
και της Ινδίας, οι αποφάσεις των υπόλοιπων μελών του ΟΠΕΚ+, η παραγωγή εκτός του
οργανισμού και οι διεθνείς οικονομικές συνθήκες περιορίζουν τη δυνατότητά της να
επιβάλλει μονομερώς ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
Επομένως, η πετρελαϊκή ισχύς του Ριάντ είναι πραγματική, αλλά δεν είναι απεριόριστη. Η
αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από τη συγκυρία, τη συνεργασία με άλλους
παραγωγούς και το κόστος που είναι διατεθειμένη να αναλάβει η ίδια η Σαουδική Αραβία.
Σε περίπτωση σοβαρής αντιπαράθεσης με την Ουάσιγκτον, η χρήση της ενεργειακής
πολιτικής ως μέσου πίεσης θα μπορούσε να επηρεάσει τις αγορές και να αυξήσει το
κόστος για τους καταναλωτές. Θα μπορούσε, όμως, να επιβαρύνει και το ίδιο το βασίλειο,
ιδίως αν προκαλούσε απώλεια μεριδίου αγοράς, ενίσχυση ανταγωνιστών ή παρατεταμένη
οικονομική αστάθεια.
Η οικονομική πίεση, συνεπώς, δεν είναι ένα όπλο χωρίς αντίκτυπο στον χρήστη του. Είναι
μια επιλογή που απαιτεί προσεκτικό υπολογισμό του συσχετισμού κόστους και οφέλους.

Το δολάριο και η χρηματοπιστωτική εξάρτηση
Η σχέση πετρελαίου και δολαρίου αποτελεί σημαντικό μέρος της διεθνούς οικονομικής
αρχιτεκτονικής. Η εκτεταμένη χρήση του αμερικανικού νομίσματος στις διεθνείς
συναλλαγές, στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στα αποθεματικά πολλών κρατών
ενισχύει τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στο παγκόσμιο σύστημα.
Η ιστορική σχέση της Σαουδικής Αραβίας με τις αμερικανικές αγορές και το δολάριο
εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα οικονομικών και στρατηγικών δεσμών. Τα
σαουδαραβικά έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, οι διεθνείς επενδύσεις και οι
χρηματοπιστωτικές τοποθετήσεις δημιουργούν αλληλεξαρτήσεις που δεν μπορούν να
μεταβληθούν χωρίς κόστος.
Ωστόσο, χρειάζεται να αποφεύγεται μια υπεραπλουστευμένη περιγραφή σύμφωνα με την
οποία κάθε πώληση πετρελαίου σε διαφορετικό νόμισμα ισοδυναμεί με άμεση
κατάρρευση του δολαρίου. Η διεθνής θέση ενός νομίσματος εξαρτάται από πολλούς
παράγοντες: το βάθος και τη ρευστότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, την
εμπιστοσύνη των επενδυτών, τη διαθεσιμότητα ασφαλών περιουσιακών στοιχείων, τη
θεσμική σταθερότητα και τη συνολική οικονομική ισχύ του κράτους που το εκδίδει.
Η διαφοροποίηση των νομισμάτων στις διεθνείς συναλλαγές μπορεί να περιορίσει
ορισμένες εξαρτήσεις και να δημιουργήσει εναλλακτικές διαδρομές πληρωμών. Δεν αρκεί,
όμως, από μόνη της για να ανατρέψει την υφιστάμενη νομισματική τάξη.
Μπορεί το Ριάντ να χρησιμοποιήσει τα αμερικανικά ομόλογα ως απειλή;
Κατά καιρούς έχουν εμφανιστεί ισχυρισμοί ότι η Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να
χρησιμοποιήσει τις αμερικανικές χρηματοπιστωτικές τοποθετήσεις της ως μέσο πίεσης
προς την Ουάσιγκτον. Μια τέτοια κίνηση, εφόσον πραγματοποιούνταν σε μεγάλη κλίμακα
και υπό συγκεκριμένες συνθήκες, θα μπορούσε να αποκτήσει πολιτική σημασία. Ωστόσο,
πρέπει να διακρίνουμε την πραγματική χρηματοπιστωτική θέση του βασιλείου από τις
αναφορές περί συγκεκριμένων απειλών.
Ο ισχυρισμός ότι το Ριάντ έχει απειλήσει να εκποιήσει αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία
ύψους 800 δισεκατομμυρίων δολαρίων δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως επιβεβαιωμένο
γεγονός χωρίς τεκμηρίωση της δήλωσης, του ποσού, του χρονικού πλαισίου και των
περιουσιακών στοιχείων στα οποία αναφέρεται. Η συνολική αξία αμερικανικών
περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με μια χώρα δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τις
άμεσες κρατικές τοποθετήσεις της σε αμερικανικά ομόλογα.
Ακόμη και αν ένα κράτος διαθέτει σημαντικές τοποθετήσεις σε αμερικανικούς τίτλους, η
μαζική πώλησή τους δεν αποτελεί αυτόματα αποτελεσματικό μέσο εξαναγκασμού. Μπορεί
να μειώσει την αξία των τίτλων που εξακολουθεί να κατέχει, να επηρεάσει τις αποδόσεις
της αγοράς και να προκαλέσει αντίμετρα ή πολιτικές αντιδράσεις. Το τελικό αποτέλεσμα
θα εξαρτηθεί από την έκταση των πωλήσεων, τις συνθήκες της αγοράς και την ικανότητα
άλλων επενδυτών να απορροφήσουν την προσφορά.
Το βασικό στρατηγικό ερώτημα δεν είναι αν η Σαουδική Αραβία μπορεί να προκαλέσει
κάποια αναστάτωση στις αγορές. Είναι αν μπορεί να ασκήσει πίεση στην Ουάσιγκτον
χωρίς να υπονομεύσει τα δικά της οικονομικά συμφέροντα.

Η σταδιακή διαφοροποίηση προς την Ασία
Η ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων της Σαουδικής Αραβίας με την Κίνα και άλλες
ασιατικές οικονομίες προσφέρει στο Ριάντ περισσότερες δυνατότητες διαφοροποίησης. Η
Ασία αποτελεί βασικό προορισμό για τις ενεργειακές εξαγωγές του Κόλπου και σημαντικό
πεδίο επενδύσεων, εμπορίου και τεχνολογικής συνεργασίας.
Η ανάπτυξη αυτών των σχέσεων μπορεί να μειώσει την αποκλειστική εξάρτηση από τις
δυτικές αγορές σε ορισμένους τομείς. Παράλληλα, δημιουργεί περιθώρια για νέες
συμφωνίες και διαφορετικές χρηματοδοτικές επιλογές.
Ωστόσο, η οικονομική προσέγγιση με την Κίνα δεν συνεπάγεται αναγκαστικά πολιτική ή
στρατιωτική σύμπλευση σε κάθε ζήτημα. Το Πεκίνο επιδιώκει να προστατεύει τις
εμπορικές του σχέσεις και την ενεργειακή του ασφάλεια, ενώ αποφεύγει να αναλαμβάνει
αυτομάτως τις ίδιες στρατιωτικές δεσμεύσεις με την Ουάσιγκτον. Η οικονομική
αλληλεξάρτηση μπορεί να δημιουργεί κοινά συμφέροντα, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της
εγγύηση στρατιωτικής προστασίας.
Αυτό σημαίνει ότι η σαουδαραβική διαφοροποίηση πρέπει να αξιολογείται με βάση
συγκεκριμένα αποτελέσματα: εναλλακτικές αγορές, επενδύσεις, χρηματοπιστωτικές
δυνατότητες και αυξημένη διαπραγματευτική ισχύ. Η απλή αύξηση των εμπορικών
συναλλαγών δεν αρκεί για να αποδείξει ότι το Ριάντ έχει αποκτήσει πλήρη οικονομική
ανεξαρτησία.
Η οικονομική πολυπολικότητα ως στρατηγικό περιθώριο
Από την ευρασιατική σκοπιά, η οικονομική διάσταση της σαουδαραβικής κρίσης
εντάσσεται στη σταδιακή διαφοροποίηση των διεθνών κέντρων ισχύος. Η ανάπτυξη
εμπορικών, ενεργειακών και χρηματοπιστωτικών σχέσεων πέρα από το παραδοσιακό
δυτικό πλαίσιο μπορεί να δημιουργήσει νέες επιλογές για τα κράτη του Κόλπου.
Το κρίσιμο σημείο, όμως, δεν είναι η άμεση αντικατάσταση του δολαρίου ούτε η πλήρης
απομάκρυνση της Σαουδικής Αραβίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι η σταδιακή
μείωση της εξάρτησης από ένα μοναδικό σύστημα οικονομικών και στρατηγικών σχέσεων.
Εάν το Ριάντ μπορεί να διαθέτει περισσότερες αγορές για το πετρέλαιό του, εναλλακτικές
πηγές χρηματοδότησης, διαφορετικούς εμπορικούς εταίρους και μεγαλύτερη ευχέρεια στις
διεθνείς συναλλαγές, τότε αυξάνει τις δυνατότητές του να διαπραγματεύεται με την
Ουάσιγκτον χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από τις επιλογές της.
Η διαδικασία αυτή, ωστόσο, δεν είναι χωρίς κόστος. Η διαφοροποίηση απαιτεί χρόνο,
θεσμική προσαρμογή και νέες υποδομές. Επιπλέον, η εξάρτηση από έναν εταίρο μπορεί να
αντικατασταθεί από την εξάρτηση από άλλον, εάν δεν δημιουργούνται πραγματικές
εναλλακτικές.
Η οικονομική πολυπολικότητα αποκτά στρατηγική αξία όταν μετατρέπει την
αλληλεξάρτηση σε διαπραγματευτική ισχύ και όχι όταν απλώς αλλάζει την κατεύθυνση
της εξάρτησης.
Για τη Σαουδική Αραβία, αυτό είναι το ουσιαστικό διακύβευμα: να αξιοποιήσει το
πετρέλαιο, τις επενδύσεις και τη θέση της στις διεθνείς αγορές ώστε να διευρύνει την
αυτονομία της, χωρίς να προκαλέσει μια οικονομική αντιπαράθεση που θα μπορούσε να
πλήξει τα ίδια τα συμφέροντά της.

Το επόμενο ερώτημα είναι αν αυτή η οικονομική και διπλωματική διαφοροποίηση μπορεί
να συνοδευτεί από μια πραγματική στρατηγική εξισορρόπησης απέναντι στο Ιράν ή αν η
στρατιωτική πίεση και οι ανταγωνισμοί των μεγάλων δυνάμεων θα περιορίσουν τα
περιθώρια μιας τέτοιας πολιτικής.

6. Το Ιράν και η αντοχή στον πόλεμο: Η στρατηγική της ασύμμετρης αποτροπής
Η δυνατότητα του Ιράν να αντέχει μια παρατεταμένη σύγκρουση αποτελεί κρίσιμο
παράγοντα για τη Σαουδική Αραβία. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Τεχεράνη μπορεί να
πλήξει στρατιωτικούς στόχους ή να απειλήσει θαλάσσιους διαδρόμους, αλλά αν μπορεί να
διατηρήσει την πίεση για αρκετό διάστημα ώστε να αυξήσει το οικονομικό, στρατιωτικό
και πολιτικό κόστος για τους αντιπάλους της.
Η ιρανική στρατηγική βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ασύμμετρη αποτροπή: πυραυλικά
συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, διασπορά στρατιωτικών δυνατοτήτων, υπόγειες
εγκαταστάσεις και συνεργασίες με περιφερειακούς δρώντες. Σκοπός δεν είναι απαραίτητα
η συμβατική επικράτηση απέναντι σε ισχυρότερες αεροπορικές δυνάμεις, αλλά η
δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο μια επίθεση εναντίον του Ιράν θα μπορούσε να
προκαλέσει δυσανάλογα μεγάλες συνέπειες.
Η γεωγραφία και οι γραμμές ανεφοδιασμού
Το μέγεθος της ιρανικής επικράτειας, το ανάγλυφο και η διασπορά κρίσιμων υποδομών
δυσκολεύουν την ολοκληρωτική εξουδετέρωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της
χώρας. Σε μια παρατεταμένη σύγκρουση, η διατήρηση αποθεμάτων, η επισκευή
εγκαταστάσεων και η αναπλήρωση πυρομαχικών θα αποκτούσαν καθοριστική σημασία.
Η συνεργασία με τη Ρωσία και την Κίνα, καθώς και οι εμπορικές σχέσεις με ασιατικές
οικονομίες, μπορούν να προσφέρουν στο Ιράν εναλλακτικές δυνατότητες προμήθειας και
οικονομικής στήριξης. Ωστόσο, η ύπαρξη εμπορικών ή πολιτικών σχέσεων δεν
αποδεικνύει από μόνη της ότι λειτουργούν απρόσκοπτες στρατιωτικές γραμμές
ανεφοδιασμού σε συνθήκες πολέμου.
Αντίστοιχα, αναφορές για συγκεκριμένα ποσοστά ρωσικής συμμετοχής στις ιρανικές
εισαγωγές, νέους σιδηροδρομικούς διαδρόμους μέσω της Κεντρικής Ασίας ή του
Πακιστάν και μεταφορά προηγμένης στρατιωτικής τεχνολογίας χρειάζονται ξεχωριστή
τεκμηρίωση. Η πραγματική επιχειρησιακή αξία τους εξαρτάται από τις διαθέσιμες
ποσότητες, τη χωρητικότητα των υποδομών, τις δυνατότητες μεταφοράς και την έκθεση
των διαδρομών σε επιθέσεις ή κυρώσεις.
Η τεχνολογική διάσταση και τα όρια των ισχυρισμών
Η εξέλιξη των ιρανικών πυραυλικών και μη επανδρωμένων συστημάτων αποτελεί
σημαντικό στοιχείο της αποτροπής. Η παραγωγή σχετικά οικονομικών οπλικών
συστημάτων μπορεί να αναγκάσει τους αντιπάλους να δαπανούν πολύ μεγαλύτερα ποσά
για αναχαιτίσεις και προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων.
Παράλληλα, η τεχνολογική συνεργασία με τη Ρωσία και άλλους εταίρους θα μπορούσε να
ενισχύσει επιμέρους δυνατότητες του Ιράν. Δεν πρέπει, όμως, να θεωρείται δεδομένη κάθε
αναφορά περί μεταφοράς συγκεκριμένων τεχνολογιών ή κοινής παραγωγής νέων οπλικών
συστημάτων χωρίς τεχνικά στοιχεία ή ανεξάρτητη επιβεβαίωση.

Η διάκριση είναι ουσιαστική: η γενική δυνατότητα στρατιωτικής συνεργασίας αποτελεί
ένα δεδομένο των διεθνών σχέσεων, ενώ ο ισχυρισμός ότι συγκεκριμένο σύστημα
μεταφέρθηκε, δοκιμάστηκε ή χρησιμοποιήθηκε σε επιχειρήσεις απαιτεί συγκεκριμένη
απόδειξη.
Το γεωπολιτικό συμπέρασμα
Για τη Σαουδική Αραβία, η αντοχή του Ιράν σε έναν παρατεταμένο πόλεμο αποτελεί
σημαντικό παράγοντα στρατηγικού υπολογισμού. Εάν η Τεχεράνη μπορεί να συνεχίζει να
ασκεί πίεση παρά τις επιθέσεις και τις οικονομικές κυρώσεις, τότε μια στρατιωτική
κλιμάκωση ενδέχεται να μην προσφέρει γρήγορη ή οριστική λύση.
Από την ευρασιατική σκοπιά, το ζήτημα συνδέεται με τη δυνατότητα ενός περιφερειακού
κράτους να διατηρεί στρατηγική αυτονομία μέσω της γεωγραφίας, της εγχώριας αμυντικής
παραγωγής και της διαφοροποίησης των διεθνών του σχέσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι το
Ιράν είναι άτρωτο ή ότι διαθέτει ανεξάντλητους πόρους. Σημαίνει ότι το κόστος
εξουδετέρωσης των δυνατοτήτων του μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος
μιας αρχικής στρατιωτικής επιχείρησης.
Για το Ριάντ, επομένως, η κρίσιμη επιλογή παραμένει αν θα επιδιώξει την ασφάλεια μέσω
μιας ευρύτερης στρατιωτικής αντιπαράθεσης ή αν θα αναζητήσει μια ισορροπία που θα
περιορίζει την ικανότητα του Ιράν να το απειλεί, χωρίς να το ωθεί σε μια σύγκρουση
διαρκείας.
Η στρατηγική αντοχή του Ιράν δεν καθορίζει από μόνη της την έκβαση της κρίσης.
Καθορίζει, όμως, ένα από τα βασικά δεδομένα της: όσο πιο δύσκολη είναι η γρήγορη
εξουδετέρωση των ιρανικών δυνατοτήτων, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η σημασία της
αποτροπής, της διπλωματίας και της περιφερειακής εξισορρόπησης.

7. Ο χρονικός ορίζοντας της σύγκρουσης: Η Ουάσιγκτον, το Ισραήλ και το κόστος της
κλιμάκωσης
Για τη Σαουδική Αραβία, ο χρόνος αποτελεί εξίσου σημαντικό παράγοντα με τη
στρατιωτική ισχύ. Μια περιορισμένη επιχείρηση μπορεί να εξυπηρετεί συγκεκριμένους
στόχους, αλλά ένας παρατεταμένος πόλεμος μεταβάλλει τους υπολογισμούς όλων των
εμπλεκομένων. Αυξάνει το κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων, επιβαρύνει τις
ενεργειακές αγορές, δοκιμάζει τις συμμαχίες και δημιουργεί πολιτικές πιέσεις στο
εσωτερικό των κρατών.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ επιδιώκουν μια περιορισμένη
στρατιωτική και διπλωματική αναδιάταξη ή εάν είναι διατεθειμένα να αναλάβουν το
κόστος μιας ευρύτερης σύγκρουσης με το Ιράν. Για το Ριάντ, η διαφορά είναι
καθοριστική: μια περιορισμένη επιχείρηση μπορεί να θεωρηθεί διαχειρίσιμη, ενώ μια
παρατεταμένη αντιπαράθεση ενδέχεται να μεταφέρει το βάρος της κρίσης στις
σαουδαραβικές υποδομές, στις εξαγωγές ενέργειας και στην περιφερειακή σταθερότητα.
Η πολιτική πίεση στην Ουάσιγκτον
Η αμερικανική στρατηγική δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις στρατιωτικές
δυνατότητες. Επηρεάζεται επίσης από τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες, τις
οικονομικές συνθήκες, τις εκλογικές αναμετρήσεις και την ικανότητα της κυβέρνησης να
διατηρεί την υποστήριξη για τις επιλογές της.

Η ημερομηνία των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, στις 3 Νοεμβρίου 2026, αποτελεί
συγκεκριμένο πολιτικό ορόσημο. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι η αμερικανική κυβέρνηση
έχει αποφασίσει να κλιμακώσει τη σύγκρουση πριν από αυτήν ή ότι έχει θέσει
συγκεκριμένη προθεσμία για στρατιωτική δράση. Μια τέτοια εκτίμηση απαιτεί στοιχεία
για τον επιχειρησιακό σχεδιασμό, τις πολιτικές αποφάσεις και τις πραγματικές κινήσεις
των αμερικανικών δυνάμεων.
Η εκλογική συγκυρία μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι
στρατιωτικές επιτυχίες και το κόστος μιας σύγκρουσης. Δεν αρκεί, όμως, για να προβλέψει
από μόνη της την αμερικανική συμπεριφορά. Η στρατηγική των ΗΠΑ επηρεάζεται επίσης
από τις δυνατότητες του Ιράν, τις θέσεις των περιφερειακών συμμάχων, τις ενεργειακές
αγορές και τον ανταγωνισμό με άλλες μεγάλες δυνάμεις.
Για τη Σαουδική Αραβία, η αβεβαιότητα αυτή δημιουργεί ένα πρόσθετο πρόβλημα. Το
Ριάντ πρέπει να σχεδιάζει την άμυνά του χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον θα
επιλέξει τον χρόνο, την έκταση και τη διάρκεια της στρατιωτικής εμπλοκής με τρόπο που
θα εξυπηρετεί πλήρως τα σαουδαραβικά συμφέροντα.
Η στρατιωτική κλιμάκωση και τα όριά της
Η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ σε κρίσιμους τομείς δεν συνεπάγεται ότι
μια σύγκρουση με το Ιράν θα έχει σύντομη ή προβλέψιμη έκβαση. Η έκταση της ιρανικής
επικράτειας, η διασπορά στρατιωτικών εγκαταστάσεων, οι πυραυλικές δυνατότητες και η
πιθανότητα περιφερειακής κλιμάκωσης δημιουργούν κινδύνους που δεν μπορούν να
αποτιμηθούν αποκλειστικά με βάση τον αριθμό των αεροσκαφών ή των πυραύλων.
Μια στρατιωτική επιχείρηση μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ζημιές σε συγκεκριμένες
εγκαταστάσεις, χωρίς να εξαλείψει τις δυνατότητες του αντιπάλου να συνεχίσει την
αντίσταση. Επιπλέον, οι επιθέσεις μπορεί να προκαλέσουν αντίποινα εναντίον
στρατιωτικών βάσεων, ενεργειακών υποδομών ή θαλάσσιων διαδρομών στην ευρύτερη
περιοχή.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η στρατιωτική ισχύς συναντά τα όρια της πολιτικής
αποτελεσματικότητας. Η καταστροφή στόχων δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με την επίτευξη
των επιδιωκόμενων πολιτικών αποτελεσμάτων. Εάν ο στόχος είναι η αλλαγή της
στρατηγικής συμπεριφοράς του Ιράν, η εξουδετέρωση συγκεκριμένων στρατιωτικών
δυνατοτήτων μπορεί να μην αρκεί για να εξασφαλίσει μια διαρκή διευθέτηση.
Για τη Σαουδική Αραβία, το πρόβλημα είναι ότι θα μπορούσε να υποστεί σημαντικό μέρος
των περιφερειακών συνεπειών χωρίς να έχει καθοριστικό λόγο στην απόφαση έναρξης ή
τερματισμού της σύγκρουσης.
Οι ισχυρισμοί περί ακραίων επιλογών
Σε περιόδους έντασης εμφανίζονται συχνά αναφορές για ενδεχόμενη χρήση τακτικών
πυρηνικών όπλων ή για άλλες ακραίες στρατιωτικές επιλογές. Τέτοιες αναφορές έχουν
ιδιαίτερη βαρύτητα, αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως επιβεβαιωμένα σχέδια χωρίς
αξιόπιστη τεκμηρίωση.
Η διάκριση ανάμεσα σε στρατιωτική δυνατότητα, θεωρητικό σενάριο και πραγματική
πολιτική απόφαση είναι απαραίτητη. Το γεγονός ότι ένα κράτος διαθέτει συγκεκριμένα
όπλα δεν αποδεικνύει ότι σχεδιάζει να τα χρησιμοποιήσει. Αντίστοιχα, η αναφορά ενός

αναλυτή σε ένα ακραίο ενδεχόμενο δεν αποτελεί απόδειξη ότι αυτό εξετάζεται επισήμως
από τις κυβερνήσεις.
Εάν υπήρχαν αξιόπιστες ενδείξεις ότι εξετάζονται τέτοιες επιλογές, η σημασία τους θα
ήταν εξαιρετικά μεγάλη για τον σχεδιασμό της Σαουδικής Αραβίας. Μέχρι να
τεκμηριωθούν, όμως, πρέπει να παραμένουν στην κατηγορία των ανεπιβεβαίωτων
ισχυρισμών ή των υποθετικών σεναρίων.
Ο χρόνος ως παράγοντας στρατηγικής αυτονομίας
Από την ευρασιατική σκοπιά, η κρίση δεν κρίνεται μόνο από το ποιος διαθέτει τη
μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ, αλλά και από το ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο το
κόστος της αντιπαράθεσης. Η διάρκεια, η οικονομική αντοχή, η δυνατότητα αναπλήρωσης
στρατιωτικών πόρων και η διατήρηση διπλωματικών εναλλακτικών μπορούν να
επηρεάσουν την έκβαση μιας σύγκρουσης.
Για το Ριάντ, η στρατηγική αυτονομία σημαίνει ότι δεν πρέπει να αφήσει τις αποφάσεις
άλλων κρατών να καθορίσουν ανεξέλεγκτα τον χρονικό ορίζοντα της δικής του
ασφάλειας. Η Σαουδική Αραβία χρειάζεται να γνωρίζει ποια συμφέροντα εξυπηρετεί κάθε
πιθανή κλιμάκωση, ποιο κόστος θα κληθεί να αναλάβει και ποια περιθώρια διατηρεί για
διπλωματική αποκλιμάκωση.
Η κρίσιμη διάκριση είναι ανάμεσα σε μια σύγκρουση που μπορεί να ενισχύσει την
αποτροπή και σε μια σύγκρουση που διευρύνεται χωρίς σαφή πολιτικό στόχο. Στη δεύτερη
περίπτωση, η στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται στρατηγικό κέρδος, ενώ οι περιφερειακές
οικονομίες και οι ενεργειακές υποδομές μπορούν να υποστούν σοβαρές συνέπειες.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί αυτόματα υπέρ της ισχυρότερης
στρατιωτικής δύναμης. Λειτουργεί υπέρ εκείνου που μπορεί να διατηρεί τις δυνατότητές
του, να περιορίζει το κόστος και να αποφεύγει την παγίδευση σε μια σύγκρουση χωρίς
σαφή έξοδο.
Για τη Σαουδική Αραβία, αυτή η διαπίστωση ενισχύει την ανάγκη να διατηρεί ανοικτούς
τους διπλωματικούς διαύλους, να διαφοροποιεί τις διεθνείς σχέσεις της και να αποφεύγει
δεσμεύσεις που θα μπορούσαν να την καταστήσουν όμηρο μιας στρατιωτικής κλιμάκωσης
που δεν ελέγχει.

8. Η διπλωματική διέξοδος: Ιράν, Κατάρ και οι πραγματικές επιλογές του Ριάντ
Η στρατηγική θέση της Σαουδικής Αραβίας δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις
στρατιωτικές συμμαχίες της. Εξίσου σημαντική είναι η δυνατότητά της να διατηρεί
ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με τους αντιπάλους της και να αποφεύγει μια σύγκρουση
της οποίας την έκταση και τη διάρκεια δεν μπορεί να ελέγξει. Σε αυτό το πλαίσιο, η
διαμεσολάβηση και η περιφερειακή διπλωματία αποτελούν κρίσιμα εργαλεία στρατηγικής
αυτονομίας.
Το Κατάρ διαθέτει εμπειρία στη διαμεσολάβηση μεταξύ αντιπάλων, ενώ το Ιράν έχει
συμφέρον να περιορίζει τις συνθήκες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια ευρύτερη
στρατιωτική αναμέτρηση. Το Πακιστάν, λόγω των σχέσεών του τόσο με το Ριάντ όσο και
με την Τεχεράνη, μπορεί επίσης να διαδραματίσει ρόλο στη διατήρηση διαύλων
επικοινωνίας. Η σημασία αυτών των επιλογών δεν βρίσκεται μόνο στην πιθανότητα

επίτευξης μιας συμφωνίας, αλλά και στη δυνατότητα να αποτραπεί η μετατροπή μιας
περιφερειακής κρίσης σε γενικευμένο πόλεμο.
Η διαμεσολάβηση ως εργαλείο αποτροπής
Η διπλωματία δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην ένδειξη αδυναμίας. Για ένα κράτος που
αντιμετωπίζει πολλαπλές απειλές, η διατήρηση επαφών με τους αντιπάλους μπορεί να
μειώσει τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών, να δημιουργήσει περιθώρια
αποκλιμάκωσης και να περιορίσει την πιθανότητα ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Για τη Σαουδική Αραβία, η επικοινωνία με το Ιράν έχει ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας της
γεωγραφικής εγγύτητας, των ενεργειακών διαδρομών και της αλληλεπίδρασης των δύο
χωρών σε περιφερειακά μέτωπα. Ακόμη και αν οι στρατηγικές τους επιδιώξεις
παραμένουν διαφορετικές, η αποφυγή μιας άμεσης σύγκρουσης μπορεί να εξυπηρετεί τα
συμφέροντα και των δύο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η διαμεσολάβηση μπορεί να οδηγήσει σε συγκεκριμένες
δεσμεύσεις: περιορισμό επιθέσεων, προστασία ενεργειακών εγκαταστάσεων, μείωση της
έντασης στην Υεμένη και αποφυγή ενεργειών που θα μπορούσαν να προκαλέσουν
αλυσιδωτές στρατιωτικές αντιδράσεις.
Πρέπει, ωστόσο, να διαχωρίζουμε την ύπαρξη διπλωματικών επαφών από την επίτευξη
συμφωνίας. Οι αναφορές για συγκεκριμένες προτάσεις διαμεσολάβησης από το Κατάρ ή
το Ιράν χρειάζονται επιβεβαίωση ως προς το περιεχόμενο, τους συμμετέχοντες και τους
όρους τους. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι έχει
διαμορφωθεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αποκλιμάκωσης.
Η Υεμένη ως δοκιμασία μιας πιθανής συμφωνίας
Η Υεμένη αποτελεί βασικό κριτήριο για το αν μια διπλωματική προσέγγιση μπορεί να
μετατραπεί σε πραγματική αλλαγή των στρατηγικών συσχετισμών. Μια συμφωνία που θα
περιορίζει τις επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών στόχων θα μπορούσε να μειώσει την
ανάγκη διαρκούς στρατιωτικής ετοιμότητας και να προσφέρει στο Ριάντ μεγαλύτερη
ελευθερία κινήσεων.
Αντίθετα, μια προσωρινή αποκλιμάκωση χωρίς μηχανισμούς εφαρμογής και επαλήθευσης
θα μπορούσε απλώς να μεταθέσει τη σύγκρουση σε μεταγενέστερο χρόνο. Η αξιολόγηση
μιας συμφωνίας πρέπει επομένως να βασίζεται σε μετρήσιμες εξελίξεις: στη συχνότητα
των επιθέσεων, στην ασφάλεια των συνόρων, στη συμπεριφορά των εμπλεκόμενων
δυνάμεων και στη δυνατότητα διατήρησης των δεσμεύσεων.
Για το Ριάντ, μια διπλωματική διευθέτηση δεν απαιτεί αναγκαστικά την πλήρη πολιτική
συμφωνία με τους Ανσάρ Αλλάχ ή την εγκατάλειψη των σχέσεών του με τις Ηνωμένες
Πολιτείες. Μπορεί να αποτελεί πρακτική επιλογή περιορισμού του κινδύνου, διατηρώντας
παράλληλα τις στρατιωτικές και διπλωματικές δυνατότητες αποτροπής.
Οι αναφερόμενες επαφές με τους Ανσάρ Αλλάχ
Στο αρχικό υλικό περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε απευθείας
επικοινωνία με τους Ανσάρ Αλλάχ. Πρόκειται για πληροφορία που, εφόσον
επιβεβαιωνόταν, θα είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς θα υποδήλωνε ότι η Ουάσιγκτον
εξετάζει διαύλους επικοινωνίας πέρα από τις παραδοσιακές διπλωματικές οδούς.

Ωστόσο, χωρίς αξιόπιστη τεκμηρίωση της επαφής, δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε τον
ισχυρισμό ως γεγονός ούτε να συμπεράνουμε ότι υπάρχει συμφωνία μεταξύ της
αμερικανικής κυβέρνησης και της οργάνωσης. Η ύπαρξη επαφών, μια διερευνητική
επικοινωνία και μια επίσημη διαπραγμάτευση αποτελούν διαφορετικές καταστάσεις.
Η διάκριση αυτή έχει σημασία για τη συνολική ανάλυση. Εάν υπάρχουν πραγματικοί
δίαυλοι επικοινωνίας, θα μπορούσαν να διευκολύνουν την αποκλιμάκωση. Εάν πρόκειται
μόνο για ανεπιβεβαίωτη αναφορά, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη ότι η
αμερικανική στρατηγική έχει ήδη μεταβληθεί.
Η διπλωματία ως ανεξάρτητος πόλος ισχύος
Από την ευρασιατική σκοπιά, η διπλωματική προσέγγιση του Ιράν και η αξιοποίηση
περιφερειακών διαμεσολαβητών αποτελούν πιθανές οδούς περιορισμού της μονομερούς
εξάρτησης από την αμερικανική στρατιωτική προστασία. Η στρατηγική αυτονομία δεν
επιτυγχάνεται μόνο με νέους εξοπλισμούς ή συμφωνίες άμυνας, αλλά και με την
ικανότητα ενός κράτους να διαπραγματεύεται απευθείας με τους αντιπάλους του.
Για τη Σαουδική Αραβία, η διατήρηση ανοικτών διαύλων με την Τεχεράνη μπορεί να
λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον, την Κίνα, τη
Ρωσία και τις υπόλοιπες περιφερειακές δυνάμεις. Δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των
υφιστάμενων συμμαχιών, αλλά επιδιώκει να αποτρέψει την αποκλειστική εξάρτηση από
αυτές.
Το πραγματικό στρατηγικό κέρδος για το Ριάντ θα ήταν να μπορεί να περιορίζει τις
απειλές μέσω διαπραγμάτευσης, χωρίς να χρειάζεται να επιλέγει ανάμεσα στην άνευ όρων
προσχώρηση σε έναν συνασπισμό και στην απομόνωση.
Η διπλωματία, επομένως, δεν είναι απλώς η τελευταία λύση όταν αποτυγχάνει η
στρατιωτική ισχύς. Είναι ένα από τα μέσα με τα οποία η Σαουδική Αραβία μπορεί να
προστατεύσει την αυτονομία των επιλογών της μέσα σε ένα πολυπολικό περιβάλλον.
Το επόμενο κρίσιμο ζήτημα είναι οι νέες μορφές στρατηγικής πίεσης: οι ψηφιακές
υποδομές, τα υποθαλάσσια καλώδια, οι ενεργειακές εγκαταστάσεις και η πιθανότητα οι
περιφερειακές αντιπαραθέσεις να επεκταθούν πέρα από το παραδοσιακό πεδίο των
στρατιωτικών επιχειρήσεων.
9. Ο πόλεμος πέρα από το πεδίο της μάχης: Ορμούζ, υποθαλάσσια καλώδια και ψηφιακή
ισχύς
Η σύγχρονη γεωπολιτική σύγκρουση δεν περιορίζεται πλέον στον έλεγχο εδαφών,
στρατιωτικών βάσεων και θαλάσσιων οδών. Επεκτείνεται στις υποδομές που μεταφέρουν
ενέργεια, δεδομένα και χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Στον Περσικό Κόλπο, τα Στενά
του Ορμούζ αποτελούν κρίσιμο σημείο για την ενεργειακή τροφοδοσία, ενώ τα
υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών αποτελούν βασικό κορμό της διεθνούς ψηφιακής
επικοινωνίας.
Το Ορμούζ και τα υποθαλάσσια καλώδια συνδέονται στρατηγικά, όχι επειδή ακολουθούν
υποχρεωτικά την ίδια διαδρομή, αλλά επειδή αντιπροσωπεύουν δύο κρίσιμες ροές της
σύγχρονης ισχύος: την ενέργεια και την πληροφορία.

Από το πετρέλαιο στα δεδομένα
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα
παγκοσμίως. Η γεωγραφική θέση του Ιράν τού προσφέρει τη δυνατότητα να επηρεάζει το
επίπεδο κινδύνου για τη ναυσιπλοΐα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ελέγχει απόλυτα κάθε
διέλευση ή ότι μπορεί να διακόψει επ’ αόριστον τη θαλάσσια κυκλοφορία χωρίς σοβαρό
κόστος.
Παράλληλα, τα υποθαλάσσια καλώδια μεταφέρουν το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς
διακίνησης δεδομένων μεταξύ ηπείρων. Υποστηρίζουν τραπεζικές συναλλαγές, εμπορικές
επικοινωνίες, κρατικά δίκτυα και μεγάλο μέρος της ψηφιακής οικονομίας. Η συγκέντρωση
αυτών των υποδομών σε συγκεκριμένες θαλάσσιες ζώνες δημιουργεί ευπάθειες, καθώς μια
σοβαρή βλάβη ή διακοπή μπορεί να προκαλέσει καθυστερήσεις, αυξημένο κόστος και
προβλήματα συνδεσιμότητας.
Δεν περνούν όλα τα υποθαλάσσια καλώδια από τα Στενά του Ορμούζ, ούτε η διατάραξη
της ναυσιπλοΐας συνεπάγεται αυτομάτως διακοπή του διαδικτύου. Η σύνδεση βρίσκεται
στο ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον του Κόλπου: οι ίδιες περιφερειακές εντάσεις που
απειλούν τις ενεργειακές μεταφορές μπορούν να αυξήσουν τους κινδύνους για άλλες
κρίσιμες υποδομές.
Η δυνατότητα πολλαπλής πίεσης
Σε περίπτωση γενικευμένης σύγκρουσης, η πίεση θα μπορούσε να εκδηλωθεί σε
περισσότερα από ένα επίπεδα:
Ενέργεια: αύξηση του κόστους ασφάλισης και μεταφοράς, διαταραχές στις εξαγωγές
πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Ψηφιακές υποδομές: ζημιές ή διακοπές σε υποθαλάσσια καλώδια, εφόσον αυτά
πληγούν, με επιπτώσεις στην επικοινωνία και στη μεταφορά δεδομένων.
Χρηματοοικονομικές συναλλαγές: επιβράδυνση υπηρεσιών ή αυξημένη αβεβαιότητα,
ανάλογα με την έκταση της διακοπής και τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών δικτύων.
Στρατηγική επικοινωνία: δυσκολίες στη λειτουργία ορισμένων κρατικών, εμπορικών ή
στρατιωτικών συστημάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες οι επικοινωνίες εξαρτώνται
από τα ίδια καλώδια.
Η σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ότι η σύγχρονη οικονομία εξαρτάται από
αλληλένδετες υποδομές. Μια κρίση στην ενέργεια μπορεί να επιβαρύνει τις μεταφορές και
τις αγορές, ενώ μια παράλληλη διακοπή ψηφιακών δικτύων μπορεί να δυσκολέψει τη
διαχείριση της κρίσης. Το αποτέλεσμα δεν είναι προκαθορισμένο, καθώς υπάρχουν
εναλλακτικές διαδρομές, εφεδρικά συστήματα και μηχανισμοί αποκατάστασης. Ωστόσο, η
ταυτόχρονη πίεση σε διαφορετικά δίκτυα μπορεί να αυξήσει σημαντικά το συνολικό
κόστος.
Οι ισχυρισμοί που απαιτούν επαλήθευση
Στη δημόσια συζήτηση έχουν εμφανιστεί ισχυρισμοί για απειλές κατά υποθαλάσσιων
καλωδίων και κέντρων δεδομένων, ακόμη και για υποδομές αξίας περίπου δύο
τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Τέτοιοι αριθμοί και συγκεκριμένες αποδόσεις προθέσεων
χρειάζονται σαφή τεκμηρίωση. Η ύπαρξη μιας τεχνικής δυνατότητας ή μιας στρατηγικής
ευπάθειας δεν αποδεικνύει ότι έχει ληφθεί απόφαση επίθεσης.

Επομένως, πρέπει να διακρίνουμε τρία επίπεδα: την πραγματική γεωγραφική
συγκέντρωση κρίσιμων υποδομών, τη δυνατότητα πρόκλησης ζημιών και την
αποδεδειγμένη πρόθεση ενός κράτους ή άλλου δρώντα να τις πλήξει. Η σύγχυση αυτών
των επιπέδων οδηγεί εύκολα από τη στρατηγική ανάλυση στην ανεπιβεβαίωτη
καταστροφολογία.
Η ευρασιατική διάσταση
Για τη Σαουδική Αραβία, αλλά και για τις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου, η ασφάλεια δεν
μπορεί να περιορίζεται στην προστασία των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων. Απαιτεί
διαφοροποίηση των ενεργειακών διαδρομών, ανθεκτικά ψηφιακά δίκτυα, εναλλακτικές
συνδέσεις και δυνατότητα συνεργασίας με περισσότερους από έναν διεθνείς εταίρους.
Η ευρασιατική διάσταση δεν συνίσταται στην απλή αντικατάσταση μιας εξάρτησης από
μια άλλη. Συνίσταται στη δημιουργία περισσότερων επιλογών, ώστε κανένας εξωτερικός
παράγοντας να μην μπορεί να καθορίζει μονομερώς τους όρους ασφάλειας και
οικονομικής λειτουργίας. Η Κίνα, η Ρωσία και οι περιφερειακές δυνάμεις μπορούν να
αποτελούν μέρη μιας ευρύτερης στρατηγικής διαφοροποίησης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι
έχουν κοινά συμφέροντα σε κάθε ζήτημα ή ότι σχηματίζουν ενιαίο συνασπισμό.
Το στρατηγικό διακύβευμα είναι, τελικά, η δυνατότητα διατάραξης των δύο βασικών ροών
της σύγχρονης ισχύος: της ενέργειας και της πληροφορίας. Το Ορμούζ αναδεικνύει την
ευπάθεια των ενεργειακών μεταφορών· τα υποθαλάσσια καλώδια υπενθυμίζουν ότι η
ψηφιακή οικονομία έχει επίσης φυσική γεωγραφία. Όποιος σχεδιάζει την ασφάλειά του
αγνοώντας μία από τις δύο, αφήνει ανοιχτό ένα κρίσιμο μέτωπο.

10. Οι τρεις δρόμοι της Σαουδικής Αραβίας: Κλιμάκωση, διαμεσολάβηση ή πολυπολική
αυτονομία
Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται μπροστά σε μια στρατηγική επιλογή που υπερβαίνει τη
διαχείριση της σημερινής κρίσης. Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα προστατεύσει
τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, τις πόλεις και τις θαλάσσιες οδούς της, αλλά και ποιος θα
καθορίζει τις αποφάσεις της όταν η περιφερειακή σύγκρουση κλιμακώνεται.
Τρεις βασικές κατευθύνσεις είναι δυνατόν να διαμορφωθούν. Δεν αποτελούν βέβαιες
προβλέψεις ούτε αλληλοαποκλειόμενες επιλογές. Το Ριάντ μπορεί να μετακινείται μεταξύ
τους, ανάλογα με το κόστος του πολέμου και τις διεθνείς ισορροπίες.
Σενάριο Α: Κλιμάκωση και βαθύτερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ
Στο πρώτο σενάριο, η Σαουδική Αραβία θεωρεί ότι η ιρανική απειλή δεν μπορεί να
αντιμετωπιστεί χωρίς ισχυρότερη στρατιωτική συνεργασία με την Ουάσιγκτον και
στενότερη συνεννόηση με το Ισραήλ. Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να περιλαμβάνει
ενίσχυση της αεράμυνας, ανταλλαγή πληροφοριών, κοινό σχεδιασμό και επιτάχυνση της
εξομάλυνσης των σχέσεων.
Το πιθανό όφελος είναι η ενίσχυση της άμεσης αποτρεπτικής ικανότητας. Το κόστος,
όμως, θα μπορούσε να είναι σημαντικό: η Τεχεράνη ενδέχεται να αντιμετωπίσει το Ριάντ
ως ενεργό μέρος ενός αντίπαλου συνασπισμού, ενώ οι σαουδαραβικές υποδομές και οι
ενεργειακές εξαγωγές θα μπορούσαν να εκτεθούν περισσότερο σε αντίποινα.

Επιπλέον, η στρατιωτική προστασία δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τη στρατηγική
αυτονομία. Εάν η ασφάλεια του βασιλείου συνδεθεί με πολιτικές δεσμεύσεις που δεν
εξυπηρετούν πλήρως τα δικά του συμφέροντα, τότε το Ριάντ μπορεί να κερδίσει πρόσθετη
προστασία, αλλά να περιορίσει τις διπλωματικές του επιλογές.
Τι θα ενίσχυε αυτό το σενάριο: συγκεκριμένες συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας,
επιβεβαιωμένη επιχειρησιακή σύμπραξη, επίσημη επιτάχυνση της εξομάλυνσης με το
Ισραήλ και άμεση συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας σε επιχειρήσεις κατά του Ιράν ή των
συμμάχων του.
Η απλή ανταλλαγή πληροφοριών ή η αγορά οπλικών συστημάτων δεν αρκεί για να
αποδείξει ότι έχει συγκροτηθεί ενιαίο επιθετικό μέτωπο.
Σενάριο Β: Διαμεσολάβηση και περιορισμός της σύγκρουσης
Στο δεύτερο σενάριο, το Ριάντ επιδιώκει να αποτρέψει τη μετατροπή της περιφερειακής
κρίσης σε παρατεταμένο πόλεμο. Διατηρεί τους αμερικανικούς δεσμούς ασφαλείας, αλλά
ταυτόχρονα κρατά ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με το Ιράν και αξιοποιεί
περιφερειακούς μεσολαβητές, όπως το Κατάρ και το Πακιστάν, εφόσον οι σχετικές
πρωτοβουλίες επιβεβαιώνονται.
Η λογική είναι πρακτική. Η Σαουδική Αραβία χρειάζεται σταθερότητα για τις εξαγωγές
ενέργειας, τις επενδύσεις, τις μεταφορές και την οικονομική διαφοροποίηση που επιδιώκει.
Ένας πόλεμος χωρίς σαφές τέλος θα μπορούσε να απορροφήσει πόρους, να αυξήσει το
επενδυτικό ρίσκο και να υπονομεύσει τον οικονομικό μετασχηματισμό της χώρας.
Η αποκλιμάκωση δεν σημαίνει απαραίτητα συμφιλίωση με την Τεχεράνη ούτε
εγκατάλειψη των αμυντικών συνεργασιών με τη Δύση. Σημαίνει ότι το Ριάντ προσπαθεί
να διατηρήσει αποστάσεις από μια σύγκρουση στην οποία το κόστος μπορεί να είναι
δυσανάλογο προς τα οφέλη του.
Στην Υεμένη, μια βιώσιμη συμφωνία θα απαιτούσε περιορισμό των επιθέσεων, εγγυήσεις
για τη ναυσιπλοΐα και πολιτική διευθέτηση που δεν θα στηρίζεται αποκλειστικά στη
στρατιωτική εξάντληση της μίας πλευράς. Η αποκλιμάκωση, ωστόσο, δεν μπορεί να
θεωρείται δεδομένη όσο παραμένουν ενεργές οι συγκρούσεις και οι αντικρουόμενες
απαιτήσεις.
Τι θα ενίσχυε αυτό το σενάριο: επιβεβαιωμένες συνομιλίες με το Ιράν, συγκεκριμένες
πρωτοβουλίες διαμεσολάβησης, συμφωνίες περιορισμού των επιθέσεων στην Υεμένη και
μετρήσιμη αποκλιμάκωση των κινδύνων για τη ναυσιπλοΐα.
Σενάριο Γ: Πολυπολική εξισορρόπηση και στρατηγική αυτονομία
Το τρίτο σενάριο είναι το πιο απαιτητικό, επειδή δεν αφορά απλώς μια προσωρινή
εκεχειρία ή μια νέα στρατιωτική συμφωνία. Προϋποθέτει μακροπρόθεσμη διαφοροποίηση
των σχέσεων της Σαουδικής Αραβίας, ώστε η ασφάλεια και η οικονομία της να μην
εξαρτώνται υπερβολικά από έναν μόνο εξωτερικό παράγοντα.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Ριάντ θα μπορούσε να διατηρεί τις αμυντικές του σχέσεις με τις
ΗΠΑ, να ενισχύει την οικονομική συνεργασία με την Κίνα, να αναπτύσσει επιλεκτικές
σχέσεις με τη Ρωσία και να διατηρεί λειτουργικούς διαύλους με το Ιράν. Παράλληλα, θα
επιδίωκε περισσότερες επιλογές σε ενεργειακές μεταφορές, αμυντική παραγωγή,
τεχνολογία, ψηφιακές υποδομές και χρηματοδότηση.

Η πολυπολική προσέγγιση δεν σημαίνει ότι Κίνα, Ρωσία, Ιράν και Σαουδική Αραβία
αποτελούν ενιαίο στρατόπεδο. Έχουν διαφορετικά συμφέροντα και ενδέχεται να
ανταγωνίζονται σε συγκεκριμένα πεδία. Η αξία της εξισορρόπησης βρίσκεται ακριβώς στη
δυνατότητα συνεργασίας χωρίς πλήρη πολιτική ή στρατιωτική ευθυγράμμιση.
Το βασικό εμπόδιο είναι ότι η οικονομική διαφοροποίηση χρειάζεται χρόνο, ενώ οι άμεσες
απειλές απαιτούν προστασία τώρα. Η Σαουδική Αραβία δεν μπορεί να αντικαταστήσει από
τη μια μέρα στην άλλη τις υφιστάμενες αμυντικές δυνατότητες και υποδομές. Μπορεί,
όμως, να μειώνει σταδιακά την εξάρτηση, να αυξάνει την εγχώρια ικανότητα και να
αποφεύγει δεσμεύσεις που περιορίζουν τις μελλοντικές επιλογές της.
Τι θα ενίσχυε αυτό το σενάριο: διατήρηση διαύλων με αντίπαλα στρατόπεδα,
συγκεκριμένες συμφωνίες οικονομικής και τεχνολογικής συνεργασίας με διαφορετικούς
εταίρους, ενίσχυση εγχώριων δυνατοτήτων και αποφυγή αυτόματης συμμετοχής σε
περιφερειακούς πολέμους.
Οι δείκτες που πρέπει να παρακολουθούνται
Για να ξεχωρίσουμε ποιο σενάριο αποκτά πραγματική δυναμική, χρειάζεται να
παρακολουθούμε συγκεκριμένες εξελίξεις και όχι μόνο δηλώσεις.
1. Εξομάλυνση με το Ισραήλ: αλλάζει η επίσημη σαουδαραβική θέση ή παραμένουν
ουσιαστικές προϋποθέσεις, ιδίως για το παλαιστινιακό ζήτημα;
2. Διαμεσολάβηση: υπάρχουν επιβεβαιωμένες συνομιλίες και συμφωνίες ή μόνο
δημοσιεύματα για παρασκηνιακές επαφές;
3. Υεμένη και Ερυθρά Θάλασσα: μειώνονται οι επιθέσεις και οι κίνδυνοι για τη
ναυσιπλοΐα ή διευρύνεται η σύγκρουση;
4. Στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ: περιορίζονται ή επεκτείνονται οι επιχειρήσεις
στην Υεμένη και στην ευρύτερη περιοχή;
5. Αμυντικές συμφωνίες με Πακιστάν και Τουρκία: ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο,
η εντολή και το επιχειρησιακό εύρος τους; Μια αμυντική συμφωνία δεν ισοδυναμεί
αυτομάτως με δέσμευση για επιθετικές επιχειρήσεις.
6. Άμεση κλιμάκωση με το Ιράν: υπάρχουν επιβεβαιωμένες επιθέσεις, νέες δεσμεύσεις ή
αλλαγές στην επιχειρησιακή στάση των εμπλεκομένων;
7. Οικονομικές κινήσεις: ανακοινώνονται συγκεκριμένα μέτρα διαφοροποίησης
συναλλαγών και επενδύσεων ή κυκλοφορούν απλώς απειλές περί απομάκρυνσης από το
δολάριο;
Οι ενδείξεις πρέπει να αξιολογούνται συνολικά. Μία δήλωση ή μια μεμονωμένη συμφωνία
δεν αρκεί για να αποδείξει στρατηγική αλλαγή.
Τι θα μπορούσε να διαψεύσει την ανάλυση
Μια σοβαρή ανάλυση οφείλει να αναγνωρίζει και τα δεδομένα που θα μπορούσαν να
ανατρέψουν το βασικό της επιχείρημα.
Εάν η Σαουδική Αραβία προχωρήσει σε εξομάλυνση με το Ισραήλ χωρίς να περιορίσει
ουσιαστικά τη διπλωματική της αυτονομία, τότε η υπόθεση ότι η εξομάλυνση οδηγεί
αναγκαστικά σε στρατηγική εξάρτηση αποδυναμώνεται. Εάν οι αμυντικές συνεργασίες με
το Πακιστάν και την Τουρκία αποδειχθούν επιχειρησιακά αποτελεσματικές χωρίς να

εμπλέξουν το Ριάντ σε ευρύτερη σύγκρουση, τότε η εκτίμηση περί περιορισμένης
χρησιμότητάς τους χρειάζεται αναθεώρηση. Αντίστοιχα, μια σταθερή αποκλιμάκωση στην
Υεμένη και η παύση των επιθέσεων στις ενεργειακές και ναυτιλιακές υποδομές θα
περιόριζαν την πιθανότητα ενός παρατεταμένου περιφερειακού αδιεξόδου.
Η ανάλυση δεν πρέπει να μετατρέπει κάθε εξέλιξη σε επιβεβαίωση της αρχικής θέσης.
Διαφορετικά, παύει να είναι ανάλυση και γίνεται δόγμα.

Συμπέρασμα: Το Ριάντ πρέπει να επιλέξει την αυτονομία του
Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή που θα καθορίσει τη θέση της στη
Μέση Ανατολή για τα επόμενα χρόνια: θα παραμείνει ένας προστατευόμενος σύμμαχος
που ακολουθεί τις στρατηγικές προτεραιότητες άλλων ή θα εξελιχθεί σε αυτόνομη δύναμη
που καθορίζει η ίδια τα όρια των δεσμεύσεών της;
Η στενή πρόσδεση στις ΗΠΑ και η ενδεχόμενη στρατηγική σύμπλευση με το Ισραήλ
μπορεί να προσφέρουν στρατιωτικά πλεονεκτήματα. Δεν εγγυώνται, όμως, ούτε την
εξουδετέρωση του Ιράν ούτε την ασφάλεια των σαουδαραβικών υποδομών. Αντίθετα, μια
τέτοια επιλογή θα μπορούσε να μετατρέψει το βασίλειο από παράγοντα ισορροπίας σε
άμεσο στόχο μιας σύγκρουσης της οποίας το εύρος και η διάρκεια δεν θα ελέγχει.
Η διέξοδος δεν βρίσκεται στην άκριτη μετατόπιση από τη Δύση προς την Ανατολή, αλλά
στην εγκατάλειψη της λογικής της μονομερούς εξάρτησης. Το Ριάντ χρειάζεται ισχυρή
άμυνα, αξιόπιστες ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές, διπλωματικούς διαύλους με την
Τεχεράνη και σχέσεις συνεργασίας με πολλαπλά κέντρα ισχύος. Πρέπει να μπορεί να
συνεργάζεται με τις ΗΠΑ χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από αυτές, να συναλλάσσεται
με την Κίνα και τη Ρωσία χωρίς να παραδίδει την αυτονομία του και να διαπραγματεύεται
με το Ιράν χωρίς να εγκαταλείπει τα δικά του συμφέροντα.
Αυτή είναι η ουσία της πολυπολικής εξισορρόπησης: όχι η αλλαγή προστάτη, αλλά η
απόκτηση πραγματικών επιλογών.
Το τελικό διακύβευμα είναι σαφές: η Σαουδική Αραβία δεν μπορεί να αγοράσει την
ασφάλειά της με τίμημα την απώλεια της στρατηγικής της ελευθερίας. Εάν επιτρέψει σε
τρίτες δυνάμεις να καθορίζουν πότε θα κλιμακώσει, με ποιον θα συγκρουστεί και ποιες
σχέσεις θα εγκαταλείψει, τότε ο ενεργειακός της πλούτος και η γεωγραφική της θέση θα
μετατραπούν από πλεονεκτήματα σε μέσα εξωτερικής πίεσης.
Εάν, αντίθετα, αξιοποιήσει τη γεωγραφία, την οικονομική της ισχύ και τις σχέσεις της με
διαφορετικά κέντρα δύναμης για να διατηρήσει ανοιχτές τις επιλογές της, μπορεί να
αναδειχθεί σε αυτόνομο πόλο της ευρασιατικής ισορροπίας.
Η ιστορική δοκιμασία του Ριάντ δεν είναι να επιλέξει στρατόπεδο. Είναι να αποδείξει ότι
δεν χρειάζεται να παραδώσει τη στρατηγική του βούληση για να επιβιώσει. Γιατί μια χώρα
που διαθέτει πλούτο, γεωγραφικό βάρος και περιφερειακή επιρροή, αλλά δεν αποφασίζει η
ίδια για τον πόλεμο και την ειρήνη της, δεν είναι πραγματικά ισχυρή. Είναι απλώς ισχυρή
στα χαρτιά.

11. Ο λογαριασμός της κρίσης: Γεγονότα, ισχυρισμοί και ανοιχτά μέτωπα
Η στρατηγική εικόνα του Περσικού Κόλπου δεν κρίνεται μόνο από τις στρατιωτικές
κινήσεις, αλλά και από την αξιοπιστία των πληροφοριών που χρησιμοποιούνται για την
ερμηνεία τους. Σε μια περίοδο έντονης αντιπαράθεσης, οι πραγματικές εξελίξεις
συνυπάρχουν με διαρροές, πολιτικές δηλώσεις και εκτιμήσεις που παρουσιάζονται συχνά
ως βεβαιότητες.
Για να διατηρήσει η ανάλυση την αξία της, απαιτείται σαφής διάκριση ανάμεσα σε
επιβεβαιωμένα γεγονότα, ανεπιβεβαίωτους ισχυρισμούς και στρατηγικά συμπεράσματα.
Τα κρίσιμα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά
1. Οι επιθέσεις σε σαουδαραβικά αεροδρόμια. Χρειάζεται να προσδιοριστούν τα ακριβή
αεροδρόμια και οι εγκαταστάσεις που επλήγησαν, καθώς και η έκταση των ζημιών. Οι
αναφορές σε συγκεκριμένους τερματικούς σταθμούς, στις περιοχές Αμπχά, Τζιζάν και
Νατζράν και σε στρατηγική «αεροδρόμιο για αεροδρόμιο» δεν πρέπει να συγχωνεύονται
χωρίς διασταύρωση.
2. Η φερόμενη απειλή για αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία ύψους 800 δισ. δολαρίων.
Δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως επιβεβαιωμένη σαουδαραβική απόφαση χωρίς πρωτογενή
τεκμηρίωση. Απαιτείται επίσης διάκριση ανάμεσα στα συνολικά αμερικανικά περιουσιακά
στοιχεία και στα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ.
3. Η παρουσία ισραηλινών αξιωματούχων στο Ριάντ. Οι αναφορές για επαφές στον τομέα
των πληροφοριών δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι υπήρξε συγκεκριμένη συμφωνία
με αντάλλαγμα την εξομάλυνση των σχέσεων ή την ισραηλινή στρατιωτική εμπλοκή υπέρ
της Σαουδικής Αραβίας.
4. Οι επαφές της Ουάσιγκτον με τους Ανσάρ Αλλάχ. Η φερόμενη απευθείας επικοινωνία
του Ντόναλντ Τραμπ με το κίνημα χρειάζεται σαφή επιβεβαίωση. Το ίδιο ισχύει για
οποιαδήποτε συμφωνία που θα περιόριζε τις επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα.
5. Η αναφερόμενη επίσκεψη του Μπενιαμίν Νετανιάχου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
στις 27 Σεπτεμβρίου. Η ημερομηνία και η ίδια η επίσκεψη πρέπει να επαληθευτούν πριν
χρησιμοποιηθούν ως ένδειξη συντονισμού μεταξύ των περιφερειακών δυνάμεων.
6. Η φερόμενη επέκταση ιρανικής ζώνης περιορισμού στα 1.500 χιλιόμετρα. Χρειάζεται
να αποσαφηνιστεί τι ακριβώς περιγράφει ο ισχυρισμός, ποια περιοχή αφορά και αν
πρόκειται για επίσημη απόφαση, στρατιωτική εκτίμηση ή δημοσιογραφική ερμηνεία.
7. Οι απειλές κατά κέντρων δεδομένων αξίας περίπου δύο τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Απαιτούνται συγκεκριμένες δηλώσεις, σαφής προσδιορισμός των υποδομών και
τεκμηρίωση της αποδιδόμενης απειλής. Η ευπάθεια των ψηφιακών υποδομών είναι
πραγματικό στρατηγικό ζήτημα, αλλά δεν αποδεικνύει συγκεκριμένη πρόθεση επίθεσης.
8. Η αναφορά σε 100 εκατομμύρια βαρέλια από τα αποθέματα της G7. Πρέπει να
διευκρινιστεί αν πρόκειται για πρόταση, απόφαση ή πραγματική διάθεση αποθεμάτων,
καθώς και ποιοι συμμετέχουν και σε ποιο χρονικό πλαίσιο.
9. Οι αναφορές σε πιθανή χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων. Χωρίς αξιόπιστη
τεκμηρίωση, δεν μπορούν να αποτελέσουν δεδομένο της ανάλυσης. Η εξέταση ενός
ακραίου σεναρίου δεν ισοδυναμεί με ένδειξη ότι αυτό βρίσκεται υπό επιχειρησιακή
προετοιμασία.

10. Οι αναφορές για ρωσικούς πυραύλους, ουκρανικές υποδομές και τεχνολογική
συνεργασία με το Ιράν. Οι ισχυρισμοί ότι η απόσυρση του Starlink διευκόλυνε έξι
συγκεκριμένα ρωσικά πλήγματα σε ουκρανικούς στόχους, όπως και οι αναφορές για
μεταφορά τεχνολογίας του Geran-5 ή για ρωσικό μερίδιο 30% στις ιρανικές εισαγωγές,
απαιτούν ανεξάρτητη τεκμηρίωση. Το ίδιο ισχύει για τους ισχυρισμούς περί
συγκεκριμένων χερσαίων διαδρομών ανεφοδιασμού μέσω Πακιστάν και Κεντρικής Ασίας.
11. Οι εσωτερικές αντιθέσεις στη σαουδαραβική ηγεσία. Η πιθανότητα ανταγωνισμών στο
εσωτερικό της βασιλικής οικογένειας δεν αποδεικνύει ότι έχει ξεκινήσει διαδικασία
αποσταθεροποίησης ή ότι απειλείται άμεσα η δυναστεία. Απαιτούνται συγκεκριμένες
ενδείξεις και όχι συμπεράσματα που στηρίζονται αποκλειστικά σε πολιτικές εικασίες.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη στρατηγική εικόνα
Η εκκρεμότητα αυτών των ισχυρισμών δεν ακυρώνει τη βασική γεωπολιτική ανάλυση. Η
ενεργειακή σημασία του Ορμούζ, η ευπάθεια των θαλάσσιων οδών, η στρατηγική θέση
της Υεμένης και η εξάρτηση των κρατών του Κόλπου από κρίσιμες υποδομές παραμένουν
ουσιαστικά ζητήματα.
Αυτό που δεν επιτρέπεται είναι να χρησιμοποιούνται ανεπιβεβαίωτες λεπτομέρειες ως
αποδείξεις ενός ήδη διαμορφωμένου σχεδίου. Η υπόθεση ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ
επιδιώκουν βαθύτερη στρατηγική σύμπλευση με το Ριάντ είναι διαφορετική από τον
ισχυρισμό ότι έχουν ήδη επιβάλει συγκεκριμένους όρους. Αντίστοιχα, η δυνατότητα του
Ιράν να αυξήσει το κόστος μιας σύγκρουσης δεν αποδεικνύει ότι διαθέτει απεριόριστη
αντοχή ή πλήρη έλεγχο των εξελίξεων.
Η διαφορά ανάμεσα σε μια σοβαρή γεωπολιτική εκτίμηση και σε μια απλή αφήγηση είναι
η δυνατότητα ελέγχου των συμπερασμάτων της.
Τελική αποτίμηση
Η κρίση στον Περσικό Κόλπο αποκαλύπτει τα όρια μιας στρατηγικής που βασίζεται
αποκλειστικά στη στρατιωτική προστασία και στην προσδοκία ότι ο εξωτερικός
προστάτης θα αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος του κινδύνου. Η Σαουδική Αραβία
χρειάζεται να ενισχύσει την άμυνά της, αλλά και να μειώσει τις εξαρτήσεις που
περιορίζουν την ελευθερία των αποφάσεών της.
Το Ιράν, από την πλευρά του, μπορεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφία και την ασύμμετρη
αποτροπή για να αυξήσει το κόστος μιας επίθεσης. Αυτό, όμως, δεν το καθιστά άτρωτο
ούτε εξασφαλίζει ότι κάθε κλιμάκωση θα λειτουργήσει υπέρ του. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ
διαθέτουν σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά και εκείνα αντιμετωπίζουν
πολιτικούς, οικονομικούς και επιχειρησιακούς περιορισμούς.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι κανένας από τους βασικούς δρώντες δεν μπορεί να
θεωρεί δεδομένο πως θα ελέγξει την τελική έκβαση μιας παρατεταμένης σύγκρουσης. Η
γεωγραφία, η αντοχή, οι συμμαχίες, οι ενεργειακές ροές και οι ψηφιακές υποδομές
αλληλεπιδρούν με τρόπους που δυσκολεύουν τον απόλυτο έλεγχο.
Για τη Σαουδική Αραβία, η στρατηγική επιλογή είναι συγκεκριμένη: να αποφύγει τη
μετατροπή της σε πεδίο ανταγωνισμού τρίτων δυνάμεων και να αποκτήσει την ικανότητα
να διαπραγματεύεται, να αποτρέπει και να συνεργάζεται χωρίς να δεσμεύεται αυτόματα σε
κάθε σύγκρουση.

Η ισχύς του Ριάντ δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα όπλα διαθέτει ή πόσο πετρέλαιο εξάγει.
Θα κριθεί από το αν μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντά του χωρίς να παραδώσει σε
άλλους το δικαίωμα να αποφασίζουν για τον πόλεμο, την ειρήνη και το μέλλον του.

Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας