Από την 11η Σεπτεμβρίου στη Νέα Παγκόσμια Τάξη;

Οι πολιτικές και γεωπολιτικές συνέπειες των επιθέσεων

Εάν η ιστορία περιοριζόταν μόνο στην περιγραφή των γεγονότων, τότε η 11η Σεπτεμβρίου
θα αποτελούσε απλώς μία από τις μεγαλύτερες τρομοκρατικές επιθέσεις του σύγχρονου
κόσμου. Η ιστορική έρευνα, όμως, δεν σταματά στη στιγμή ενός γεγονότος. Επιχειρεί να

κατανοήσει τις συνέπειές του, τις πολιτικές αποφάσεις που ακολούθησαν και τις αλλαγές
που επέφερε στη διεθνή ισορροπία ισχύος.
Ανεξάρτητα από την ερμηνεία που υιοθετεί κανείς για τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου,
ένα στοιχείο είναι αδιαμφισβήτητο: καμία άλλη τρομοκρατική ενέργεια στη σύγχρονη
ιστορία δεν επηρέασε τόσο βαθιά την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, το
διεθνές δίκαιο, τις αντιλήψεις περί ασφάλειας και τις σχέσεις μεταξύ κρατών.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες ψηφίστηκε το USA PATRIOT Act, διευρύνθηκαν σημαντικά οι
εξουσίες των υπηρεσιών ασφαλείας και πληροφοριών, ενώ δημιουργήθηκε το Department
of Homeland Security. Παράλληλα, η έννοια του «Παγκόσμιου Πολέμου κατά της
Τρομοκρατίας» μετατράπηκε σε κεντρικό άξονα της αμερικανικής στρατηγικής.
Λίγες μόλις εβδομάδες μετά τις επιθέσεις ξεκίνησε η στρατιωτική επέμβαση στο
Αφγανιστάν. Δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε η εισβολή στο Ιράκ, η οποία
αιτιολογήθηκε κυρίως με την εκτίμηση ότι το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν διέθετε όπλα
μαζικής καταστροφής. Τα σχετικά οπλικά προγράμματα, όμως, δεν εντοπίστηκαν, γεγονός
που προκάλεσε σοβαρές αμφισβητήσεις ως προς την ακρίβεια των πληροφοριών και των
εκτιμήσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τη νομιμοποίηση της επέμβασης.
Οι εξελίξεις αυτές δεν περιορίστηκαν στην άμεση αντιμετώπιση της τρομοκρατικής
απειλής. Μετέβαλαν τον γεωπολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής, επηρέασαν τις διεθνείς
ισορροπίες και δημιούργησαν συνέπειες που εξακολούθησαν να διαμορφώνουν το διεθνές
σύστημα για τις επόμενες δεκαετίες.
Για πολλούς αναλυτές, οι αλλαγές αυτές αποτέλεσαν τη φυσική συνέπεια μιας άνευ
προηγουμένου τρομοκρατικής επίθεσης. Άλλοι, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η 11η
Σεπτεμβρίου λειτούργησε ως καταλύτης για την εφαρμογή πολιτικών και στρατηγικών
που είχαν ήδη συζητηθεί ή σχεδιαστεί σε ορισμένους πολιτικούς, στρατιωτικούς και
γεωπολιτικούς κύκλους και βρήκαν, μετά τις επιθέσεις, το κατάλληλο πολιτικό περιβάλλον
για να υλοποιηθούν.
Η παρούσα μελέτη δεν εξετάζει μόνο ποια γεγονότα ακολούθησαν τις επιθέσεις. Επιχειρεί
να διερευνήσει τους πολιτικούς, στρατηγικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς που
πραγματοποιήθηκαν, τους φορείς που ενισχύθηκαν μέσα από αυτούς και τον βαθμό στον
οποίο η νέα διεθνής πραγματικότητα μετά το 2001 μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστικά
συνέπεια των επιθέσεων ή μέρος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης.

4.1. Cui Bono; Ποιοι ωφελήθηκαν από την 11η
Σεπτεμβρίου;
Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η ιστορική έρευνα χρησιμοποιεί μία βασική αρχή όταν
εξετάζει γεγονότα που άλλαξαν την πορεία της ιστορίας: Cui Bono; Δηλαδή, ποιος
ωφελήθηκε;
Το ερώτημα αυτό δεν αποτελεί απόδειξη ενοχής ούτε μπορεί από μόνο του να εξηγήσει
ένα ιστορικό γεγονός. Αποτελεί, όμως, ένα χρήσιμο εργαλείο ιστορικής και γεωπολιτικής
ανάλυσης. Όταν ένα γεγονός μεταβάλλει ριζικά τις ισορροπίες ισχύος, δημιουργεί νέους

θεσμούς, δικαιολογεί πολέμους και αναδιαμορφώνει την παγκόσμια πολιτική, η εξέταση
των ωφελημένων αποτελεί θεμιτό και αναγκαίο μέρος της έρευνας.
Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου, οι αλλαγές που ακολούθησαν υπήρξαν τόσο
βαθιές ώστε δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η ενίσχυση των μηχανισμών επιτήρησης, η
διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών πληροφοριών, η αναδιάρθρωση της
αμερικανικής κρατικής μηχανής και η έναρξη πολέμων μεγάλης κλίμακας συνιστούν
εξελίξεις που επηρέασαν όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και το διεθνές σύστημα
συνολικά.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος πραγματοποίησε τις επιθέσεις, αλλά και ποιοι
απέκτησαν νέα πολιτική ισχύ, στρατηγικά πλεονεκτήματα ή οικονομικά οφέλη από τις
εξελίξεις που ακολούθησαν.
Σε επίπεδο κρατικής ισχύος, οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκτησαν τη δυνατότητα να
αναδιαμορφώσουν το διεθνές περιβάλλον ασφαλείας με όρους που, υπό διαφορετικές
συνθήκες, θα ήταν πολιτικά και διπλωματικά δυσκολότερο να επιβληθούν. Η επίκληση της
τρομοκρατικής απειλής επέτρεψε την επέκταση των αμερικανικών στρατιωτικών και
πολιτικών δραστηριοτήτων σε κρίσιμες περιοχές της Ευρασίας και της Μέσης Ανατολής.
Παράλληλα, ενισχύθηκαν θεσμοί και μηχανισμοί που συνδέονταν με την εθνική ασφάλεια,
τις υπηρεσίες πληροφοριών, την αμυντική βιομηχανία, την κυβερνοασφάλεια και την
κρατική επιτήρηση. Η νέα κατάσταση δημιούργησε ένα ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο
οποίο συγκεκριμένοι κρατικοί και οικονομικοί φορείς απέκτησαν αυξημένες
αρμοδιότητες, χρηματοδότηση και επιχειρησιακές δυνατότητες.
Ωστόσο, η έννοια του οφέλους πρέπει να εξετάζεται σε διαφορετικά επίπεδα. Η ενίσχυση
της αμερικανικής εκτελεστικής εξουσίας, η διεύρυνση των μηχανισμών ασφαλείας και η
στρατιωτική παρουσία σε κρίσιμες περιοχές συνιστούσαν στρατηγικά πλεονεκτήματα για
την Ουάσιγκτον. Από την άλλη πλευρά, οι μακροχρόνιοι πόλεμοι, το τεράστιο οικονομικό
κόστος, οι απώλειες ανθρώπινων ζωών, η φθορά της διεθνούς εικόνας των Ηνωμένων
Πολιτειών και η ενίσχυση αντι-αμερικανικών δυνάμεων δημιούργησαν συνέπειες που δεν
μπορούν να χαρακτηριστούν μονοσήμαντα ως κέρδος.
Επομένως, η εξέταση του Cui Bono δεν πρέπει να μετατρέπεται σε απλουστευμένη
αναζήτηση ενός μοναδικού «κερδισμένου» ή σε έμμεση απόδειξη συμμετοχής.
Χρησιμεύει περισσότερο στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ένα ιστορικό γεγονός
δημιουργεί νέες δυνατότητες δράσης για διαφορετικά κέντρα ισχύος.
Αυτό ακριβώς θα αποτελέσει αντικείμενο των επόμενων κεφαλαίων. Δεν θα εξεταστούν
μόνο τα γεγονότα, αλλά και οι συνέπειές τους, με στόχο να διερευνηθεί αν η νέα
παγκόσμια πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου ήταν
αποκλειστικά προϊόν των επιθέσεων ή αν ορισμένες από τις αλλαγές αυτές εντάσσονταν
σε ευρύτερους στρατηγικούς σχεδιασμούς που είχαν προϋπάρξει.

4.2. Το USA PATRIOT Act: Η νέα εποχή της
κρατικής επιτήρησης
Στις 26 Οκτωβρίου 2001, μόλις σαράντα πέντε ημέρες μετά τις επιθέσεις της 11ης
Σεπτεμβρίου, το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών ενέκρινε τον νόμο USA PATRIOT
Act. Η ταχύτητα με την οποία ψηφίστηκε ένα τόσο εκτεταμένο νομοθέτημα αποτέλεσε
αντικείμενο έντονης δημόσιας συζήτησης, καθώς επρόκειτο για έναν νόμο εκατοντάδων
σελίδων που διεύρυνε σημαντικά το πλαίσιο λειτουργίας των υπηρεσιών ασφαλείας και
πληροφοριών.
Επισήμως, σκοπός του νόμου ήταν η ενίσχυση της δυνατότητας του αμερικανικού κράτους
να προλαμβάνει και να αντιμετωπίζει μελλοντικές τρομοκρατικές επιθέσεις. Για τον λόγο
αυτό διευρύνθηκαν οι εξουσίες των ομοσπονδιακών αρχών ως προς την παρακολούθηση
επικοινωνιών, την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ υπηρεσιών, τη διερεύνηση
οικονομικών συναλλαγών και την πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα, όταν υπήρχαν
υπόνοιες σύνδεσης με τρομοκρατικές δραστηριότητες.
Οι υποστηρικτές του νόμου υποστήριξαν ότι οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου
αποκάλυψαν σοβαρές αδυναμίες στον συντονισμό των αμερικανικών υπηρεσιών και ότι η
νέα νομοθεσία ήταν απαραίτητη για την αποτροπή παρόμοιων επιθέσεων στο μέλλον.
Κατά την άποψή τους, η ενίσχυση των εξουσιών του κράτους αποτελούσε αναγκαία
απάντηση σε μια νέα μορφή ασύμμετρης απειλής.
Από την άλλη πλευρά, οργανώσεις προστασίας των πολιτικών δικαιωμάτων, νομικοί και
ακαδημαϊκοί εξέφρασαν σοβαρές επιφυλάξεις. Υποστήριξαν ότι ο νόμος διεύρυνε
σημαντικά τις δυνατότητες κρατικής παρακολούθησης εις βάρος θεμελιωδών ατομικών
ελευθεριών, δημιουργώντας ένα προηγούμενο που θα μπορούσε να επεκταθεί πολύ πέρα
από την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο δεν ήταν μόνο το περιεχόμενο του νόμου, αλλά και η
συγκυρία μέσα στην οποία εγκρίθηκε. Μέσα σε λίγες εβδομάδες από τις επιθέσεις, η
αμερικανική κοινωνία βρισκόταν σε κατάσταση έντονου φόβου και ανασφάλειας. Σε ένα
τέτοιο περιβάλλον, η αποδοχή μέτρων που υπό διαφορετικές συνθήκες θα συναντούσαν
μεγαλύτερες αντιδράσεις έγινε πολιτικά ευκολότερη.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο νόμος είχε προαποφασιστεί ούτε ότι οι επιθέσεις οργανώθηκαν
για να δικαιολογήσουν την ψήφισή του. Αποτελεί, όμως, εύλογο ιστορικό ερώτημα κατά
πόσο η 11η Σεπτεμβρίου λειτούργησε ως καταλύτης για την εφαρμογή πολιτικών που, σε
διαφορετικές συνθήκες, θα απαιτούσαν περισσότερο χρόνο ή θα συναντούσαν
ισχυρότερες πολιτικές αντιστάσεις.
Ανεξάρτητα από την απάντηση που δίνει κανείς στο παραπάνω ερώτημα, ένα γεγονός
παραμένει σαφές: μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η σχέση μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας
στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταβλήθηκε ουσιαστικά. Η μεταβολή αυτή επηρέασε όχι μόνο
την αμερικανική κοινωνία, αλλά και τη διεθνή συζήτηση γύρω από τα όρια της κρατικής
εξουσίας, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και τη νομιμότητα της εκτεταμένης
επιτήρησης.

Το βασικό ερώτημα
Αποτέλεσε το USA PATRIOT Act μια αναγκαία απάντηση σε μια πρωτοφανή απειλή ή
σηματοδότησε την απαρχή μιας νέας εποχής κρατικής επιτήρησης, στην οποία η ασφάλεια
απέκτησε αυξημένη προτεραιότητα έναντι των ατομικών ελευθεριών;

Η δημιουργία του Department of Homeland
Security: Η μεγαλύτερη αναδιοργάνωση του
αμερικανικού κράτους μετά τον Β ́ Παγκόσμιο
Πόλεμο
Η 11η Σεπτεμβρίου δεν οδήγησε μόνο στην ψήφιση νέων νόμων. Προκάλεσε και μία από
τις μεγαλύτερες διοικητικές αναδιοργανώσεις στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Το
2002 ιδρύθηκε το Department of Homeland Security (DHS), ένα νέο ομοσπονδιακό
υπουργείο που συγκέντρωσε κάτω από ενιαία διοίκηση περισσότερες από είκοσι
διαφορετικές υπηρεσίες με αντικείμενο την εσωτερική ασφάλεια.
Η δημιουργία του παρουσιάστηκε ως αναγκαία απάντηση στις αδυναμίες συντονισμού
που ανέδειξαν οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με την επίσημη θέση της
αμερικανικής κυβέρνησης, οι υπηρεσίες πληροφοριών, οι συνοριακοί έλεγχοι, η πολιτική
προστασία και οι μηχανισμοί αντιμετώπισης κρίσεων λειτουργούσαν μέχρι τότε σε μεγάλο
βαθμό κατακερματισμένα. Αυτό δυσχέραινε την έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών και την
αποτελεσματική αντιμετώπιση μιας σύνθετης και πολυεπίπεδης απειλής.
Στο νέο υπουργείο ενσωματώθηκαν περισσότερες από είκοσι ομοσπονδιακές υπηρεσίες,
μεταξύ των οποίων η Federal Emergency Management Agency (FEMA), η United States
Coast Guard, η United States Secret Service, η Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας
Συνόρων (CBP), η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE) και η
Υπηρεσία Ασφάλειας Μεταφορών (TSA).
Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε ένας ενιαίος μηχανισμός με αρμοδιότητες που
εκτείνονταν από την προστασία των συνόρων και την ασφάλεια των μεταφορών μέχρι την
αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, την προστασία κρίσιμων υποδομών και, σταδιακά,
την κυβερνοασφάλεια.
Οι υποστηρικτές της μεταρρύθμισης υποστήριξαν ότι η νέα δομή επέτρεψε καλύτερο
συντονισμό, ταχύτερη ανταλλαγή πληροφοριών και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση
νέων μορφών τρομοκρατίας. Κατά την άποψή τους, η εμπειρία της 11ης Σεπτεμβρίου
απέδειξε ότι το αμερικανικό κράτος χρειαζόταν έναν κεντρικό φορέα εσωτερικής
ασφάλειας.
Από την άλλη πλευρά, αρκετοί αναλυτές και οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων
εξέφρασαν την ανησυχία ότι η συγκέντρωση τόσο εκτεταμένων αρμοδιοτήτων σε έναν
ενιαίο οργανισμό δημιουργούσε έναν ιδιαίτερα ισχυρό μηχανισμό κρατικής επιτήρησης.
Υποστήριξαν ότι η συνεχής επίκληση της τρομοκρατικής απειλής μπορούσε να οδηγήσει
σε σταδιακή διεύρυνση των εξουσιών του κράτους εις βάρος των ατομικών δικαιωμάτων.

Η ίδρυση του Department of Homeland Security αποτελεί μία από τις σημαντικότερες
πολιτικές και θεσμικές συνέπειες της 11ης Σεπτεμβρίου. Μέσα σε σύντομο χρονικό
διάστημα δημιουργήθηκε ένας νέος ομοσπονδιακός θεσμός με εξαιρετικά ευρείες
αρμοδιότητες, ο οποίος άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες
αντιλαμβάνονταν και οργάνωναν την εσωτερική ασφάλεια.
Το γεγονός αυτό γεννά ένα ευρύτερο ιστορικό ερώτημα: επρόκειτο για μια αναγκαία
μεταρρύθμιση απέναντι σε μια νέα απειλή ή για την απαρχή ενός νέου μοντέλου κρατικής
οργάνωσης, στο οποίο η ασφάλεια απέκτησε ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα έναντι των
παραδοσιακών ελευθεριών;
Το βασικό ερώτημα
Αποτέλεσε η ίδρυση του Department of Homeland Security μια αναγκαία οργανωτική
μεταρρύθμιση μετά την 11η Σεπτεμβρίου ή σηματοδότησε τη μετάβαση σε ένα νέο
μοντέλο κρατικής οργάνωσης, όπου η έννοια της εθνικής ασφάλειας απέκτησε
πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημόσια ζωή;

Από την 11η Σεπτεμβρίου στους πολέμους του
Αφγανιστάν και του Ιράκ
Η 11η Σεπτεμβρίου δεν άλλαξε μόνο την εσωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Μετέβαλε και τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιλαμβανόταν τον ρόλο της στον
κόσμο. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η αμερικανική κυβέρνηση διακήρυξε ότι η χώρα
βρισκόταν πλέον σε έναν «Παγκόσμιο Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας» (Global War on
Terror), έναν αγώνα χωρίς σαφές γεωγραφικό όριο, χωρίς προκαθορισμένη χρονική
διάρκεια και χωρίς έναν μόνο αντίπαλο.
Η νέα αυτή στρατηγική δεν περιοριζόταν στην τιμωρία των υπευθύνων για τις επιθέσεις.
Επεκτεινόταν στην αντιμετώπιση κάθε κράτους ή οργάνωσης που, σύμφωνα με την
αμερικανική κυβέρνηση, παρείχε υποστήριξη, καταφύγιο ή διευκόλυνση σε τρομοκρατικές
οργανώσεις. Η διάκριση ανάμεσα στην αυτοάμυνα, την προληπτική δράση και τη
στρατιωτική επέμβαση άρχισε να μεταβάλλεται, διαμορφώνοντας ένα νέο πλαίσιο
αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Το πρώτο πεδίο εφαρμογής αυτής της στρατηγικής ήταν το Αφγανιστάν. Στις 7 Οκτωβρίου
2001, λιγότερο από έναν μήνα μετά τις επιθέσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί
τους ξεκίνησαν στρατιωτικές επιχειρήσεις με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος των
Ταλιμπάν, το οποίο κατηγορήθηκε ότι παρείχε προστασία στην Αλ Κάιντα και στον
Οσάμα μπιν Λάντεν. Η επιχείρηση παρουσιάστηκε ως άσκηση του δικαιώματος
αυτοάμυνας και έλαβε ευρεία διεθνή υποστήριξη κατά την αρχική της φάση.
Η κατάσταση διαφοροποιήθηκε σημαντικά δύο χρόνια αργότερα, όταν η αμερικανική
κυβέρνηση στράφηκε εναντίον του Ιράκ. Η εισβολή του 2003 αιτιολογήθηκε κυρίως με
την εκτίμηση ότι το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής
και διατηρούσε σχέσεις με την τρομοκρατία. Ωστόσο, οι μεταγενέστερες έρευνες δεν
επιβεβαίωσαν την ύπαρξη ενεργών οπλικών προγραμμάτων μαζικής καταστροφής, ενώ

δεν τεκμηριώθηκε επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ του καθεστώτος του Ιράκ και της Αλ
Κάιντα στον βαθμό που είχε αρχικά παρουσιαστεί.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε έντονη διεθνή κριτική και αναζωπύρωσε τη συζήτηση γύρω
από τα πραγματικά κίνητρα της επέμβασης. Για πολλούς αναλυτές, η ανατροπή του
Σαντάμ Χουσεΐν αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής αναδιαμόρφωσης της
Μέσης Ανατολής. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η εισβολή βασίστηκε κυρίως σε εσφαλμένες
πληροφορίες, λανθασμένες εκτιμήσεις και πολιτικές αποφάσεις, χωρίς αυτό να
αποδεικνύει κατ’ ανάγκην την ύπαρξη ενός ενιαίου, μακροπρόθεσμου γεωπολιτικού
σχεδίου.
Ανεξάρτητα από την ερμηνεία που υιοθετεί κανείς, είναι δύσκολο να αγνοηθεί ότι η 11η
Σεπτεμβρίου αποτέλεσε το σημείο καμπής που δημιούργησε τις πολιτικές και στρατηγικές
συνθήκες για μια σειρά στρατιωτικών επεμβάσεων, οι οποίες άλλαξαν ριζικά τον
γεωπολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής. Η πτώση καθεστώτων, η αποσταθεροποίηση
κρατών, η εμφάνιση νέων ένοπλων οργανώσεων και οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών
υπήρξαν συνέπειες που ξεπέρασαν κατά πολύ την αρχική επιδίωξη εξάρθρωσης της Αλ
Κάιντα.
Το βασικό ερώτημα
Ήταν οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ αναπόφευκτη απάντηση στις επιθέσεις της
11ης Σεπτεμβρίου ή η τραγωδία αξιοποιήθηκε ως πολιτική ευκαιρία για την προώθηση
μιας ευρύτερης γεωπολιτικής στρατηγικής που αναδιαμόρφωσε τη Μέση Ανατολή;

Από την 11η Σεπτεμβρίου στους πολέμους του
Αφγανιστάν και του Ιράκ
Η 11η Σεπτεμβρίου δεν άλλαξε μόνο την εσωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Μετέβαλε και τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιλαμβανόταν τον ρόλο της στον
κόσμο. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η αμερικανική κυβέρνηση διακήρυξε ότι η χώρα
βρισκόταν πλέον σε έναν «Παγκόσμιο Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας» (Global War on
Terror), έναν αγώνα χωρίς σαφή γεωγραφικά όρια, χωρίς προκαθορισμένη χρονική
διάρκεια και χωρίς έναν μόνο αντίπαλο.
Για να κατανοηθεί, όμως, το εύρος των εξελίξεων που ακολούθησαν, είναι απαραίτητο να
εξεταστεί το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον των αρχών του 21ου αιώνα. Οι Ηνωμένες
Πολιτείες παρέμεναν η μοναδική υπερδύναμη μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης,
όμως οι διεθνείς ισορροπίες άρχιζαν ήδη να μεταβάλλονται. Η Ρωσία, ύστερα από μία
δεκαετία οικονομικής και πολιτικής αποδυνάμωσης, επιχειρούσε να ανασυγκροτήσει το
κράτος της, ενώ η Κίνα εισερχόταν σε μια περίοδο ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης, η
οποία σταδιακά θα επηρέαζε τους παγκόσμιους συσχετισμούς ισχύος.
Στη Μόσχα, ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε ήδη αναλάβει την ηγεσία της Ρωσίας και βρισκόταν
στα πρώτα χρόνια της πολιτικής του κυριαρχίας, έχοντας θέσει ως βασικούς στόχους την
αποκατάσταση της ισχύος του ρωσικού κράτους, την αναδιοργάνωση των ενόπλων
δυνάμεων και την ανάκτηση της διεθνούς επιρροής της χώρας. Περίπου έναν χρόνο πριν
από την 11η Σεπτεμβρίου είχε προηγηθεί η τραγωδία του πυρηνικού υποβρυχίου Κουρσκ,

γεγονός που συγκλόνισε τη ρωσική κοινωνία και επηρέασε βαθιά το κλίμα εμπιστοσύνης
στις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Δύσης.
Η επίσημη ρωσική έρευνα απέδωσε την καταστροφή σε εσωτερική έκρηξη τορπίλης.
Παράλληλα, όμως, διατυπώθηκαν από Ρώσους στρατιωτικούς, πρώην αξιωματούχους και
αναλυτές ισχυρισμοί ότι στην περιοχή των ασκήσεων βρίσκονταν υποβρύχια κρατών του
ΝΑΤΟ και ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο σύγκρουσης με ένα από αυτά.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επιβεβαιώθηκαν από την επίσημη έρευνα και απορρίφθηκαν από
τις κυβερνήσεις των κρατών του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, συνέβαλαν στην ενίσχυση της
καχυποψίας που χαρακτήριζε ήδη τις σχέσεις Ρωσίας και Δύσης στις αρχές του 21ου
αιώνα.
Για πολλούς στη Ρωσία, η τραγωδία του Κουρσκ αποτέλεσε ένα ισχυρό σύμβολο της
αδυναμίας του ρωσικού κράτους κατά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο και ταυτόχρονα μια
ένδειξη ότι η υποτιθέμενη εποχή συνεργασίας με τη Δύση ήταν πολύ πιο εύθραυστη απ’
όσο αρχικά φαινόταν.
Μέσα σε αυτό το ήδη μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον σημειώθηκαν οι επιθέσεις της
11ης Σεπτεμβρίου. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η αμερικανική εξωτερική πολιτική
απέκτησε νέα χαρακτηριστικά. Η Ουάσιγκτον διακήρυξε ότι κάθε κράτος που παρείχε
καταφύγιο ή υποστήριξη σε τρομοκρατικές οργανώσεις θα μπορούσε να αποτελέσει στόχο
στρατιωτικής δράσης. Η έννοια του προληπτικού πολέμου άρχισε να αποκτά κεντρική
θέση στο νέο αμερικανικό δόγμα ασφαλείας, μεταβάλλοντας τον τρόπο με τον οποίο οι
Ηνωμένες Πολιτείες αντιλαμβάνονταν τη χρήση της στρατιωτικής ισχύος.
Το πρώτο πεδίο εφαρμογής αυτής της στρατηγικής ήταν το Αφγανιστάν. Στις 7 Οκτωβρίου
2001, λιγότερο από έναν μήνα μετά τις επιθέσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες, με τη στήριξη
συμμάχων τους, ξεκίνησαν στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του καθεστώτος των
Ταλιμπάν, το οποίο κατηγορήθηκε ότι παρείχε προστασία στην Αλ Κάιντα και στον
Οσάμα μπιν Λάντεν. Η επέμβαση αυτή αντιμετωπίστηκε αρχικά με ευρεία διεθνή
αποδοχή, καθώς θεωρήθηκε άμεση απάντηση στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.
Δύο χρόνια αργότερα, όμως, το επίκεντρο μεταφέρθηκε στο Ιράκ. Η κυβέρνηση του
Τζορτζ Μπους υποστήριξε ότι το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν διέθετε όπλα μαζικής
καταστροφής και αποτελούσε πιθανή απειλή για τη διεθνή ασφάλεια. Η εισβολή του 2003
βασίστηκε κυρίως σε αυτή την επιχειρηματολογία. Ωστόσο, μετά την κατάρρευση του
καθεστώτος, οι εκτεταμένες έρευνες δεν επιβεβαίωσαν την ύπαρξη ενεργών αποθεμάτων
όπλων μαζικής καταστροφής, γεγονός που προκάλεσε σοβαρή διεθνή αμφισβήτηση
σχετικά με τα πραγματικά αίτια και τη νομιμοποίηση της επέμβασης.
Από εκείνο το σημείο και μετά, η Μέση Ανατολή εισήλθε σε μια περίοδο παρατεταμένης
αστάθειας. Η ανατροπή κυβερνήσεων, η διάλυση κρατικών μηχανισμών, η εμφάνιση νέων
εξτρεμιστικών οργανώσεων, η εξάπλωση εμφυλίων συγκρούσεων και τα μεγάλης
κλίμακας μεταναστευτικά κύματα διαμόρφωσαν μια νέα πραγματικότητα, οι συνέπειες της
οποίας εξακολουθούν να επηρεάζουν το διεθνές σύστημα.
Ανεξάρτητα από την ερμηνεία που υιοθετεί κανείς για τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου,
είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι οι επιθέσεις αποτέλεσαν τον καταλύτη για μία από τις
σημαντικότερες αναδιατάξεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής μετά το τέλος του
Ψυχρού Πολέμου. Οι πόλεμοι που ακολούθησαν δεν επηρέασαν μόνο το Αφγανιστάν και
το Ιράκ. Αναδιαμόρφωσαν συνολικά τη Μέση Ανατολή, επηρέασαν τις σχέσεις μεταξύ των

μεγάλων δυνάμεων και συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας νέας εποχής γεωπολιτικού
ανταγωνισμού, τα αποτελέσματα της οποίας εξακολουθούν να είναι αισθητά.
Το βασικό ερώτημα
Αποτέλεσε η 11η Σεπτεμβρίου το σημείο εκκίνησης μιας νέας εποχής διεθνών
συγκρούσεων ή λειτούργησε ως ο καταλύτης που επέτρεψε την επιτάχυνση γεωπολιτικών
σχεδιασμών, οι οποίοι είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται πριν από το 2001;

Το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα και η
οικονομία του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας»
Η ιστορία διδάσκει ότι κάθε μεγάλος πόλεμος δεν παράγει μόνο καταστροφή. Δημιουργεί
επίσης νέες οικονομικές πραγματικότητες, αναδιαμορφώνει αγορές, ενισχύει
συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας και μεταφέρει τεράστιους δημόσιους πόρους
προς ορισμένους οργανισμούς και επιχειρήσεις. Η 11η Σεπτεμβρίου δεν αποτέλεσε
εξαίρεση.
Μετά τις επιθέσεις του 2001, οι αμυντικές δαπάνες των Ηνωμένων Πολιτειών αυξήθηκαν
σημαντικά. Το Κογκρέσο ενέκρινε χρηματοδοτήσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων
δολαρίων για στρατιωτικές επιχειρήσεις, εξοπλιστικά προγράμματα, υπηρεσίες
πληροφοριών, ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας και νέες τεχνολογίες επιτήρησης.
Παράλληλα, η έννοια της εθνικής ασφάλειας επεκτάθηκε σε τομείς που μέχρι τότε δεν
θεωρούνταν αποκλειστικά μέρος της αμυντικής πολιτικής. Η προστασία αεροδρομίων,
κρίσιμων υποδομών, τηλεπικοινωνιών, τραπεζικών συναλλαγών και ψηφιακών δικτύων
εξελίχθηκε σε έναν νέο τομέα με τεράστια οικονομική σημασία.
Μεγάλοι αμυντικοί όμιλοι, εταιρείες πληροφορικής, εργολάβοι του Πενταγώνου και
ιδιωτικές στρατιωτικές εταιρείες είδαν τα συμβόλαιά τους να αυξάνονται σημαντικά.
Επιχειρήσεις που ήδη συνεργάζονταν με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση απέκτησαν ακόμη
μεγαλύτερο ρόλο στη διαχείριση του νέου περιβάλλοντος ασφαλείας.
Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί, από μόνο του, απόδειξη ότι οι εταιρείες αυτές επηρέασαν ή
προκάλεσαν τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. Αποτελεί, όμως, σημαντικό ιστορικό
δεδομένο ότι ο «Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας» δημιούργησε μια τεράστια οικονομία
γύρω από την άμυνα, την ασφάλεια, την επιτήρηση και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η έννοια του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος, για την οποία είχε προειδοποιήσει
ήδη το 1961 ο απερχόμενος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντουάιτ Αϊζενχάουερ,
επανήλθε δυναμικά στη δημόσια συζήτηση. Ο Αϊζενχάουερ είχε εκφράσει την ανησυχία
ότι η υπερβολική διασύνδεση μεταξύ κυβέρνησης, στρατού και αμυντικής βιομηχανίας
μπορούσε να οδηγήσει σε υπέρμετρη επιρροή ιδιωτικών συμφερόντων στη χάραξη της
εθνικής πολιτικής.
Μετά το 2001, αρκετοί αναλυτές υποστήριξαν ότι οι εξελίξεις επιβεβαίωσαν σε σημαντικό
βαθμό αυτή την προειδοποίηση. Η συνεχής αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών, η
ανάθεση σημαντικού μέρους στρατιωτικών δραστηριοτήτων σε ιδιωτικές εταιρείες και η

σταδιακή εδραίωση ενός παρατεταμένου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας»
δημιούργησαν νέες σχέσεις εξάρτησης μεταξύ κράτους και ιδιωτικού τομέα.
Το κρίσιμο ιστορικό ερώτημα δεν είναι αν οι αμυντικές εταιρείες ωφελήθηκαν, καθώς
αυτό προκύπτει από την εξέταση των σχετικών οικονομικών στοιχείων. Το ουσιαστικό
ερώτημα είναι αν η ύπαρξη τόσο ισχυρών οικονομικών συμφερόντων μπορεί, σε βάθος
χρόνου, να επηρεάσει τις πολιτικές αποφάσεις ενός κράτους και να ενισχύσει τη
διατήρηση μιας διαρκούς κατάστασης διεθνούς έντασης.
Το βασικό ερώτημα
Όταν ένας πόλεμος δημιουργεί σημαντικά οικονομικά οφέλη για ορισμένους κλάδους της
οικονομίας, μπορεί η ανάλυση των οικονομικών συμφερόντων να αγνοηθεί ή αποτελεί
αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής έρευνας;

Ο Larry Silverstein, οι ασφαλιστικές αποζημιώσεις
και τα αναπάντητα ερωτήματα
Ανάμεσα στα πρόσωπα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης μετά την
11η Σεπτεμβρίου, ιδιαίτερη θέση κατέχει ο επιχειρηματίας Larry Silverstein, ο οποίος,
λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τις επιθέσεις, είχε αναλάβει, μέσω κοινοπραξίας, τη 99ετή
μίσθωση του συγκροτήματος του World Trade Center από την Port Authority της Νέας
Υόρκης και του Νιου Τζέρσεϊ.
Η χρονική αυτή σύμπτωση αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή αντικείμενο έντονης
συζήτησης. Για πολλούς, επρόκειτο απλώς για μια τραγική συγκυρία. Για άλλους, η
αλληλουχία των γεγονότων δημιούργησε ερωτήματα τα οποία εξακολουθούν να
απασχολούν τη δημόσια συζήτηση μέχρι σήμερα.
Μετά την καταστροφή των Δίδυμων Πύργων, ακολούθησε μία από τις μεγαλύτερες
ασφαλιστικές διαμάχες στην ιστορία. Ο Silverstein υποστήριξε ότι οι δύο προσκρούσεις
των αεροσκαφών αποτελούσαν δύο ξεχωριστά ασφαλιστικά γεγονότα, δηλαδή δύο
διαφορετικά «occurrences», και επομένως δικαιολογούσαν διπλή αποζημίωση.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες, αντίθετα, υποστήριξαν ότι επρόκειτο για μία ενιαία
τρομοκρατική επίθεση και, κατά συνέπεια, για ένα μόνο ασφαλιστικό γεγονός. Η διαφορά
αυτή οδήγησε σε πολυετείς δικαστικές διαμάχες, οι οποίες κατέληξαν σε συνολικές
ασφαλιστικές αποζημιώσεις περίπου 4,55 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ποσό μικρότερο
από το συνολικό ύψος των αρχικών διεκδικήσεων.
Οι εξελίξεις αυτές προκάλεσαν πληθώρα εικασιών και θεωριών. Ορισμένοι εστίασαν στο
γεγονός ότι η μίσθωση είχε ολοκληρωθεί μόλις λίγες εβδομάδες πριν από τις επιθέσεις.
Άλλοι επικεντρώθηκαν στις ασφαλιστικές διαδικασίες, στις δικαστικές διεκδικήσεις και
στο οικονομικό αποτέλεσμα που προέκυψε μετά την καταστροφή.
Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί τεκμηριωμένο αποδεικτικό στοιχείο που να
συνδέει τον Larry Silverstein με τον σχεδιασμό ή την οργάνωση των επιθέσεων. Η ύπαρξη
οικονομικού οφέλους ή μιας χρονικής σύμπτωσης, από μόνη της, δεν αποτελεί απόδειξη
συμμετοχής σε ένα έγκλημα.

Ένα ακόμη ζήτημα που συζητήθηκε ευρέως ήταν η γνωστή τηλεοπτική δήλωση του
Silverstein σχετικά με το World Trade Center 7, στην οποία χρησιμοποίησε τη φράση
«pull it». Ορισμένοι υποστήριξαν ότι η έκφραση αυτή αποτελούσε αναφορά σε
ελεγχόμενη κατεδάφιση του κτιρίου. Άλλοι υποστήριξαν ότι αναφερόταν στην αποχώρηση
των πυροσβεστικών δυνάμεων από ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο κτίριο.
Η συγκεκριμένη φράση εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαφορετικών ερμηνειών και
έχει απασχολήσει ερευνητές, δημοσιογράφους και όσους εξετάζουν τις συνθήκες
κατάρρευσης του WTC 7. Η ερμηνεία της, ωστόσο, δεν μπορεί να αποκοπεί από το
ευρύτερο πλαίσιο της δήλωσης, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε και τα διαθέσιμα τεχνικά
στοιχεία για το κτίριο.
Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, η υπόθεση Silverstein δεν πρέπει να εξετάζεται ούτε
μέσα από εύκολα συμπεράσματα ούτε μέσα από ισχυρισμούς που δεν μπορούν να
τεκμηριωθούν. Αποτελεί, όμως, χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο
πραγματικά γεγονότα, οικονομικά συμφέροντα, δικαστικές διαμάχες και δημόσιες
δηλώσεις μπορούν να δημιουργήσουν ερωτήματα που εξακολουθούν να διχάζουν την
κοινή γνώμη, περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά τα γεγονότα.
Το βασικό ερώτημα
Αποτελούν οι χρονικές συμπτώσεις, οι ασφαλιστικές διεκδικήσεις και οι δημόσιες
δηλώσεις του Larry Silverstein απλές συνέπειες μιας πρωτοφανούς τραγωδίας ή
δικαιολογούν περαιτέρω ιστορική και τεχνική διερεύνηση των γεγονότων γύρω από το
World Trade Center;

4.7 Οι ασυνήθιστες χρηματιστηριακές συναλλαγές
πριν από την 11η Σεπτεμβρίου
Λίγες μόλις ημέρες μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ένα ακόμη ζήτημα άρχισε να
απασχολεί δημοσιογράφους, οικονομικούς αναλυτές και τις αρμόδιες αρχές. Επρόκειτο για
τις ασυνήθιστα αυξημένες συναλλαγές σε put options, δηλαδή χρηματοοικονομικά
παράγωγα μέσω των οποίων ένας επενδυτής μπορεί να αποκομίσει κέρδος όταν η τιμή
μιας μετοχής υποχωρήσει σημαντικά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσαν οι συναλλαγές στις μετοχές των μητρικών εταιρειών της
United Airlines, με σύμβολο UAL, και της American Airlines, με σύμβολο AMR, των δύο
αεροπορικών εταιρειών που επλήγησαν άμεσα από τις επιθέσεις.
Τις ημέρες που προηγήθηκαν της 11ης Σεπτεμβρίου καταγράφηκε αυξημένος όγκος
αγορών put options στις συγκεκριμένες μετοχές. Το γεγονός αυτό δημιούργησε την
εντύπωση ότι ορισμένοι επενδυτές ενδέχεται να είχαν προβλέψει ή ακόμη και να γνώριζαν
ότι οι τιμές των συγκεκριμένων εταιρειών θα κατέρρεαν μετά τις επιθέσεις.
Οι κινήσεις αυτές προκάλεσαν την κινητοποίηση της Securities and Exchange
Commission (SEC), του FBI και άλλων αμερικανικών και διεθνών αρχών. Η επίσημη
έρευνα εξέτασε μεγάλο αριθμό χρηματιστηριακών συναλλαγών, αναζήτησε τους

πραγματικούς δικαιούχους των λογαριασμών και επιχείρησε να εντοπίσει ενδεχόμενη
σύνδεση με πρόσωπα που θα μπορούσαν να είχαν εκ των προτέρων γνώση των επιθέσεων.
Σύμφωνα με τα επίσημα πορίσματα που δημοσιοποιήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές και
την Επιτροπή της 11ης Σεπτεμβρίου, οι συναλλαγές που αρχικά θεωρήθηκαν ύποπτες
αποδόθηκαν σε επενδυτικές στρατηγικές, θεσμικούς επενδυτές ή άλλες εξηγήσεις, χωρίς
να προκύψουν αποδείξεις ότι κάποιος επενδυτής εκμεταλλεύτηκε εκ των προτέρων γνώση
των επιθέσεων.
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν σταμάτησε εκεί. Τα επόμενα χρόνια δημοσιεύθηκαν
ακαδημαϊκές μελέτες που υποστήριξαν ότι ορισμένα από τα μοτίβα συναλλαγών πριν από
την 11η Σεπτεμβρίου παρουσίαζαν στατιστικά ασυνήθιστα χαρακτηριστικά.
Οι συγγραφείς ορισμένων από αυτές τις εργασίες θεώρησαν ότι τα δεδομένα ήταν
συμβατά με την ύπαρξη μη φυσιολογικής χρηματιστηριακής δραστηριότητας. Παράλληλα,
όμως, αναγνώρισαν ότι η στατιστική ανωμαλία από μόνη της δεν αποδεικνύει την ύπαρξη
πρότερης γνώσης των επιθέσεων, ούτε ταυτοποιεί τους επενδυτές που πραγματοποίησαν
τις συναλλαγές.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Ένα ασυνήθιστο χρηματιστηριακό μοτίβο μπορεί να
αποτελεί ένδειξη που αξίζει να εξεταστεί, αλλά δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με απόδειξη
εγκληματικής γνώσης ή συμμετοχής. Για να τεκμηριωθεί κάτι τέτοιο, θα απαιτούνταν
συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τους επενδυτές, τις πηγές πληροφόρησής τους, τις
εντολές συναλλαγών και τις πιθανές συνδέσεις τους με πρόσωπα που γνώριζαν εκ των
προτέρων τις επιθέσεις.
Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, το ενδιαφέρον της υπόθεσης δεν βρίσκεται μόνο στο
αν οι συναλλαγές ήταν τελικά αθώες ή ύποπτες. Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά τη
διαφάνεια, την πληρότητα και τη μεθοδολογία της διερεύνησης.
Όταν ένα τόσο ασυνήθιστο χρηματιστηριακό μοτίβο προηγείται ενός γεγονότος που
αλλάζει την παγκόσμια ιστορία, είναι εύλογο να συνεχίζει να προκαλεί ερωτήματα και να
αποτελεί αντικείμενο ιστορικής, οικονομικής και στατιστικής έρευνας. Αυτό, όμως, πρέπει
να γίνεται με διαχωρισμό ανάμεσα στην ένδειξη, την υπόθεση και την αποδεδειγμένη
σχέση αιτίου και αποτελέσματος.
Το βασικό ερώτημα
Ήταν οι ασυνήθιστες συναλλαγές πριν από την 11η Σεπτεμβρίου απλώς αποτέλεσμα
νόμιμων επενδυτικών στρατηγικών, όπως κατέληξαν οι επίσημες έρευνες, ή η στατιστική
τους ιδιαιτερότητα δικαιολογεί τη συνέχιση της ιστορικής και οικονομικής διερεύνησης
του ζητήματος;

4.8 Η 11η Σεπτεμβρίου και το δόγμα της
προληπτικής επέμβασης
Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου δεν οδήγησαν μόνο στην έναρξη του «Πολέμου κατά
της Τρομοκρατίας». Δημιούργησαν και ένα νέο στρατηγικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι
Ηνωμένες Πολιτείες επαναπροσδιόρισαν τον τρόπο άσκησης της ισχύος τους.

Με τη δημοσίευση της National Security Strategy του 2002, η αμερικανική κυβέρνηση
διατύπωσε επίσημα το δόγμα της προληπτικής δράσης. Σύμφωνα με αυτή τη στρατηγική
αντίληψη, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούσαν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν
στρατιωτική ισχύ ακόμη και πριν από την εκδήλωση μιας άμεσης επίθεσης, εφόσον
θεωρούσαν ότι υπήρχε σοβαρή απειλή για την εθνική τους ασφάλεια.
Η λογική αυτή διαφοροποιούνταν από την κλασική αντίληψη της αποτροπής, η οποία είχε
κυριαρχήσει κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Κατά την περίοδο εκείνη, η στρατηγική ισορροπία
βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην απειλή αμοιβαίας καταστροφής και στην προσπάθεια
αποφυγής μιας άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ των μεγάλων πυρηνικών
δυνάμεων.
Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η αμερικανική στρατηγική μετατοπίστηκε προς την αντίληψη
ότι η αναμονή μέχρι να εκδηλωθεί μια επίθεση μπορούσε να είναι εξαιρετικά επικίνδυνη,
ιδιαίτερα όταν η απειλή συνδεόταν με τρομοκρατικές οργανώσεις ή με την πιθανότητα
απόκτησης όπλων μαζικής καταστροφής.
Οι υποστηρικτές αυτής της στρατηγικής υποστήριξαν ότι το νέο περιβάλλον ασφαλείας
απαιτούσε ταχεία και προληπτική δράση. Οι επικριτές της, αντίθετα, προειδοποίησαν ότι η
διεύρυνση αυτής της αρχής μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει
στρατιωτικές επεμβάσεις με αμφισβητούμενη νομική ή πραγματική βάση.
Η εισβολή στο Ιράκ το 2003 αποτέλεσε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της
αντίληψης. Η αμερικανική κυβέρνηση υποστήριξε ότι το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν
αποτελούσε σοβαρή απειλή για τη διεθνή ασφάλεια, ενώ η απουσία ενεργών αποθεμάτων
όπλων μαζικής καταστροφής μετά την εισβολή προκάλεσε έντονη αμφισβήτηση των
βασικών επιχειρημάτων που είχαν χρησιμοποιηθεί για τη στρατιωτική επέμβαση.
Την ίδια περίοδο, όμως, δεν μεταβλήθηκε μόνο η εξωτερική πολιτική. Με την ψήφιση του
USA PATRIOT Act και μιας σειράς μεταγενέστερων νομοθετημάτων, διευρύνθηκαν
σημαντικά οι δυνατότητες των αμερικανικών αρχών να παρακολουθούν ηλεκτρονικές
επικοινωνίες, οικονομικές συναλλαγές, μετακινήσεις και προσωπικά δεδομένα, στο όνομα
της πρόληψης της τρομοκρατίας.
Οι αποκαλύψεις των επόμενων ετών, ιδιαίτερα εκείνες του Έντουαρντ Σνόουντεν το 2013,
έφεραν στο φως την έκταση ορισμένων προγραμμάτων μαζικής παρακολούθησης και
αναζωπύρωσαν τη δημόσια συζήτηση γύρω από τα όρια μεταξύ εθνικής ασφάλειας,
κρατικής εξουσίας και ατομικών ελευθεριών.
Έτσι, η μεταβολή μετά την 11η Σεπτεμβρίου δεν περιορίστηκε στο στρατιωτικό πεδίο.
Επεκτάθηκε στη λειτουργία των υπηρεσιών πληροφοριών, στη νομοθεσία, στην επιτήρηση
των επικοινωνιών και στη σχέση μεταξύ κράτους και πολίτη.
Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, η 11η Σεπτεμβρίου λειτούργησε ως καταλύτης για την
οικοδόμηση ενός ευρύτερου μοντέλου ασφαλείας, στο οποίο η πρόληψη της απειλής
απέκτησε μεγαλύτερη βαρύτητα από την παραδοσιακή λογική της αντίδρασης μετά την
εκδήλωση ενός γεγονότος.
Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι όλες οι μεταγενέστερες πολιτικές είχαν ενιαίο σχεδιασμό
ή ότι αποτελούσαν μέρος ενός ενιαίου προγράμματος. Σημαίνει, όμως, ότι η 11η
Σεπτεμβρίου δημιούργησε τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες μέτρα

που προηγουμένως θα θεωρούνταν εξαιρετικά αμφιλεγόμενα μπορούσαν πλέον να
παρουσιαστούν ως αναγκαία για την εθνική ασφάλεια.
Το βασικό ερώτημα
Διαμόρφωσε η 11η Σεπτεμβρίου μια εντελώς νέα στρατηγική αντίληψη ή επιτάχυνε την
εφαρμογή πολιτικών που βρίσκονταν ήδη υπό διαμόρφωση πριν από το 2001;

4.9 Ο γεωπολιτικός απολογισμός: ποιοι κέρδισαν και
ποιοι έχασαν;
Περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά την 11η Σεπτεμβρίου, είναι πλέον δυνατό να
εξετάσει κανείς τα γεγονότα όχι μόνο μέσα από το σοκ της εποχής, αλλά και υπό το
πρίσμα των αποτελεσμάτων που παρήγαγαν. Η ιστορία δεν κρίνεται μόνο από τις
προθέσεις των πρωταγωνιστών της, αλλά και από τις συνέπειες των επιλογών τους.
Οι πρώτες και πιο άμεσες συνέπειες ήταν οι στρατιωτικές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν και
στο Ιράκ. Ωστόσο, οι επιπτώσεις δεν περιορίστηκαν στις δύο αυτές χώρες. Η ευρύτερη
Μέση Ανατολή εισήλθε σε μια περίοδο συνεχών πολέμων, εμφυλίων συγκρούσεων,
αποσταθεροποίησης και ανακατανομής ισχύος.
Το Αφγανιστάν, ύστερα από περίπου είκοσι χρόνια πολέμου, κατέληξε και πάλι υπό τον
έλεγχο των Ταλιμπάν. Το Ιράκ έχασε μεγάλο μέρος της κρατικής του συνοχής, ενώ οι
συγκρούσεις και το κενό εξουσίας που ακολούθησαν συνέβαλαν στην ανάδυση νέων
εξτρεμιστικών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων και το Ισλαμικό Κράτος, γνωστό ως ISIS.
Παράλληλα, η Λιβύη και η Συρία μετατράπηκαν τα επόμενα χρόνια σε πεδία
παρατεταμένων συγκρούσεων, με τη συμμετοχή πολλών περιφερειακών και διεθνών
δυνάμεων. Αν και οι εξελίξεις στις δύο αυτές χώρες δεν μπορούν να αποδοθούν
αποκλειστικά στην 11η Σεπτεμβρίου ή στους πολέμους στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ,
εντάσσονται στο ευρύτερο περιβάλλον αστάθειας που διαμορφώθηκε στη Μέση Ανατολή
κατά τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα.
Οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπάνησαν τεράστιους οικονομικούς και στρατιωτικούς
πόρους στους πολέμους αυτούς. Παράλληλα, διατήρησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα
ενισχυμένη στρατιωτική παρουσία σε στρατηγικές περιοχές του πλανήτη και επέκτειναν
το παγκόσμιο δίκτυο αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων, στρατιωτικών συνεργασιών και
υπηρεσιών πληροφοριών.
Την ίδια περίοδο, όμως, η Κίνα συνέχισε την οικονομική και τεχνολογική της άνοδο,
εξελισσόμενη σε παγκόσμια δύναμη με αυξανόμενη επιρροή. Η Ρωσία, μετά την περίοδο
σοβαρής αποδυνάμωσης της δεκαετίας του 1990, αξιοποίησε τα επόμενα χρόνια την
ανασυγκρότηση των κρατικών και στρατιωτικών της δυνατοτήτων για να επανέλθει
δυναμικά στη διεθνή σκηνή.
Έτσι, ενώ η Ουάσιγκτον παρέμενε επί χρόνια προσηλωμένη στους πολέμους της Μέσης
Ανατολής και στον παγκόσμιο «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας», το διεθνές σύστημα
εξελισσόταν προς μια περισσότερο ανταγωνιστική και πολυπολική μορφή.

Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά
παράδοξα της 11ης Σεπτεμβρίου. Το γεγονός που παρουσιάστηκε ως η αφετηρία μιας νέας
εποχής αμερικανικής ισχύος συνέπεσε τελικά με την αρχή μιας περιόδου κατά την οποία
αναδύθηκαν νέοι ανταγωνιστές και μεταβλήθηκαν σταδιακά οι παγκόσμιες ισορροπίες.
Η ιστορία δείχνει συχνά ότι ακόμη και οι ισχυρότερες δυνάμεις, επιδιώκοντας να
εδραιώσουν την κυριαρχία τους, μπορούν να δημιουργήσουν ακούσια τις συνθήκες που
ευνοούν την ανάδυση νέων πόλων ισχύος. Η υπερβολική στρατηγική εστίαση σε ένα
συγκεκριμένο μέτωπο μπορεί να οδηγήσει σε παραμέληση άλλων, μακροπρόθεσμα
σημαντικότερων ανταγωνισμών.
Η 11η Σεπτεμβρίου, επομένως, δεν υπήρξε μόνο μια τραγωδία ή ένα σημείο καμπής για
την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Υπήρξε και ένα γεγονός που συνέβαλε στη
μετάβαση από τη σύντομη εποχή της μονοπολικής αμερικανικής κυριαρχίας προς έναν
κόσμο αυξανόμενου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Το βασικό ερώτημα
Ήταν τελικά η 11η Σεπτεμβρίου η αρχή μιας περιόδου εδραίωσης της αμερικανικής
κυριαρχίας ή αποτέλεσε το σημείο από το οποίο ξεκίνησε η σταδιακή μετάβαση προς τον
πολυπολικό κόσμο που διαμορφώνεται σήμερα;

4.10 Από την 11η Σεπτεμβρίου στη νέα παγκόσμια
τάξη
Περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, γίνεται πλέον
σαφές ότι η συγκεκριμένη ημέρα δεν αποτέλεσε απλώς μία από τις μεγαλύτερες
τρομοκρατικές επιθέσεις της σύγχρονης ιστορίας. Αποτέλεσε σημείο καμπής, με βαθιές
επιπτώσεις στη διεθνή πολιτική, στην οικονομία, στην τεχνολογία και στη λειτουργία των
σύγχρονων κοινωνιών.
Ο «Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας» εξελίχθηκε σε μια παγκόσμια στρατηγική με
διάρκεια δεκαετιών. Νέες στρατιωτικές υποδομές ενισχύθηκαν, οι υπηρεσίες πληροφοριών
απέκτησαν διευρυμένες αρμοδιότητες, οι αμυντικοί προϋπολογισμοί αυξήθηκαν και η
έννοια της εθνικής ασφάλειας επεκτάθηκε πολύ πέρα από το πεδίο των παραδοσιακών
στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, οι κοινωνίες άρχισαν να αποδέχονται μέτρα τα οποία λίγα χρόνια νωρίτερα
θα θεωρούνταν εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστούν. Η μαζική επιτήρηση, η συλλογή
προσωπικών δεδομένων, η βιομετρική ταυτοποίηση, η παρακολούθηση ηλεκτρονικών
επικοινωνιών και η ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από ψηφιακά συστήματα
παρουσιάστηκαν ως αναγκαία εργαλεία για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας.
Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, η 11η Σεπτεμβρίου σηματοδότησε την αρχή μιας
εποχής κατά την οποία η ασφάλεια αναδείχθηκε σε ύψιστη πολιτική προτεραιότητα. Η
σταδιακή διεύρυνση των μηχανισμών επιτήρησης και ελέγχου δημιούργησε ένα νέο
μοντέλο διακυβέρνησης, στο οποίο η τεχνολογία κατέχει ολοένα σημαντικότερο ρόλο.

Σήμερα, με τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, των συστημάτων
αναγνώρισης προσώπου, της ανάλυσης μεγάλων δεδομένων και των αλγορίθμων
πρόβλεψης συμπεριφοράς, η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Οι υποστηρικτές αυτών των τεχνολογιών θεωρούν ότι μπορούν να ενισχύσουν την
ασφάλεια, την πρόληψη της εγκληματικότητας και την αποτελεσματικότητα των κρατικών
υπηρεσιών. Αντίθετα, πολλοί νομικοί, τεχνολόγοι και οργανώσεις προστασίας
δικαιωμάτων προειδοποιούν ότι, χωρίς επαρκείς δημοκρατικούς ελέγχους, τέτοιες
δυνατότητες μπορούν να οδηγήσουν σε πρωτοφανή επίπεδα κρατικής ή ιδιωτικής
επιτήρησης.
Δεν είναι τυχαίο ότι ολοένα περισσότεροι συγγραφείς και αναλυτές επαναφέρουν στη
δημόσια συζήτηση τον όρο «οργουελικό κράτος», δανεισμένο από το μυθιστόρημα 1984
του Τζορτζ Όργουελ, ως μεταφορά για τον κίνδυνο μιας κοινωνίας όπου η
παρακολούθηση γίνεται διαρκής και η ιδιωτικότητα περιορίζεται σημαντικά.
Άλλοι, αντίθετα, θεωρούν ότι οι σύγχρονες δημοκρατίες διαθέτουν θεσμούς, δικαστικούς
μηχανισμούς και πολιτικά αντίβαρα που μπορούν να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη. Η
διαφωνία αυτή δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά και το ποιος ελέγχει τα δεδομένα,
ποιος έχει πρόσβαση σε αυτά και ποια όρια τίθενται στη χρήση τους.
Η ιστορία δεν έχει ακόμη δώσει την τελική της απάντηση. Εκείνο που μπορεί να
διαπιστώσει κανείς είναι ότι η 11η Σεπτεμβρίου δεν άλλαξε μόνο τον τρόπο διεξαγωγής
των πολέμων. Άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη αντιλαμβάνονται την
ασφάλεια, την τεχνολογία και τη σχέση τους με τον πολίτη.
Το πραγματικό διακύβευμα του 21ου αιώνα δεν είναι πλέον μόνο η αντιμετώπιση της
τρομοκρατίας. Είναι η διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στην ασφάλεια και την
ελευθερία, σε έναν κόσμο όπου οι τεχνολογικές δυνατότητες επιτήρησης αυξάνονται
ταχύτερα από τους θεσμικούς μηχανισμούς ελέγχου τους.

Συμπέρασμα και ιστορική αποτίμηση
Παρακάτω είναι η τελική επιμελημένη εκδοχή. Έκανα κυρίως βελτιώσεις στη ροή, στη
σύνταξη και στη διατύπωση, ενώ περιόρισα ορισμένες απόλυτες εκφράσεις ώστε το
συμπέρασμα να παραμένει σοβαρό και ερευνητικό.

Το βασικό ερώτημα
Αποτέλεσε η 11η Σεπτεμβρίου την αρχή μιας νέας εποχής, κατά την οποία η τεχνολογία
και η ασφάλεια μετασχηματίζουν σταδιακά τη σχέση ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη,
ή πρόκειται για μια αναγκαία προσαρμογή απέναντι σε νέες μορφές απειλών;

Η 11η Σεπτεμβρίου και η κληρονομιά της
Η 11η Σεπτεμβρίου υπήρξε αναμφίβολα ένα από τα καθοριστικότερα γεγονότα του 21ου
αιώνα. Είτε την προσεγγίσει κανείς μέσα από την επίσημη αφήγηση είτε μέσα από τις

εναλλακτικές ερμηνείες που διατυπώθηκαν τα επόμενα χρόνια, ένα γεγονός παραμένει
αδιαμφισβήτητο: ο κόσμος μετά την 11η Σεπτεμβρίου δεν ήταν πλέον ο ίδιος.
Στις προηγούμενες ενότητες εξετάστηκαν οι επίσημες έρευνες, οι τεχνικές αντιρρήσεις
που έχουν διατυπωθεί από επιστήμονες και ερευνητές, οι μαρτυρίες, τα επιχειρήματα, οι
γεωπολιτικές συνέπειες, καθώς και οι διαφορετικές σχολές σκέψης που επιχειρούν να
ερμηνεύσουν εκείνη την ημέρα.
Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, η ιστορική έρευνα δεν πρέπει να φοβάται τα δύσκολα
ερωτήματα. Η αμφισβήτηση δεν αποτελεί από μόνη της άρνηση της ιστορίας. Αντίθετα,
μπορεί να αποτελέσει βασική προϋπόθεση για την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, υπό
την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από κριτική σκέψη, τεκμηρίωση και διάθεση εξέτασης
όλων των διαθέσιμων στοιχείων.
Ταυτόχρονα, κάθε ισχυρισμός οφείλει να αξιολογείται με τα ίδια κριτήρια, ανεξάρτητα
από το αν ενισχύει ή αποδυναμώνει μια συγκεκριμένη αφήγηση. Η σοβαρή ιστορική
έρευνα δεν μπορεί να βασίζεται ούτε στην άκριτη αποδοχή της επίσημης εκδοχής ούτε
στην αυτόματη υιοθέτηση κάθε εναλλακτικής θεωρίας.
Περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά, πολλά ερωτήματα εξακολουθούν να απασχολούν
ιστορικούς, μηχανικούς, αναλυτές πληροφοριών, νομικούς και δημοσιογράφους. Ορισμένα
έχουν λάβει απαντήσεις που θεωρούνται επαρκείς από μεγάλο μέρος της επιστημονικής
κοινότητας. Άλλα εξακολουθούν να προκαλούν αντιπαραθέσεις και διαφορετικές
ερμηνείες.
Η ιστορία, άλλωστε, δεν είναι στατική. Επανεξετάζεται διαρκώς, καθώς νέα στοιχεία, νέα
έγγραφα, νέες μαρτυρίες και νέες αναλύσεις μπορούν να μεταβάλουν την κατανόηση ενός
γεγονότος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε υπόθεση έχει την ίδια βαρύτητα ή ότι κάθε
αμφισβήτηση διαθέτει την ίδια αποδεικτική αξία.
Εκείνο που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ότι η 11η Σεπτεμβρίου αποτέλεσε την
αφετηρία μιας νέας ιστορικής περιόδου. Οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, η
διεύρυνση των μηχανισμών ασφαλείας, η ενίσχυση της ψηφιακής επιτήρησης, η μεταβολή
του διεθνούς δικαίου στην πράξη, η αναδιάταξη των ισορροπιών στη Μέση Ανατολή και η
σταδιακή μετάβαση από τη μονοπολική προς μια περισσότερο πολυπολική διεθνή τάξη
αποτελούν κρίκους μιας ευρύτερης ιστορικής αλυσίδας.
Η 11η Σεπτεμβρίου δεν επηρέασε μόνο την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Επηρέασε τη λειτουργία των κρατικών θεσμών, την έννοια της εθνικής ασφάλειας, τη
σχέση ανάμεσα στην ελευθερία και την επιτήρηση, τη διεθνή νομιμοποίηση των
στρατιωτικών επεμβάσεων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες
αντιλαμβάνονται την απειλή.
Ίσως, τελικά, το σημαντικότερο ερώτημα να μην είναι μόνο τι ακριβώς συνέβη την 11η
Σεπτεμβρίου. Ίσως εξίσου σημαντικό να είναι το ερώτημα πώς ένα και μόνο γεγονός
κατόρθωσε να μεταβάλει τόσο βαθιά την πορεία της σύγχρονης ιστορίας.
Το γεγονός λειτούργησε ως καταλύτης. Ενεργοποίησε στρατηγικές επιλογές, επιτάχυνε
ήδη υπάρχουσες πολιτικές τάσεις, ενίσχυσε συγκεκριμένα οικονομικά και θεσμικά
συμφέροντα και δημιούργησε το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν οι εξελίξεις των
επόμενων δεκαετιών.

Η κατανόηση της 11ης Σεπτεμβρίου, επομένως, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην
αναζήτηση των άμεσων υπευθύνων ή στην τεχνική ανάλυση των επιθέσεων. Απαιτεί
επίσης την εξέταση των συνεπειών τους, των πολιτικών αποφάσεων που ακολούθησαν,
των γεωπολιτικών μεταβολών και των νέων μορφών ισχύος που αναδύθηκαν μέσα από
εκείνη την κρίση.
Το ταξίδι, όμως, δεν τελειώνει εδώ.
Η 11η Σεπτεμβρίου αποτέλεσε την αρχή μιας νέας ιστορικής φάσης. Τα γεγονότα που
ακολούθησαν, από τις στρατιωτικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή μέχρι την
επανεμφάνιση της Ρωσίας ως σημαντικού γεωπολιτικού πόλου, την άνοδο της Κίνας, τη
δημιουργία και διεύρυνση των BRICS και τη διαμόρφωση ενός ολοένα πιο
ανταγωνιστικού διεθνούς συστήματος, αποτελούν το επόμενο κεφάλαιο αυτής της
ιστορικής διαδρομής.
Η μελέτη της 11ης Σεπτεμβρίου, συνεπώς, δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά και το
παρόν, καθώς πολλές από τις πολιτικές, στρατιωτικές, τεχνολογικές και γεωπολιτικές
δομές που διαμορφώθηκαν μετά το 2001 εξακολουθούν να επηρεάζουν τον κόσμο μέχρι
σήμερα.
Η πραγματική ιστορική πρόκληση δεν είναι να υιοθετήσει κανείς άκριτα μία αφήγηση,
αλλά να εξετάσει με ψυχραιμία τα γεγονότα, να διαχωρίσει την απόδειξη από την υπόθεση
και να κατανοήσει πώς μια τραγωδία μετατράπηκε σε σημείο καμπής για ολόκληρο το
διεθνές σύστημα.

Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας