Για περισσότερο από μία δεκαετία η αμερικανική προοδευτική Αριστερά παρέμενε μια ισχυρή δύναμη πολιτικής πίεσης, χωρίς όμως αντίστοιχη επιρροή στους μηχανισμούς εξουσίας. Από το κίνημα του Occupy Wall Street μέχρι τις προεδρικές εκστρατείες του Μπέρνι Σάντερς, κατάφερε να αναδιαμορφώσει τον δημόσιο διάλογο, όχι όμως και τους συσχετισμούς ισχύος στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος.
Σήμερα η εικόνα αυτή φαίνεται να ανατρέπεται. Οι διαδοχικές νίκες προοδευτικών υποψηφίων στις εσωκομματικές αναμετρήσεις δεν συνιστούν απλώς μια εκλογική συγκυρία. Μαρτυρούν τη σταδιακή μετατροπή ενός κινήματος διαμαρτυρίας σε διεκδικητή της κομματικής ηγεμονίας. Η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών δεν επιδιώκει πλέον μόνο να επηρεάζει την πολιτική ατζέντα. Φιλοδοξεί να καθορίσει την ίδια την ταυτότητα και την πορεία του κόμματος.
Στην Ουάσινγκτον όλο και περισσότεροι μιλούν πλέον για «εμφύλιο» στους Δημοκρατικούς. Από τη μία βρίσκεται το παραδοσιακό κομματικό κατεστημένο, που εκφράστηκε επί δεκαετίες από προσωπικότητες όπως οι Μπιλ και Χίλαρι Κλίντον, ο Τζο Μπάιντεν και ο Τσακ Σούμερ. Από την άλλη αναδύεται μια νέα γενιά πολιτικών η οποία θεωρεί ότι οι συνεχόμενες εκλογικές αποτυχίες και η αδυναμία των Δημοκρατικών να αντιμετωπίσουν τον Ντόναλντ Τραμπ αποτελούν προϊόν ενός κόμματος που έχει απομακρυνθεί από τους ψηφοφόρους του.
Κεντρικό πρόσωπο αυτής της πολιτικής μετατόπισης είναι ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζοχράν Μαμντάνι. Η περίπτωσή του λειτουργεί ως το πρώτο μεγάλο τεστ αυτής της στρατηγικής στην πράξη. Εξι μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του κατάφερε να ενισχύσει το πολιτικό του κεφάλαιο υλοποιώντας μέρος της ατζέντας που τον ανέδειξε, με κορυφαία την απόφαση για πάγωμα των ενοικίων σε περίπου ένα εκατομμύριο διαμερίσματα.
Ωστόσο το φαινόμενο είναι πολύ μεγαλύτερο από τον ίδιο. Γύρω από το δίκτυο των Democratic Socialists of America (DSA), αλλά και ευρύτερα στην προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών, διαμορφώνεται ένα νέο πολιτικό μπλοκ που αρχίζει να αποκτά χαρακτηριστικά εξουσίας. Οι πρόσφατες νίκες της Νταριαλίζα Αβιλα Σεβαλιέ, η οποία εκτόπισε τον επί πέντε θητείες βουλευτή Αντριάνο Εσπαϊγιάτ, και της Κλερ Βαλντέζ, που κέρδισε την έδρα της Νίντια Βελάσκες, ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την εικόνα ότι το προοδευτικό ρεύμα δεν αποτελεί πλέον περιθωριακή τάση αλλά οργανωμένη πολιτική δύναμη.
Παρότι δεν ανήκουν όλοι στον στενό πολιτικό κύκλο του Μαμντάνι, οι περισσότεροι κινούνται πάνω στον ίδιο ιδεολογικό και πολιτικό άξονα: σύγκρουση με τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, περιορισμός της επιρροής των λόμπι, ισχυρότερη φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων, ενίσχυση των συνδικάτων, δημόσιες επενδύσεις στην υγεία και την παιδεία και ολοένα πιο έντονη κριτική απέναντι στην αμερικανική στήριξη προς το Ισραήλ και τον πόλεμο στη Γάζα.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η νέα αυτή γενιά προοδευτικών Δημοκρατικών μπορεί να μετατρέψει την ορμή των προκριματικών σε πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Αν τα καταφέρει, ο Τραμπ θα βρεθεί απέναντι σε έναν αντίπαλο που υπόσχεται να συγκρουστεί ταυτόχρονα τόσο με τον ίδιο όσο και με το παλιό πολιτικό κατεστημένο της Ουάσινγκτον.
Η νέα «συνταγή» των προοδευτικών
Σε αντίθεση με το πρώτο κύμα, που επένδυσε σε ιδεολογικές συγκρούσεις όπως το «Defund the Police» ή σε αιτήματα τα οποία οι αντίπαλοί τους παρουσίαζαν ως ακραία, η νέα γενιά προοδευτικών έχει επιλέξει να δώσει τη μάχη εκεί όπου πονά περισσότερο ο μέσος Αμερικανός: στο πορτοφόλι του.
Το κόστος ζωής έχει μετατραπεί σε βασικό πολιτικό της όπλο. Η στεγαστική κρίση, η εκτίναξη των τιμών των ενοικίων, η αδυναμία αγοράς πρώτης κατοικίας, οι υψηλές τιμές στα τρόφιμα και η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο σχεδόν κάθε προεκλογικής εκστρατείας τους. Ο Μαμντάνι έχτισε μεγάλο μέρος της πολιτικής απήχησής του πάνω στην υπόσχεση για πάγωμα των ενοικίων και χαμηλότερο κόστος διαβίωσης, εγκαταλείποντας συνθήματα που στο παρελθόν αποξένωναν μετριοπαθείς ψηφοφόρους.
Επί της ουσίας, το προοδευτικό ρεύμα επιχειρεί να περάσει από τη λογική της διαμαρτυρίας στη λογική της διακυβέρνησης· από το Occupy Wall Street στις εφαρμόσιμες πολιτικές προτάσεις. Αντί να μιλά πρωτίστως στη δική του ιδεολογική βάση, προσπαθεί να απευθυνθεί στο ευρύτερο ακροατήριο της αμερικανικής μεσαίας τάξης.
Το μεγάλο τεστ στις πολιτείες-κλειδιά
Η επόμενη μεγάλη δοκιμασία θα δοθεί στο Μίσιγκαν. Ο Αμπντούλ ελ Σαγέντ, γιατρός, πανεπιστημιακός και πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών δημόσιας υγείας του Ντιτρόιτ, διεκδικεί το χρίσμα των Δημοκρατικών για τη Γερουσία απέναντι στην πιο κεντρώα Χέιλι Στίβενς. Η δημοτικότητά του έχει αυξηθεί, παρόλο που έχει συγκρουστεί ανοιχτά με το φιλοϊσραηλινό λόμπι AIPAC, το οποίο μαζί με άλλες ομάδες έχει ξοδέψει περίπου 50 εκατ. δολάρια για να βοηθήσει τη Στίβενς. Για πολλούς θεωρείται ο «Μαμντάνι της Μεσοδυτικής Αμερικής», επειδή επιχειρεί να μεταφέρει το ίδιο μήνυμα σε μία από τις σημαντικότερες πολιτείες-κλειδιά των ΗΠΑ. Αν επικρατήσει, θα «γκρεμίσει» ενδεχομένως τη θεωρία ότι οι προοδευτικοί μπορούν να κερδίζουν μόνο στη Νέα Υόρκη ή σε άλλες «ασφαλείς» περιφέρειες.
Η δυναμική αυτή ωστόσο δεν εξελίσσεται χωρίς απρόοπτα και δοκιμασίες. Η υπόθεση του «αντισυστημικού» Γκράχαμ Πλάτνερ στο Μέιν αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για την προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τις προκλήσεις που συνοδεύουν την ταχεία ανάδειξη νέων πολιτικών προσώπων. Ο Πλάτνερ, ο οποίος είχε εξασφαλίσει το χρίσμα των Δημοκρατικών για τη Γερουσία, αποσύρθηκε από την κούρσα μετά τις καταγγελίες για σεξουαλική επίθεση που διατυπώθηκαν σε βάρος του. Η αποχώρησή του υποχρέωσε το κόμμα να ξεκινήσει άμεσα τη διαδικασία αναζήτησης νέου υποψηφίου για μία από τις σημαντικότερες εκλογικές αναμετρήσεις της χρονιάς.
ΠΗΓΗ DOCUMENTO












































