Ο σύμβουλος του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Μοχσέν Ρεζάι, προχώρησε σε ιδιαίτερα αιχμηρές δηλώσεις σχετικά με τις στρατιωτικές και διπλωματικές ισορροπίες στην περιοχή του Περσικού Κόλπου, υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη παραμένει έτοιμη για μια μακροχρόνια σύγκρουση, την ώρα που —όπως είπε— οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφεύγουν μια παρατεταμένη εμπλοκή.
«Δεν θα εγκαταλείψουμε το Στενό του Ορμούζ μέχρι να αποκαταστήσουμε πλήρως τα δικαιώματά μας», δήλωσε ο Ρεζάι, σύμφωνα με αραβικά δημοσιεύματα, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη στρατηγική σημασία της θαλάσσιας αυτής δίοδου για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας.
«Μπλόκο» στο Στενό του Ορμούζ
Σε δεύτερη τοποθέτησή του, ο Ιρανός αξιωματούχος υπογράμμισε ότι τυχόν μελλοντικές συμφωνίες θα πρέπει να είναι πιο αυστηρά διατυπωμένες, με έμφαση —όπως είπε— στα οικονομικά ζητήματα και στους όρους εφαρμογής τους. «Με βάση την εμπειρία από προηγούμενες διαπραγματεύσεις, αυτή τη φορά πρέπει να είμαστε πιο ακριβείς στη σύνταξη συμφωνιών», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Ρεζάι επανήλθε επίσης στο ζήτημα της στρατιωτικής ετοιμότητας, σημειώνοντας: «Σε αντίθεση με τους Αμερικανούς που φοβούνται έναν παρατεταμένο πόλεμο, εμείς είμαστε πλήρως προετοιμασμένοι και εξοικειωμένοι με έναν μακροχρόνιο πόλεμο».
Σε μία από τις πιο προκλητικές του αναφορές, διερωτήθηκε: «Αφού το ιρανικό ναυτικό έχει καταστραφεί, γιατί η Αμερική δεν τολμά να διασχίσει το Στενό του Ορμούζ;», αφήνοντας αιχμές για την πραγματική ισορροπία ισχύος στην περιοχή.
Ο ίδιος κατέληξε τονίζοντας ότι «σε αντίθεση με τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις όπου ο αντίπαλος έθετε τις προϋποθέσεις, αυτή τη φορά το Ιράν έθεσε τις προϋποθέσεις», υπογραμμίζοντας μια πιο επιθετική διαπραγματευτική γραμμή της Τεχεράνης.
Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, στις 12 Απριλίου 2026 ανακοινώθηκε ναυτικός αποκλεισμός σε πλοία που κατευθύνονται από και προς ιρανικά λιμάνια, μετά από κατάρρευση συνομιλιών για το πυρηνικό πρόγραμμα και τις εντάσεις γύρω από τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ. Η εξέλιξη αυτή, όπως αναφέρεται, οδήγησε σε νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης και άνοδο των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.











































